Η κληρονομιά του 1917

Του Αντώνη Νταβανέλου *
Πηγή: rproject.gr

Πριν από 100 χρόνια, η ορμητική εξέγερση των εργατών, των φτωχών αγροτών, αλλά και των στρατιωτών, που με το όπλο στο χέρι απεικόνιζαν την ισχύ της εργατο-αγροτικής συμμαχίας, ανέτρεπε το καθεστώς του Τσάρου, εκπληρώνοντας ένα καθήκον που οι περισσότεροι, μέχρι τότε, θεωρούσαν σχεδόν ακατόρθωτο.

Είχε προη­γη­θεί μια ιστο­ρι­κής ση­μα­σί­ας «γε­νι­κή δο­κι­μή», η επα­νά­στα­ση του 1905, που, αν και πνί­γη­κε στο αίμα, ξα­να­πιά­νο­ντας το νήμα της Πα­ρι­σι­νής Κο­μού­νας έφερε στο λε­ξι­λό­γιο και στο οπλο­στά­σιο του διε­θνούς ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος ένα νέο «ερ­γα­λείο», τα Σο­βιέτ –τα Ερ­γα­τι­κά Συμ­βού­λια– που έμελ­λε να παί­ξουν κε­ντρι­κό ρόλο στο 1917.

Στη χώρα της αντι­δρα­στι­κής και κα­θυ­στε­ρη­μέ­νης δυ­να­στεί­ας των Ρο­μα­νόφ, η εκ­πλή­ρω­ση των βα­σι­κών δη­μο­κρα­τι­κών κα­θη­κό­ντων πήρε τη ρι­ζο­σπα­στι­κό­τε­ρη μορφή (Ψωμί! Γη! Ει­ρή­νη!) και συν­δυά­στη­κε σχε­δόν ακα­ριαία με τη σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση του Οκτώ­βρη, που με το σύν­θη­μα «Όλη η εξου­σία στα Σο­βιέτ!» συ­γκλό­νι­σε τον 20ό αιώνα.

Σή­με­ρα, μετά τα 30 χρό­νια κυ­ριαρ­χί­ας του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και παρά τη διε­θνή κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού, πολ­λοί/ές αγω­νι­στές/στριες της Αρι­στε­ράς εν­στι­κτω­δώς με­τα­το­πί­ζο­νται στην άποψη ότι η Επα­νά­στα­ση δεν είναι πλέον εφι­κτή. Η σύγ­χυ­ση και η ορ­γα­νω­τι­κή διά­λυ­ση που εξα­πλώ­νο­νται μέσα στην πο­λι­τι­κή Αρι­στε­ρά και το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα, μοιά­ζει να επι­βε­βαιώ­νουν αυτό το συ­ναί­σθη­μα. Δεν είναι η πρώτη φορά.

Η κα­τά­στα­ση ήταν ανά­λο­γη στην εποχή πριν το 1917. Η δη­μο­κρα­τι­κή-αστι­κή Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση ήταν πλέον ένα μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν. Οι επα­να­στά­σεις του 1848 και του 1871 είχαν ητ­τη­θεί. Στο κέ­ντρο της Ευ­ρώ­πης, κυ­ρί­ως στη Γερ­μα­νία, το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα έμοια­ζε να προ­ο­δεύ­ει, αλλά με επί­κε­ντρο τη συσ­σώ­ρευ­ση κοι­νο­βου­λευ­τι­κής και συν­δι­κα­λι­στι­κής δύ­να­μης που πα­ρου­σί­α­ζε το SPD και οδη­γού­σε στην ενί­σχυ­ση των με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κών αντι­λή­ψε­ων στο εσω­τε­ρι­κό του. Αυτή η δύ­να­μη που υπο­μο­νε­τι­κά συ­γκε­ντρω­νό­ταν χρόνο με το χρόνο, κα­τέρ­ρευ­σε σαν πύρ­γος από τρα­που­λό­χαρ­τα το 1914, μπρο­στά στο ξέ­σπα­σμα του Α΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου.

Αυτή τη «νύχτα», που είχε προ­σω­ρι­νά φω­τί­σει σαν αστρα­πή το 1905, ήρθε να δια­λύ­σει το 1917, εξα­πο­λύ­ο­ντας το πιο κο­ρυ­φαίο διε­θνές επα­να­στα­τι­κό «κύμα» που έχει μέχρι σή­με­ρα γνω­ρί­σει η αν­θρω­πό­τη­τα.

Αυτό το επα­να­στα­τι­κό κύμα έχει κα­τα­συ­κο­φα­ντη­θεί όσο τί­πο­τε άλλο μέσα από τη συν­δυα­σμέ­νη προ­σπά­θεια των κα­πι­τα­λι­στών, αλλά και από τα πε­πραγ­μέ­να των επι­γό­νων της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης.

Οι ιδε­ο­λο­γι­κοί μη­χα­νι­σμοί των κα­πι­τα­λι­στών χα­ρα­κτη­ρί­ζουν το 1917 ως ένα «μπολ­σε­βί­κι­κο πρα­ξι­κό­πη­μα», ενώ η στα­λι­νι­κή πα­ρά­δο­ση πα­ρου­σιά­ζει την επα­νά­στα­ση να ξε­πη­δά πα­νέ­τοι­μη και πά­νο­πλη από το κε­φά­λι ενός ηγέτη, του Λένιν, και τις γραμ­μές της Κε­ντρι­κής Επι­τρο­πής των Μπολ­σε­βί­κων.

Επα­νά­στα­ση

Αυτή η ει­κό­να δεν έχει σχέση με την ιστο­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τα Ερ­γα­τι­κά Συμ­βού­λια, τα Σο­βιέτ, υπήρ­ξαν ο κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γο­ντας της επα­νά­στα­σης, του­λά­χι­στον κατά τον «Χρόνο Ένα». Το 1917 είναι η χρο­νι­κή στιγ­μή όπου έρ­χε­ται πιο κοντά από ποτέ στην υλο­ποί­η­σή του ο θε­με­λιώ­δης ισχυ­ρι­σμός των Μαρξ-Έν­γκελς ότι «η απε­λευ­θέ­ρω­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης είναι έργο της ίδιας της ερ­γα­τι­κής τάξης».

Η επα­νά­στα­ση του Οκτώ­βρη εγκα­τέ­στη­σε ένα κα­θε­στώς αυ­θε­ντι­κής ερ­γα­τι­κής εξου­σί­ας. Τα Σο­βιέτ ανα­δεί­χθη­καν ως βα­σι­κός θε­σμός μέσω του οποί­ου η ερ­γα­τι­κή τάξη και οι σύμ­μα­χοί της γκρέ­μι­σαν το παλιό κα­θε­στώς και το υπαρ­κτό κρά­τος που το υπη­ρε­τού­σε. Ανα­δεί­χθη­καν ως κυ­ρί­αρ­χη κοι­νω­νι­κή δύ­να­μη και έβα­λαν μπρο­στά τη δια­δι­κα­σία βα­θιών με­τα­σχη­μα­τι­σμών στην κα­τεύ­θυν­ση της σο­σια­λι­στι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης των μαζών που ζού­σαν από τη δου­λειά τους. Στη γλώσ­σα της επο­χής αυτό το νέο κα­θε­στώς ονο­μα­ζό­ταν «δι­κτα­το­ρία του προ­λε­τα­ριά­του», ένας όρος που, αν και έχει δυ­σφη­μι­στεί αρ­κε­τά, ήθελε να το­νί­σει τον επα­να­στα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα της προ­σπά­θειας, υπο­γραμ­μί­ζο­ντας το στοι­χείο του κα­τα­να­γκα­σμού σε βάρος των μέχρι χθες κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων.

Όμως ταυ­τό­χρο­να, το 1917 υπήρ­ξε η κο­ρυ­φαία στην ιστο­ρία στιγ­μή πραγ­μα­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, εφαρ­μο­σμέ­νης δη­μο­κρα­τί­ας, για το σύ­νο­λο των αν­θρώ­πων που ζουν από την ερ­γα­σία τους.

Το διά­ταγ­μα των Σο­βιέτ για τη γη κα­τάρ­γη­σε την ιδιο­κτη­σία των αρι­στο­κρα­τών και μοί­ρα­σε τα κτή­μα­τά τους στους αγρό­τες. Στο έδα­φος της Τσα­ρι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, αυτής της με­γά­λης φυ­λα­κής των λαών, ανα­γνω­ρί­στη­κε το δι­καί­ω­μα των εθνών στην αυ­το­διά­θε­ση, μέχρι και του ελεύ­θε­ρου απο­χω­ρι­σμού τους. Κα­το­χυ­ρώ­θη­κε αμέ­σως η πλή­ρης ανε­ξι­θρη­σκεία, το δι­καί­ω­μα να πι­στεύ­ει κα­νείς ελεύ­θε­ρα σε οποιον­δή­πο­τε, ή σε κα­νέ­να, Θεό.

Η σο­βιε­τι­κή εξου­σία θε­ώ­ρη­σε πρώ­τι­στο κα­θή­κον την εξα­σφά­λι­ση της ισό­τη­τας στο εσω­τε­ρι­κό των κα­τα­πιε­σμέ­νων λαϊ­κών μαζών. Στις γυ­ναί­κες ανα­γνω­ρί­στη­κε αμέ­σως το δι­καί­ω­μα στο δια­ζύ­γιο και μόνο με την αί­τη­σή τους, οι εκτρώ­σεις νο­μι­μο­ποι­ή­θη­καν ως δι­καί­ω­μα επι­λο­γής, οι νόμοι που ποι­νι­κο­ποιού­σαν την ομο­φυ­λό­φι­λη σε­ξουα­λι­κό­τη­τα κα­ταρ­γή­θη­καν για πρώτη φορά στη σύγ­χρο­νη ιστο­ρία. Το διά­ταγ­μα για τις κοι­νο­τι­κές κου­ζί­νες και τα κοι­νο­τι­κά πλυ­ντή­ρια επι­χει­ρού­σε να ενι­σχύ­σει τις υλι­κές βά­σεις για την εξά­σκη­ση της ισό­τη­τας: για να βγει η γυ­ναί­κα από τη φυ­λα­κή του νοι­κο­κυ­ριού και να προ­ω­θη­θεί η αντί­λη­ψη ότι η ανα­τρο­φή των παι­διών είναι υπό­θε­ση της κοι­νω­νί­ας και όχι της οι­κο­γέ­νειας…

Το ζή­τη­μα της ει­ρή­νης υπήρ­ξε μια κα­θο­ρι­στι­κή υπό­σχε­ση και μια κα­θο­ρι­στι­κή δο­κι­μα­σία της επα­νά­στα­σης. Τα Σο­βιέτ ψή­φι­σαν αμέ­σως την κα­τάρ­γη­ση όλων των νόμων που δια­σφά­λι­ζαν τη Μυ­στι­κή Δι­πλω­μα­τία και έθε­σαν όλες τις κρί­σι­μες απο­φά­σεις μπρο­στά στα μάτια των αγω­νι­ζό­με­νων μαζών. Η θέση του Λένιν –ότι η σο­βιε­τι­κή εξου­σία θα έπρε­πε μο­νο­με­ρώς να τερ­μα­τί­σει την πό­λε­μο, ακόμα και με κα­κούς όρους, ακόμα και με τον κίν­δυ­νο να στρα­φεί το πα­τριω­τι­κό αί­σθη­μα ενά­ντια στην επα­νά­στα­ση– επι­κρά­τη­σε. Στο Μπρεστ Λι­τόφσκ, τον Μάρτη του 1918, η επα­να­στα­τι­κή Ρωσία απο­σύρ­θη­κε από τον πό­λε­μο, χά­νο­ντας ένα με­γά­λο μέρος των εδα­φών της, το 50% των βιο­μη­χα­νι­κών υπο­δο­μών της και το 90% των αν­θρα­κω­ρυ­χεί­ων της. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστο­ρία που οι λαϊ­κές μάζες μιας χώρας κα­τόρ­θω­ναν να στα­μα­τή­σουν ένα με­γά­λο πό­λε­μο, που είχαν απο­φα­σί­σει οι αφέ­ντες τους. Λί­γους μήνες μετά, το συ­γκλο­νι­στι­κό τους πα­ρά­δειγ­μα έφερε απο­τε­λέ­σμα­τα. Η εξέ­γερ­ση των στρα­τιω­τών και των ερ­γα­τών στη Γερ­μα­νία ανέ­τρε­πε τον Κάι­ζερ και τερ­μά­τι­ζε το σφα­γείο του Α΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου.

Σε κα­τα­κτή­σεις σαν αυτές πά­τη­σε η διε­θνής και πα­ρα­τε­τα­μέ­νη αίγλη του 1917. Σε αυτές στη­ρί­ζε­ται η «δυ­να­μι­κή της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης» που είτε άμεσα, είτε δια­θλα­σμέ­να κα­θό­ρι­σε τον 20ό αιώνα.

Κί­νη­μα και Κόμμα

Είναι αλή­θεια ότι η αυ­θόρ­μη­τη κί­νη­ση των ερ­γα­τι­κών και λαϊ­κών μαζών υπήρ­ξε ο βα­σι­κός «κι­νη­τή­ρας» σε αυτό το κο­λοσ­σιαίο έργο. Όμως είναι εξί­σου αλή­θεια ότι το «κα­θα­ρό» αυ­θόρ­μη­το δεν υπάρ­χει στην ιστο­ρία. Πίσω από τις μα­ζι­κές κι­νή­σεις, πίσω ακόμα και από τις εν­στι­κτώ­δεις με­τα­κι­νή­σεις των μαζών, βρί­σκε­ται η πο­λι­τι­κή πείρα που συσ­σω­ρεύ­ει η δράση σε προη­γού­με­νες, δια­φο­ρε­τι­κές και συ­νή­θως πολύ πιο δύ­σκο­λες συν­θή­κες, που στη­ρί­ζε­ται στην ορ­γα­νω­μέ­νη δράση των επα­να­στα­τών. Και όχι τυ­χαία, στην προ­ε­πα­να­στα­τι­κή πε­ρί­ο­δο αυτός ο πα­ρά­γο­ντας, η δράση των επα­να­στα­τών, έφτα­σε στη Ρωσία σε κο­ρυ­φαίο επί­πε­δο.

Κάτω από τα χτυ­πή­μα­τα της άκαμ­πτης κα­τα­σταλ­τι­κής πο­λι­τι­κής του τσα­ρι­σμού, όλα τα «ρεύ­μα­τα» υπο­χρε­ώ­θη­καν να με­τα­το­πι­στούν στο ρι­ζο­σπα­στι­κό άκρο των ιδεών, της δρά­σης και της ορ­γα­νω­τι­κό­τη­τάς τους. Οι Αρι­στε­ροί Εσέ­ροι, η Αρι­στε­ρά των Μεν­σε­βί­κων και κυ­ρί­ως οι Μπολ­σε­βί­κοι ήταν το «απο­τέ­λε­σμα» μιας σκλη­ρής ορ­γα­νω­μέ­νη πάλης που, μέσα σε 20 πε­ρί­που χρό­νια, πέ­ρα­σε από τα «σχο­λεία» των φυ­λα­κών και των εξο­ριών και από το «πα­νε­πι­στή­μιο» δύο μα­ζι­κών επα­να­στά­σε­ων και ενός πα­γκο­σμί­ου πο­λέ­μου.

Απ’ αυτά τα υλικά φτιά­χτη­κε η «δρα­κο­γε­νιά» (προ­φα­νώς με την ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κή έν­νοια…) που το 1917 υπήρ­ξε η ρα­χο­κο­κα­λιά του μα­ζι­κού ρεύ­μα­τος «Όλη η εξου­σία στα Σο­βιέτ!». Ο Τρό­τσκι, που έζησε όλα τα προ­ε­πα­να­στα­τι­κά χρό­νια έξω από τις γραμ­μές των Μπολ­σε­βί­κων, γρά­φει με ευ­θύ­τη­τα ότι πι­θα­νόν η επα­νά­στα­ση του 1917 θα μπο­ρού­σε να έχει γίνει ακόμα και αν δεν υπήρ­χαν οι Μπολ­σε­βί­κοι, αλλά είναι εξαι­ρε­τι­κά απί­θα­νο ότι θα μπο­ρού­σε να νι­κή­σει, αν δεν υπήρ­χαν οι Μπολ­σε­βί­κοι.

Ο μαρ­ξι­στής ιστο­ρι­κός Λαρς Τ. Λιχ που, έχο­ντας το προ­νό­μιο της γνώ­σης της ρω­σι­κής γλώσ­σας, έχει ει­δι­κευ­τεί στη με­λέ­τη της ιστο­ρί­ας των Μπολ­σε­βί­κι­κων ορ­γα­νώ­σε­ων στο εσω­τε­ρι­κό της προ­ε­πα­να­στα­τι­κής Ρω­σί­ας, έχει πα­ρου­σιά­σει μια «βιο­γρα­φία» του συν­θή­μα­τος «Όλη η εξου­σία στα Σο­βιέτ!». Δια­χω­ρί­ζο­ντας τρία συ­στα­τι­κά του, ισχυ­ρί­ζε­ται ότι: α) Τα «Σο­βιέτ» υπήρ­ξαν «παιδί» του 1905. β) Η συμ­με­το­χή των Σο­βιέτ στην «Εξου­σία» υπήρ­ξε επί­τευγ­μα του Φλε­βά­ρη του 1917. γ) Η ιστο­ρι­κή συμ­βο­λή των Μπολ­σε­βί­κων συ­νί­στα­ται μόνο (μόνο!) στο ότι ένω­σαν τα πα­ρα­πά­νω συ­στα­τι­κά με το «Όλη», απο­δει­κνύ­ο­ντας πει­στι­κά ότι τα «Σο­βιέτ» από τη φύση τους δεν μπο­ρού­σαν να μοι­ρα­στούν την «Εξου­σία» με καμιά άλλη δύ­να­μη και ότι αν απέ­φευ­γαν να κα­τα­λά­βουν «όλη» την εξου­σία, θα συ­ντρί­βο­νταν ανα­πό­φευ­κτα από μια βίαιη και αι­μα­τη­ρή αντε­πα­νά­στα­ση.

Πόσο εύ­κο­λη ακού­γε­ται στα λόγια η δια­τύ­πω­ση αυτού του συ­γκλο­νι­στι­κού διλ­λή­μα­τος που ξε­κα­θα­ρί­ζει την επα­να­στα­τι­κή στρα­τη­γι­κή της γε­νιάς του 1917! Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οι Μπολ­σε­βί­κοι μπό­ρε­σαν να αντα­πο­κρι­θούν σε αυτόν τον ιστο­ρι­κό ρόλο μόνο επει­δή στα προη­γού­με­να χρό­νια αντι­με­τώ­πι­σαν με επι­τυ­χία μι­κρό­τε­ρες προ­κλή­σεις, μέσα από τις οποί­ες εμπέ­δω­σαν το βα­σι­κό γνώ­ρι­σμά τους: τη στρα­τη­γι­κή ακαμ­ψία και την προ­σή­λω­ση στη σο­σια­λι­στι­κή απε­λευ­θέ­ρω­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης, σε συν­δυα­σμό με την τα­κτι­κή ευ­ε­λι­ξία, τη σύν­δε­σή τους με το συ­γκε­κρι­μέ­νο επί­πε­δο του αγώνα σε κάθε φάση του. Ήταν το απο­τέ­λε­σμα που έφε­ραν: Ο έγκαι­ρος ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κός δια­χω­ρι­σμός τους από τους Μεν­σε­βί­κους με­ταρ­ρυθ­μι­στές αρ­χι­κά από το 1903. Η απόρ­ρι­ψη του σε­χτα­ρι­σμού και η απο­φυ­γή μιας ορι­στι­κής διά­σπα­σης του κόμ­μα­τος με τις επα­νε­νώ­σεις (με τους Μεν­σε­βί­κους), τις νέες ρή­ξεις, τις μι­σο-ενώ­σεις κ.ο.κ. μέχρι –του­λά­χι­στον– το 1912 (ή κατά άλ­λους μέχρι και μετά το 1917…). Το άνοιγ­μα των γραμ­μών του κόμ­μα­τος για να ταυ­τι­στεί με την πλα­τιά ερ­γα­τι­κή πρω­το­πο­ρία, που πα­ρή­γα­γε το 1905. Το «κλεί­σι­μο» του κόμ­μα­τος ξανά, για να αντι­με­τω­πι­στεί η με­τέ­πει­τα εποχή της βάρ­βα­ρης κα­τα­στο­λής. Η αξιο­ποί­η­ση ακόμα της πα­ρα­μι­κρής δυ­να­τό­τη­τας «νό­μι­μης» δρά­σης (εκλο­γές υπό τον Τσάρο…) σε συν­δυα­σμό με τη δια­τή­ρη­ση της ορ­γα­νω­τι­κής δυ­να­τό­τη­τας για πα­ρά­νο­μη δράση. Ο επα­να­προ­σα­να­το­λι­σμός του κόμ­μα­τος μετά τον Φλε­βά­ρη, με τη στρο­φή από τη «δη­μο­κρα­τι­κή δι­κτα­το­ρία του προ­λε­τα­ριά­του και της αγρο­τιάς» στις «Θέ­σεις του Απρί­λη». Η τα­κτι­κή του Ενιαί­ου Με­τώ­που με­τα­ξύ Φλε­βά­ρη και Οκτώ­βρη. Η απο­φα­σι­στι­κή προ­σπά­θεια να κρα­τη­θούν μέσα στην επα­να­στα­τι­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση οι Αρι­στε­ροί Εσέ­ροι και η Αρι­στε­ρά των Μεν­σε­βί­κων μετά τον Οκτώ­βρη κ.ο.κ.

Αυτή η θυ­ελ­λώ­δης δια­δρο­μή έχει τυ­πο­ποι­η­θεί από τους στα­λι­νι­κούς επι­γό­νους σε μια υπο­τι­θέ­με­νη «αντί­λη­ψη του Λένιν για το κόμμα» που γα­λού­χη­σε γε­νιές και γε­νιές κο­μου­νι­στών διε­θνώς. Μια πα­πα­γα­λία κά­ποιων ση­μεί­ων του «Τι να κά­νου­με», απο­σπα­σμέ­νων από το ιστο­ρι­κό υπό­βα­θρο του 1903, κλη­ρο­δο­τεί έναν Λένιν πολύ πιο κοντά σε έναν Για­κω­βί­νο συ­νω­μό­τη, παρά τον σο­σια­λι­στή επα­να­στά­τη του κο­ρυ­φαί­ου ερ­γα­τι­κού ξε­ση­κω­μού στην ιστο­ρία. Έναν Λένιν που επι­χει­ρεί, τάχα, να φέρει την επα­να­στα­τι­κή συ­νεί­δη­ση στην ερ­γα­τι­κή τάξη «απ’ έξω» και μά­λι­στα μέσω της αστι­κής ή μι­κρο­α­στι­κής ιντε­λι­γκέν­τσιας. Που προ­τι­μά εκ πε­ποι­θή­σε­ως τη συ­νω­μο­τι­κή δράση σε βάρος του ανοι­χτού πο­λι­τι­κού αγώνα. Που, κατά συ­νέ­πεια, έχει ροπή προς τον συ­γκε­ντρω­τι­σμό, τον ελι­τι­σμό και την υπο­κα­τά­στα­ση των μαζών. Που βρί­σκε­ται σε αντί­θε­ση αρχών με τη Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ και τους άλ­λους επα­να­στά­τες της επο­χής του και όχι σε δια­φο­ρά τα­κτι­κών επι­λο­γών μέσα στο πραγ­μα­τι­κό πεδίο δρά­σης του κα­θε­νός από αυ­τούς…

Αυτός ο Λένιν, ο Λένιν που πε­ριέ­γρα­φαν τα Κο­μου­νι­στι­κά Κόμ­μα­τα από τη δε­κα­ε­τία του 1930 και μετά, δεν έχει καμία σχέση με τον Λένιν του 1905, με τον Λένιν του Απρί­λη, με τον Λένιν του Οκτώ­βρη, με τον Λένιν του «Κρά­τος και Επα­νά­στα­ση»… (για πε­ρισ­σό­τε­ρα, βλ. στο «Ο μύθος του ελι­τι­σμού του Λένιν» στις σε­λί­δες που ακο­λου­θούν).

Αντι­κα­πι­τα­λι­σμός και Διε­θνι­σμός

Μια άλλη πλευ­ρά της στα­λι­νι­κής τυ­πο­ποί­η­σης της πα­ρά­δο­σης του 1917 αφορά, κυ­ρί­ως, στην επα­να­στα­τι­κή στρα­τη­γι­κή. Ο χα­ρα­κτή­ρας της επα­νά­στα­σης, λέει, υπα­γο­ρεύ­ε­ται άκαμ­πτα από το επί­πε­δο ανά­πτυ­ξης των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων, που με τη σειρά τους κα­θο­ρί­ζουν το εφι­κτό ή ανέ­φι­κτο επί­πε­δο των πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων. Έτσι, η σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση «αρ­μό­ζει» μόνο στις κα­πι­τα­λι­στι­κά ανα­πτυγ­μέ­νες χώρες, στις κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες χώρες οφεί­λει να προη­γη­θεί το «στά­διο» μιας αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κής επα­νά­στα­σης, που θα δια­σφα­λί­σει πρώτα την «ανά­πτυ­ξη», ενώ στις αποι­κί­ες θα όφει­λε να γίνει μια αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση με στόχο την εγκα­θί­δρυ­ση της εθνι­κής ανε­ξαρ­τη­σί­ας, που θα ανοί­γει μια «εποχή» ομα­λής οι­κο­νο­μι­κής και πο­λι­τι­κής ζωής, μέσα στην οποία θα δη­μιουρ­γού­νταν στα­δια­κά οι δυ­να­τό­τη­τες για ένα «πέ­ρα­σμα» στον σο­σια­λι­σμό.

Από πολ­λούς, μά­λι­στα, γί­νε­ται η προ­σπά­θεια να προ­βλη­θεί προς τα πίσω αυτή η «τυ­πο­ποί­η­ση» που προ­έ­κυ­ψε στα μέσα της δε­κα­ε­τί­ας του ’30, να πα­ρου­σια­στεί ως η κυ­ρί­αρ­χη εκ­δο­χή μαρ­ξι­σμού στη Β΄Διε­θνή, κατά την πριν το 1914 πε­ρί­ο­δο (ο «οι­κο­νο­μι­σμός» της Β΄ Διε­θνούς, που με­τα­λα­μπα­δεύ­τη­κε τάχα στην Κο­μι­ντέρν…). Σή­με­ρα που το πλή­θος των αρ­χεί­ων είναι δια­θέ­σι­μο, γνω­ρί­ζου­με ότι δεν ήταν ακρι­βώς έτσι: το βι­βλίο των Ρί­τσαρντ Ντέι και Ντά­νιελ Γκάι­ντο, «Witnesses on Permanent Revolution», πα­ρου­σιά­ζει την προ του 1905 συ­ζή­τη­ση με­τα­ξύ των Καρλ Κά­ου­τσκι, Χίλ­φερ­ντινγκ, Ρ. Λού­ξε­μπουργκ, Φ. Μέ­ρινγκ, Πάρ­βους, Πά­νε­κουκ, Πλε­χά­νοφ, Τρό­τσκι κ.ά, όπου απο­δει­κνύ­ε­ται ότι η ιδέα της ανα­τρο­πής του τσά­ρου από μια σο­σια­λι­στι­κή και όχι από μια αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κή επα­νά­στα­ση δεν ήταν ξένη, του­λά­χι­στον σε ένα στρώ­μα ηγε­τι­κών στε­λε­χών της Β΄Διε­θνούς στην προ του 1914 πε­ρί­ο­δό της. (Το βι­βλίο των Ρ.Ντέι και Ντ.Γκάι­ντο πρό­κει­ται να εκ­δο­θεί από τις εκ­δό­σεις Red Marks, στο πλαί­σιο του εκ­δο­τι­κού προ­γράμ­μα­τός μας για το 1917).

Παρ’ όλα αυτά η ιδέα αυτή ήταν μειο­ψη­φι­κή. Ήταν κυ­ρί­ως μια υπό­θε­ση ερ­γα­σί­ας στις συ­ζη­τή­σεις με­τα­ξύ των ηγε­τι­κών στε­λε­χών του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος στην Ευ­ρώ­πη. Η «τομή» στη συ­ζή­τη­ση αυτή προ­έ­κυ­ψε από την επε­ξερ­γα­σία της εμπει­ρί­ας του 1905. Η εμ­φά­νι­ση των Σο­βιέτ στην κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη και οπι­σθο­δρο­μι­κή Ρωσία ήταν ένα συ­γκλο­νι­στι­κό γε­γο­νός. Ο Τρό­τσκι, αξιο­ποιώ­ντας τις προ­ερ­γα­σί­ες του Πάρ­βους, δια­τυ­πώ­νει τότε τη θε­ω­ρία της Διαρ­κούς Επα­νά­στα­σης.

Στη βάση της εμπει­ρί­ας του Φλε­βά­ρη, ο Λένιν τρο­πο­ποί­η­σε τις προη­γού­με­νες επε­ξερ­γα­σί­ες των Μπολ­σε­βί­κων και με τις «Θέ­σεις του Απρί­λη» υιο­θέ­τη­σε τον στόχο της με­τα­τρο­πής της επα­νά­στα­σης σε σο­σια­λι­στι­κή, απο­δε­χό­με­νος το θε­ω­ρη­τι­κό σχήμα της Διαρ­κούς Επα­νά­στα­σης. Αυτή είναι η βάση (μαζί με την απα­ραί­τη­τη αυ­το­κρι­τι­κή εκ μέ­ρους του Τρό­τσκι για τις προη­γού­με­νες ορ­γα­νω­τι­κές επι­λο­γές του) για την προ­σχώ­ρη­ση του Τρό­τσκι στους Μπολ­σε­βί­κους, όπου γί­νε­ται δε­κτός άμεσα σε ηγε­τι­κό επί­πε­δο, ενώ του ανα­τί­θε­νται στη συ­νέ­χεια απο­λύ­τως κρί­σι­μα κα­θή­κο­ντα.

Όμως θα ήταν απο­λύ­τως λάθος να επι­χει­ρή­σει κα­νείς να κα­τα­νο­ή­σει αυτές τις με­τα­στρο­φές, πε­ριο­ρι­ζό­με­νος στις με­τα­κι­νή­σεις της σκέ­ψης και των από­ψε­ων των κο­ρυ­φαί­ων στε­λε­χών. Που ζώ­ντας, ανα­γκα­στι­κά, είτε στην εμι­γκρά­τσια είτε στις φυ­λα­κές και στις εξο­ρί­ες του τσά­ρου, είχαν πε­ριο­ρι­σμέ­νες δυ­να­τό­τη­τες να επη­ρε­ά­ζουν εκ του συ­στά­δην τις υπαρ­κτές ορ­γα­νώ­σεις, τα ζω­ντα­νά δί­κτυα των επα­να­στα­τών που δρού­σαν μέσα στη Ρωσία. Η νε­ό­τε­ρη γενιά των μαρ­ξι­στών ιστο­ρι­κών, που επι­χει­ρεί να «δια­βά­σει» ξανά «σε βάθος» την ιστο­ρία της Ρώ­σι­κης Επα­νά­στα­σης, κα­τα­λή­γει να υπο­γραμ­μί­ζει τη με­γά­λη ση­μα­σία των ορ­γα­νώ­σε­ων στο εσω­τε­ρι­κό της Ρω­σί­ας. Κυ­ρί­ως οι Μπολ­σε­βί­κοι, αλλά σε με­γά­λο βαθμό οι αρι­στε­ροί Μεν­σε­βί­κοι του Μαρ­τόφ, ακόμα και οι αρι­στε­ροί Εσέ­ροι, είχαν μπο­λια­στεί με την πε­ποί­θη­ση ότι όφει­λαν να προ­χω­ρή­σουν στην επα­να­στα­τι­κή ανα­τρο­πή του τσα­ρι­κού κα­θε­στώ­τος, παρά την άρ­νη­ση των δυ­νά­με­ων του αστι­σμού να συμ­με­τά­σχουν σε αυτό το κα­θή­κον και –όλο και συ­χνό­τε­ρα μετά το 1905– κυ­ρί­ως οι Μπολ­σε­βί­κοι σε ανει­ρή­νευ­τη σύ­γκρου­ση μαζί τους.

Αυτή η σύν­θε­τη προ­ερ­γα­σία είναι η μόνη βάση που μπο­ρεί να ερ­μη­νεύ­σει το φαι­νό­με­νο της γρή­γο­ρης, ενιαί­ας και χωρίς κρί­σεις με­τα­στρο­φής όλου του κόμ­μα­τος των Μπολ­σε­βί­κων κατά τη «στιγ­μή» όπου ο Λένιν με τις «Θέ­σεις του Απρί­λη» προ­τεί­νει την κα­τά­λη­ψη «όλης» της εξου­σί­ας από τα Σο­βιέτ. Είναι η μόνη βάση που μπο­ρεί να ερ­μη­νεύ­σει τη δυ­να­τό­τη­τα των Μπολ­σε­βί­κων να παί­ξουν ηγε­μο­νι­κό ρόλο, κα­θο­δη­γώ­ντας ένα ολό­κλη­ρο κί­νη­μα προς την πρώτη νι­κη­φό­ρα σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση.

Όμως αυτή η αντί­λη­ψη δεν είχε τί­πο­τα κοινό με μια τσαρ­λα­τά­νι­κη «υπερ-αι­σιο­δο­ξία», ένα βο­λο­ντα­ρι­σμό απο­σπα­σμέ­νο από τις ιστο­ρι­κές δυ­να­τό­τη­τες. Το στοι­χείο που με­τα­τρέ­πει σε ρε­α­λι­στι­κό τον σκλη­ρό αντι­κα­πι­τα­λι­σμό των Ρώσων επα­να­στα­τών ήταν ο διε­θνι­σμός.

Εί­δα­με ήδη το πα­ρά­δειγ­μα του Μπρεστ Λι­τόφσκ. Όπου απο­δεί­χθη­κε ότι η τρα­γω­δία του Α΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου δεν είχε υπο­νο­μεύ­σει κα­θο­ρι­στι­κά μόνο τον Τσάρο στη Ρωσία, αλλά και τον Κάι­ζερ στη Γερ­μα­νία. Μετά τη νίκη της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης, απο­δεί­χθη­κε στην πράξη ότι το «κύμα» του 1917 ήταν διε­θνές. Η Γερ­μα­νία, η Αυ­στρία, η Ουγ­γα­ρία, η Ιτα­λία, μπή­καν σε πα­ρα­τε­τα­μέ­νη πε­ρί­ο­δο προ­ε­πα­να­στα­τι­κής-επα­να­στα­τι­κής κρί­σης. Στο Βέλ­γιο, στη Γαλ­λία, στα Βαλ­κά­νια κ.ο.κ. οι αγώ­νες μπή­καν σε κά­θε­τα ανο­δι­κή πο­ρεία και οι «τα­ρα­χές» έγι­ναν κα­θη­με­ρι­νό φαι­νό­με­νο. Η τσα­ρι­κή Ρωσία ήταν ο «αδύ­να­μος κρί­κος» στην ιμπε­ρια­λι­στι­κή αλυ­σί­δα, που όμως, ολο­φά­νε­ρα, έμπαι­νε σε δο­κι­μα­σία αντο­χής και σε πολλά άλλα ση­μεία.

Οι επα­να­στά­τες στη Ρωσία, προ­χω­ρώ­ντας στο σπά­σι­μο του «αδύ­να­μου κρί­κου», δεν κυ­ριαρ­χού­νταν από ου­το­πι­κό πρω­το­γο­νι­σμό. Γνώ­ρι­ζαν ότι η οι­κο­δό­μη­ση του σο­σια­λι­σμού, η δια­τή­ρη­ση μιας βαθιά δη­μο­κρα­τι­κής εξου­σί­ας των Σο­βιέτ, η δια­τή­ρη­ση στη ζωή της συμ­μα­χί­ας με­τα­ξύ των ερ­γα­τών και των φτω­χών αγρο­τών, προ­ϋ­πέ­θε­ταν ένα επί­πε­δο υλι­κών πόρων που δεν υπήρ­χε στην κα­τα­στραμ­μέ­νη από τον Α΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, αλλά έτσι κι αλ­λιώς κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη, τσα­ρι­κή Ρωσία. Υπο­λό­γι­ζαν ότι το πρό­βλη­μα αυτό θα μπο­ρού­σε να λυθεί με την επέ­κτα­ση της επα­νά­στα­σης στην Ευ­ρώ­πη, με τη συ­νερ­γα­σία της νε­α­ρής σο­βιε­τι­κής εξου­σί­ας με το νέο κα­θε­στώς που θα προ­έ­κυ­πτε από τη νίκη της επα­νά­στα­σης στη Γερ­μα­νία.

Ο υπο­λο­γι­σμός αυτός απο­δεί­χθη­κε ότι δεν ήταν ου­το­πι­κός. Η επα­νά­στα­ση επε­κτά­θη­κε στη Γερ­μα­νία και σε άλλες πε­ριο­χές στην Ευ­ρώ­πη. Αλλά, τε­λι­κά, ητ­τή­θη­κε. Αυτή η κα­τά­λη­ξη ήταν κα­θο­ρι­στι­κή για τις με­τέ­πει­τα εξε­λί­ξεις στην Ευ­ρώ­πη, αλλά, επί­σης, και για τη μοίρα της Επα­νά­στα­σης στη Ρωσία.

Η πο­λιορ­κη­μέ­νη επα­νά­στα­ση που ητ­τή­θη­κε

Η σχε­τι­κή στα­θε­ρο­ποί­η­ση του κα­πι­τα­λι­σμού στην Ευ­ρώ­πη έδωσε την ευ­και­ρία για την ιμπε­ρια­λι­στι­κή ει­σβο­λή των στρα­τών 14 χωρών στη σο­βιε­τι­κή Ρωσία. Με τη βο­ή­θεια των δυ­τι­κών Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων, οι εσω­τε­ρι­κές δυ­νά­μεις του πα­λιού κα­θε­στώ­τος, οι στρα­τιές των Λευ­κών, ανα­συ­ντά­χθη­καν και ακο­λού­θη­σε ο τρο­με­ρός τριε­τής Εμ­φύ­λιος Πό­λε­μος.

Όλες οι δυ­νά­μεις της Επα­νά­στα­σης υπο­τά­χθη­καν υπο­χρε­ω­τι­κά στο κα­θή­κον της στρα­τιω­τι­κής νίκης στον Εμ­φύ­λιο. Δεν υπήρ­χε καμιά ει­ρη­νι­κή ή δη­μο­κρα­τι­κή εναλ­λα­κτι­κή. Ο Τρό­τσκι γρά­φει ότι η ήττα του Κόκ­κι­νου Στρα­τού θα είχε ως απο­τέ­λε­σμα ένα λου­τρό αί­μα­τος. Η αν­θρω­πό­τη­τα θα γνώ­ρι­ζε το να­ζι­σμό ή το φα­σι­σμό με ρω­σι­κό όνομα αντί του γερ­μα­νι­κού ή του ιτα­λι­κού.

Η νίκη των επα­να­στα­τών επι­τεύ­χθη­κε, αλλά με τρο­με­ρό αντί­τι­μο. Όχι μόνο στους υλι­κούς πό­ρους και στις υπο­δο­μές, αλλά επί­σης στη ζω­ντα­νή δύ­να­μη που ήταν στο κέ­ντρο του 1917, στην ερ­γα­τι­κή τάξη. Που μειώ­θη­κε πε­ρί­που κατά 50% –μέσα σε 3 χρό­νια– είτε λόγω των απω­λειών στα μέ­τω­πα, είτε λόγω της μα­ζι­κής εγκα­τά­λει­ψης των πό­λε­ων και της ανα­γκα­στι­κής επι­στρο­φής στην ύπαι­θρο…

Αυτά συ­νι­στούν την υλική βάση για την υπο­χώ­ρη­ση της σο­βιε­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας. Ο Λένιν στην τε­λευ­ταία πε­ρί­ο­δο πριν τον θά­να­τό του (βλ. το πο­λύ­τι­μο βι­βλίο του Μοσέ Λεβίν: «Η τε­λευ­ταία μάχη του Λένιν») πε­ρι­γρά­φει την ΕΣΣΔ ως ένα «ερ­γα­τι­κό κρά­τος, αλλά με γρα­φειο­κρα­τι­κές πα­ρα­μορ­φώ­σεις». Τα Σο­βιέτ δεν λει­τουρ­γούν πλέον και ο ερ­γα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας του κρά­τους στη­ρί­ζε­ται όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο στο γε­γο­νός ότι στην κο­ρυ­φή του κρά­τους εξα­κο­λου­θεί να βρί­σκε­ται το κόμμα –οι Μπολ­σε­βί­κοι– που πα­ρα­μέ­νει πιστό στις πα­ρα­κα­τα­θή­κες του Οκτώ­βρη. Όμως ακόμα και αυτό το τε­λευ­ταίο «οχυρό» έχει αρ­χί­σει να υπο­σκά­πτε­ται. Αφε­νός οι σχέ­σεις του με τα άλλα σύμ­μα­χα κόμ­μα­τα της επο­χής του Οκτώ­βρη –τους Εσέ­ρους και τους αρι­στε­ρούς Μεν­σε­βί­κους– έχουν ρα­γδαία επι­δει­νω­θεί. Αφε­τέ­ρου, η «γρα­φειο­κρα­τι­κο­ποί­η­ση» του κρά­τους αντα­να­κλά­ται στα­δια­κά όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο στο εσω­τε­ρι­κό του μπολ­σε­βί­κι­κου κόμ­μα­τος.

Σε όλη αυτή την αντί­στρο­φα «με­τα­βα­τι­κή» πε­ρί­ο­δο, όλα τα ση­μα­ντι­κά στε­λέ­χη της μπολ­σε­βί­κι­κης ηγε­σί­ας υπο­στη­ρί­ζουν μεν τα ανα­γκαία οι­κο­νο­μι­κά και πο­λι­τι­κά μέτρα για την επι­βί­ω­ση του «ερ­γα­τι­κού κρά­τους», αλλά σπεύ­δουν να τα χα­ρα­κτη­ρί­σουν ως ανα­γκα­στι­κές υπο­χω­ρή­σεις, σε πλήρη αντί­θε­ση με την άποψή τους για το πώς θα μπο­ρού­σε –γε­νι­κά και δια­χρο­νι­κά– να ορ­γα­νώ­νε­ται μια σο­σια­λι­στι­κή δη­μο­κρα­τία. Προ­σπα­θούν να κρα­τή­σουν το κε­φά­λι έξω από το νερό, πε­ρι­μέ­νο­ντας αγω­νιω­δώς την ενί­σχυ­σή τους απέξω. Σε αυτό το διά­στη­μα πλη­θαί­νουν με­τα­ξύ των Μπολ­σε­βί­κων ηγε­τών οι δια­τυ­πώ­σεις, όπως του Λένιν: «χωρίς την επα­νά­στα­ση στη Γερ­μα­νία, εί­μα­στε προ­ο­ρι­σμέ­νοι να χα­θού­με…».

Αυτή η υπο­γράμ­μι­ση έχει ση­μα­σία και η ποιό­τη­τα αυτών των ηγε­τι­κών στε­λε­χών, η ταύ­τι­σή τους με την ερ­γα­τι­κή τάξη, επι­βε­βαιώ­θη­κε με τη μοίρα τους στα χρό­νια που ακο­λού­θη­σαν. Όμως σή­με­ρα, σε τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες και έναν αιώνα μετά, δεν έχου­με κα­νέ­να λόγο για να ανά­γου­με σε επα­να­στα­τι­κή αρετή είτε τα λάθη που γί­νη­καν σε αυτήν την πε­ρί­ο­δο, είτε ακόμα και τις «ανα­γκα­στι­κές υπο­χω­ρή­σεις».

Στα 100 χρό­νια από τον Οκτώ­βρη επι­λέ­ξα­με να εκ­δώ­σου­με το βι­βλίο του Βι­κτόρ Σερζ «Το έτος ένα της Ρω­σι­κής Επα­νά­στα­σης». Η αξία του βι­βλί­ου του Σερζ είναι ότι υπο­γραμ­μί­ζει το ρόλο των Σο­βιέτ ως κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη στην Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση. Όμως, επί­σης, δεν δι­στά­ζει –παρά την ανά­λυ­ση του δυ­σμε­νούς πλαι­σί­ου και της σκλη­ρό­τη­τας του συ­σχε­τι­σμού των δυ­νά­με­ων που έκανε κά­ποιες πι­κρές επι­λο­γές ανα­γκαί­ες– να «δεί­ξει» την Κρο­στάν­δη, την ίδρυ­ση της ΤσεΚά, τη στα­δια­κή απα­γό­ρευ­ση των άλλων ερ­γα­τι­κών κομ­μά­των, την κα­τάρ­γη­ση των τά­σε­ων μέσα στον μπολ­σε­βι­κι­σμό κ.ο.κ. ως «πλη­γές» που από μόνες τους γί­νο­νταν επι­κίν­δυ­νες.

Με την από­στα­ση των 100 χρό­νων από τα γε­γο­νό­τα, μπο­ρού­με να πούμε ότι οφεί­λου­με πλέον να κά­νου­με κα­θα­ρά τη διά­κρι­ση ανά­με­σα στις από­ψεις για τον σο­σια­λι­σμό ως ερ­γα­τι­κή δη­μο­κρα­τι­κή εξου­σία και την ανα­πα­ρα­γω­γή αντι­λή­ψε­ων που ξε­κι­νά­νε από τα πα­ρα­δείγ­μα­τα στην εποχή του εκ­φυ­λι­σμού της επα­νά­στα­σης και κα­τα­λή­γουν να κα­τα­νο­ούν τον σο­σια­λι­σμό ως μο­νο­κομ­μα­τι­κή εξου­σία μιας (φω­τι­σμέ­νης) ηγε­σί­ας.

Στην εποχή του θα­νά­του του Λένιν κυ­κλο­φο­ρούν με­τα­ξύ των Μπολ­σε­βί­κων ηγε­τών ιδιαί­τε­ρα απαι­σιό­δο­ξες προ­βλέ­ψεις. Υπο­γραμ­μί­ζε­ται ο κίν­δυ­νος της ανα­τρο­πής των Μπολ­σε­βί­κων είτε από μια νέα ιμπε­ρια­λι­στι­κή ει­σβο­λή, είτε από μια νέα εξέ­γερ­ση ανα­ζω­ο­γο­νη­μέ­νων Λευ­κών δυ­νά­με­ων. Δεν έγινε τί­πο­τα από τα δύο. Αντί­θε­τα, η ενί­σχυ­ση της γρα­φειο­κρα­τί­ας, υπό την ηγε­σία του Στά­λιν, έπνι­ξε το κόμμα, κα­τέ­στρε­ψε τον ομ­φά­λιο λώρο που κρα­τού­σε ζω­ντα­νή τη σύν­δε­σή του με τον Οκτώ­βρη.

Δεν είναι στό­χος του πα­ρό­ντος άρ­θρου η ανά­λυ­ση της στα­λι­νι­κής αντε­πα­νά­στα­σης, πα­ρό­λο που αυτό οφεί­λει να είναι ένα από τα κε­ντρι­κά ζη­τή­μα­τα που θα πρέ­πει να απα­ντή­σει η συ­ζή­τη­ση για τα 100 χρό­νια από τη Ρώ­σι­κη Επα­νά­στα­ση.

Η άποψή μας είναι ότι η στα­δια­κή ενί­σχυ­ση της γρα­φειο­κρα­τί­ας μέσα στη δε­κα­ε­τία του ’20, συν­δυά­ζε­ται με τη στα­δια­κή από­κτη­ση της συ­νεί­δη­σης ότι απο­τε­λεί μια ανε­ξάρ­τη­τη πλέον εκ­με­ταλ­λεύ­τρια και κα­τα­πιέ­στρια δύ­να­μη και ότι η Ρωσία από το 1928-1929 και μετά δεν μπο­ρεί παρά να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως Κρα­τι­κός Κα­πι­τα­λι­σμός. Η από­στα­ση που χώ­ρι­ζε αυτό το νέο κα­θε­στώς από την επα­νά­στα­ση του ’17 δεν θα μπο­ρού­σε να ανα­δει­χθεί παρά με εξαι­ρε­τι­κά άγριο, με πραγ­μα­τι­κά κτη­νώ­δη τρόπο. Και αυτό έγινε με τις «εκ­κα­θα­ρί­σεις» του 1930.

Οι εκτε­λε­σμέ­νοι:
«Προς τις μελ­λο­ντι­κές γε­νιές στε­λε­χών…»

Το τε­λευ­ταίο τμήμα της «κλη­ρο­νο­μιάς» του Οκτώ­βρη –αλλά όχι το μι­κρό­τε­ρο σε ση­μα­σία– είναι ότι οι «άν­θρω­ποι» του 1917 –η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των ηγε­τι­κών στε­λε­χών του μπολ­σε­βι­κι­σμού, χι­λιά­δες «εν­διά­με­σα» στε­λέ­χη του, δε­κά­δες χι­λιά­δες μέλη του κόμ­μα­τος της επο­χής του 1917-1928– δεν συμ­βι­βά­στη­καν με τον εκ­φυ­λι­σμό και τε­λι­κά με την ανα­τρο­πή της επα­να­στα­τι­κής κα­τεύ­θυν­σης του Οκτώ­βρη. Όταν έφτα­σαν μπρο­στά στην τε­λι­κή επι­λο­γή, αυτήν της έντα­ξης στη «νέα κα­τά­στα­ση», πήραν το δρόμο προς το εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα ή τον αργό (και κά­πο­τε λι­γό­τε­ρο αργό) θά­να­το στην εξο­ρία και τα στρα­τό­πε­δα στη Σι­βη­ρία.

Αυτό ίσχυ­σε στα­δια­κά για όλες τις πτέ­ρυ­γες του μπολ­σε­βί­κι­κου κόμ­μα­τος. Για την Αρι­στε­ρή Αντι­πο­λί­τευ­ση του Τρό­τσκι, για το «Κέ­ντρο» των Ζι­νό­βιεφ-Κά­με­νεφ, για τη λε­γό­με­νη «Δεξιά» υπό τον Μπου­χά­ριν. Στις δια­βό­η­τες Δίκες της Μό­σχας το στε­λε­χι­κό δυ­να­μι­κό του κόμ­μα­τος και του στρα­τού, που έδωσε τις μάχες του Εμ­φυ­λί­ου, εξο­ντώ­θη­κε με ατι­μω­τι­κές κα­τη­γο­ρί­ες.

Ας δώ­σου­με το λόγο στον Μπου­χά­ριν, στον κατά τον Λένιν «λα­μπρό­τε­ρο θε­ω­ρη­τι­κό νου» των Μπολ­σε­βί­κων και «αγα­πη­μέ­νο παιδί του κόμ­μα­τος», που την πα­ρα­μο­νή της εκτέ­λε­σης έγρα­ψε στη γυ­ναί­κα του:

«Η ζωή μου τε­λειώ­νει εδώ, σκύβω το κε­φά­λι κάτω από το τσε­κού­ρι του δή­μιου, που δεν είναι το τσε­κού­ρι του προ­λε­τα­ριά­του, που και αυτό πρέ­πει να είναι ανε­λέ­η­το, αλλά χωρίς καμιά κη­λί­δα. Αι­σθά­νο­μαι πλήρη αδυ­να­μία μπρο­στά σε αυτή την κα­τα­χθό­νια μη­χα­νή, που χρη­σι­μο­ποιώ­ντας χωρίς καμιά αμ­φι­βο­λία με­σαιω­νι­κές με­θό­δους, απέ­κτη­σε γι­γά­ντια δύ­να­μη και μπο­ρεί να κα­τα­σκευά­ζει αλυ­σι­δω­τές συ­κο­φα­ντί­ες… Εάν όχι μία, αλλά πολ­λές φορές λά­θε­ψα στην επι­λο­γή των με­θό­δων που έπρε­πε να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για την οι­κο­δό­μη­ση του σο­σια­λι­σμού, οι επερ­χό­με­νες γε­νιές ας μη με κρί­νουν αυ­στη­ρό­τε­ρα απ’ ό,τι με έκρι­νε ο Βλα­δί­μη­ρος Ίλιτς. Προ­χω­ρού­σα­με για έναν και τον αυτό σκοπό, για πρώτη φορά στην ιστο­ρία, και ο δρό­μος δεν είχε ακόμα χα­ρα­χτεί. Άλλοι και­ροί, άλλα ήθη. Τότε η «Πρά­βδα» αφιέ­ρω­νε ολό­κλη­ρες σε­λί­δες στις συ­ζη­τή­σεις: Ο κό­σμος όλος συ­ζη­τού­σε, ερ­χό­ταν σε σύ­γκρου­ση και μετά όλοι συμ­φι­λιώ­νο­νταν και προ­χω­ρού­σα­με ενω­μέ­νοι. Απευ­θύ­νο­μαι σ’ εσάς, στη μελ­λο­ντι­κή γενιά των κομ­μα­τι­κών στε­λε­χών, που θα έχετε το ιστο­ρι­κό κα­θή­κον να κά­νε­τε την αυ­το­ψία του τε­ρα­τώ­δους σύν­νε­φου των εγκλη­μά­των που εξα­πλώ­νο­νται σε αυτή την τρο­μα­κτι­κή εποχή και φου­ντώ­νει σαν φλόγα να πνί­ξει το κόμμα. Απευ­θύ­νο­μαι σε όλα τα μέλη του κόμ­μα­τος».

Κά­ποιοι απ’ αυ­τούς «ομο­λό­γη­σαν». Κάτω από τα φρι­κτά βα­σα­νι­στή­ρια, τις απει­λές εξό­ντω­σης των προ­σφι­λών τους προ­σώ­πων, αλλά και την ελ­πί­δα ότι πι­θα­νώς να κά­νουν λάθος οι ίδιοι, τη σχε­δόν με­τα­φυ­σι­κή ανα­ζή­τη­ση μιας τε­λευ­ταί­ας πι­θα­νό­τη­τας να δι­καιω­θεί το «κόμμα». Σε όσους τόλ­μη­σαν την πο­λυ­τέ­λεια να ει­ρω­νευ­τούν ή να χλευά­σουν τους εκτε­λε­σμέ­νους που προη­γού­με­να ομο­λό­γη­σαν, έδωσε την αρ­μό­ζου­σα απά­ντη­ση ο Τρό­τσκι, λίγο πριν τη δο­λο­φο­νία του στο Με­ξι­κό, γρά­φο­ντας για τους Ζι­νό­βιεφ-Κά­με­νεφ, παρά τις προη­γού­με­νες σκλη­ρές συ­γκρού­σεις με­τα­ξύ τους:

«Η αντί­στα­ση των υλι­κών με­τριέ­ται με την ενέρ­γεια των κα­τα­στρο­φι­κών δυ­νά­με­ων. Άκου­σα φι­λή­συ­χους μι­κρο­α­στούς να ανα­φω­νούν: “Αδύ­να­τον να κα­τα­λά­βει κα­νείς τον Ζι­νό­βιεφ… Πόση έλ­λει­ψη χα­ρα­κτή­ρα!”. Έχετε με­τρή­σει, απά­ντη­σα, την πίεση που δέ­χτη­καν ολό­κλη­ρα χρό­νια; Επί δέκα χρό­νια ζού­σαν μέσα στα βαριά σύν­νε­φα της πλη­ρω­μέ­νης συ­κο­φα­ντί­ας. Επί δέκα χρό­νια τα­λα­ντεύ­ο­νταν ανά­με­σα στη ζωή και στο θά­να­το. Στην αρχή με την πο­λι­τι­κή ση­μα­σία της λέξης, ύστε­ρα με την ηθική, τέλος με τη φυ­σι­κή. Θα μπο­ρού­σε να βρει κα­νείς σε όλη την ιστο­ρία πολλά πα­ρα­δείγ­μα­τα εξό­ντω­σης τόσο ρα­φι­να­ρι­σμέ­νης, τόσο συ­στη­μα­τι­κής των ικα­νο­τή­των αντί­στα­σης των νεύ­ρων, όλων των ινών της ψυχής; Από χα­ρα­κτή­ρα, ο Ζι­νό­βιεφ και ο Κά­με­νεφ, θα ’χαν να που­λή­σουν και στους άλ­λους σε καιρό ει­ρή­νης… Και οι δυο τους ήταν βαθιά και πέρα ως πέρα αφο­σιω­μέ­νοι στο σο­σια­λι­σμό…».

Αν και είναι γε­γο­νός ότι το σύ­νο­λο των «τά­σε­ων» του μπολ­σε­βι­κι­σμού της επο­χής του Οκτώ­βρη (ακόμα και οι «μι­κρό­τε­ρες» ομά­δες όπως η φρά­ξια του Δη­μο­κρα­τι­κού Συ­γκε­ντρω­τι­σμού) δια­χω­ρί­στη­καν, μέ­χρις αί­μα­τος, από το ρεύμα του στα­λι­νι­σμού, είναι επί­σης γε­γο­νός ότι ανά­με­σά τους ξε­χω­ρί­ζει η τάση που συ­σπει­ρώ­θη­κε γύρω από τον Τρό­τσκι. Ας δώ­σου­με το λόγο στον Λέ­ο­πολντ Τρέ­περ, έναν αγω­νι­στή που πήρε μέρος στον αντι­φα­σι­στι­κό αγώνα υπό τη στα­λι­νι­κή ηγε­σία, ως επι­κε­φα­λής του πα­ρά­νο­μου δι­κτύ­ου κα­τα­σκο­πί­ας στην Ευ­ρώ­πη κατά τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, του δι­κτύ­ου που έμει­νε στην ιστο­ρία ως «Κόκ­κι­νη Ορ­χή­στρα». Στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο του «Το Με­γά­λο Παι­χνί­δι», γρά­φει:

«Όλοι αυτοί που δεν αντι­στά­θη­καν στο στα­λι­νι­κό μη­χα­νι­σμό είναι υπεύ­θυ­νοι, συλ­λο­γι­κά υπεύ­θυ­νοι. Δεν απο­τε­λώ εξαί­ρε­ση σε αυτήν την ετυ­μη­γο­ρία. Αλλά ποιοι δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν εκεί­νη την εποχή; Ποιοι ύψω­σαν τη φωνή τους γι’ αυτά τα αίσχη; Οι τρο­τσκι­στές μπο­ρούν να διεκ­δι­κή­σουν αυτή την τιμή. Ακο­λου­θώ­ντας το πα­ρά­δειγ­μα του ηγέτη τους, που αντα­μεί­φθη­κε για την επι­μο­νή του με ένα δο­λο­φο­νι­κό χτύ­πη­μα από ορει­βα­τι­κή αξίνα, πο­λέ­μη­σαν τον στα­λι­νι­σμό μέ­χρις εσχά­των και ήταν οι μόνοι που το έκα­ναν. Μετά από τις με­γά­λες εκ­κα­θα­ρί­σεις, μπο­ρού­σαν να φω­νά­ζουν την ενα­ντί­ω­σή τους μόνο στις πα­γω­μέ­νες στέ­πες, όπου είχαν στα­λεί για να εξο­ντω­θούν. Στα στρα­τό­πε­δα, η συ­μπε­ρι­φο­ρά τους ήταν αξιο­θαύ­μα­στη. Αλλά οι φωνές τους χά­νο­νταν μέσα στην τούν­δρα. Σή­με­ρα, οι τρο­τσκι­στές έχουν το δι­καί­ω­μα να κα­τη­γο­ρούν αυ­τούς που κά­πο­τε ούρ­λια­ζαν μαζί με τους λύ­κους. Ας μην ξε­χνά­με όμως ότι είχαν ένα τε­ρά­στιο πλε­ο­νέ­κτη­μα σε σχέση με εμάς, ένα συ­γκρο­τη­μέ­νο πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα ικανό να αντι­κα­τα­στή­σει τον στα­λι­νι­σμό. Είχαν κάτι για να στη­ρι­χθούν μέσα στη βαθιά απο­γο­ή­τευ­σή τους, βλέ­πο­ντας να προ­δί­δε­ται η επα­νά­στα­ση. Δεν “ομο­λό­γη­σαν”, γιατί ήξε­ραν ότι οι ομο­λο­γί­ες τους δεν θα εξυ­πη­ρε­τού­σαν ούτε το κόμμα, ούτε το σο­σια­λι­σμό…» (υπο­γραμ­μί­σεις δικές μου).

Εδώ ο Τρέ­περ, με το έμπει­ρο μάτι του «ψη­μέ­νου» στη δράση αγω­νι­στή, ξε­χω­ρί­ζει δύο στοι­χεία:

α) Την «αξιο­θαύ­μα­στη» στάση μπρο­στά στον δήμιο ή μέσα στην απο­μό­νω­ση των στρα­το­πέ­δων. Αυτό το «ηθικό» στοι­χείο χα­ρα­κτη­ρί­ζει ένα ευ­ρύ­τε­ρο φάσμα των αντι­πο­λι­τευό­με­νων. Είναι ένα πο­λύ­τι­μο στοι­χείο της κλη­ρο­νο­μιάς του ’17. Με­τα­ξύ της επα­νά­στα­σης του Οκτώ­βρη και της στα­λι­νι­κής πε­ριό­δου υπάρ­χει δια­χω­ρι­σμός, υπάρ­χει «πο­τά­μι αί­μα­τος».

β) Το ζή­τη­μα της ανά­λυ­σης, το «συ­γκρο­τη­μέ­νο πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα, ικανό να αντι­κα­τα­στή­σει τον στα­λι­νι­σμό» του­λά­χι­στον στη σκέψη και στον προ­σα­να­το­λι­σμό στε­λε­χών που είχαν βρε­θεί σε θέση απο­μό­νω­σης, αυτό το «τε­ρά­στιο πλε­ο­νέ­κτη­μα» σε σχέση με αυ­τούς που υπο­τά­χθη­καν. Γιατί πέρα από το ζή­τη­μα της αξιο­θαύ­μα­στης ηθι­κής στά­σης, η με­γά­λη προ­σφο­ρά των «αντι­πο­λι­τευό­με­νων» και κυ­ρί­ως του Τρό­τσκι ήταν η συ­νέ­χεια της μαρ­ξι­στι­κής ανά­λυ­σης της συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τά­στα­σης που είχε δια­μορ­φω­θεί. Η «Προ­δο­μέ­νη Επα­νά­στα­ση» είναι η προ­δρο­μι­κή, η πο­λύ­τι­μη μαρ­ξι­στι­κή εκτί­μη­ση για τον στα­λι­νι­σμό, που κρά­τα­γε ζω­ντα­νή τη συ­νέ­χεια με τον μπολ­σε­βι­κι­σμό και επι­χει­ρού­σε να πε­ρά­σει τη σκυ­τά­λη στα χέρια της «επό­με­νης γε­νιάς στε­λε­χών»…

Δεν ήταν εύ­κο­λο. Η αίγλη της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης δη­μιουρ­γού­σε την αυ­θόρ­μη­τη τάση της υπο­στή­ρι­ξης της συ­νέ­χειας του πρώ­του σο­βιε­τι­κού κρά­τους. Ο μη­χα­νι­σμός της Γ΄ Διε­θνούς, με τις εκ­στρα­τεί­ες κατά του «τρο­τσκι­σμού», αλλά και του «λου­ξε­μπουρ­γκι­σμού» (όροι που επι­νο­ή­θη­καν στα τέλη της δε­κα­ε­τί­ας του ’20), με­τα­τρά­πη­κε σε μη­χα­νι­σμό με­τάλ­λα­ξης και ευ­θυ­γράμ­μι­σης με τον στα­λι­νι­σμό όλων των ΚΚ διε­θνώς. Στην τρο­με­ρή δε­κα­ε­τία του ’30, η επι­κρά­τη­ση του να­ζι­σμού στη Γερ­μα­νία, οι «εκ­κα­θα­ρί­σεις» στη Ρωσία και στη Διε­θνή, η ήττα της επα­νά­στα­σης στην Ισπα­νία (με τις τε­ρά­στιες ευ­θύ­νες της στα­λι­νι­κής πο­λι­τι­κής και της δι­πλω­μα­τί­ας της), η στρο­φή στα Λαϊκά Μέ­τω­πα και στη συ­νέ­χεια το Σύμ­φω­νο Μο­λό­τοφ-Ρί­μπε­ντροπ, δη­μιούρ­γη­σαν τη βάση για μια ρι­ζι­κή «ανα­σύν­θε­ση» της μαρ­ξι­στι­κής πα­ρά­δο­σης. Οι από­ψεις των επα­να­στα­τών του με­γά­λου «κύ­μα­τος» του 1917-1928 πιέ­στη­καν προς το πε­ρι­θώ­ριο. Αρ­γό­τε­ρα δια­φυ­λά­χθη­καν πλέον στις βι­βλιο­θή­κες και κυ­ρί­ως στις μι­κρές ορ­γα­νώ­σεις της επα­να­στα­τι­κής Αρι­στε­ράς της επο­χής, που όμως οδη­γή­θη­καν στην απο­μό­νω­ση από το μα­ζι­κό και ορ­γα­νω­μέ­νο ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα. Και ως γνω­στόν η απο­μό­νω­ση είναι σκλη­ρό έδα­φος. Μέσα σε αυτή γί­νο­νται εύ­κο­λα με­γά­λα πο­λι­τι­κά λάθη, που οδη­γούν σε… με­γα­λύ­τε­ρη απο­μό­νω­ση. Ο φαύ­λος κύ­κλος έμοια­ζε τέ­λειος.

Παρ’ όλα αυτά ο φαύ­λος κύ­κλος ποτέ δεν έγινε τέ­λειος. Στο εσω­τε­ρι­κό των ΚΚ, η μαρ­ξι­στι­κή πα­ρά­δο­ση και η ανά­μνη­ση των «με­γά­λων συ­ζη­τή­σε­ων» του 1920-1930 δη­μιουρ­γού­σαν απει­θαρ­χί­ες, κρί­σεις, δια­σπά­σεις που κα­τευ­θύ­νο­νταν προς τα αρι­στε­ρά. Κυ­ρί­ως όμως τα νέα μα­ζι­κά ξε­σπά­σμα­τα, οι αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κές επα­να­στά­σεις του 1950-1960 και ο κύ­κλος ερ­γα­τι­κών και νε­ο­λαι­ί­στι­κων αγώ­νων του διε­θνούς Μάη του ’68 έφερ­ναν ξανά στην επι­φά­νεια την αυ­θε­ντι­κή πα­ρά­δο­ση του ’17. Ο Λένιν, ο Τρό­τσκι, η Ρόζα, ο Γκράμ­σι, ο Μπου­χά­ριν, η Τσέτ­κιν κ.ά. έβγαι­ναν από το Μαυ­σω­λείο, συ­να­ντού­σαν τον Τσε και τον Μάλ­κολμ Χ, αλλά και χι­λιά­δες και χι­λιά­δες νέους αγω­νι­στές/στριες, για να διεκ­δι­κή­σουν ξανά τη συ­νέ­χεια του Οκτώ­βρη.

Στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες, η πα­ρά­δο­ση του 1917 δεν συ­νι­στά, ασφα­λώς, ένα έτοι­μο πρό­γραμ­μα. Συ­νι­στά όμως την ιδε­ο­λο­γι­κή βάση για την ανα­γκαία επε­ξερ­γα­σία αυτού του προ­γράμ­μα­τος, τη βάση που στο κέ­ντρο της έχει την τρο­με­ρή απε­λευ­θε­ρω­τι­κή κραυ­γή της Πε­τρού­πο­λης και της Μό­σχας έναν αιώνα πριν: Όλη η εξου­σία στα Σο­βιέτ!

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από το τεύ­χος Νο 7 του πε­ριο­δι­κού «Κόκ­κι­νο»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s