Κατηγορία: Διάλογος – Προβληματισμοί για την Αριστερά

Ο οικονομισμός, μια μάστιγα του ευρωπαϊκού αριστερού κινήματος

Μια συμβολή στην αποτίμηση της ιστορικής κληρονομιάς
της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Του Ανέστη Ταρπάγκου
Πηγή: ergasianet.gr

Στην ιστορική διαδρομή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια, από την Παρισινή Κομμούνα του 1871 μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και την εμπειρία της Χιλής (1970 – 73), αναδείχθηκε ένα σύνολο καίριων ζητημάτων που απασχολούν μέχρι και σήμερα το αριστερό κίνημα και έχουν να κάνουν:

Με τον ρόλο του κράτους στην πορεία ανάπτυξης των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων, με τον χαρακτήρα της ασκούμενης οικονομικής και παραγωγικής πολιτικής, με το μείζον ζήτημα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, με την φυσιογνωμία τέλος του επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου και την παρέμβασή του σε μια μεταβατική διαδικασία. Βέβαια αυτά τα καίρια ζητήματα που έχουν την πρώτη τους θεωρητική επιστημονική απάντηση, σε γενικές γραμμές, στο έργο των θεμελιωτών του επιστημονικού σοσιαλισμού, Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, απαντήθηκαν με διαφορετικούς τρόπους από τις διάφορες επαναστατικές απόπειρες, και χαρακτήρισαν την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος κυρίως στην εκατονταετία που μας χωρίζει από την σοβιετική εμπειρία. Από μια γενική άποψη η απάντηση που δίνεται σ’ αυτά βρίσκεται συνήθως σε αλληλοδιαπλοκή μεταξύ τους : Π.χ. το είδος του επαναστατικού υποκειμένου διαδραματίζει καίριο ρόλο στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής και την θέση του κράτους στην πορεία προς τον κοινωνικό μετασχηματισμό κλπ. Εντελώς επιγραμματικά μπορεί κανείς να αναφέρει ως κύρια χαρακτηριστικά τον μετασχηματισμό των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (έναντι της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων), τον μαρασμό – συντριβή του αστικού κράτους (σε σχέση με την παντοδυναμία των κρατικών μηχανισμών), την κατάργηση του ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας (έναντι της διατήρησης και ισχυροποίησης της διάκρισης διανοητικής / εκτελεστικής εργασίας), και τέλος τον ρόλο χειραφέτησης που μπορεί να διαδραματίζει ο φορέας της κοινωνικής αλλαγής (εν αντιθέσει με το κόμμα – «κυρίαρχη εξωτερικότητα» ως προς την εργατική τάξη) [ Γι’ αυτό τον ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος τα Συμπεράσματα στο τέλος του πρώτου τόμου του έργου του Φ. Κλαουντίν «Η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος» είναι καταλυτικής σημασίας, 1978].

Εργατική λαϊκή χειραφέτηση και ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων

Ανάμεσα σ’ αυτά τα καίρια πολιτικά ζητήματα, σημαντική θέση κατέχει το είδος της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής που έμελλε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο τόσο στη σοβιετική επανάσταση και στα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης ευρύτερα, όσο και στα κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης στη διάρκεια τουλάχιστον ενός αιώνα μέχρι σήμερα. Το πραγματικό γεγονός είναι ότι στις τάξεις του αριστερού κινήματος, αλλά και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, επικράτησε το θεμελιακό χαρακτηριστικό του οικονομισμού, που αγκάλιασε σχεδόν το σύνολο των πολιτικών σχηματισμών που επικαλούνταν ή θεωρούσαν ότι εφαρμόζουν, την σοσιαλιστική πολιτική [Ανάλυση του οικονομισμού της Τρίτης Διεθνούς ως απότοκου του σοβιετικού μαρξισμού από τον Γ. Μηλιό «Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων», Εναλλακτικές Εκδόσεις ]. Μ’ αυτή την έννοια εννοούμε ότι δόθηκε η καθοριστική προτεραιότητα στην προώθηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (παγίων κεφαλαίων, τεχνικών εφαρμογών, εργατικού δυναμικού), θεωρώντας ότι η αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων (ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης) θα επέρχονταν νομοτελειακά από την συνεχή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Απεναντίας διακηρυγμένος σκοπός του μαρξιστικού αριστερού κινήματος δεν ήταν άλλος από την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, έτσι ώστε η χειραφετημένη απελευθέρωση της μισθωτής εργασίας θα μπορούσε να δώσει στη συνέχεια μια ισχυρή ώθηση και στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Εντούτοις, παρόλο τον αυθεντικά μαρξιστικό (στην τρέχουσα ορολογία αντικαπιταλιστικό) στόχο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού των παραγωγικών σχέσεων, αυτός εγκαταλείφθηκε, τόσο στο κομμουνιστικό κίνημα της Ανατολής όσο και της Δύσης, και την θέση του πήρε, κατά τον πλέον ακλόνητο και αδιαμφισβήτητο τρόπο, η επιζήτηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Μ’ αυτή την έννοια ο σοσιαλισμός απωθούνταν συστηματικά σε μεθύστερες φάσεις, αφού πρώτα πραγματώνονταν η ανάπτυξη των εθνικών οικονομιών, αν δεν ταυτίζονταν μ’ αυτή την ίδια την ανάπτυξη της παραγωγής.
(περισσότερα…)

Advertisements

Οι επιλογές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι συνέπειές τους

Του Αντώνη Νταβανέλου
Πηγή: laiki-enotita.gr

Η απόφαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου (ΠΣΟ) της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε αντίθεση με την αντίστοιχη του περασμένου Ιούνη, εμφανίζει τώρα μια πολιτική ενοποίηση των δυνάμεων που συμμετέχουν σε αυτόν τον μετωπικό σχηματισμό της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Ο σ. Άγγελος Χάγιος –σε συνέντευξή του στην «Εργατική Αλληλεγγύη», την εφημερίδα του ΣΕΚ– ερμήνευσε τη «δυστοκία» του Ιούνη με βάση τις δυσκολίες και τις «υπαρκτές διαφορές» και μέσα στις γραμμές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα ζητήματα «…της πολιτικής κατάστασης… των διεθνών εξελίξεων… και την πολιτική των συμμαχιών». Είναι μια σωστή εκτίμηση. Όλοι οι σχηματισμοί στην Αριστερά δοκιμάζονται από τη δυσκολία να δοθούν απαντήσεις σε υπαρκτά διλήμματα που θέτουν οι πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό και διεθνώς, αλλά επίσης τα διλήμματα που σχετίζονται με την οργάνωση των απαντήσεων τόσο μέσα στο κίνημα όσο και στο πολιτικό πεδίο, δηλαδή στα ζητήματα «της πολιτικής των συμμαχιών».

Όμως η με μεγάλη πλειοψηφία ενιαία πλέον απόφαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ΠΣΟ του Σεπτέμβρη, οδηγεί σε μια κατεύθυνση που είναι πίσω από τις ανάγκες της συγκυρίας, πίσω από τις ανάγκες της περιόδου. Κάνει ακόμα πιο δύσκολη την απάντηση τόσο στο επίπεδο των αγώνων από τα κάτω (όπου οι ανάγκες σοβαρού, σχεδιασμένου και μακροπρόθεσμου συντονισμού είναι ολοφάνερες), όσο –και ίσως ακόμα περισσότερο– την απάντηση στο πολιτικό πεδίο, όπου οι επείγουσες επιλογές για τη συγκρότηση μιας ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής αριστερής απάντησης στο δίπολο Τσίπρας-Μητσοτάκης, αναστέλλονται για ένα απώτερο μέλλον.

Απόδειξη αυτής της επιλογής είναι η «απογείωση» της κριτικής κυρίως απέναντι στη ΛΑΕ, όπου ξεπερνιούνται τα όρια της αυθαιρεσίας και φτάνουμε στα σύνορα της συκοφαντίας: «Η ΛΑΕ αποκρυσταλλώνει όλο και πιο καθαρά μια διαχειριστική λογική… μέσα από την ενίσχυση της “ανταγωνιστικότητας της οικονομίας”, την “επενδυτική έκρηξη”, την “παραγωγική ανασυγκρότηση”, μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων και της ΕΕ. Με ένα μετριοπαθές κοινωνικό πρόγραμμα… τείνει περισσότερο σε μια λογική ενός “νέου κοινωνικού συμβολαίου” με τμήματα του κεφαλαίου, παρά με αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, την ΕΕ και τους μηχανισμούς τους…».

Αυτή η κριτική –που θα μπορούσε να απευθύνεται στους 53 στον ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμα και στον Φ. Κουβέλη– δύσκολα περιγράφει, ας πούμε, τη στάση του Π. Λαφαζάνη και των στελεχών του Αριστερού Ρεύματος, ή τη συστηματική παρουσία της ΛΑΕ σε κάθε κινητοποίηση ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, στους πλειστηριασμούς, στις διαδηλώσεις ενάντια στον Μακόν και την ΕΕ κ.λπ. Δύσκολα περιγράφει τη συγκρότηση και την πορεία ενός μετωπικού σχηματισμού που συνενώνει στις γραμμές του μερικές χιλιάδες αγωνιστών-στριών της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ενός σχηματισμού που ως ιδρυτικό γεγονός έχει τη ρήξη με τη «διαχειριστική λογική» και τη ρήξη με τη «λογική του κοινωνικού συμβολαίου με τμήματα του κεφαλαίου». Αξίζει, ίσως, να υπενθυμίσουμε ότι αυτή η ρήξη έγινε στην πράξη και όχι στα λόγια.

Είναι γνωστό ότι μέσα στη ΛΑΕ –όπως και μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ– υπάρχει ζωηρή ιδεολογικοπολιτική συζήτηση και διαπάλη απόψεων. Εμείς ποτέ δεν κρύψαμε τις απόψεις μας και τις διαφορές π.χ. στη σύνδεση ανάμεσα στους μεσοπρόθεσμους στόχους του κινήματος (ανατροπή της λιτότητας και των μνημονίων) με τη στρατηγική της διεκδίκησης του σοσιαλισμού, μια σύνδεση που οφείλει να παραμένει ισχυρή και αδιαίρετη, πέρα από την παραδοσιακή αντίληψη των «σταδίων». Όμως θεωρούμε ζήτημα εντιμότητας και ωριμότητας το να κρατάμε αυτή τη συζήτηση και αυτές τις διαφορές μέσα στα όρια που δημιουργούν οι κοινοί αγώνες και να αποφεύγουμε την σε «τελευταία ανάλυση» κατηγοριοποίηση οργανώσεων, ρευμάτων και αγωνιστών-στριών. Άλλωστε είναι γνωστό ότι η μέθοδος της «σε τελευταία ανάλυση» κατηγοριοποίησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους ενάντια σε όλους οδηγώντας σε έναν πολιτικοϊδεολογικό κανιβαλισμό.

Το ζήτημα του συντονισμού των προσπαθειών στο κίνημα από τα κάτω είναι εξαιρετικά σοβαρό και επείγον. Όλοι μιλάμε για επιμέρους «κέντρα αγώνα» και την προοπτική ενός πιο μόνιμου και συστηματικού «κέντρου αγώνα». Υπάρχει περίπτωση να φτάσουμε σε αυτό, αν ο καθένας οικοδομεί τα δικά του, μικρούτσικα και καθαρούτσικα «κέντρα» και στη συνέχεια απλώς καλεί τους υπόλοιπους να συμμετέχουν στην υλοποίηση των δικών του σχεδίων και αποδεχόμενοι το δικό του «πρόγραμμα»; Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική και δυστυχώς αυτό είναι που συμβαίνει. Υπάρχει περίπτωση να φτάσουμε σε ένα συστηματικό συντονισμό των δυνάμεων, αν κάποιος επιλέγει να μιζάρει πάνω σε λάθη των δυνάμεων των άλλων, αν «χτίζει» συστηματικά πάνω σε αυτά, αν επιχειρεί οργανωμένα να ορθώσει τείχη και διαχωριστικές γραμμές; Αυτή η συνήθεια, που επίσης αναπτύσσεται μονομερώς, δεν έχει τίποτα εποικοδομητικό, δεν είναι η αναγκαία λειτουργία της κριτικής-αυτοκριτικής στην Αριστερά. Είναι αντίθετα ένδειξη μιας τάσης για σεχταριστική περιχαράκωση που, παρεμπιπτόντως, «νομιμοποιεί» και «εκλογικεύει» μερικές πιο «δυναμικές» (και πιο απολίτικες) μορφές αντιπαράθεσης που –δυστυχώς– επανεμφανίζονται στο τελευταίο διάστημα.

Στο ζήτημα της πολιτικής συνεργασίας οι επιλογές είναι εξίσου καθαρές. Με δεδομένη τη στάση του ΚΚΕ, μια συνεργασία μεταξύ των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΛΑΕ και άλλων συλλογικοτήτων που αποσπάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «κορμός» για τη συγκέντρωση ενός ευρύτερου δυναμικού, να θέσει τις βάσεις για μια αντιμνημονιακή ριζοσπαστικά αριστερή απάντηση στις πιέσεις που θα αναπτύξει στις γραμμές του κόσμου μας το εκβιαστικό δίπολο: Τσίπρας ή Μητσοτάκης; Το κρίσιμο μέγεθος σε όλη την περίοδο που διανύουμε (αλλά και στις επόμενες εκλογές, όποτε αυτές γίνουν) είναι το αν θα υπάρξει μια πολιτική πρωτοβουλία –πέρα από τις γραμμές του ΚΚΕ– που θα διεκδικεί να εκφράσει την απογοήτευση και την απομάκρυνση από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε αριστερή κατεύθυνση άρνησης της απογοήτευσης, του κατακερματισμού και της ιδιώτευσης. Οι σ. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναπτύσσουν διάφορες κριτικές προς την ΛΑΕ –άλλες σχετικά βάσιμες και άλλες πάλι συκοφαντικές– αλλά παραλείπουν να μας πουν αν και τι έχουν οι ίδιοι προτείνει ως απάντηση σε αυτό το κεντρικό ερώτημα. Αυτό είναι κρίσιμο γιατί οι προτάσεις ενίοτε γίνονται αποδεκτές. Σε ό,τι μας αφορά, έχουμε διαμηνύσει προς όλες τις πλευρές ότι θεωρούσαμε και θεωρούμε μια πολιτική συμμαχία μεταξύ ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως ένα «βήμα» που θα άλλαζε το τοπίο και θα έβαζε σε δεύτερη μοίρα κάθε άλλη σκέψη.

Όμως (παρά κάποιες εμφανείς διαφορές) η «συνισταμένη» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέφυγε αυτές τις ευθύνες, επιλέγοντας την κλιμάκωση της επίθεσης προς τη ΛΑΕ, θεωρώντας ίσως ότι έτσι θα μπορέσει να συσπειρώσει «ηγεμονικά» κάποιες μικρότερες ή διάσπαρτες δυνάμεις. Θα θέλαμε να θυμίσουμε ότι η καταστροφική αντιμετώπιση των υποχρεώσεων στην παρούσα πολιτική δοκιμασία, ποτέ δεν δημιουργεί «ευκαιρίες» για την επόμενη πολιτική δοκιμασία. Αν κάποιοι πιστεύουν ότι αν διαλύσουν τις δυνατότητες του σήμερα, θα έχουν πιο αυτόνομες δυνατότητες αύριο, ας σκεφτούν καλύτερα τις προηγούμενες ανάλογες «στροφές».

Η απόφαση του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δίνει λαθεμένες απαντήσεις σε κεντρικά ερωτήματα της συγκυρίας. Είναι υπόθεση της ΛΑΕ να μη δεχθεί αυτό το λάθος ως τετελεσμένο γεγονός και να εργαστεί πιο συστηματικά, πιο καθαρά για να γίνει πράξη η ενότητα στη δράση της αντιμνημονιακής, ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Σκέψεις για το πραξικόπημα στη Χιλή και τη σχέση Αριστεράς και εξουσίας

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Τραγωδία και μεγαλείο της Χιλιανής Αριστεράς

Όταν στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973 ο Σαλβαδόρ Αλιέντε κλεινόταν στο Προεδρικό Μέγαρο στο Σαντιάγο της Χιλής, επιλέγοντας να υπερασπιστεί μέχρι θανάτου το έργο και το όραμα της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας, εξέφραζε το μεγαλείο αλλά και την τραγωδία της Χιλιανής Αριστεράς.[1]

Το μεγαλείο βρισκόταν στα τρία χρόνια της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας, στο ριζοσπαστικό πρόγραμμα των εθνικοποιήσεων, της αγροτικής μεταρρύθμισης και της μεγάλης αναδιανομής πλούτου προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, ένα πρόγραμμα που ξέφευγε από τα στενά όρια της αυξημένης κρατικής παρέμβασης και της ενίσχυσης του εκβιομηχάνισης και της υποκατάστασης εισαγωγών και έβαζε στοιχεία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Βρισκόταν, επίσης, στην ικανότητα να διαμορφωθεί μια πλατύτερη ενότητα της Αριστεράς –προς τα αριστερά– και στην κουλτούρα διαλόγου και κοινής δράσης που αναπτύχθηκε, καθώς και στην ισχυρή και πρωτοπόρα δράση της επαναστατικής αριστεράς. Βρισκόταν, τέλος, στη μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση, στην ενεργοποίηση και τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης, στα πρώτα – έστω και δειλά – βήματα προς τον εργατικό έλεγχο, στον πειραματισμό με μορφές λαϊκής εξουσίας που αναδύονταν μέσα από την ίδια την εμπειρία των αγώνων.

Η τραγωδία βρισκόταν στον τρόπο που μέσα σε όλη αυτή την τεράστια προσπάθεια, το βασικό θεσμικό πλαίσιο και η διάρθρωση των κρατικών μηχανισμών παρέμενε ανέπαφο. Ανέπαφοι έμειναν και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί και πάνω από όλα ο στρατός, που την κρίσιμη στιγμή θα πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Άλλωστε, ακόμη και την παραμονή του πραξικοπήματος δεν θα γίνουν αποφασιστικά βήματα προς τον εξοπλισμό του λαού, παρά τις αγωνιώδεις εκκλήσεις της Επαναστατικής Αριστεράς.[2] Αποδείχτηκε ότι το αστικό κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ποτέ ως ένα ουδέτερο εργαλείο, ως ένας ουδέτερος μηχανισμός που αποκτά ταξικό περιεχόμενο ανάλογα με το ποιος κατέχει την πολιτική εξουσία. Το πραξικόπημα δεν το έκανε ένας «εξωτερικός» προς το κράτος παράγοντας, αλλά ο στρατός, ένα τμήμα του σκληρού πυρήνα του.[3]

Η εμπιστοσύνη στις συνταγματικές εγγυήσεις και την μακρόχρονη κοινοβουλευτική παράδοση της Χιλής κατάρρευσε στις 11 Σεπτέμβρη 1973, όταν ο στρατός θα αναλάβει να λειτουργήσει σαν πραγματικό κόμμα της αστικής τάξης και θα πάρει στην εξουσία, οδηγώντας σε ένα άνευ προηγουμένου ματοκύλισμα με χιλιάδες πολιτικές δολοφονίες και «εξαφανίσεις». Οι εργατικές κατακτήσεις θα αναιρεθούν βίαια και η Χιλή θα γίνει το πρώτο κοινωνικό εργαστήρι της νεοφιλελεύθερης παράνοιας στην πιο άγρια εκδοχή της, καθώς τα αμερικανοσπουδαγμένα Chicago Boys, οι φοιτητές του Μίλτον Φρήντμαν, θα σπεύσουν στην πρώτη – θα ακολουθήσουν δυστυχώς πολλές άλλες – εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης «θεραπείας σοκ».[4]

Η Χιλή και η συζήτηση για το «δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό»

Όμως, το μεγαλείο και η τραγωδία της Χιλής συμπίπτει και με τη συζήτηση στην Ευρώπη για το «δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό». Μιλάμε για μια ιστορική συγκυρία όπου η επαναστατική δυναμική που είχαν φέρει στο προσκήνιο τα κινήματα του ’68 παρέμενε ενεργή, όπου η επίδραση της Αριστεράς στον «κοινό νου» είχε διευρυνθεί, όπου σε μια σειρά από σχηματισμούς, ιδίως στην Ιταλία και στη Γαλλία, το ερώτημα της εξουσίας, πιο σωστά το ερώτημα της Αριστεράς στην εξουσία έμπαινε με όρους περισσότερο πραγματικούς παρά ποτέ. Ωστόσο, ήταν ταυτόχρονα και μια περίοδος όπου αυτή η συζήτηση ολοένα και περισσότερο άρχισε να διεξάγεται και με όρους δεξιάς μετατόπισης. Η ταλάντευση των μεγάλων κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης απέναντι στα κινήματα του ’68 και η εχθρότητα που επέδειξαν σε κρίσιμες στιγμές απέναντι στην αντικαπιταλιστική δυναμική των στόχων και των αιτημάτων τους ήταν χαρακτηριστική. Σε αυτό το φόντο η ανάδυση του «Ευρωκομμουνισμού»[5] δεν παρέπεμπε μόνο στην προσπάθεια ανανέωσης της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας και στην απομάκρυνση από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της σοβιετικής επιρροής. Αναδεικνυόταν επίσης και ως μια δεξιόστροφη εκδοχή απάντησης στην κρίση στρατηγικής του ευρωπαϊκού κομμουνισμού, μια στροφή προς την ενσωμάτωση του στόχου της εξουσίας σε μια όλο και περισσότερο κοινοβουλευτική εκδοχή, ολοκληρώνοντας μια διαδρομή που ξεκίνησε την επαύριον της Απελευθέρωσης όταν οι κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» φαλκίδευσαν τη κοινωνική και πολιτική δυναμική των Αντιστασιακών κινημάτων και επέτρεψαν την ανασυγκρότηση της αστικής εξουσίας.[6]

Σε αυτή ακριβώς τη συγκυρία είχε σημασία πώς διαβαζόταν η τραγωδία της Χιλιανής Αριστεράς. Δεν διαβαζόταν ως πρόκληση για την ανανέωση της επαναστατικής στρατηγικής, ως πρόκληση να απαντηθεί τι σημαίνει επαναστατική κατάσταση, δυαδική εξουσία και θεσμοί της εργατικής εξουσίας και αντιηγεμονίας, ούτε ως ερώτημα για το πώς μπορεί να επέλθει αυτό που σχηματικά περιγράφεται στους κλασικούς του μαρξισμού «συντριβή του αστικού κράτους». Αντίθετα, διαβάστηκε ως ανάγκη ακόμη μεγαλύτερης προσήλωσης στο κοινοβουλευτικό δρόμο και στην αναζήτηση πολιτικών και κοινωνικών συμβιβασμών με την αστική τάξη. Κορυφαίο παράδειγμα αυτής της μετατόπισης η στάση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, του μεγαλύτερο κομμουνιστικού κόμματος της Δύσης. Ελάχιστες μέρες μετά το πραξικόπημα ο Ενρίκο Μπερλίνγκουερ πρωτοδιατυπώνει το στόχο του Ιστορικού Συμβιβασμού με την Χριστιανοδημοκρατία, με άμεση αναφορά στα γεγονότα της Χιλής ως βασική επιχειρηματολογία.[7] Και για να το κάνει απόλυτα σαφές δηλώνει ότι δεν μιλούν για αριστερή εναλλακτική λύση, αλλά για δημοκρατική εναλλακτική λύση.[8] Και όλα αυτά την ίδια στιγμή που στην Ιταλία ο μεγάλος κύκλος εργατικών και νεολαΐστικων σε όλη την περίοδο από το 1967-68 αντικειμενικά αναδείκνυε στοιχεία κρίσης της αστικής ηγεμονίας. Άνοιξε έτσι ο δρόμος για την ενεργή στήριξη από το ΙΚΚ όχι μόνο των πολιτικών λιτότητας και των πρώτων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αλλά και της αντιτρομοκρατικής υστερίας και της δημιουργίας ενός γενικευμένου αστυνομικού κράτους.[9] Την ίδια περίοδο στη Γαλλία το κάποτε πανίσχυρο μέσα στην Αριστερά Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα εμπλέκεται στις αλλεπάλληλες παλινωδίες σε σχέση με τη συνεργασία με τους σοσιαλιστές που θα οδηγήσει στην διαμόρφωση του περίφημου «Κοινού Προγράμματος», στην εγκατάλειψη εν συνεχεία της συνεργασίας, στην εκλογική αποτυχία του 1977 και τελικά στο θρίαμβο των Σοσιαλιστών το 1981 και την εκκίνηση μιας μακράς πορείας παρακμής του Γαλλικού Κομμουνισμού.[10] Στην Ελλάδα ας θυμηθούμε την ίδια περίοδο τη συνολικότερη υποχώρηση της Αριστεράς προς όφελος της υποτελούς συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ και την πλήρη ενσωμάτωση στη στρατηγική της Αλλαγής. Συνολικά, το αποτέλεσμα σε όλη την Ευρώπη θα είναι να υπονομευτούν οι ριζοσπαστικές δυναμικές του 1968 και μια ολόκληρη φόρτιση αμφισβήτησης του καπιταλισμού, να ενισχυθούν οι σοσιαλδημοκρατικές φωνές και τελικά να προλειανθεί το έδαφος για την αστική αντεπίθεση από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και το νεοφιλελευθερισμό. Και όλα αυτά παρότι αντικειμενικά ο συσχετισμός δύναμης για τα λαϊκά κινήματα στη δεκαετία του 1970 ήταν ευνοϊκός, με ευρύτερα σημάδια ριζοσπαστικοποίησης και της νεολαίας αλλά και του εργατικού κινήματος, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, αμφισβήτηση των μηχανισμών κοινωνικών αναπαραγωγής, δομική κρίση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ήττες του ιμπεριαλισμού, στοιχεία κρίσης ηγεμονίας και διάχυτη απήχηση της αναζήτησης μιας μη καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης.
(περισσότερα…)

Είναι «ευκολάκι» η ενότητα στη δράση της ριζοσπαστικής Αριστεράς;

Συζητώντας τις θέσεις του ΝΑΡ

Του Αντώνη Νταβανέλου
Αναδημοσίευση από την «Εργατική Αριστερά», φ. 387

Το τελευταίο διάστημα γίνεται φανερό, ακόμα και σε λιγότερο έμπειρους αγωνιστές/στριες της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ότι τα πράγματα έχουν δυσκολέψει σχετικά με την ενότητα στη δράση και πολύ περισσότερο σχετικά με την προοπτική μιας «μετωπικής» πολιτικής απάντησης απέναντι στις προκλήσεις και τα χτυπήματα που δέχεται ο κόσμος μας.

Γίνεται επίσης φανερό ότι οι αυξανόμενες δυσκολίες σχετίζονται ιδιαίτερα (όχι βεβαίως αποκλειστικά) με κάποιες αρνητικές αποφάσεις που, όπως φαίνεται, έχει πάρει ένα σημαντικό τμήμα της ηγεσίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και κυρίως το ΝΑΡ.

Πρόσφατα σε άρθρο ηγετικού στελέχους (και όχι ενός ανώριμου «σχολιαστή») είδαμε να χαρακτηρίζεται η ενωτική και μετωπική πολιτική ως «ευκολάκι» που, τάχα, παρακάμπτει τις σοβαρές και δύσκολες αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν μέσα σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία.

Καταρχήν, αυτή η υπεροψία δεν τεκμηριώνεται από τα πεπραγμένα, από τις πολιτικές εμπειρίες όλων μας. Το «ευκολάκι» της μετωπικής πολιτικής ήταν η βάση ενός σχίσματος στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την ώρα της κρίσης του ΣΥΡΙΖΑ (την ώρα δηλαδή που ένας ανυποψίαστος υπερόπτης θα περίμενε ως ώρα επιβεβαίωσης…), τον Σεπτέμβρη του 2015.

Τα σκληρά διλήμματα της μετωπικής πολιτικής εμφανίζονται ξανά σήμερα ως ιδιαίτερα πιεστικά, π.χ. στη διεργασία του πρόσφατου Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όπου δεν έγινε εφικτό να υπάρξει ενιαία απόφαση. Ας παραμερίσουμε λοιπόν τις εύκολες «απαντήσεις» και ας δούμε τα πιο σκληρά επιχειρήματα.

Να ανοίξουμε τα κιτάπια;

Στο ίδιο άρθρο διαβάσαμε έναν πολύ απαξιωτικό «χαρακτηρισμό» για τη ΛΑΕ, που ξεκινά από την ιστορική διαδρομή της ως κορμός της αριστερής πτέρυγας στον ΣΥΡΙΖΑ. Τα στελέχη του Αριστερού Ρεύματος, της ΔΕΑ και άλλοι κατηγορούνται ότι «μπάζωναν από τ’ αριστερά την πολιτική του Τσίπρα» και –κατά συνέπεια– σήμερα το μόνο που έχουν να κάνουν είναι «να ευχαριστήσουν όσους δεν δέχτηκαν να καταπιούν αμάσητο αυτό τους το παραμύθι…». Θα μπορούσαμε να θυμίσουμε πολλά από τα πεπραγμένα της Αριστερής Πλατφόρμας που έκαναν, τότε, το καθεστώς να θέτει στον Τσίπρα ως όρο για την «πρωθυπουργησιμότητά» του τις διαγραφές των αριστερών στελεχών του κόμματός του. Θα μπορούσαμε να θυμίσουμε ότι οι δανειστές αποδέχθηκαν τον «ελιγμό» των εκλογών τον Σεπτέμβρη του 2015 ακριβώς για να βοηθήσουν τον Τσίπρα να καθαρίσει το κόμμα του. Μας αρκεί ότι η έγκαιρη και μαζική ρήξη που στήριξε τότε η Αριστερή Πλατφόρμα τράβηξε ένα σημαντικό κόσμο έξω από την προοπτική της μνημονιακής μετάλλαξης, συμβάλλοντας στο να δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες αντίστασης, προς όφελος όλων μας. Η διαγραφή αυτού του στοιχείου από τους «απολογισμούς», πέρα από το ότι είναι μικρόψυχη, είναι πολιτικά αποπροσανατολιστική: Γιατί ένα κεντρικό ζήτημα σήμερα είναι να κερδηθεί προς τα αριστερά ο κόσμος που απογοητεύεται και εγκαταλείπει τον ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτή την κομβικής σημασίας για την ανασύνταξη της Αριστεράς υπόθεση, εμείς απαντάμε ότι «χωράει» ένα πραγματικά μεγάλο φάσμα δυνάμεων και στελεχών: από αυτούς που δεν πήραν μέρος στην «περιπέτεια» του ΣΥΡΙΖΑ (άσχετα με το αν κατόρθωσαν τότε να χτίσουν μια στοιχειωδώς αξιόπιστη εναλλακτική λύση) μέχρι ακόμα και όσους έφυγαν τελικά, έστω και με καθυστέρηση.

Ας προσέξουν όσοι αντιμετωπίζουν λογιστικά τον πολιτικό απολογισμό στα πεπραγμένα και την ιστορία της Αριστεράς. Γιατί –ας θυμίσουμε λίγο Χαρίλαο– αυτή την τριχιά, όσο την τινάζεις, τόσο θα βγάζει αλεύρι…

Το πρόγραμμα-λάστιχο

Μια άλλη «τεκμηρίωση» στην άρνηση της μετωπικής πολιτικής αφορά στο πρόγραμμα.

Η πρόταση για ενότητα, λέει, δημιουργεί την τάση για υποταγή των κομουνιστών σε ένα «ελαχιστότατο» πρόγραμμα και ταυτοχρόνως καταδικάζει την κομουνιστική πολιτική να περιορίζεται στα όνειρα των κοιμώμενων κομουνιστών.

Πρόκειται για ζητήματα που η κομουνιστική παράδοση έχει λύσει από την εποχή του 3ου και 4ου Συνεδρίου της Κομιντέρν, με τις αποφάσεις για το Μεταβατικό Πρόγραμμα, τη μεταβατική πολιτική και το Ενιαίο Μέτωπο.

Οι κομουνιστές οφείλουν να ξεκινάνε από την υποχρέωση «να αλλάξουν την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων» προς όφελος των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών. Οφείλουν να υιοθετούν και να στηρίζουν ένα Μεταβατικό Πρόγραμμα που όχι μόνο θα διασφαλίζει συμμαχίες Ενιαίου Μετώπου, αλλά θα διαθέτει και τη συναίνεση ενός ευρύτερου τμήματος των μαζών, που θα προθυμοποιούνται να παλέψουν γι’ αυτό το πρόγραμμα με βάση το σημερινό επίπεδο των εμπειριών τους. Η κομουνιστική στρατηγική παραμένει πολύτιμη και δρώσα μέσα σε αυτή την κίνηση, φροντίζοντας να ξεπεράσει ο κόσμος (μέσα από τις εμπειρίες του) το «σημερινό επίπεδο» και να κλιμακώνει τις απαιτήσεις και τους αγώνες του. Η υποτίμηση αυτής της παράδοσης συνιστά μια απρόσμενη στροφή σε έναν ιδιαίτερο «ζηνοβιεφισμό» της διαβόητης «Τρίτης Περιόδου», του 1928-1929. Τότε που ο χαρακτηρισμός όλων των άλλων εργατικών κομμάτων και δυνάμεων ως «σοσιαλ-φασιστικών» άφηνε τελικά ανοιχτό το δρόμο στον… Χίτλερ.

Οι εμπειρίες της Αριστεράς και του κόσμου στην Ελλάδα έχουν αναδείξει τα βασικά σημεία για ένα μεταβατικό πρόγραμμα: Ακύρωση των μνημονίων, ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού. Στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους. Κρατικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών. Απειθαρχία-ρήξη απέναντι στην ευρωζώνη και στην ΕΕ κ.ο.κ. Το πρόβλημα αυτού του προγράμματος δεν είναι ότι απαιτείται η συμπλήρωσή του με πιο προωθημένες, πιο «κομουνιστικές» προτάσεις. Είναι ότι χρειάζεται να υπηρετηθεί σχεδιασμένα, σοβαρά, μακροπρόθεσμα από ένα ευρύτερο τμήμα ριζοσπαστικών αντικαπιταλιστικών δυνάμεων, ώστε να καταστεί πιο αξιόπιστο και πιο ρεαλιστικό στα μάτια του κόσμου.

Η αντι-ΕΕ πλειοδοσία

Ένα απρόσμενο σημείο της έντονης κριτικής προς τη ΛΑΕ είναι η κατηγορία για περιορισμένο… αντιευρωπαϊσμό.

Η ιδρυτική συνδιάσκεψη της ΛΑΕ έχει περιγράψει τη θέση της: Άμεση-μονομερής αποχώρηση από την ευρωζώνη και δημοψήφισμα για την αποδέσμευση από την ΕΕ, όπου η ΛΑΕ δεσμεύεται υπέρ της αποδέσμευσης.

Οι κριτικοί αυτής της θέσης αποφεύγουν να γίνουν εξίσου συγκεκριμένοι: Άλλοτε κριτικάρουν τη ΛΑΕ για υπερβολικό αντιευρωπαϊσμό. Άλλοτε ξεκινούν από την αποδέσμευση από την ΕΕ, χωρίς να περιγράφουν το πώς αυτό θα γίνει. Άλλοτε συνδυάζουν την αποδέσμευση με την αντικαπιταλιστική ανατροπή και άλλοτε καταγγέλλουν το ΚΚΕ, επειδή συνδυάζει την αποδέσμευση με την αντικαπιταλιστική ανατροπή. Αυτά είναι μερικές μόνο από τις ενδείξεις για τις πολιτικές δυσκολίες του θέματος.

Ακριβώς γι’ αυτό είναι λάθος να ανάγεται αυτό το σημείο σε σημαία άρνησης της ενότητας. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως, και η ΛΑΕ σε αυτό μάλλον υπερβάλλει παρά καθυστερεί, να έχει προηγηθεί η ρήξη με τις αυταπάτες περί «εσωτερικής μεταρρύθμισης» στην ΕΕ…

Κρίσιμη δοκιμασία

Μετά την υπογραφή της πρόσφατης συμφωνίας με τους δανειστές, είναι καθαρό ότι βαδίζουμε σε μια βαθιά κοινωνική και πολιτική κρίση.

Τα επίδικα για τον κόσμο μας είναι τεράστια. Η ανάκαμψη του κινήματος αντίστασης θα είναι σταδιακή και θα χρειαστεί μεγάλες και σοβαρές οργανωμένες προσπάθειες. Η διαμόρφωση εναλλακτικής πολιτικής λύσης στο δίπολο Τσίπρας-Μητσοτάκης θα απαιτήσει ακόμα μεγαλύτερες προσπάθειες.

Μπροστά σε αυτή τη δοκιμασία, το «ευκολάκι» είναι να αντιδράσει κανείς με το ανακλαστικό business as usual. Το δύσκολο και το ουσιαστικό είναι η συνειδητή προσπάθεια για συγκέντρωση δυνάμεων με στόχο τις πραγματικές νίκες για τον κόσμο μας.

Ούτε «αντιμνημονιακό μέτωπο» ούτε «αντικαπιταλιστική αναδίπλωση»: Ανασύνθεση μιας νέας ριζοσπαστικής αριστεράς

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Η ψήφιση του τέταρτου μνημονίου ολοκληρώνει την προσπάθεια να παρουσιαστούν τα μνημόνια ως κανονικότητα. Η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να επενδύσει στο αφήγημα της ανάπτυξης, υποβοηθούμενη από τη Ν.Δ., που επικεντρώνει την αντιπολίτευσή της στο «χρειαζόμαστε ακόμη πιο νεοφιλελεύθερη πολιτική». Οι επιχειρηματίες επιδίδονται σε έναν λυσσαλέο πόλεμο πολιτικής επιρροής, με δεδομένο και το μεγάλο φαγοπότι που ανοίγει σε διάφορους κλάδους. Τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα αναζητούν τεχνολογίες επιβίωσης μέσα σε μια δύσκολη συνθήκη, θεωρώντας κατάκτηση ενίοτε απλώς το να μη γίνουν χειρότερα. Η ακροδεξιά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κάθε ευκαιρία να σπρώξει την κοινωνική αγανάκτηση σε κατεύθυνση σχεδόν κανιβαλική.

Κάτω από την επιφάνεια της πολιτικής σκηνής συσσωρεύονται έντονες αντιφάσεις. Εντείνεται η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική σκηνή. Υπάρχει ένα σταθερό ρεύμα απόρριψης της Ε.Ε. και του ευρώ ακόμη και στις δημοσκοπήσεις. Σε στρώματα νεολαίας διαισθάνεται κανείς να σωρεύονται εκρηκτικά υλικά. Δεν έχουμε πολλές κινητοποιήσεις, αλλά όπου ξεσπούν έχουν μεγάλη ένταση, τελευταίο παράδειγμα ο αγώνας στους ΟΤΑ. Όμως όλες αυτές οι διεργασίες δεν ενοποιούνται σε μια κοινή δυναμική, δεν ορίζονται σε μια κοινή κοίτη, δεν μιλούν την ίδια γλώσσα.

Γιατί δεν είμαστε στο 2013… Τότε, μετά τη σχεδόν εξεγερσιακή διετία 2010-12, διαμορφώθηκε ένας πολιτικός ορίζοντας κυβερνητικής αλλαγής. Ακόμη και αυτοί που ορθά έκαναν πολεμική για τον ευρωπαϊσμό και τον μεταρρυθμισμό του ΣΥΡΙΖΑ, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο ήττας, τοποθετούνταν στο έδαφος αυτής της δυναμικής υποστηρίζοντας τον αριστερό και ριζοσπαστικό αναπροσανατολισμό της.

Τότε το «αντιμνημονιακό μέτωπο» υπήρξε. Ως υπαρκτή δυναμική στις Πλατείες και τις κινητοποιήσεις, στις συγκρούσεις και στην απαξίωση του παλαιού πολιτικού σκηνικού. Ήταν εκρηκτικά αντιφατικό, καθώς συγκέντρωνε πλατιά κοινωνικά φάσματα, διαφορετικές γενιές και ένα πολιτικό φάσμα από τον αριστερό ριζοσπαστισμό έως διάφορα «πατριωτικά» σχήματα. Αλλά όντως έθετε την πρόκληση πώς θα μπορούσε να πολιτικοποιηθεί, να μετασχηματιστεί, κοντολογίς να υπάρξει μια παρέμβαση ηγεμονική που όχι απλώς να το εκπροσωπήσει αλλά να το μετατρέψει σε πολιτική δύναμη. Η απάντηση που δόθηκε είναι γνωστή. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θεώρησε ότι προγραμματικά θα το εκπροσωπούσε ένα σχέδιο σκληρής διαπραγμάτευσης εντός ευρώ και πολιτικά μια συμμαχία με την «αντιμνημονιακή δεξιά» (τους ΑΝ.ΕΛ. και μια μερίδα των καραμανλικών). Το καλοκαίρι του 2015 το «αντιμνημονιακό μέτωπο» έκανε για τελευταία φορά εκρηκτικά ορατή την κοινωνική δυναμική του με το ΟΧΙ.

Η συνέχεια είναι γνωστή: η κυβέρνηση συνθηκολόγησε και πήρε τις εκλογές, εκπροσωπώντας σημαντικό τμήμα του «αντιμνημονιακού μετώπου» πείθοντας ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος και άρα είναι προτιμότερο να διαχειριστεί η ίδια την αναπόδραστη πολιτική που επέβαλαν οι δανειστές. Η Λαϊκή Ενότητα προσπάθησε να εκπροσωπήσει μια εκδοχή του «αντιμνημονιακού μετώπου» με σαφή όμως αυτή τη φορά τοποθέτηση κατά του ευρωσυστήματος, αλλά διαπίστωσε ότι οι όροι είχαν αλλάξει και στην πραγματικότητα δεν υπήρχε ένα «ορφανό ΟΧΙ» που μαζικά θα διάλεγε τον πολιτικό του εκπρόσωπο. Ο κόσμος του ΟΧΙ (ξανα)ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ ή απλώς απείχε.

Η βασική κληρονομιά που άφησε το «αντιμνημονιακό μέτωπο» ήταν η πεποίθηση ότι ριζοσπαστική πολιτική σημαίνει κεντρική πολιτική παρουσία, έτσι ώστε κοινωνικές δυναμικές αποδεσμευμένες και «πολιτικά ορφανές» να βρουν εκπροσώπηση. Όντως στην κορύφωση της πολιτικής κρίσης το 2012 αυτό ίσχυσε εν μέρει, εξηγώντας και την εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, πέντε χρονιά μετά η συνθήκη αυτή δεν υπάρχει. Όχι γιατί τα λαϊκά στρώματα συναινούν στην επιδείνωση της θέσης τους. Αλλά γιατί προσαρμόζονται στην κανονικότητα του αγώνα για επιβίωση και στη διαρκή αίσθηση ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, επιλέγοντας να κινητοποιηθούν ή να ενεργοποιηθούν εκεί όπου θεωρούν ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Και προσανατολιζόμενα στις πολιτικές ή εκλογικές επιλογές τους με βάση τον υπαρκτό ορίζοντα που τους προτείνεται. Τα βαθύτερα ρήγματα στους όρους άρθρωσης της ηγεμονίας δεν κλείνουν, ιδίως όταν οι κυρίαρχες τάξεις προτείνουν ένα μέλλον απλής επιβίωσης στηριγμένης στη μετανάστευση, στην παραγωγική συρρίκνωση και στην απώλεια δημιουργικών δυνάμεων. Όμως, η διάχυτη αίσθηση ότι «δεν γίνεται κι αλλιώς», η απουσία ενός εναλλακτικού αφηγήματος όχι μόνο ως λόγου αλλά ως υπαρκτής κοινωνικής και ιστορικής δυναμικής, επιτρέπει αυτά τα ρήγματα να μην γίνονται ενεργά.

Να το πούμε απλά: η εποχή της ταλάντευσης, ακόμη και του ίδιου του πολιτικού σκηνικού, ως προς τα μνημόνια πέρασε. Εφαρμόζεται το τέταρτο μνημόνιο, το περίγραμμα μιας «λύσης» για το χρέος που θα συνεπάγεται διηνεκή επιτροπεία έχει διαφανεί, το ίδιο και μια διαρκής συνθήκη λιτότητα. Σε αυτό στρατεύονται τα αστικά στρώματα και το πολιτικό σκηνικό προσανατολίζεται σε μια ένα νέο διπολισμό εντός αυτού του πλαισίου, ανάμεσα σε μια πιο «προοδευτική» και μια πιο «νεοφιλελεύθερη» εκδοχή του. Τσίπρας και Μητσοτάκης ήδη προσαρμόστηκαν άψογα σε αυτόν τον ρόλο. Θα μας αναγγείλουν το «τέλος των μνημονίων» και θα διαγκωνιστούν εκλογικά για το ποιος θα διαχειριστεί τη νέα, ακραία νεοφιλεύθερη, (μετα)μνημονιακή «κανονικότητα».

Εάν θέλουμε να μιλήσουμε ξανά για αριστερή πολιτική, δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε απλώς τον χαρακτήρα του «αντιμνημονίου». Όχι γιατί δεν χρειάζεται λυσσαλέος αγώνας ενάντια σε αυτές τις πολιτικές, αλλά γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι αυτό το ερώτημα. Το ερώτημα δεν είναι το «έξω από τα μνημόνια» που θα τελειώσουν υποτίθεται, έστω και εάν παραταθούν στο διηνεκές. Το ερώτημα είναι εάν οι υποτελείς τάξεις, οι ανησυχίες, οι ανάγκες και η συλλογική τους αγωνία και δημιουργικότητα θα θέσουν αυτές το ερώτημα, θα διαμορφώσουν ξανά τους όρους για ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Και το νέο ιστορικό σταυροδρόμι δεν θα αφορά απλώς τα «μνημόνια» αλλά τον πυρήνα της αστικής πολιτικής και στρατηγικής, θα διεκδικεί άλλον δρόμο, σε ρήξη με τον ευρωπαϊκό και το «αναπτυξιακό μοντέλο» που απαξιώνει πολλαπλά τη συλλογική εργασιακή δύναμη, διώχνει δημιουργικές δυνάμεις, μετατρέπει τη χώρα σε πεδίο βολής επενδυτών και καταστρέφει το περιβάλλον.

Σε αυτό το τοπίο, η επίκληση του «αντιμνημονιακού μετώπου», έστω και με την προσθήκη του αναγκαίου στόχου του εθνικού νομίσματος, δεν μπορεί να αποτελέσει διέξοδο. Όχι γιατί δεν χρειάζεται μετωπική συμπόρευση και ενωτική πρακτική. Αλλά γιατί η πολιτική δυναμική που προϋποτίθεται ως άρρητη προϋπόθεση, δηλαδή μια δυναμική αποδεσμευμένων πολιτικά, ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων δεν υπάρχει με αυτούς τους όρους.

Ακόμη χειρότερα, η υπόθεση ότι σήμερα αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια νέα απόπειρα εκπροσώπησης του «αντιμνημονιακού μετώπου», μπορεί να οδηγήσει στην επανάληψη πρακτικών, αυτή τη φορά όχι ως τραγωδία αλλά ως φάρσα. Η αντίληψη που λέει ότι πρέπει να συσπειρώσουμε και τις δυνάμεις που δεν αναφέρονται στην αριστερά αλλά έχουν ειλικρινή πατριωτική στάση έναντι των μνημονίων αυτή τη φορά δεν θα μας φέρει κοντά τον λαϊκό κόσμο που αποδεσμεύτηκε από την επιρροή του δικομματισμού. Θα μας φέρει έναν ιδιότυπο συρφετό από περσόνες, παράγοντες και ηγέτες χωρίς κοινωνικές εκπροσωπήσεις. Την ώρα που το επίδικο είναι η ανασύνθεση ενός πειστικού και επεξεργασμένου πολιτικού λόγου, θα μας οδηγήσει να συνομιλούμε με ένα μείγμα γενικόλογης καταγγελίας, «δικαστικών» εμμονών, μεγαλοστομίας στα όρια της υπερβολής, εθνικισμού, μαζί με την εσωτερίκευση της αντίληψης ότι η πολιτική είναι η εναλλαγή «ψόφος – like» στα κοινωνικά δίκτυα. Η ψευδαίσθηση ότι όλοι αυτοί μπορεί να έχουν απήχηση (που στην πραγματικότητα δεν έχουν…) θα μας κάνει να παραβλέψουμε ότι άλλα κομμάτια της κοινωνίας μπορεί και να τα απωθήσει.

Άραγε σημαίνει η άρνηση της λογικής του αντιμνημονιακού μετώπου ότι η λύση είναι αυτό που θα περιγράφαμε ως «αντικαπιταλιστική αναδίπλωση», όπως σημαντικό μέρος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτείνει; Η απάντηση είναι και εδώ όχι. Η τακτική της πλειοψηφίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν βλέπει ότι σήμερα το διακύβευμα δεν είναι η διατήρηση της αυτοτέλειας της επαναστατικής αριστεράς έναντι στην επέλαση του ρεφορμισμού, αλλά το εάν θα συνεχίσει να υπάρχει αριστερά, με στοιχειώδη ριζοσπαστισμό και μαζική αναφορά, ώστε να μπορέσουμε να ανασυνθέσουμε και να ανασυγκροτήσουμε τη δυνατότητα μιας πολιτικής της ανατροπής μπροστά σε νέους κύκλους όξυνσης του ταξικού ανταγωνισμού.

Προφανώς και σήμερα περισσότερο παρά ποτέ έχουμε ανάγκη από ένα νέο κριτικό αναστοχασμό της επαναστατικής στρατηγικής και ένα νέο κομμουνιστικό κίνημα, αναγκαία συνθήκη για μια διαλεκτική της ηγεμονίας στην πάλη για ένα νέο ιστορικό μπλοκ. Αλλά η διαλεκτική της ηγεμονίας προϋποθέτει ότι υπάρχουν πεδία και πρακτικές όπου αυτή ξεδιπλώνεται, εγχειρήματα που δοκιμάζουν γραμμές στην πράξη, χώροι όπου να μπορούν να συσπειρώνονται αγωνιστές και να ανοικοδομούνται οι διαρρηγμένες σχέσεις με τις μάζες. Ο σεχταρισμός, η εύκολη πολεμική και η στοχοποίηση, η άρνηση ενωτικών εγχειρημάτων υπονομεύουν αυτή τη δυνατότητα. Η άρνηση συνεργασίας στο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ, στο συνέδριο του ΕΚΑ, στην ΟΛΜΕ, σχημάτων και αγωνιστών με κοινές αντισυνδιαχειριστικές και αντικαπιταλιστικές θέσεις σε ποιον βαθμό βοήθησε την «κομμουνιστική επαναθεμελίωση» ή έστω την οικοδόμηση αντιστάσεων στο κίνημα; Η άρνηση του πολιτικού διαλόγου για το μέτωπο, την ίδια ώρα που οι προϋποθέσεις υπάρχουν (αντικυβερνητικός προσανατολισμός, θέση για αποδέσμευση από την Ε.Ε., μεταβατικό πρόγραμμα σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, αντιρατσισμός και αντιφασισμός), ποια «διαλεκτική της ανασύνθεσης» εξυπηρετεί; Η εικόνα ενός τοπίου πολεμικής που θυμίζει φοιτητικά πηγαδάκια της δεκαετίας του 1970, όταν η κοντινότερη πολιτική τάση ήταν και η πιο εχθρική, με ποιον τρόπο εξυπηρετεί την απάντηση στην αγωνία ενός κόσμου να δει τη ριζοσπαστική αριστερά να παράγει επιτέλους νέο λόγο και επεξεργασμένο πρόγραμμα και όχι χιλιοειπωμένα bullets με την «ορθή γραμμή»; Και τελικά η λογική ότι πρώτα πρέπει να «κοντύνει» πολιτικά ο συνομιλητής πριν ξεκινήσει ο διάλογος από ποια παράδοση «ενιαίου μετώπου» έρχεται;

Σήμερα υπάρχει ένα υπαρκτό πολιτικό δυναμικό, ένα μέρος του οργανωμένο στη ΛΑΕ, στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και σε συσπειρώσεις όπως η Δικτύωση, ένα μέρος του ανένταχτο και απογοητευμένο, με κοινό παρονομαστή την αναζήτηση μιας ριζοσπαστικής εναλλακτικής διεξόδου σε ρήξη με τον ευρωπαϊκό δρόμο και τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Υπάρχουν επίσης κοινωνικά στρώματα, καθημαγμένα αλλά και κουρασμένα, με αγωνία για το μέλλον αλλά και δυσπιστία σε όσους τους τάζουν ελπίδα. Η συνάντηση του πολιτικού δυναμικού με αυτά τα στρώματα, αυτές τις κοινωνικές δυναμικές, μέσα από νέα σχήματα, συλλογικότητες και αγώνες θα είναι η αφετηρία για να τεθεί όντως ξανά το ερώτημα για ένα νέο «ιστορικό σταυροδρόμι» στην ελληνική κοινωνία.

Μόνο που για να γίνει αυτή η συνάντηση χρειάζεται εκείνο το κρίσιμο πολιτικό δυναμικό της αριστεράς να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Να τολμήσει να υπερβεί τα δικά του όρια και τις δικές του αδυναμίες. Να ξεπεράσει ακόμη και την επανάπαυση στα «ισχυρά σημεία» του (π.χ. τη συνδικαλιστική γείωση για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την πολιτική αναγνωρισιμότητα για τα στελέχη της ΛΑΕ). Και να αναμετρηθεί με την πρόκληση όχι απλώς του αναγκαίου διαλόγου για το μέτωπο, αλλά πάνω από όλα της ανασύνθεσης μιας νέας αριστεράς για το ιστορικό τοπίο που τώρα διαμορφώνεται. Όχι την αριστερά που θα τα είχε «κάνει καλύτερα» το 2012 ή το 2015 αλλά την αριστερά που θα χαράξει δρόμους ανατροπής σήμερα και αύριο. Με ενωτικά αριστερά ριζοσπαστικά σχήματα σε όλα τα κοινωνικά μέτωπα. Με κοινές πρωτοβουλίες για να υπάρξουν ξανά κινήματα, αντιστάσεις, συνδικάτα. Με ανοιχτό και δημόσιο πολιτικό και θεωρητικό διάλογο. Με βήματα για το μέτωπο όχι ως εκλογικό μηχανισμό, αλλά ως διεργασία για τον κοινό χώρο όπου θα συναντηθούν ευρύτερες αναζητήσεις, αγωνίες και διεκδικήσεις.

Γιατί όποιοι κι αν είναι οι συσχετισμοί σε ένα τοπίο ήττας της αριστεράς και του κινήματος, αφορούν μόνο όσες και όσους πιστεύουν ότι η ήττα είναι τελικά η φυσιολογική συνθήκη για την αριστερά.

Η ΛΑΕ μπροστά σε σημαντικές υποχρεώσεις

Της Μαρίας Μπόλαρη
Αναδημοσίευση από την «Εργατική Αριστερά», φ. 386 (21/6)

Η συμφωνία στο Eurogroup, που δρομολογεί μια μακρά περίοδο υπερ-λιτότητας, δημιουργεί για τη ριζοσπαστική Αριστερά σημαντικές υποχρεώσεις.

Υπο­χρε­ώ­σεις πα­ρέμ­βα­σης και κι­νη­μα­τι­κών πρω­το­βου­λιών με στόχο την κλι­μά­κω­ση της ερ­γα­τι­κής-λαϊ­κής αντί­στα­σης, αλλά και υπο­χρε­ώ­σεις επε­ξερ­γα­σί­ας της εναλ­λα­κτι­κής λύσης. Αυτό ση­μαί­νει πρω­το­βου­λί­ες ξε­κα­θα­ρί­σμα­τος και συ­γκε­κρι­με­νο­ποί­η­σης του ανα­γκαί­ου με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος που πρέ­πει να προ­βλη­θεί ως «αντί­πα­λο δέος» στη μνη­μο­νια­κή δέ­σμευ­ση 40ε­τί­ας, όπως και πρω­το­βου­λί­ες συ­γκέ­ντρω­σης δυ­νά­με­ων που προ­τί­θε­νται να στη­ρί­ξουν αυτό το πρό­γραμ­μα, ώστε να γίνει στα μάτια του κό­σμου μας πει­στι­κό και υλο­ποι­ή­σι­μο.

Στο πρό­σφα­το Πο­λι­τι­κό Συμ­βού­λιο της ΛΑΕ πάρ­θη­καν κά­ποιες απο­φά­σεις που ται­ριά­ζουν γάντι σε αυτή τη συ­γκυ­ρία. Είναι η ώρα της επι­μο­νής για την υλο­ποί­η­σή τους, ενά­ντια τόσο στις σει­ρή­νες της κα­λο­και­ρι­νής χα­λά­ρω­σης, όσο και ενά­ντια σε ένα κλίμα απο­θάρ­ρυν­σης του κό­σμου που καλ­λιερ­γεί ο θη­ριώ­δης χα­ρα­κτή­ρας της συμ­φω­νί­ας Τσί­πρα-ΕΕ και ΔΝΤ. Ας συ­νο­ψί­σου­με τα βα­σι­κά ση­μεία αυτών των απο­φά­σε­ων:

α. Στις 7-8 Ιούλη η ΛΑΕ ορ­γα­νώ­νει, στο χώρο του αμα­ξο­στα­σί­ου του ΗΛΠΑΠ, Πει­ραιώς και Ερμού απέ­να­ντι από το Γκάζι, για πρώτη φορά το φε­στι­βάλ της. Επι­λέ­γο­ντας σωστά, απο­φά­σι­σε να του δώσει το χα­ρα­κτή­ρα μιας διε­θνούς-διε­θνι­στι­κής συ­ζή­τη­σης, με προ­σκε­κλη­μέ­νους από την ευ­ρω­παϊ­κή ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά. Μέχρι στιγ­μής έχουν «κλεί­σει» τη συμ­με­το­χή τους ο Ερίκ Του­σέν από τη διε­θνή κα­μπά­νια ενά­ντια στο χρέος, ο Τζον Ρις από την κα­μπά­νια για Αρι­στε­ρή Έξο­δο-Lexit στη Βρε­τα­νία, ενώ ανα­μέ­νε­ται εκ­πρό­σω­πος της «Ανυ­πό­τα­κτης Γαλ­λί­ας» κ.ά.

Μετά τις εκλο­γές στη Βρε­τα­νία και τη Γαλ­λία, η υπαρ­κτή κρίση της ΕΕ φω­τί­ζε­ται πιο συ­γκε­κρι­μέ­να: Στο κέ­ντρο της βρί­σκε­ται η λυσ­σώ­δης προ­σπά­θεια των κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων να συ­νε­χί­σουν τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη επί­θε­ση, ως μο­να­δι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση για αντι­με­τώ­πι­ση της διε­θνούς κρί­σης του κα­πι­τα­λι­σμού. Σε αυτή τη λαί­λα­πα εξα­κο­λου­θούν να «συ­νω­θού­νται» τόσο οι ευ­ρω­παϊ­στές συ­ντη­ρη­τι­κοί ή σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ροι (βλ. Μα­κρόν) όσο όμως και οι «ευ­ρω­σκε­πτι­κι­στές» ομό­λο­γοί τους (βλ. Μέι). Η ανα­ζή­τη­ση λοι­πόν της εναλ­λα­κτι­κής πο­λι­τι­κής, χωρίς να υπο­τι­μή­σει κα­θό­λου την ανα­γκαία σύ­γκρου­ση/ρήξη με την ΟΝΕ και την ΕΕ, οφεί­λει να επι­κε­ντρω­θεί ξανά στο στέ­ρεο έδα­φος της πο­λι­τι­κής έκ­φρα­σης των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων και του αντι­κα­πι­τα­λι­σμού.

Στις συ­ζη­τή­σεις αυτές θα προ­σκλη­θούν, ασφα­λώς, και εκ­πρό­σω­ποι της ντό­πιας ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, σε μια σύν­θε­ση όπου θα απει­κο­νί­ζε­ται η προ­ο­πτι­κή των πο­λι­τι­κών συμ­μα­χιών της ΛΑΕ.

Επί­σης οι εκ­δη­λώ­σεις θα συν­δυα­στούν με συ­ναυ­λί­ες, όπου καλά συ­γκρο­τή­μα­τα θα ανα­δει­κνύ­ουν ένα «ζωηρό» νε­ο­λαι­ί­στι­κο προ­σα­να­το­λι­σμό, αφή­νο­ντας ικα­νο­ποι­η­μέ­νους και συ­ντρό­φους πα­λιό­τε­ρων γε­νιών.

β. Στη φάση που μπαί­νου­με, οι πο­λι­τι­κές συμ­μα­χί­ες είναι σο­βα­ρή επι­λο­γή. Εμείς, πα­ρα­δο­σια­κά, έχου­με υπο­στη­ρί­ξει και συ­νε­χί­ζου­με να υπο­στη­ρί­ζου­με μια πο­λι­τι­κή ενό­τη­τας στη δράση όλων, χωρίς εξαι­ρέ­σεις, των πο­λι­τι­κών κι­νή­σε­ων, ορ­γα­νώ­σε­ων και κομ­μά­των που ανα­φέ­ρο­νται στο ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα και στην προ­ο­πτι­κή της σο­σια­λι­στι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης. Μας εν­δια­φέ­ρει όλο το φάσμα από το ΚΚΕ ως την ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ.

Όμως στην τρέ­χου­σα συ­γκυ­ρία χρειά­ζε­ται μια άμεση πρω­το­βου­λία που να συ­γκε­ντρώ­νει όσους πραγ­μα­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­νται γι’ αυτή την προ­ο­πτι­κή. Η ΛΑΕ, η Δι­κτύ­ω­ση Ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, η ΑΡΚ και άλλες δυ­νά­μεις οφεί­λουν να συ­γκρο­τή­σουν έναν κοινό «χώρο», ένα Φό­ρουμ Δια­λό­γου και Συ­ντο­νι­σμού Δρά­σης της Αρι­στε­ράς. Μια τέ­τοια πρω­το­βου­λία συ­στη­μα­τι­κής κοι­νής συ­ζή­τη­σης και δρά­σης μπο­ρεί να γίνει πόλος συ­σπεί­ρω­σης ενός ευ­ρύ­τε­ρου ανέ­ντα­χτου δυ­να­μι­κού που δια­κρί­νε­ται τόσο στους ερ­γα­τι­κούς χώ­ρους όσο και σε το­πι­κές δρά­σεις. Αν αυτό επι­τευ­χθεί, τότε τρο­πο­ποιεί και την ευ­ρύ­τε­ρη συ­ζή­τη­ση, γιατί θα απο­τε­λεί ένα σο­βα­ρό πλήγ­μα στο διά­χυ­το σε­χτα­ρι­σμό και την πα­θη­τι­κό­τη­τα.

γ. Τέλος, αλλά όχι τε­λευ­ταίο σε ση­μα­σία, είναι το ζή­τη­μα του κι­νη­μα­τι­κού συ­ντο­νι­σμού. Οι ιδέες για το Κέ­ντρο Αγώνα, για το συ­ντο­νι­σμό των το­πι­κών αντι­στά­σε­ων, για νε­ο­λαι­ί­στι­κες πρω­το­βου­λί­ες, πρέ­πει να πά­ψουν να είναι αφη­ρη­μέ­να σχέ­δια. Πρέ­πει να πά­ρουν σάρκα και οστά, να γί­νουν ζη­τή­μα­τα προ­γραμ­μα­τι­σμού ορ­γα­νώ­σε­ων βάσης και αγω­νι­στών-στριών από τα κάτω.

Ανή­κου­με σε αυ­τούς που υπο­στη­ρί­ζουν ότι η πο­λι­τι­κή κρίση πα­ρα­μέ­νει ένα ηφαί­στειο ενερ­γό και ότι η πι­θα­νό­τη­τα ανε­ξέ­λεγ­κτων πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων δεν πρέ­πει να υπο­τι­μη­θεί. Αυτή η εκτί­μη­ση ποτέ δεν μας οδή­γη­σε σε μια εκλο­γι­κί­στι­κη αντί­λη­ψη, σε μια τα­κτι­κή της «κάλ­πης παρά πόδας». Υπο­στη­ρί­ζου­με την ενό­τη­τα στη δράση κυ­ρί­ως για να υπε­ρα­σπί­σου­με τα συμ­φέ­ρο­ντα του κό­σμου μας. Όμως αυτή η τα­κτι­κή ήταν και είναι πάντα η κα­λύ­τε­ρη βάση για να αντι­με­τω­πι­στούν σωστά και οι προ­κλή­σεις των εκλο­γών, όποτε και αν αυτές γί­νουν.

Η πα­ρου­σί­α­ση εναλ­λα­κτι­κής λύσης στο δί­πο­λο Τσί­πρας-Μη­τσο­τά­κης έχει προ­ϋ­πο­θέ­σεις πο­λι­τι­κές, αλλά και προ­ϋ­πο­θέ­σεις σο­βα­ρό­τη­τας και μιας μί­νι­μουμ συ­γκέ­ντρω­σης δυ­νά­με­ων. Αν δεν ασχο­λη­θού­με με αυτά από τώρα, με κυ­ρί­αρ­χες τις ιε­ραρ­χή­σεις του μα­ζι­κού κι­νή­μα­τος αντί­στα­σης, τότε κιν­δυ­νεύ­ου­με να μεί­νου­με ευά­λω­τοι, στον αιφ­νι­δια­σμό, στη σε­χτα­ρι­στι­κή πα­θη­τι­κό­τη­τα, σε μια εκλο­γι­κί­στι­κη-δε­ξιό­στρο­φη «με­τω­πι­κή» αντί­λη­ψη ή και στο συν­δυα­σμό όλων των πα­ρα­πά­νω που θα οδη­γεί σε μια σί­γου­ρη πο­λι­τι­κή ήττα.

Η ΛΑΕ οφεί­λει να ξε­δι­πλώ­σει άμεσα τις πο­λι­τι­κές και κι­νη­μα­τι­κές πρω­το­βου­λί­ες που θα απο­κλεί­ουν αυτά τα εν­δε­χό­με­να.

Η εκνευριστική ανεπάρκεια της «καταδίκης της τρομοκρατίας»

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι, στην Ελλάδα έχουμε συλλογικότητες που προκρίνουν την ένοπλη πολιτική πάλη. Δεν χρησιμοποιώ τον όρο «τρομοκρατία» γιατί θεωρώ ότι αυτό αφορά κρατικές –ή δυνάμει κρατικές– οντότητες. Η επίγνωση του αδιέξοδου και ατελέσφορου χαρακτήρα που μπορεί να έχουν τέτοιες πρακτικές στη δεδομένη συγκυρία δεν αναιρεί ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πολιτικό φαινόμενο. Αναρχικού περισσότερο προσανατολισμού, με «νιχιλιστικές» αποχρώσεις ίσως, σε αντίθεση με τη διεκδίκηση των «ιστορικών» οργανώσεων να αποτελούν τη μαχητική εκδοχή του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά παρ’ όλα αυτά πολιτικό.

Η συλλήβδην «καταδίκη της τρομοκρατίας», που αναπαράγεται στο τελετουργικό των σχετικών δηλώσεων, μάλλον συσκοτίζει την αναμέτρηση με ένα πολιτικό φαινόμενο, δεν επιτρέπει την ουσιαστική πολιτική κριτική ή την ανάδειξη του αδιέξοδου χαρακτήρα και ενίοτε συντονίζεται με τις φωνές που ούτως ή άλλως αναζητούν κάθε δυνατή αφορμή για κατασταλτική σκλήρυνση. Πόσο μάλλον που η προσπάθεια απόδοσης ενός ιδιότυπου ρόλου ηθικού αυτουργού της επίθεσης σε ένα σύνολο ριζοσπαστικών αναφορών ή πρακτικών διαμαρτυρίας καταδεικνύει ότι η στόχευση δεν αφορά στενά την «τρομοκρατία» αλλά πολύ περισσότερο την εμπέδωση μιας συνθήκης γενικευμένης πειθάρχησης, μιας μόνιμης κατάστασης εξαίρεσης.

Η πολιτική κριτική προς τέτοιες ενέργειες, όπως και η πολιτική απόρριψη της λογικής του αυτόκλητου τιμωρού που συχνά εμπεριέχουν, δεν μπορούν να μετατρέπονται προς μια εκ των υστέρων αγιοποίηση των όποιων θυμάτων όταν αυτά φέρουν πραγματική ευθύνη για μια χωρίς προηγούμενο κοινωνική καταστροφή. Ιδίως όταν φάνηκε ότι στα μάτια των διαμορφωτών της δημοσιότητας προφανώς και η ζωή ενός πρώην μνημονιακού πρωθυπουργού είναι σημαντικότερη από τη ζωή των θυμάτων της εργοδοτικής ασυδοσίας, για παράδειγμα.

Την ίδια στιγμή, η εξαρχής επιλογή της κυβέρνησης να αφήσει ανέπαφο ένα ιδιαίτερα αυταρχικό θεσμικό πλαίσιο και να διατηρήσει άθικτο τον μηχανισμό της Αντιτρομοκρατικής, όπως και των δικαστικών που χειρίστηκαν αυτές τις υποθέσεις, σήμαινε ότι αντί για πολιτική αντιμετώπιση συνεχίστηκε μια πρακτική υπερποινικοποίησης και κατασκευής ενόχων, που προφανώς λειτουργεί ανατροφοδοτικά προς τέτοιες πρακτικές. Η δίκη του Τάσου Θεοφίλου, λόγου χάρη, με τα εμφανή στοιχεία σκευωρίας που έχει, ή η προκλητικά εκδικητική στέρηση κατοχυρωμένων δικαιωμάτων όπως οι άδειες από καταδικασμένους για προηγούμενες υποθέσεις ένοπλης πάλης, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας τέτοιας ανησυχητικής συνέχειας του κράτους.

Το φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί και αλλού, τέτοιες πρακτικές να εντείνονται σε συνθήκες ήττας του κινήματος –πιο σωστά αδυναμίας του–, έχει αποτελέσματα και συστημικής ενσωμάτωσης της αριστεράς· με λίγα λόγια, το φαινόμενο μιας αδιέξοδης απάντησης σε πραγματικά αδιέξοδα θα πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά. Αν θυμηθούμε, για παράδειγμα, την ιταλική εμπειρία, θα προσέξουμε ότι η μεγάλη ενίσχυση των ένοπλων οργανώσεων ήρθε ακριβώς με τον συνδυασμό ανάμεσα στη στρατηγική κρίση της ρεφορμιστικής αριστεράς (με αποκορύφωμα την απόδοση στήριξης σε κυβέρνηση λιτότητας), την αποτυχία της επαναστατικής αριστεράς να δώσει εναλλακτική προοπτική και τη διαπίστωση ότι το κίνημα του ’77 δεν μπόρεσε να αλλάξει τα πράγματα. Αντίστοιχα, στην ελληνική περίπτωση, εάν κοιτάξουμε την ακολουθία από τον νεανικό ριζοσπαστισμό του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 2000, με αποκορύφωμα τον Δεκέμβρη του 2008, και μ’ όλο το αίσθημα ανημπόριας που έδινε κάποια στιγμή απέναντι στην ένταση της καταστολής, στην εξεγερσιακή σχεδόν ανάταση της περιόδου 2010-12, στην όποια ελπίδα για πολιτική αλλαγή έφερε η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, και τελικά στην τραγική διάψευση και ήττα, μπορούμε να αντιληφθούμε το έδαφος στο οποίο ένας ριζοσπαστισμός διαλέγει δρόμους πολιτικά αδιέξοδους που δίνουν την αίσθηση ότι «κάτι γίνεται».

Η διερεύνηση αυτή προφανώς και δεν πρέπει να περιοριστεί απλώς στην αναζήτηση ερμηνευτικών νημάτων ούτε να εξαντληθεί στην αποδόμηση του κυρίαρχου «αντιτρομοκρατικού» λόγου. Πάνω απ’ όλα πρέπει να αναμετρηθεί με την υπαρκτή πρόκληση να ανασυγκροτηθεί η εμπιστοσύνη στην πραγματική αποτελεσματικότητα των μαζικών πολιτικών και κινηματικών πρακτικών.