Μήνας: Σεπτεμβρίου 2017

Λάσπη στον ανεμιστήρα από την ηγεσία του ΑΡΜΑτος

Πηγή: ygeionomikoi.gr

Η ηγεσία του ΑΡΜΑτος συνεχίζει τις προκλήσεις και τις συκοφαντίες σε βάρος του ΜΕΤΑ Υγειονομικών. Φαίνεται ότι τα ηγετικά τους στελέχη δεν αρκούνται στο ρόλο της «ορτινάτζας» της πολιτικής ηγεσίας του Υπ. Υγείας αλλά επιδιώκουν να σπιλώσουν και κάθε αγωνιστική φωνή μέσα στο κίνημα των υγειονομικών.

Τελευταίο επεισόδιο στη βρώμικη τακτική σε βάρος της παράταξης μας είναι η ανακοίνωση σχετικά με το προσχέδιο νόμου για τις αλλαγές στην Ένωση Νοσηλευτών Ελλάδας που δόθηκε για διαβούλευση από το Υπ. Υγείας. Αφού μας επιρρίπτουν την ευθύνη γιατί εδώ και 5 μέρες δεν έχουμε τοποθετηθεί για το προσχέδιο νόμου (λες και αυτοί το έκαναν νωρίτερα) στην συνέχεια εκτοξεύουν λάσπη σε βάρος του ΜΕΤΑ Υγειονομικών.

Συγκεκριμένα:

– Αποκρύπτουν το γεγονός ότι μέχρι σήμερα 27-9-2017 καμία παράταξη, ακόμη και της μειοψηφίας (ούτε το ΠΑΜΕ Υγείας ούτε η Α-Α-Α ούτε βεβαίως και το ΑΡΜΑ) δεν είχε τοποθετηθεί για το θέμα. Αυτό πως το κατάπιαν οι φωστήρες του ΑΡΜΑτος;

-Μιλούν για κρυφές συμφωνίες με την ηγεσία της ΕΝΕ προκειμένου να αποκομίσουμε ως παράταξη εκλογικά οφέλη στο συνέδριο της ΠΟΕΔΗΝ. Αλήθεια από πού προκύπτει αυτός ο ισχυρισμός; Προφανώς από το πουθενά αλλά λέγε – λέγε κάτι θα μείνει. Ίσως βέβαια να βλέπουν το πρόσωπό τους στον καθρέφτη και να κρίνουν εξ’ιδίων τα αλλότρια  αφού σε μια σειρά σωματεία (Τρίκαλα, Πάτρα, Παίδων κ.α.) συμμάχησαν με το κατεστημένο και με «παράγοντες» του νοσηλευτικού χώρου προκειμένου να εξασφαλίσουν τα «ψηφαλάκια».

– Επανέρχονται για μια ακόμα φορά στους χαρακτηρισμούς περί «συνοδοιπόρων» χρησιμοποιώντας τις εκφράσεις που το αντιδραστικό μετεμφυλιακό καθεστώς και η ασφάλεια χρησιμοποιούσε σε βάρος των αγωνιστών και της Αριστεράς. Αν πάντως εννοούν με αυτό ότι συμμετέχουμε στις κινητοποιήσεις και πορευόμαστε μαζί με εργαζόμενους από άλλες παρατάξεις πρέπει να τους πούμε ότι χρειάζονται να κάτσουν ξανά στα θρανία για επανεκπαίδευση στην Ελληνική γλώσσα.

Αναρωτιόμαστε μερικές φορές αν αξίζει να ασχολούμαστε με αυτή την ηγεσία που εκτός των άλλων φαίνεται ότι θεωρεί πλεονέκτημα να εγγράφει στα βιογραφικά της ότι διορίστηκε σε διάφορες θέσεις από την πολιτική ηγεσία του Υπ. Υγείας. Είναι αυτή που έχει «κλέψει» την «κάρτα επισκέπτη» στο Γραφείο του Υπουργού από συνδικαλιστές που σήμερα πρόσκεινται στην πλειοψηφία της ΠΟΕΔΗΝ και έχει το θράσος να μας κουνά το δάκτυλο. Είναι αυτή που αντί να συναντιέται με τα σωματεία και τους εργαζομένους, «συσκέπτεται» με τις διοικήσεις των νοσοκομείων για να εξασφαλίσει την παρέμβασή τους στις εκλογές των Σωματείων.

Δεν απολογούμαστε σε αυτή την ηγεσία, παρά μόνο στους εργαζόμενους που θέλουμε να υπηρετήσουμε. Σε αυτούς τους εργαζόμενους θα απευθυνθούμε τις επόμενες μέρες και θα τους ενημερώσουμε τόσο για τη θέση μας για το προσχέδιο νόμου, κρίνοντας συγκεκριμένα τις διατάξεις, αλλά αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τους κρυφούς σχεδιασμούς και τις επιδιώξεις όλων των πλευρών.

ΑΔΕΔΥ: Όλες οι γνωμοδοτήσεις για απεργία-αποχή από «αξιολόγηση» και επιλογή προϊσταμένων

Η ανταπεργία κυβέρνησης και Γεροβασίλη ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ

Η απεργία-αποχή ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Πηγή: ergasianet.gr

Τις τελικές απαντήσεις – γνωμοδοτήσεις για το ζήτημα απεργίας – αποχής από την «αξιολόγηση» και για τη συμμετοχή στις διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων σε σχετικό ερώτημα που τους ετέθη, γνωστοποιεί η εκτελεστική επιτροπή της ΑΔΕΔΥ τους εργαζομένους στο Δημόσιο.

Η διάταξη του άρθρου 36 του Ν.4489/17 είναι προδήλως αντισυνταγματική, όπως φαίνεται και από τις γνωμοδοτήσεις δύο πανεπιστημιακών, του Πάνου Λαζαράτου, καθηγητή Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και του Άρι Καζάκου, ομότιμου καθηγητή Εργατικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καθώς και της δικηγόρου –εργατολόγου Μαρίας-Μαγδαληνή Τσίπρα.

Υπενθυμίζεται πως η κυβέρνηση και η υπουργός Διοικητικής Ανασυγκρότησης Όλγα Γεροβασίλη, με τη διάταξη του άρθρου 36 του Ν. 4489/17 που ψήφισαν στις 21 του Σεπτέμβρη στη Βουλή, θεσμοθέτησαν την ανταπεργία – αφού προβλέπει τιμωρητικά μέτρα για όλους όσοι συμμετέχουν στην απεργία-αποχή της ΑΔΕΔΥ, που είναι καθ’ όλα νόμιμη – κάτι που καμία κυβέρνηση από τη μεταπολίτευση και μετά δεν τόλμησε να νομοθετήσει.

Πάνος Λαζαράτος, καθηγητής ΕΚΠΑ

«Η μη υποβολή και σύνταξη εκθέσεως αξιολογήσεως από αξιολογούμενο και αξιολογητή, κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος απεργίας τους, εμποδίζει την επέλευση των προβλεπόμενων στις παρ.1-6 του άρθρου 24Α ν.4369/2016 εννόμων συνεπειών μέχρι να κριθεί (τυχόν) η κηρυχθείσα απεργία παράνομη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, από την δημοσίευση της οποίας, και μόνο για το χρονικό διάστημα μετά από αυτή, μπορούν να επιβληθούν οι προβλεπόμενες στις ανωτέρω διατάξεις κυρώσεις, εφόσον ασφαλώς εξακολουθούν να απεργούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι» (ΕΔΩ αναλυτικότερα).

Άρις Γ. Καζάκος, καθηγητής ΑΠΘ

Το τελικό συμπέρασμα των αναλύσεων που προηγήθηκαν είναι ότι οι υπάλληλοι δεν μπορούν να διωχθούν ή να τους επιβληθούν κυρώσεις κάθε είδους, επομένως ούτε η κύρωση του άρθρου 36 παρ. 4 ν. 4489/2017 λόγω της συμμετοχής τους στην απεργία της ΑΔΕΔΥ, όσο αυτή συνεχίζεται και καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, σε αρμονία με τη θεμελιώδη απόφαση της ΟλΑΠ 27/2004. Όσο η απεργία παράγει το ανασταλτικό αποτέλεσμά της σε σχέση με τα καθήκοντα των υπαλλήλων / απεργών η αποχή τους από τις διαδικασίες αξιολόγησης είναι καθόλα νόμιμη.

Σε περίπτωση τώρα που η απεργία συνεχιστεί και μετά την παύση του τεκμηρίου νομιμότητας, δηλαδή μετά την τελεσιδικία της απόφασης που αναγνωρίζει, τυχόν, παράνομο χαρακτήρα της απεργίας, στους υπαλλήλους που, τυχόν, θα συμμετάσχουν σε αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί η στέρηση συμμετοχής των αξιολογητών των υπαλλήλων σε διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3528/2007 και του ν. 3584/2007 ή σύμφωνα με άλλες γενικές ή ειδικές διατάξεις, αν υπαιτίως δεν εκπληρώνουν την υποχρέωση αξιολόγησης των υφισταμένων τους (άρθρο 36 παρ. 4 ν.4489/2017). Ο τιμωρητικός χαρακτήρας της εδώ εξεταζόμενης διάταξης την εντάσσει στο σύστημα των αρχών που πρέπει να τηρούνται σε κάθε περίπτωση τιμώρησης, ποινικής ή πειθαρχικής. Επομένως, τυχόν επιβολή της στέρησης συμμετοχής των αξιολογητών των υπαλλήλων σε διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις στις οποίες θεμελιώνονται οι αρχές του πειθαρχικού δικαίου, ουσιαστικές και δικονομικές, και επομένως η διάταξη του άρθρου 36 παρ. 4 ν. 4489/2017 δεν μπορεί να εφαρμοστεί λόγω αντίθεσης στις διατάξεις του Συντάγματος που παρατέθηκαν παραπάνω.

Οι υπάλληλοι που, τυχόν, συνεχίζουν μια απεργία και μετά την τελεσίδικη δικαστική διάγνωση του παράνομου χαρακτήρα της έχουν αξίωση, εάν διωχθούν, να κριθούν με βάση τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου του ΥπαλλΚώδικα (άρθρα 106 επ.), με την τήρηση όλων των εγγυήσεων υπέρ των πειθαρχικά διωκομένων και ιδίως των αρχών, ουσιαστικών και δικονομικών, του πειθαρχικού δικαίου. Άλλωστε, στο ισχύον πειθαρχικό δίκαιο η στέρηση συμμετοχής του άρθρου 36 παρ. 4 ν. 4489/2017 δεν περιλαμβάνεται στις πειθαρχικές ποινές του άρθρου 109 παρ. 1 ΥπαλλΚώδικα. Επομένως δεν θα μπορούσε να επιβληθεί μια τέτοια κύρωση στους υπαλλήλους, ακόμη και αν ακολουθούνταν η πειθαρχική διαδικασία, γιατί αυτό θα ήταν αντίθετο προς την αρχή nullum crimen nulla poena sine lege certa που θεμελιώνεται στο άρθρο 7 παρ. 1 Σ. (ΕΔΩ αναλυτικότερα).

Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα, δικηγόρος – εργατολόγος

Συνεπεία των ανωτέρω είναι προφανές, ότι οποιαδήποτε έμμεση ή άμεση δυσμενής διοικητική συνέπεια ή μέτρο ή διάκριση στην υπηρεσιακή κατάσταση εις βάρος των απεργών Δημοσίων Υπαλλήλων, εξαιτίας της συμμετοχής τους σε νομίμως κηρυχθείσα απεργιακή κινητοποίηση, είναι αντίθετη τόσο προς το Σύνταγμα όσο και προς τις εθνικές και υπερνομοθετικές διατάξεις, που προστατεύουν το δικαίωμα της απεργίας.

Η απάντηση, συνεπώς, που αρμόζει στο ερώτημα, που ετέθη είναι, ότι η μη εκπλήρωση της «υποχρέωσης αξιολόγησης», όταν οφείλεται σε συμμετοχή σε νομίμως προκηρυχθείσα απεργία δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αποστέρησης από τους υπαλλήλους της δυνατότητας συμμετοχής σε διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης Προϊσταμένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3528/2007 και του Ν.3584/2007 ή σύμφωνα με άλλες γενικές ή ειδικές διατάξεις. Ομοίως, εάν δεν μπορεί να βεβαιωθεί η τήρηση των υποχρεώσεων για συμμετοχή στην διαδικασία αξιολόγησης, για λόγους, που συνδέονται με συμμετοχή σε νομίμως προκηρυχθείσα απεργία, αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για την συμμετοχή υπαλλήλου σε διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης Προϊσταμένων ή να επιφέρει οποιαδήποτε μορφή δυσμενούς (διοικητικής ή άλλης φύσεως) συνέπεια εις βάρος του (ΕΔΩ αναλυτικότερα).

Ούτε ΣΥΡΙΖΑ – Ούτε ΝΔ

Ο θατσερισμός του Κυριάκου Μητσοτάκη

Του Αντώνη Νταβανέλου
Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά
Το σκίτσο είναι του Πέτρου Ζερβού από την «Εφ.Συν.»

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ είχε φέτος μια σχετικά εύκολη δουλειά. Την πραγματικότητα, μετά την υπογραφή του μνημονίου 3 και έπειτα από δύο χρόνια εξουσίας των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, την χρεώνεται πλέον κυρίως ο Τσίπρας και το κόμμα του. Και η πραγματικότητα είναι καταδικαστική: σ’ αυτά τα δύο χρόνια ακολουθήθηκε απαρέγκλιτα η πολιτική όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων που κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους, ενώ προσθέτως εγκαταστάθηκε το καθεστώς «επιτήρησης» της ακριβούς εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων έως το… 2060.

Στο έδαφος των μνημονίων δεν υπάρχει χώρος για ελπίδα. Ενσωματωμένος πλέον απόλυτα σε αυτό το «γήπεδο» ο Αλ. Τσίπρας, προηγουμένως στη ΔΕΘ, είχε κάνει δύο σημαντικά «δώρα» στον Κυρ. Μητσοτάκη: αφενός ομολόγησε το τέλος του νεανικού «ριζοσπαστισμού» του, το τέλος των πειραματισμών με την όποιας απόχρωσης αριστερή πολιτική («το κόμμα που αντιπολιτεύεστε, ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχει πια», είπε αφοπλιστικά). Αφετέρου, επέλεξε ως έδαφος της μελλοντικής αναμέτρησης με τη Δεξιά το έδαφος όπου υπερέχουν εξ ορισμού τα «καθαρόαιμα» αστικά κόμματα: αν οι άνθρωποι κληθούν να επιλέξουν με κριτήριο την προσέλκυση των επενδύσεων και τη συμφιλίωση με την επιχειρηματικότητα (γιατί αυτό θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-GrInvest), τότε είναι πολύ πιθανότερο να επιλέξουν κάτι μεταξύ ΝΔ και παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας.

Σε αυτό το στρωμένο από τον Τσίπρα χαλί, είχε να βαδίσει σχετικά άνετα ο Μητσοτάκης. Σύμφωνα με τους επιτελείς της ΝΔ ήταν «εσκεμμένη επιλογή» να μη γίνουν συγκεκριμένοι σε θέματα όπως το χρέος, το ασφαλιστικό, η υγεία κ.ο.κ. Σε αυτά οι «εκπλήξεις» που περιμένουν τον κόσμο της εργασίας αφήνονται για μετά τις εκλογές. Αυτή η ελλειπτικότητα επιτρέπει στον Μητσοτάκη να συνεχίσει να επιτίθεται στον Τσίπρα (π.χ. με την αναφορά στην αύξηση των έμμεσων φόρων, ως των πιο άδικων και αντικοινωνικών) χωρίς, όμως να λέει τι θα κάνει ο ίδιος με τον ΦΠΑ.

Προσπαθώντας όμως να συγκροτήσει το δικό του στρατόπεδο, έστω και σε επίπεδο γενικών ιδεών, ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν έκρυψε τη στρατηγική του, έναν άκρατο και ιδεολογικά συνεκτικό νεοφιλελευθερισμό: «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα». Αν βγάλουμε τα φραστικά φτιασίδια, προκύπτουν ατόφιες δύο βασικές ιδέες της Θάτσερ: α) οι κοινωνικές ανισότητες είναι όχι μόνο φυσιολογικές, αλλά σωτήριες και «απελευθερωτικές» (γιατί, τάχα, μόνο αυτές ταιριάζουν με την ανθρώπινη φύση) και β) η διεκδίκηση της ισότητας συγκρούεται με τη βιωσιμότητα των δημοκρατικών δικαιωμάτων, ο εξισωτισμός τείνει στον ολοκληρωτισμό…

Για να μη μείνει μόνο σε επίπεδο έκθεσης ιδεών ο Κυρ. Μητσοτάκης επανέλαβε τις πάγιες θέσεις του για μια «στροφή» («άλλο δημοσιονομικό μίγμα») προς μια κάποια «αναπτυξιακή πολιτική». Υπογραμμίζοντας ότι κάθε βήμα του θα γίνει σε συμφωνία με τους δανειστές (δηλαδή στα όρια του μνημονίου 3), προτείνει μια «επαναδιαπραγμάτευση» που θα δίνει στην τρόικα «μια ελληνικής ιδιοκτησίας μεταρρυθμιστική ατζέντα» (δηλαδή μια ταχύτερη επιβολή των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων, από ανθρώπους που θα πιστεύουν σε αυτές). Και θα διεκδικεί μια συμφωνημένη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 2% και μια μείωση των φόρων. Προσοχή: ο Κυρ. Μητσοτάκης μιλά για μείωση των φόρων των επιχειρήσεων και όχι των λαϊκών νοικοκυριών και επίσης δηλώνει ότι ο «χώρος» που θα προκύπτει από τη μείωση των πλεονασμάτων, θα πρέπει να αξιοποιηθεί για την ενίσχυση του κόσμου του επιχειρείν.

Πρόκειται για μια πολιτική που λέει: Ναι, να συνεχιστούν τα μνημόνια. Ναι, να ενισχυθεί η νεοφιλελεύθερη επιθετικότητα ενάντια στην εργατική τάξη και τις λαϊκές δυνάμεις. Σε αντάλλαγμα, αφήστε μας να ενισχύσουμε περισσότερο τους ντόπιους βιομήχανους και τους τραπεζίτες για να προσεγγίσουμε ξανά μια (καπιταλιστική) ανάπτυξη στην Ελλάδα.

Τι απομένει ως υπόσχεση για τους απλούς ανθρώπους; Κυρίως η φιλολογία για τις «ίσες ευκαιρίες» που, τάχα, δημιουργεί ο νεοφιλελευθερισμός και τις οποίες μπορούν να εκμεταλλευτούν «οι πιο αδύναμοι». Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι θα έχουν την «ευκαιρία» να γίνουν εργοστασιάρχες (αν μπορέσουν να ανταγωνιστούν π.χ. τον Μυτιληναίο) ή εφοπλιστές (αν μπορούν να τα βάλουν με τον Μαρινάκη ή τον Μελισσανίδη). Όμως πέρα από αυτήν την «ισότητα στην ευκαιρία» δεν θα έχουν να περιμένουν καμιά άλλη βοήθεια…

Το μόνο συγκεκριμένο παράδειγμα αυτής της «ισότητας στις ευκαιρίες» αφορούσε την εκπαίδευση, όπου ο Μητσοτάκης προειδοποίησε ότι είναι έτοιμος «να φτάσει στα άκρα». Μιλώντας για ιδιωτικά πανεπιστήμια, για δίδακτρα και για «αυτόνομα» σχολεία, κατόρθωσε να εξαγριώσει ακόμα και τους συνδικαλιστές της ΔΑΚΕ.

Ο Μητσοτάκης φρόντισε να στείλει στους δανειστές ένα μήνυμα «πολιτικής αυτοσυγκράτησης», αποσύροντας το αίτημα για πτώση της κυβέρνησης τώρα (προβλέποντας, πάντως, ως «ορόσημο» τον Ιούλη του 2018) και αφήνοντας τον Τσίπρα «ελεύθερο» να πιει μέχρι τέλους το πικρό μνημονιακό ποτήρι που στρώνει το δρόμο στη ΝΔ.

Δήλωσε στην ίδια κατεύθυνση έτοιμος για κυβερνητικές συνεργασίες, κυρίως με το «χώρο» της κεντροαριστεράς («θα συνομιλήσω θεσμικά με όποιον εκλεγεί»). Η τελευταία είναι μια κρίσιμη παράμετρος. Ανεξάρτητα από το πόσο το γνωρίζει ο Κυρ. Μητσοτάκης, η πολιτική που πρεσβεύει συνήθως προκαλεί θύελλες αντιδράσεων. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η κυβέρνηση του πατέρα του, που έπεσε μετά από μια μεγάλη κλιμάκωση των εργατικών και λαϊκών αγώνων. Αντίστροφα, η μακροβιότητα σήμερα της Μέρκελ είναι αξιοσημείωτη, αλλά κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι η πολιτική της είναι η συνέχεια της Ατζέντας του σοσιαλδημοκράτη Σρέντερ και ότι στο μεγαλύτερο διάστημα της θητείας της συγκυβέρνησε με το SPD. Το «άνοιγμα» του Μητσοτάκη στους σοσιαλφιλελεύθερους είναι φυσιολογικό και θα συνεχιστεί, σε έντονο ανταγωνισμό με τον Τσίπρα που επιδιώκει πλέον ακριβώς τις ίδιες συμμαχίες.
Έχουμε μπει ανοιχτά στη σύγκρουση για το ποιος θα διαχειριστεί πολιτικά το κοινωνικό τοπίο που διαμορφώνει το μνημόνιο 3 και που από του χρόνου θα παρουσιάζεται από όλες τις πλευρές σαν μια κάποια «επιστροφή στην κανονικότητα».

Είναι μια σύγκρουση κατά την οποία ο Τσίπρας θα αποδέχεται πλέον την «ιδιοκτησία» του μνημονίου και θα υπογραμμίζει τη δυνατότητα της κυβέρνησής του να ελέγξει τις εργατικές αντιδράσεις. Είναι μια σύγκρουση στην οποία ο Μητσοτάκης θα διεκδικεί να ανατεθεί η διαχείριση στους «αυθεντικούς» -με λιγότερες αντιφάσεις και αναστολές- οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού. Ανάμεσα σε αυτήν τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη πρέπει να χαραχθεί άλλος δρόμος από τη ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά. Που απαραίτητα αρχίζει με την κάθετη απόρριψη και των δύο πόλων της μνημονιακής νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Η ανάδειξη ενός μάχιμου και ορατού (δηλαδή με κάποια μαζικότητα και κοινωνική αντιπροσωπευτικότητα) πόλου της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που θα παλεύει ενάντια τόσο στον Τσίπρα όσο και στον Μητσοτάκη, είναι το πιο κρίσιμο ζήτημα των πολιτικών εξελίξεων, από τη σκοπιά του κόσμου της εργασίας.

Τέλος η εποχή Σόιμπλε στο Γερμανικό ΥΠΟΙΚ

Αναλαμβάνει πρόεδρος του Κοινοβουλίου

Πηγή: Iskra.gr

Ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Wolfgang Schaeuble θα γίνει πρόεδρος του γερμανικού κοινοβουλίου, μια θέση που απαιτεί απ’ αυτόν να παραιτηθεί από τη θέση του υπουργού, δήλωσε την Τετάρτη στο Reuters πηγή στο συντηρητικό κόμμα, επιβεβαιώνοντας ρεπορτάζ της εφημερίδας Bild.

Η Bild ανέφερε πως ο Schaeuble, ο οποίος είναι ο βουλευτής με τη μεγαλύτερη θητεία στο γερμανικό κοινοβούλιο, κλήθηκε από την καγκελάριο Angela Merkel να αναλάβει τη θέση του προέδρου της Μπούντεσταγκ και πως ο Schaeuble συμφώνησε να το κάνει.

Οι Ελεύθεροι Δημοκράτες, ένας από τους πιθανούς εταίρους σ’ έναν κυβερνητικό συνασπισμό της Merkel, έχουν δηλώσει πως θέλουν τη θέση του υπουργού Οικονομικών σε οποιαδήποτε κυβέρνηση στηρίξουν.

Το υπουργείο Οικονομικών αρνήθηκε να σχολιάσει την πληροφορία.

CDU: Ο Schaeuble είναι έτοιμος να αποχωρήσει από την θέση του ΥΠΟΙΚ

Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Wolfgang Schaeuble είναι έτοιμος να αποχωρήσει από την θέση του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας και να αναλάβει καθήκοντα προέδρου της Bundestag, της κάτω βουλής του γερμανικού κοινοβουλίου, επισήμανε ο Φόλκερ Κάουντερ, ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του CDU της Angela Merkel σε ανακοίνωση που εξέδωσε.

Η κεντροδεξιά συμμαχία CDU/CSU θα προτείνει τον Schaeuble ως υποψήφιο για τη θέση του προέδρου του γερμανικού κοινοβουλίου στην επόμενη συνεδρίαση του σώματος την 17η Οκτωβρίου, όπως δήλωσε ο Κάουντερ.

«Είμαστε ικανοποιημένοι που ο Wolfgang Schaeuble συμφώνησε να είναι υποψήφιος για την θέση» τόνισε ο Γερμανός πολιτικός.

Ο ηγέτης του κόμματος των Ελεύθερων Δημοκρατών Kristian Lidner ανέφερε σε ένα tweet που έστειλε ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του FDP θα στηρίξει την υποψηφιότητα Schaeuble για την προεδρία της Μπούντεσταγκ.

FDP: O Schaeuble θα ήταν καλός πρόεδρος της Βουλής

«Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε θα ήταν ασφαλώς ένας καλός πρόεδρος της Βουλής (Bundestag)» ανέφερε ο αντιπροέδρος του Φιλελεύθερου Κόμματος της Γερμανίας (FDP), Βόλφγκανγκ Κουμπίτσκι, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Rheinische Post» του Ντίσελντορφ, η οποία θα δημοσιευτεί αύριο. «Βέβαια ποιον θα προτείνει το αποφασίζει αποκλειστικά η ίδια η Χριστιανοδημοκρατική Ενωση (CDU/CSU)» πρόσθεσε ο φιλελεύθερος πολιτικός.

Ο κ. Κουμπίτσκι θα είναι υποψήφιος του FDP για διάφορα υπουργεία στις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό τρικομματικής κυβέρνηση με τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Πράσινους και ένα από αυτά είναι και το υπουργείο Οικονομικών, όπως έχουν επανειλημμένα δηλώσει προεκλογικά οι Φιλελεύθεροι.

Ο πρώην πρόεδρος του γερμανικού Κοινοβουλίου, χριστιανοδημοκράτης ΝόρμπερτΛάμερτ, παρά την πανθομολογούμενη επιτυχημένη θητεία του, δεν επιθυμεί να θέσει υποψηφιότητα.

Σημειώνεται ότι η θέση του προέδρου της Bundestag θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, διότι οι συνεδριάσεις της προβλέπονται θυελλώδεις λόγω της παρουσίας του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για την Γερμανία» (ΑfD).

Επιστολή της Ε/Ε της ΑΔΕΔΥ για την απεργοσπαστική ρύθμιση Γεροβασίλη για «αξιολόγηση»

Δεν θα περάσει ο απεργοσπαστικός σχεδιασμός της κυβέρνησης
Συνεχίζουμε αποφασιστικά την απεργία-αποχή από την «αξιολόγηση»
Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017: Ημέρα δράσης ενάντια στην «αξιολόγηση» σε κάθε εργασιακό χώρο

Συναδέλφισσες, συνάδελφοι
Μετά την επιτυχία της απεργίας-αποχής από τις διαδικασίες της «αξιολόγησης», που στήριξαν σε ποσοστό πάνω από 90% όλοι-ες οι εργαζόμενοι-ες στο Δημόσιο Τομέα, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί να θέσει σε εφαρμογή την απεργοσπαστική τροπολογία που ψήφισε, μαζί με τη Νέα Δημοκρατία, στη Βουλή.

Η ρύθμιση αυτή προβλέπει ότι οι προϊστάμενοι που απέχουν από τη διαδικασία «αξιολόγησης» και δεν προχωρούν σε «αξιολόγηση» των υφισταμένων τους, αποκλείονται από τις επερχόμενες κρίσεις για θέσεις προϊσταμένων, ενώ δίνει τη δυνατότητα στους προϊστάμενους-αξιολογητές να προχωρήσουν στην «αξιολόγηση» ακόμη και χωρίς τη συμμετοχή των υφισταμένων τους. Προσδιορίζει ασφυκτικά χρονικά όρια για την ολοκλήρωση της διαδικασίας και προβλέπει ότι τα σχετικά φύλλα «αξιολόγηση»ς μπορεί να τα προμηθευτεί ο ενδιαφερόμενος με οποιονδήποτε τρόπο και όχι κατ’ ανάγκη από την υπηρεσιακή οδό.

Στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει την τροπολογία αναφέρεται ότι «θεσπίζονται δικλείδες ασφαλείας, ώστε να καθίσταται ευχερέστερη η συμμετοχή στη διαδικασία «αξιολόγησης» ενώ εύλογα τάσσονται προθεσμίες συμμόρφωσης (!) τόσο για τους αξιολογούμενους όσο και τους αξιολογητές».

Η Κυβέρνηση, με την κίνησή της αυτή:

  • Κονιορτοποιεί τις διακηρύξεις για μια δήθεν διαφορετική, «καλή και μη τιμωρητική «αξιολόγηση», για «δημοκρατικές διαδικασίες» και διαφορετική αντίληψη για το δημόσιο, σε σύγκριση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις.

  • Νομοθετεί μία αντιδημοκρατική, αντισυνταγματική ρύθμιση σε σύγκρουση με τις διεθνείς συμβάσεις εργασίας 87/1948 και 98/1949, αλλά και με τις διατάξεις του Ν.1264/82, η οποία μας γυρίζει πίσω σε μαύρες εποχές.

  • Παρεμβαίνει στη λειτουργία του συνδικαλιστικού κινήματος, καταστρατηγεί τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και ιδιαίτερα το δικαίωμα της απεργίας των εργαζομένων και για πρώτη φορά θεσμοθετεί ποινές και διακρίσεις σε βάρος απεργών. Το «δόγμα» της Κυβέρνησης, ότι όποιος προϊστάμενος απεργεί δεν ξαναεπιλέγεται, ανοίγει θεσμικά έναν επικίνδυνο δρόμο για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες.

  • Εκβιάζει τους απεργούς, με μια πρωτοφανή πράξη ποινικοποίησης της απεργίας. Στην ουσία θεσμοθετεί μια μορφή LOCK OUT και κάνει το πρώτο βήμα για το συνδικαλιστικό νόμο που έχει αναλάβει να φέρει από το νέο Μνημόνιο που ψήφισε.

  • Επιδιώκει να δημιουργήσει έναν επιθετικό απεργοσπαστικό μηχανισμό που θα αξιοποίησει ως όργανο επιβολής της πολιτικής της στο δημόσιο.

  • Θέλει να διαλύσει τη συλλογικότητα και την ενιαία σύμβαση – μισθολόγιο στο δημόσιο, με την ιδεολογία του «ο θάνατός σου, η ανέλιξή μου».

  • Υπόσχεται ότι θα ανταμείψει τους απεργοσπάστες, που θα περάσουν τις εξετάσεις υποταγής, με θέσεις προϊσταμένων. Ποτέ στο παρελθόν δεν θεσμοθετήθηκε κριτήριο για την ανέλιξη σε θέση ευθύνης η συμμετοχή ή μη σε απεργία. Η διάκριση των υπαλλήλων με βάση το ποιος απεργεί !

  • Πάνω από όλα, επιχειρεί την αποφασιστική προώθηση του νεοσυντηρητικού σχεδίου για μικρό, ευέλικτο κράτος στην απόλυτη υπηρεσία του κεφαλαίου. Με μια σκληρή δημόσια διοίκηση, με επιτελικά στελέχη-managers, προϊστάμενους-«λοχαγούς» που θα εφαρμόζουν τις αντιδραστικές πολιτικές που προωθούν την παραχώρηση υπηρεσιών στους ιδιώτες, τη συρρίκνωση-συγχώνευση.

Η τροπολογία «αναβαθμίζει» την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην πιο σκληρή και συνεπή προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και την τρόικα, ως προς την εφαρμογή της «αξιολόγησης», απ’ όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Στην προσπάθειά της «να πετύχει εκεί που οι προκάτοχοί της απέτυχαν» δε διστάζει να τους ξεπεράσει σε αυταρχισμό, εκβιασμούς, ύπουλες και διχαστικές για τους εργαζόμενους πρακτικές. Είναι μια πρόγευση της απόφασής της να επιβάλει με κάθε μέσο τις Μνημονιακές δεσμεύσεις και τα μέτρα που συμφώνησε με την ΕΕ και το κεφάλαιο (υλοποίηση των 113 προαπαιτούμενων, νόμος για τις απεργίες, νέες περικοπές, γενικό ξεπούλημα κλπ) για την 3η «αξιολόγηση» και την επίτευξη των ματωμένων πλεονασμάτων που συμφώνησε μέχρι το 2060.

Η επιμονή της κυβέρνησης και των «θεσμών» στην εφαρμογή του συστήματος «αξιολόγησης», με κάθε τρόπο, αποδεικνύει τη σημασία της «αξιολόγηση»ς για το συνολικό σχεδιασμό αντιδραστικής αναδιάρθρωσης του κράτους και συνέχισης της επίθεσης στην κοινωνία και τους δημοσίους υπαλλήλους. Θα χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο τρομοκράτησης και πειθάρχησης των εργαζόμενων, εντατικοποίησης της εργασίας, μισθολογικών μειώσεων, υποχρεωτικών μετακινήσεων, ακόμα και μελλοντικών απολύσεων. Παράλληλα, θα παίξει κομβικό ρόλο στη διαδικασία οικοδόμησης του «επιτελικού κράτους», ενός κράτους «μικρού» για το λαό και τις ανάγκες του, αλλά πολύ μεγάλου και γενναιόδωρου για τα επιχειρηματικά συμφέροντα και τα καπιταλιστικά κέρδη.

Συναδέλφισσες, συνάδελφοι,

  • Όλοι εμείς, οι εργαζόμενοι, με τη συλλογική και αποφασιστική στάση μας, μπορούμε να χαλάσουμε και αυτά τα σχέδια. Συνεχίζουμε ακόμα πιο δυναμικά την απεργία-αποχή που επαναπροκήρυξε η Α.Δ.Ε.Δ.Υ. και οι Ομοσπονδίες μας.

  • Η καθολική συμμετοχή μας στην απεργία-αποχή θα τους υποχρεώσει να ακυρώσουν  ως κριτήριο τη συμμετοχή στην «αξιολόγηση» για τις επόμενες κρίσεις – αν και όποτε γίνουν, καθώς μέχρι τώρα βλέπουμε μόνο αυθαίρετες τοποθετήσεις προϊσταμένων, οι οποίοι καλούνται  μάλιστα να αξιολογήσουν. Η μεγάλη συμμετοχή στην απεργία-αποχή σημαίνει ότι δε θα υπάρχουν αρκετοί υποψήφιοι για στελέχη αν δεν ανακληθεί το μέτρο.

  • Καλούμε τα στελέχη να μείνουν στην ίδια πλευρά με όλους εμάς και να υπερασπίσουμε όλοι μαζί την εργασία και το δημόσιο στην υπηρεσία του λαού. Άλλωστε κανένας δεν έχει δικαίωμα να επικαλεστεί τη «σωτηρία» της θέσης του, πατώντας πάνω στη δουλειά και τα δικαιώματα των άλλων και καταστρέφοντας την κοινή βάση όλων μας. Μόνο η συνέχιση με τον ίδιο μαζικό τρόπο της απεργίας-αποχής κατοχυρώνει τη θέση όλων μας. Όπως προκύπτει από τις τεκμηριωμένες γνωμοδοτήσεις Πανεπιστημιακών καθηγητών και δικηγόρων «η μη εκπλήρωση της «υποχρέωσης «αξιολόγησης», όταν οφείλεται σε συμμετοχή σε νομίμως προκηρυχθείσα απεργία δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αποστέρησης από τους υπαλλήλους της δυνατότητας συμμετοχής σε διαδικασίες επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων».

  • Καλούμαστε τώρα πλέον όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Να στηρίξουμε τις συλλογικές διαδικασίες και πρωτοβουλίες για την επιτυχία της απεργίας-αποχής σε κάθε εργασιακό χώρο στο δημόσιο.

  • Να συμμετέχουμε μαζικά στις γενικές συνελεύσεις και να στηρίξουμε τις συλλογικές αποφάσεις, με συγκεντρώσεις παντού, με κάλεσμα σε όλα τα στελέχη να μην διαχωριστούν από τους άλλους εργαζόμενους, πρέπει να πυροδοτηθεί ένα ζωντανό και αποφασιστικό ρεύμα αγώνα σε κάθε υπηρεσία και χώρο δουλειάς.

  • Η καθολική αντίσταση στην «αξιολόγηση» και η ήττα της κυβέρνησης να γίνει η απαρχή για την αναγκαία επανεκκίνηση των αγώνων. Ξέρουμε ότι τίποτα δεν πρόκειται να σταματήσει αν δεν ξαναβγούμε όλοι στους δρόμους, αν δεν εμποδίσουμε την εφαρμογή των μέτρων και δεν αμφισβητήσουμε το συνολικό καταστροφικό σχέδιο για το λαό, αν δε σπάσουμε τα δεσμά του χρέους και τα σχέδια της ΕΕ και του κεφαλαίου.

  • Καλούμε τα σωματεία και τις Ομοσπονδίες να οργανώσουν μαζικές και μαχητικές πρωτοβουλίες την Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017, ημέρα δράσης σε όλη τη χώρα και σε όλες τις υπηρεσίες κατά της απεργοσπαστικής τροπολογίας και της εφαρμογής της «αξιολόγησης». Με συγκεντρώσεις, καταλήψεις, ενημέρωση των πολιτών κτλ αλλά και τη συγκέντρωση και ομαδική κατάθεση από τα σωματεία των δηλώσεων συμμετοχής στην απεργία αποχή προς την υπηρεσία να στείλουμε το μήνυμα ότι συνεχίζουμε τον αγώνα ενάντια στη διάλυση του Δημοσίου.

  • Να διεκδικήσουμε μόνιμες προσλήψεις, σταθερή και μόνιμη  εργασία, αναπλήρωση των απωλειών (ξεπάγωμα των κλιμακίων, δώρα κλπ), μείωση του εργάσιμου χρόνου, σταμάτημα των ιδιωτικοποιήσεων και της φοροληστείας  του λαού – να πληρώσει το κεφάλαιο, κρατική χρηματοδότηση δημόσιας υγείας, παιδείας, κοινωνικής ασφάλισης για ένα δημόσιο στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών, τη διαγραφή του Χρέους σε σύγκρουση με την Κυβέρνηση, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ.

Μία (ιδιοφυής) πέτρα

Σαν σήμερα το 1905 ο Άλμπερτ Αϊνστάιν διατυπώνει, σε ηλικία 26 ετών, την ειδική θεωρία της σχετικότητας σε άρθρο του στο γερμανικό περιοδικό «Χρονικά της Φυσικής».

Ein Stein (άιν στάιν) = “μία πέτρα”, στα Γερμανικά

Του Γιάννη Φαρσάρη
Πηγή: peopleandideas.gr

Κάποτε, σε μια δεξίωση που παραβρέθηκε ο διάσημος Αϊνστάιν, τον προσέγγισε μια νεαρή πανέμορφη κοπέλα και του πρότεινε να συνάψουν σχέση για ν’ αποκτήσουν παιδιά. Γεμάτη ενθουσιασμό του εξέθεσε το ατράνταχτο επιχείρημα της: «Φανταστείτε αγαπητέ μου, πως τα παιδιά μας θα είναι έξυπνα όπως εσείς και όμορφα όπως εγώ!». Ο Αϊνστάιν χαμογέλασε, σκέφτηκε για λίγο, και μετά απάντησε: «Ναι, βεβαίως αυτό θα ήταν πολύ ωραίο! Φαντάζεστε όμως να συνέβαινε το αντίθετο;»…

Η μεγαλύτερη επιστημονική μορφή όλων των εποχών διέθετε απίστευτο χιούμορ, που σε συνδυασμό με την ανυπέρβλητη σοφία του και τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα, παραμένει η πιο cult φυσιογνωμία στη συνείδηση όλων. Εκατόν τριάντα ένα χρόνια μετά τη γέννησή του ο μοναδικός Αλβέρτος συνεχίζει να εμπνέει και να γοητεύει τους πάντες. Μια πολυσχιδής ετερόκλητη προσωπικότητα που αποτελεί ακόμα αντικείμενο μελέτης και θαυμασμού.

Η αντιφατικότητα χαρακτήριζε άλλωστε κάθε πτυχή της επιστημονικής και προσωπικής του ζωής. Ο άνθρωπος που θεωρείται σήμερα η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα, είχε απορριφθεί από το σχολείο που φοιτούσε ως διανοητικά καθυστερημένος. Ο καθηγητής των Μαθηματικών, τού είχε πει το περίφημο: «Νεαρέ Αϊνστάιν, δεν θα καταφέρεις τίποτα στη ζωή σου». Όμως δύο πράγματα επηρέασαν ιδιαίτερα την πνευματική του ανάπτυξη στην παιδική του ηλικία: μία πυξίδα που του έδωσε ο πατέρας του όταν ο Αλβέρτος ήταν πέντε ετών και ένα βιβλίο ευκλείδειας γεωμετρίας που διάβασε σε ηλικία δώδεκα ετών. Στην πραγματικότητα ο Αϊνστάιν ήταν αυτοδίδακτος και οι μόνες ουσιαστικές σπουδές του ήταν στο βιολί…

Όταν το 1905 σε ηλικία μόλις 26 ετών παρουσίαζε τις τέσσερις θεωρίες του περί Σχετικότητας, λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν το μέλλον του. Η περίφημη εξίσωση E=mc2 περί «ισοδυναμίας μάζας και ενέργειας» και το βραβείο Νόμπελ Φυσικής το 1921, τον καθιέρωσαν στην επιστημονική κοινότητα αλλά και στη συνείδηση του κόσμου. Εκείνος, απορημένος από την καθολική του αποδοχή στο πλατύ κοινό, είχε διερωτηθεί σε συνέντευξή του στην εφημερίδα The New York Times «Γιατί άραγε ενώ δεν με καταλαβαίνει κανείς, με συμπαθούν όλοι;». 

Ήταν Γερμανοεβραίος στην καταγωγή αλλά δεν ένιωθε ούτε Γερμανός λόγω του μιλιταριστικού πνεύματος της εποχής του, αλλά ούτε και φανατικός Εβραίος. Μιλώντας στη Γαλλική Φιλοσοφική Εταιρεία το 1922, είπε: «Αν η θεωρία μου για τη σχετικότητα αποδειχθεί επιτυχής, η Γερμανία θα με διεκδικεί ως Γερμανό και η Γαλλία θα διακηρύσσει ότι είμαι πολίτης του κόσμου. Αν τυχόν η θεωρία μου αποδειχθεί αναληθής, η Γαλλία θα λέει ότι είμαι Γερμανός και η Γερμανία θα διακηρύσσει ότι είμαι Εβραίος».

Το 1933 αποκηρύσσει το ναζισμό και μεταβαίνει στις ΗΠΑ όπου στο Πρίνστον συνεχίζει την ερευνητική του δράση. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η θεωρία του εφαρμόστηκε για την κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας. Το 1946, με αρκετές τύψεις, έγινε πρόεδρος της Εκτάκτου Επιτροπής Ατομικών Επιστημόνων και άρχισε αγώνα προς τον ΟΗΕ να δημιουργήσει παγκόσμια κυβέρνηση, τονίζοντας ότι είναι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει διαρκής ειρήνη.

Ο Αλβέρτος Αϊνστάιν ήταν από τη μια χαρακτήρας κλειστός και απομονωμένος κι από την άλλη εγκάρδιος, ευαίσθητος και ειλικρινής. Ταξίδευε πάντα στην τρίτη θέση των τραίνων και μέχρι το θάνατό του σνόμπαρε εμφανώς τον πλούτο και τη δόξα. Όταν το 1952 του πρόσφεραν την προεδρία του κράτους του Ισραήλ αρνήθηκε λέγοντας: «Οι εξισώσεις για μένα έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, η πολιτική είναι για το παρόν, οι εξισώσεις είναι για την αιωνιότητα».

Σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών παντρεύτηκε τη συμφοιτήτριά του Μιλέβα Μάρικ, σερβοελληνικής καταγωγής, με την οποία απέκτησε δύο γιους και μια συμβατική οικογένεια. Δυστυχώς όμως γι’ αυτόν, η Μιλέβα ήταν μελαγχολικό και ανασφαλές άτομο, που του δημιουργούσε πολλά προβλήματα. Αναγκάστηκε να διαλύσει τον γάμο του μαζί της, και να καταφύγει στην αγάπη της εξαδέλφης του Έλσας. Η άποψη του για το γάμο παρέμεινε πάντα αρνητική: «Ο γάμος είναι σκλαβιά που την έκαναν να φαίνεται εκλεπτυσμένη».

Σε όλη του τη ζωή υπήρξε εκκεντρικός και ιδιόρρυθμος και δεν άλλαξε ποτέ τις αγαπημένες του συνήθειες: να μην φορά ποτέ κάλτσες, να αφήνει ατημέλητα τα μαλλιά του και να καπνίζει αρειμανίως πίπα για να τον «βοηθά στην ήρεμη και αντικειμενική κρίση των ανθρώπινων υποθέσεων».

Η ιδιοφυΐα του αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης μετά το θάνατό του. Ο εγκέφαλός του παρουσίαζε δομικές ιδιομορφίες που πιθανόν να σχετίζονται με την ευφυΐα του. Η έρευνα έχει καταγράψει ότι η κατώτερη βρεγματική περιοχή ήταν 15% ευρύτερη σε σχέση με το σύνηθες, ενώ το αριστερό του ημισφαίριο ήταν διογκωμένο στο σημείο που επιτελείται η λειτουργία της λεπτομερούς, λογικής, αναλυτικής και καινοτόμου σκέψης.

Ώρα 1:15, τα ξημερώματα της 18ης Απριλίου του 1955 ο τρυφερός «θείος Αλβέρτος» πεθαίνει στο νοσοκομείο του Πρίνστον εξ αιτίας ρήξης ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής. Η σφραγίδα του πνεύματός του θα παραμείνει χαραγμένη στη Magna Charta της ανθρωπότητας. Η οξύτητα των λόγων του είναι αυθεντική: «Θέλω να ξέρω τις σκέψεις του Θεού. Όλα τ’ άλλα είναι λεπτομέρειες».

O Γιάννης Φαρσάρης είναι καθηγητής  Πληροφορικής στο Ηράκλειο της Κρήτης, από τους πρωτοπόρους στον ελληνικό χώρο σε ό,τι αφορά την έκδοση κειμένων, διηγημάτων και βιβλίων στο διαδίκτυο. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο  “Johnnie’s Society”  διατίθεται ελεύθερα με άδεια Creative Commons μέσω του δικτυακού τόπου www.johnnie-society.org

Η επόμενη μέρα της γερμανικής πόλωσης

Του Άλεξ Κάντζια-Ρόντε
Πηγή: ektosgrammis.gr

Οι Γερμανοί ως λαός γενικά δεν αγαπούν τις εντάσεις. Όμως την περασμένη Κυριακή πολλοί ψηφοφόροι αυτό ακριβώς επέλεξαν να φέρουν στην πολιτική ζωή της χώρας. Έτσι, βάσει των εκλογικών αποτελεσμάτων η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) θα εκπροσωπείται και στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, και μάλιστα ως τρίτη δύναμη, πέρα από τα δεκατρία τοπικά κοινοβούλια όπου ήδη έχει λάβει θέσεις. Σε μια χώρα που σημειώνει σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης και με την ανεργία να κυμαίνεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, η εξέλιξη αυτή με μια πρώτη ανάγνωση ίσως να φαντάζει παράδοξη, μπορεί όμως να εξηγηθεί.

Από τη μία, αν και οι περισσότεροι μισθωτοί έχουν δει τα εισοδήματά τους να αυξάνονται, εντούτοις οι ανισότητες στην κατανομή των εισοδημάτων είναι μεγαλύτερες σε σχέση με πριν από είκοσι χρόνια, ενώ τα χαμηλά ποσοστά ανεργίας οφείλονται κυρίως στην αύξηση των κακοπληρωμένων θέσεων ευκαιριακής και ελαστικής απασχόλησης. Από την άλλη, οι τρεις συνεχόμενες τετραετίες διακυβέρνησης έχουν φθείρει το CDU/CSU και έχουν καταστρέψει όποιον άλλον συγκυβέρνησε μαζί του (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα οι φιλελεύθεροι, που στις προηγούμενες εκλογές απέτυχαν να περάσουν το όριο του 5%). Επιπλέον, οι συνασπισμοί αυτοί δεν κατάφεραν να δώσουν λύσεις στα προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες, κάτι που σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής αντιπολίτευσης και πολιτικής αντιπαράθεσης αποξένωσε τους ψηφοφόρους από τα παραδοσιακά κόμματα.

Το αίσθημα ότι έπειτα από δώδεκα χρόνια Άνγκελα Μέρκελ «κάτι πρέπει να αλλάξει» και πως κάποιος πρέπει να ταρακουνήσει τους «από πάνω» ώστε να ασχοληθούν ξανά με τους «από κάτω» ήταν διάχυτο κατά την προεκλογική εκστρατεία, βρίσκοντας τελικά την έκφρασή του στο ακροδεξιό AfD. Το κόμμα κέρδισε μεγάλο μέρος των υποστηρικτών του κατά τις τέσσερις τελευταίες εβδομάδες, όταν και φάνηκε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών είχε ξεκαθαρίσει. Με τα υπόλοιπα κόμματα να αναλώνονται στη στοχοποίηση των θέσεών του, εκείνο κατάφερε να πολώσει τα ερωτήματα γύρω από τον εαυτό του, ενώ μέσω μιας σχεδιασμένης στρατηγικής προκλητικών και ακραίων δηλώσεων μονοπώλησε τη συζήτηση στα ΜΜΕ.

Καθώς το CDU επί Μέρκελ εγκατέλειψε πολλές από τις παραδοσιακές του αξίες, υιοθετώντας συχνά θέσεις που εξέφραζαν δυνάμεις οι οποίες κινούνται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, άφησε ένα κενό στα «δεξιά» του, το οποίο έσπευσε να καλύψει η «Εναλλακτική για τη Γερμανία». Επενδύοντας σε θέματα όπως η τρομοκρατία και το προσφυγικό, και ιδιαίτερα στον φόβο πολλών Γερμανών ότι η χώρα κινδυνεύει να «ισλαμοποιηθεί», το συγκεκριμένο κόμμα κατάφερε να κινητοποιήσει έναν λανθάνοντα ρατσισμό που ανέκαθεν υπήρχε στη Γερμανία αλλά ποτέ δεν είχε βρει αυτοτελή πολιτική έκφραση. Αυτό φαίνεται στα ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά που κατέγραψε σε συντηρητικές περιοχές, δηλαδή στην ανατολική Γερμανία (και ιδίως τη Σαξονία), στη Βαυαρία και τη Βάδη-Βυρτεμβέργη. Ιδίως στην Ανατολή, η μαζική στήριξη του AfD συχνά συνοδεύτηκε από μια ιδιαίτερα ανησυχητική αποστροφή προς τη δημοκρατία, που στις συγκεκριμένες περιοχές έχει μακρά παράδοση, η οποία για δεκαετίες υποτιμήθηκε και πλέον λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις. Τέλος, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε και τη διεθνή διάσταση του «φαινομένου AfD», καθώς αυτό αποτελεί παράλληλα και τμήμα της «συντηρητικής επανάστασης» που τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο και επιδιώκει την επιστροφή σε κοινωνικές αξίες που κυριαρχούσαν πριν από την άνοδο των κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60 κι έπειτα.

Ο ελέφαντας μέσα στο δωμάτιο, που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τις κουρτίνες, είναι βέβαια το εθνικό ζήτημα, γύρω από το οποίο πολώνεται σήμερα η γερμανική κοινωνία. Η υποδοχή εκατομμυρίων προσφύγων τα τελευταία χρόνια επανέφερε στην επικαιρότητα τα ερωτήματα γύρω από την ερμηνεία όρων όπως «λαός», «έθνος» και «εθνικό», με τους οποίους οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις (αλλά και γενικότερα η γερμανική κοινωνία) αρνούνταν εξαιτίας της ιδιαίτερης γερμανικής ιστορίας να αναμετρηθούν. Σε μια κοινωνία που αλλάζει (και δημογραφικά) ταχύτητα, το ερώτημα του ποιος έχει το δικαίωμα να ανήκει σε αυτή (βλ. να μπαίνει στη χώρα) και ποιος να προσδιορίζεται ως «Γερμανός» (όπως και το αν κάποιος έχει δικαίωμα να διατηρεί διπλή υπηκοότητα) έχει έρθει στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Μένει βέβαια να δούμε τώρα αν τελικά το AfD θα σταθεροποιηθεί στα δεξιά του πολιτικού σκηνικού και θα καταφέρει να κρατήσει τους ψηφοφόρους του, καθώς πρόκειται για ένα σχετικά νέο κόμμα, το οποίο επιπλέον σπαράσσεται από μεγάλες εσωτερικές διαμάχες. Ήδη στη μετεκλογική συνέντευξη τύπου του κόμματος το μεσημέρι της Δευτέρας η (τυπικά) επικεφαλής του Φράουκε Πέτρυ ανακοίνωσε την ανεξαρτητοποίησή της με το επιχείρημα ότι το κόμμα πλέον δεν την εκφράζει, καθώς οι ακραίες θέσεις που έχει υιοθετήσει κάνουν αδύνατη τη συμμετοχή του σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό. Στην πραγματικότητα βέβαια, ήταν η ίδια η Πέτρυ που πρωτοστάτησε στην εκπαραθύρωση του ιδρυτή του κόμματος Μπερντ Λούκε και στην αρχική επικράτηση των ακραίων τάσεων. Καθώς όμως έχει χάσει εδώ και καιρό το εσωκομματικό παιχνίδι (με την επικράτηση ακόμα πιο ακραίων τάσεων), επιδιώκει τώρα να προστατευτεί από τις ενδοκομματικές αντιπαραθέσεις ώστε μπορέσει να ξαναπαίξει το χαρτί της σε επόμενο χρόνο.

Αν και σε ομοσπονδιακό επίπεδο για την ώρα δεν έχουν υπάρξει άλλες ανεξαρτητοποιήσεις, μόνο τυχαίο δεν πρέπει να θεωρείται ότι την ίδια μέρα τέσσερις από τους εκπροσώπους του κόμματος στο τοπικό κοινοβούλιο του κρατιδίου Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία επέλεξαν επίσης να ανεξαρτητοποιηθούν. Μένει πλέον να δούμε αν και πόσοι ομοσπονδιακοί βουλευτές θα ακολουθήσουν, οι φήμες όμως που θέλουν τη Φράουκε Πέτρυ να διοργανώνει προεκλογικές συναντήσεις με άλλα στελέχη ήδη βοούν. Όπως κι αν έχει πάντως, η εξαιρετικά ανομοιογενής και ασύνδετη κοινοβουλευτική ομάδα του AfD αναμένεται το επόμενο διάστημα να παρέχει πλούσιο δημοσιογραφικό υλικό.

Εκείνο που σίγουρα έχει προκαλέσει η εκλογική επιτυχία είναι μια πρωτόγνωρη πόλωση της γερμανικής κοινωνίας. Ήδη μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων διοργανώθηκαν σε πολλές πόλεις πορείες, ενώ η συντριπτική πλειονότητα της κοινής γνώμης, αλλά και του επιχειρηματικού κόσμου, αντέδρασε σοκαρισμένη, με τους περισσότερους να θεωρούν ντροπή για τη χώρα ότι ένα τέτοιο κόμμα κατάφερε να λάβει τόσο μεγάλο ποσοστό. Ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα των εκλογών θα επαναπολιτικοποιήσει ραγδαία τη γερμανική κοινωνία και θα οδηγήσει μεγάλο μέρος της να εμπλακεί εντονότερα με τα κοινά. Όπως επίσης πιθανότατα να οδηγήσει και στην αύξηση της πολιτικής βίας στους δρόμους.

Σε επίπεδο κυβερνητικών εξελίξεων, αν και είναι νωρίς ακόμη, ιδίως από τα προεκλογικά καβγαδάκια μεταξύ πράσινων και φιλελεύθερων είναι φανερό ότι οι συζητήσεις για τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης στην πραγματικότητα έχουν ήδη ξεκινήσει, αν και η τελική συμφωνία προφανώς θα βασίζεται στο εκλογικό αποτέλεσμα. Παρά τις όποιες διαφωνίες τους σε πολλά σημαντικά ζητήματα όπως η ψηφιοποίηση, η στροφή στην πράσινη ενέργεια, η μείωση της παρακολούθησης των πολιτών, η μαζική αλλά ταυτόχρονα ελεγχόμενη μετανάστευση, η αύξηση των κονδυλίων για την εκπαίδευση και η διεύρυνση των φοιτητικών επιδομάτων, φιλελεύθεροι και πράσινοι συμφωνούν περισσότερο μεταξύ τους απ’ ό,τι συμφωνούν με το CDU/CSU ή απ’ ό,τι τα δύο αδερφά κόμματα μεταξύ τους.

Αναμφίβολα πάντως το έργο της νέας κυβέρνησης θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο καθώς θα κληθεί να σταθεροποιήσει το κλονισμένο πολιτικό σύστημα και ταυτόχρονα να βελτιώσει την στραπατσαρισμένη εικόνα της χώρας στο εξωτερικό. Η κατοχύρωση της γερμανικής ηγεμονίας στην Ευρώπη και η αντιμετώπιση των διαλυτικών τάσεων που τη συνταράσσουν είναι μια αποστολή δύσκολη, πόσο μάλλον όταν επικεφαλής της κυβέρνησης θα είναι μια αδύναμη καγκελάριος με ημερομηνία λήξης. Στο εσωτερικό θα χρειαστεί να πάρει σημαντικές αποφάσεις που αφορούν την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, καθώς πολλές από τις υποδομές –και ιδίως το σύστημα των αυτοκινητοδρόμων– κινδυνεύουν να καταρρεύσουν. Παράλληλα, θα κληθεί να αντιμετωπίσει τα χρόνια προβλήματα υποστελέχωσης της υγείας και της παιδείας (ζητήματα που βέβαια αποτελούν καταρχάς αρμοδιότητες των κρατιδίων), να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας που θα βελτιώσουν τη θέση των επισφαλώς εργαζομένων και θα τους διασφαλίσουν μελλοντικά υψηλότερες συντάξεις, όπως και να αντιμετωπίσει το οξύ στεγαστικό πρόβλημα, με το οποίο έρχονται αντιμέτωπα τα λαϊκά αλλά πλέον και τα μεσσία στρώματα των μεγαλουπόλεων.

Καθώς είναι σίγουρο πια ότι η περίοδος παντοδυναμίας της Άνγκελας Μέρκελ έχει τελειώσει και δεν είναι σε θέση να διεκδικήσει για πέμπτη φορά την καγκελαρία, υπάρχουν ήδη φωνές που τις ζητούν να παραδώσει στον ή –πιθανότατα– στη διάδοχό της πριν από τη λήξη της τετραετίας. Σε αυτό το διάστημα, το CDU θα προσπαθήσει να κλείσει το ρήγμα που έχει ανοίξει στα δεξιά του, επαναπροσεγγίζοντας το συντηρητικό ακροατήριο.

Το SPD από την άλλη, από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (θέση που σε περίπτωση σχηματισμού κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού θα αναλάμβανε το AfD) καλείται να ανασυγκροτηθεί και να ξαναπλησιάσει το παραδοσιακό εργατικό του ακροατήριο. Αν τα καταφέρει, έχει τη δυνατότητα σε τέσσερα χρόνια να κάνει τη μεγάλη επιστροφή και να είναι εκείνο που (μαζί με τους πράσινους, ίσως την αριστερά ή τους φιλελεύθερους) θα συγκροτήσει τη νέα κυβέρνηση. Τα υψηλά ποσοστά που οι δημοσκοπήσεις έδιναν στον Μάρτιν Σουλτς πριν από μερικούς μήνες όταν ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος, αλλά και η δυναμική επανάκαμψη των φιλελεύθερων, που όλοι τούς θεωρούσαν πολιτικά τελειωμένους, δείχνουν ότι εφόσον το SPD επιστρέψει σε μια πιο παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατική πολιτική (κάτι που θα διευκολύνει και τη σύγκλιση με το Die Linke) είναι δυνατό να προκύψει ένας τέτοιος κυβερνητικός συνασπισμός.