Κατηγορία: Διάλογος – Προβληματισμοί για την Αριστερά

Η Αριστερά, το μέτωπο και το κόμμα

Της Μαρίας Μπόλαρη
Πηγή: rproject.gr

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια συγκυρία που φορτίζεται με δυσκολίες στρατηγικού χαρακτήρα για τους αγωνιστές των κινημάτων αντίστασης και όλης της Αριστεράς.

Πρό­κει­ται για μια συ­γκυ­ρία, για μια πε­ρί­ο­δο, όπου «συ­μπί­πτουν» τρεις δια­φο­ρε­τι­κές και αλ­λη­λο­τρο­φο­δο­τού­με­νες κρί­σεις:

α) Η κρίση του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος διε­θνώς, που 9 χρό­νια μετά το ξέ­σπα­σμά της συ­νε­χί­ζε­ται. Οι κα­πι­τα­λι­στές ξε­περ­νώ­ντας –με δυ­σκο­λί­ες!- το αρ­χι­κό στά­διο της κρί­σης που συν­δυά­στη­κε με πλα­τιές ερ­γα­τι­κές/λαϊ­κές αντι­στά­σεις, τώρα «συ­ντο­νί­ζο­νται» σε μια γραμ­μή που στο όνομα της αντι­με­τώ­πι­σης της κρί­σης επι­τα­χύ­νει τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη επι­θε­τι­κό­τη­τα του κε­φα­λαί­ου σε βάρος και των πιο στοι­χειω­δών ερ­γα­τι­κών κα­τα­κτή­σε­ων. Ταυ­τό­χρο­να, η κρίση επε­κτεί­νε­ται στο «πο­λι­τι­κό» πεδίο, κά­νο­ντας εφι­κτές τις πιο «απροσ­δό­κη­τες» εξε­λί­ξεις (Brexit, εκλο­γή Τραμπ, Κα­τα­λο­νία κ.ο.κ.), αλλά και κυ­ρί­ως οδη­γώ­ντας στον πα­ρο­ξυ­σμό των αντα­γω­νι­σμών. Η άνο­δος του μι­λι­τα­ρι­σμού και των εξο­πλι­σμών δεί­χνει ότι η κα­τά­στα­ση «μυ­ρί­ζει μπα­ρού­τι».

β) Κρίση των πλα­τιών κι­νη­μά­των αντί­στα­σης, που έθρε­ψαν σε μα­ζι­κό πεδίο της ελ­πί­δες των προη­γού­με­νων χρό­νων. Οι αγώ­νες κατά της φτώ­χειας και του ιμπε­ρια­λι­σμού στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή, η «αρα­βι­κή άνοι­ξη», οι αντι­νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ροι ερ­γα­τι­κοί αγώ­νες στην Ευ­ρώ­πη, το κί­νη­μα Occupy στην Αμε­ρι­κή και στον Κα­να­δά, είναι (να το πούμε κομψά) σε βαθιά υπο­χώ­ρη­ση.

γ) Κρίση της πο­λι­τι­κής Αρι­στε­ράς σε όλες τις εκ­δο­χές που επι­χεί­ρη­σαν μα­ζι­κά τα προη­γού­με­να χρό­νια. Τα σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κά κόμ­μα­τα έχουν βυ­θι­στεί ορι­στι­κά στο βούρ­κο του σο­σιαλ­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού. Τα μα­ζι­κά ΚΚ ου­δέ­πο­τε ανέ­καμ­ψαν από την κρίση του 1989 (με σχε­τι­κές εξαι­ρέ­σεις, ίσως τις μο­να­δι­κές, το ΚΚΕ και το ΑΚΕΛ). Το κύμα του «αρι­στε­ρού λαϊ­κι­σμού» στη Λατ. Αμε­ρι­κή έχει πιε­στεί ασφυ­κτι­κά, δίνει στη Βε­νε­ζου­έ­λα μια «τε­λι­κή μάχη». Οι ελ­πι­δο­φό­ρες ορ­γα­νώ­σεις της επα­να­στα­τι­κής Αρι­στε­ράς που προ­έ­κυ­ψαν μετά το 1968, διε­θνώς βρί­σκο­νται σε στα­σι­μό­τη­τα, ενώ κά­ποιες από τις πιο εμ­βλη­μα­τι­κές στην Ευ­ρώ­πη αντι­με­τω­πί­ζουν ιστο­ρι­κή κρίση (SWP στη Βρε­τα­νία, LCR-NPA στη Γαλ­λία κ.ο.κ.). Η τα­χύ­τα­τη σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ρη με­τάλ­λα­ξη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ –μετά την «κω­λο­τού­μπα» του 2015- υπήρ­ξε «αρ­νη­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα», τρο­φο­δό­τη­σε συ­ντη­ρη­τι­κές από­ψεις και πτέ­ρυ­γες στο Podemos στην Ισπα­νία, στο Bloco στην Πορ­το­γα­λία και ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο στο Linke στη Γερ­μα­νία. Αυτές οι απο­τυ­χί­ες δη­μιουρ­γούν τις δυ­να­τό­τη­τες σε εγ­χει­ρή­μα­τα όπως πχ του Με­λαν­σόν, να στρέ­φο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο στις «με­τα-αρι­στε­ρές» ιδέες του λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου λαϊ­κι­σμού και να συ­γκρο­τού­νται γύρω από αρ­χη­γο­κε­ντρι­κές λει­τουρ­γί­ες.

Αυτό είναι το πραγ­μα­τι­κό πεδίο που έχει να αντι­με­τω­πί­σει ο κα­θέ­νας-κα­θε­μιά από εμάς.

Σε αυτές τις συν­θή­κες ανα­πτύσ­σε­ται μέσα στον κόσμο μας μια ισχυ­ρή τάση προς την ενό­τη­τα στη δράση, προς την ενιαιο­με­τω­πι­κή τα­κτι­κή, λο­γι­κή και μέ­θο­δο.

Ακόμα και οι πιο «σκλη­ρές» τα­κτι­κές, αυτές που ολο­φά­νε­ρα δί­νουν την προ­τε­ραιό­τη­τα στην πε­ρι­χα­ρά­κω­ση δυ­νά­με­ων, θε­ω­ρώ­ντας ότι έτσι θα εξα­σφα­λί­σουν τη βιω­σι­μό­τη­τα του «κόμ­μα­τος» μέσα στις δυ­σκο­λί­ες της επο­χής, υπο­χρε­ώ­νο­νται ταυ­τό­χρο­να να μι­λούν για κά­ποιου εί­δους «μέ­τω­πο». Ενώ την ίδια στιγ­μή, φορ­τώ­νουν σε αυτό τόσα ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κά στοι­χεία –τόσο «προ­ω­θη­μέ­να» πλαί­σια- που κα­τα­λή­γουν να ταυ­τί­ζουν το μέ­τω­πο με το κόμμα και να αντι­με­τω­πί­ζουν ως εχθρι­κή κάθε τάση για αυ­θε­ντι­κή ενό­τη­τα δρά­σης δια­φο­ρε­τι­κών δυ­νά­με­ων του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της Αρι­στε­ράς.

Εμείς δη­λώ­νου­με εξαρ­χής ότι θε­ω­ρού­με αυτήν την αυ­θόρ­μη­τη διά­θε­ση του κό­σμου ως σωστή, ως πιο προ­ω­θη­μέ­νη απά­ντη­ση στα δι­λήμ­μα­τα της συ­γκυ­ρί­ας από τις υπερ­πο­λύ­πλο­κες, τάχα πιο σο­φι­στι­κέ, απα­ντή­σεις ση­μα­ντι­κών τμη­μά­των της ορ­γα­νω­μέ­νης πρω­το­πο­ρί­ας.

Όμως αυτή η αυ­θόρ­μη­τη διά­θε­ση προς τη συ­γκέ­ντρω­ση δυ­νά­με­ων δεν αρκεί από μόνη της. Είναι μια ση­μα­ντι­κή «πρώτη ύλη» πάνω στην οποία πρέ­πει να εκ­δη­λω­θούν πρω­το­βου­λί­ες, σχέ­δια, οι­κο­δό­μη­ση.

Αρ­χι­κά «από τα κάτω», μέσα στις αντι­στά­σεις, μέσα στο κί­νη­μα. Η πρό­κλη­ση του προ­σφυ­γι­κού, η υπο­χρέ­ω­ση για σο­βα­ρή αλ­λη­λεγ­γύη στην Πα­λαι­στί­νη, η σο­βα­ρή αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή αντι­πο­λε­μι­κή δου­λειά (ει­δι­κά σε συν­θή­κες όπου γί­νε­ται φα­νε­ρό ότι η ελ­λη­νι­κή πλευ­ρά «λύνει το ζω­νά­ρι της» στην πε­ριο­χή…), η σύ­γκρου­ση με την αντι­κοι­νω­νι­κή «κραι­πά­λη» των εξο­πλι­σμών, είναι πεδία όπου οφεί­λου­με να πά­ρου­με ση­μα­ντι­κές πρω­το­βου­λί­ες. Η αντί­στα­ση στις μνη­μο­νια­κές-κα­πι­τα­λι­στι­κές επι­θέ­σεις στους ερ­γα­τι­κούς χώ­ρους, η αντί­στα­ση στους πλει­στη­ρια­σμούς, η αντί­στα­ση στις ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις, η κλι­μά­κω­ση της υπε­ρά­σπι­σης των δη­μό­σιων χώρων και των δη­μό­σιων αγα­θών, είναι το­μείς όπου αυ­το­νό­η­τα χρειά­ζο­νται συ­ντο­νι­σμοί, κοινά σχέ­δια, κοι­νές πρω­το­βου­λί­ες, κοινά σχή­μα­τα. Ασφα­λώς η γκάμα αυτή της ενο­ποί­η­σης της προ­σπά­θειας δεν μπο­ρεί να απο­φα­σι­στεί εκ προ­οι­μί­ου, πρέ­πει να οι­κο­δο­μη­θεί βήμα προς βήμα. Όμως η κα­τεύ­θυν­ση αφορά όλους όσοι πραγ­μα­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­νται για την ανα­τρο­πή των συ­σχε­τι­σμών και σχε­διά­ζουν με ζη­τού­με­νο τις νίκες για τον κόσμο μας. Και αντί­στρο­φα: η απόρ­ρι­ψη αυτής της κα­τεύ­θυν­σης αφορά πο­λι­τι­κούς σχε­δια­σμούς που ανα­ζη­τούν απο­τε­λέ­σμα­τα μέσα στη «συ­νέ­χεια της ήττας».

Όμως η απά­ντη­ση αφορά και στο πο­λι­τι­κό πεδίο. Το δίλ­λη­μα «Τσί­πρας ή Μη­τσο­τά­κης;» θα έρθει με πολύ πιε­στι­κές συν­θή­κες για τον κόσμο μας. Η απά­ντη­ση σε αυτό, για να έχει την κατ’ ελά­χι­στο ανα­γκαία πο­λι­τι­κή πει­στι­κό­τη­τα, οφεί­λει να έχει ένα μί­νι­μουμ μα­ζι­κό­τη­τας: να μπο­ρεί να διεκ­δι­κή­σει τα κα­θή­κο­ντα μιας ορα­τής ρι­ζο­σπα­στι­κής-αντι­μνη­μο­νια­κής-αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής αρι­στε­ρής αντι­πο­λί­τευ­σης, που θα προ­σπα­θεί να υπε­ρα­σπί­σει τα συμ­φέ­ρο­ντα του κό­σμου μας, στη μακρά πε­ρί­ο­δο μνη­μο­νια­κής επι­τή­ρη­σης που ακο­λου­θεί το τυ­πι­κό «τέλος» του προ­γράμ­μα­τος τον Αύ­γου­στο του 2018. Αν απο­τύ­χου­με να δια­μορ­φώ­σου­με αυτήν την εναλ­λα­κτι­κή λύση, αυτόν τον «πόλο» συ­σπεί­ρω­σης και αντι­συ­στη­μι­κής πο­λι­τι­κής δρά­σης, τότε προ­κύ­πτει ο κίν­δυ­νος να κα­τα­τρι­βούν δυ­νά­μεις σε διλ­λή­μα­τα που θα υπα­γο­ρεύ­ο­νται από το κα­θε­στώς.

Τα ζη­τή­μα­τα αυτά, δια­γρά­φει με μια μο­νο­κο­ντυ­λιά το ΚΚΕ. Δεν πρό­κει­ται για «σε­χτα­ρι­σμό». Πρό­κει­ται για λάθος πο­λι­τι­κή εκτί­μη­ση, που πα­ραι­τεί­ται εκ προ­οι­μί­ου από τη διεκ­δί­κη­ση για νίκες, ενώ δίνει την έμ­φα­ση σε μια κυ­ριαρ­χία του ΚΚΕ, μέσα όμως στα ση­με­ρι­νά πλαί­σια, δε­δο­μέ­να και όρια. Εδώ ο συ­στη­μα­τι­κός δια­χω­ρι­σμός των δυ­νά­με­ων απο­δει­κνύ­ε­ται σαν γνώ­ρι­σμα μιας πα­θη­τι­κής αντι­με­τώ­πι­σης της συ­γκυ­ρί­ας, με το μάτι στραμ­μέ­νο σε ένα αξιο­πρε­πές πο­σο­στό στην επό­με­νη κάλπη και μετά βλέ­που­με… Ο κίν­δυ­νος να υπερ­κε­ρα­στεί το ΚΚΕ (παρά την προ­φα­νή ορ­γα­νω­τι­κή και αριθ­μη­τι­κή υπε­ρο­χή του) από την πα­ρέμ­βα­ση του νέο-ΠΑ­ΣΟΚ ή, ακόμα χει­ρό­τε­ρα, από τους νε­ο­να­ζί της ΧΑ, ανα­δει­κνύ­ει τον κο­ντό­θω­ρο ορί­ζο­ντα αυτής της στρα­τη­γι­κής.

Δυ­στυ­χώς, αυτή η αντι­με­τώ­πι­ση έγινε «μο­ντέ­λο» σε μι­κρο­γρα­φία και για τις απο­φά­σεις του πρό­σφα­του συ­νε­δρί­ου του ΝΑΡ.

Σε πρό­σφα­το άρθρο έμπει­ρου και σε­βα­στού συ­ντρό­φου, δια­βά­σα­με: «η πο­λι­τι­κή αυ­το­τέ­λεια του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ… απο­τε­λεί το “πρό­βλη­μα των προ­βλη­μά­των” της επο­χής μας». Κλει­δί, μά­λι­στα, για την αντι­με­τώ­πι­ση αυτού του προ­βλή­μα­τος των προ­βλη­μά­των απο­τε­λεί η απόρ­ρι­ψη των «εν­διά­με­σων αρι­στε­ρών λύ­σε­ων». Από πότε, αλή­θεια, η πο­λι­τι­κή αυ­το­τέ­λεια του ΝΑΡ –και οποιασ­δή­πο­τε άλλης ορ­γά­νω­σης- είναι σε αντί­θε­ση (ή και χει­ρό­τε­ρα απει­λεί­ται) από τις τα­κτι­κές ενό­τη­τας στη δράση ή τη λο­γι­κή του Ενιαί­ου Με­τώ­που; Ο σύ­ντρο­φος ανα­φέ­ρει προς από­δει­ξη την ιστο­ρι­κή εμπει­ρία από το 1944 (κυ­βέρ­νη­ση εθνι­κής ενό­τη­τας), το 1964 (σχέ­σεις ΕΔΑ με Ένωση Κέ­ντρου), και το 1984 (τα­κτι­κή ουράς του ΚΚΕ επί Φλω­ρά­κη απέ­να­ντι στο ΠΑΣΟΚ). Μόνο που σεμνά απο­σιω­πά το γε­γο­νός ότι σε όλες αυτές τις πε­ρι­πτώ­σεις το ΚΚΕ έκανε «ενό­τη­τα» με αστι­κές πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις (και μά­λι­στα με όρους υπο­τα­γής) και όχι με «εν­διά­με­σες αρι­στε­ρές λύ­σεις», ή με δια­φο­ρε­τι­κές δυ­νά­μεις του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της Αρι­στε­ράς. Για εμάς, πράγ­μα­τι, η πα­ρά­δο­ση του Ενιαί­ου Με­τώ­που αφορά, απο­κλει­στι­κά, ερ­γα­τι­κές-αρι­στε­ρές δυ­νά­μεις.

Σε αυτό το έδα­φος, διά­φο­ροι νε­ό­τε­ροι σύ­ντρο­φοι ανα­λαμ­βά­νουν τη δου­λειά να κα­τα­χε­ριά­σουν τις «εν­διά­με­σες δυ­νά­μεις». Δια­βά­σα­με τον όρο «νε­ο­δια­χει­ρι­στι­κές». Μόνο που τέ­τοιοι βα­ριοί όροι μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποιού­νται μόνο αν προ­κύ­πτουν αντι­κει­με­νι­κά: από τις σχέ­σεις του κα­θε­νός με την κυ­ρί­αρ­χη τάξη, τις με­ρί­δες της κλπ. Αλ­λιώς προ­κύ­πτει ο κίν­δυ­νος να γε­μί­σει ο τόπος ιε­ρο­ε­ξε­τα­στές…

Αξί­ζει να ση­μειω­θεί ότι μια τέ­τοια «στενή» αντι­με­τώ­πι­ση του με­τώ­που, δεν αφορά μόνο μελ­λο­ντι­κές πρω­το­βου­λί­ες, αλλά και υπάρ­χο­ντες συ­να­σπι­σμούς. Δια­βά­σα­με ότι «βη­μα­το­δό­τη και καρ­διά της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ… να απο­τε­λέ­σει η δια­δι­κα­σία και τε­λι­κή η ίδρυ­ση του κομ­μου­νι­στι­κού φορέα». Εξ όσων γνω­ρί­ζου­με στις γραμ­μές της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ υπάρ­χουν αρ­κε­τά δια­φο­ρε­τι­κές από­ψεις-τα­κτι­κές-ορ­γα­νώ­σεις στο ζή­τη­μα του κόμ­μα­τος. Η ταύ­τι­ση κόμ­μα­τος-με­τώ­που μπο­ρεί να απο­δει­χθεί δια­λυ­τι­κή σε πολλά επί­πε­δα.

Σε άλλο κεί­με­νο δια­βά­σα­με: «Οι προ­βλη­μα­τι­σμοί και οι δια­φω­νί­ες δια­σχί­ζουν όλη τη μα­χό­με­νη Αρι­στε­ρά. Δια­σχί­ζουν το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ και όλες τις ορ­γα­νώ­σεις εντός, εκτός και γύρω τους. Γιατί εδρά­ζο­νται στην αγω­νία για την “ήττα που συ­νε­χί­ζε­ται”». Έτσι είναι. Γι’ αυτό ο κα­θείς οφεί­λει να ενι­σχύ­ει και να απο­σα­φη­νί­σει την «αυ­το­τέ­λειά του». Όμως ταυ­τό­χρο­να οφεί­λει να δια­τυ­πώ­νει με σα­φή­νεια την πρό­τα­σή του για το μέ­τω­πο: εμείς συμ­με­τέ­χο­ντας στη ΛΑΕ, χωρίς ποτέ να κρύ­ψου­με ή να υπο­βαθ­μί­σου­με δια­φω­νί­ες πο­λι­τι­κές, συ­νε­χί­ζου­με να την υπο­στη­ρί­ζου­με, διεκ­δι­κώ­ντας πάντα ει­λι­κρι­νά τη «διεύ­ρυν­ση» του ανα­γκαί­ου με­τώ­που, προς όλες τις δυ­νά­μεις της ρι­ζο­σπα­στι­κής-αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς. Οι «συμ­μα­χι­κές σχέ­σεις» με­τα­ξύ ΛΑΕ, άλλων ρι­ζο­σπα­στι­κών δυ­νά­με­ων που ήρθαν σε ρήξη με τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ το 2015 και ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ (με δε­δο­μέ­νη την αυ­το­ε­ξαί­ρε­ση του ΚΚΕ) απο­τε­λούν το πραγ­μα­τι­κό «κλει­δί» για τη ση­με­ρι­νή πο­λι­τι­κή συ­γκυ­ρία.

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από την Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά

Advertisements

Ανιχνεύοντας τον πολιτικό μοντερνισμό του Οκτώβρη (αρχές στρατηγικής)

Το παρόν κείμενο παρουσιάστηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2017, στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων που διοργάνωσε η Αριστερή Ανασύνθεση με θέμα «Ανιχνεύοντας την επικαιρότητα του κόκκινου Οκτώβρη».
Στην ίδια εκδήλωση μίλησαν επίσης ο Κώστας Γούσης, ο Χρίστος Κατσούλας και η Ελένη Πορτάλιου.

Πηγή: ektosgrammis.gr

α. Ο ιστορικός επικαθορισμός του Οκτώβρη

Ο κόκκινος Οκτώβρης δεν υπήρξε μόνο η έμπρακτη απόδειξη ότι οι εκτιμήσεις των κλασικών του μαρξισμού και τα όνειρα των κομμουνάρων του Παρισιού για μια νέα εποχή επαναστάσεων που επρόκειτο να ανατείλει ήταν κάθε άλλο από θεωρητικές ή υπεραριστερές φαντασιοκοπίες. Υπήρξε και η συμπύκνωση πλήθους στοιχείων πολιτικού μοντερνισμού που παρουσιάστηκαν στη Ρωσία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, καθώς, και το αποτέλεσμα της κλιμάκωσης μιας εντελώς πρωτότυπης επαναστατικής τακτικής, μιας μοναδικής επαναστατικής ακολουθίας.

Περισσότερο, όμως, ακόμη υπήρξε το αποτέλεσμα ενός «κατάλληλου» συνδυασμού ανάμεσα στα παραπάνω: του συνδυασμού ανάμεσα σε μια εξαιρετικά πρωτότυπη σύζευξη ιστορικών περιστάσεων, μια κατ’ εξαίρεση κατάσταση, όπως θα την αποκαλέσει ο Αλτουσέρ, σε κάποιες από τις πιο σημαντικές σελίδες που θα γράψει ποτέ, όταν χάριν της θεωρητικής υποστήριξης της έννοιας του επικαθορισμού, θα μιλήσει για την «ενότητα ρήξης» στην οποία συγχωνεύτηκαν οι ιστορικές περιστάσεις κατά την έκρηξη του Οκτώβρη, αφενός, και στην ιδιαίτερη παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα, αφετέρου.

Πρόκειται για τις περιστάσεις που ορίζονται από τον συνδυασμό ανάμεσα στην ογκούμενη δυσαρέσκεια για την πολεμική εμπλοκή της τσαρικής Ρωσίας, την επισιτιστική κρίση και εξαθλίωση των ρωσικών εργατικών και αγροτικών μαζών, αλλά και την αποτυχία της αγροτικής μεταρρύθμισης του 1861. Αυτός ήταν ο ιστορικός επικαθορισμός που συμπύκνωσε το περίφημο «Γη – ψωμί – ειρήνη», επικαθορισμός που οι Μπολσεβίκοι και ο Λένιν, κατάφεραν να αναγνωρίσουν και να εκμεταλλευτούν, μόνο γιατί από τις αρχές του 20ου αιώνα είχαν συμβάλει -ασφαλώς, όχι αποκλειστικά εκείνοι- στην κλιμάκωση της ταξικής πάλης στη Ρωσία: στην ανάδυση τρόπων και όρων οργάνωσης και θέσμισης του κοινωνικού εκείνου μπλοκ δυνάμεων, που θα αποτελέσει αργότερα το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων της επανάστασης. Και, ταυτόχρονα, πρόκειται για την εκδίπλωση μιας ευφυούς όσο επίπονης επαναστατικής τακτικής, επίκεντρο της οποίας ήταν η επιμονή στην επαναστατική ρήξη και τη διεκδίκηση της εξουσίας, ειδικά στους μήνες που μεσολάβησαν από τον Απρίλη στον Οκτώβρη, όταν και υπό το καθεστώς της ανοχής της προσωρινής κυβέρνησης από τα Σοβιέτ, αυτή η επιμονή έδειχνε να δοκιμάζεται αποφασιστικά και να απομονώνει του Μπολσεβίκους, αν όχι τον ίδιο τον Λένιν στο εσωτερικό τους.

Με τους όρους του Μακιαβέλλι, εκ των πατέρων της επιστημονικής θεώρησης του πολιτικού, η Οκτωβριανή επανάσταση υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μοναδικού συνδυασμού ανάμεσα στην τύχη του ηγεμόνα και την ικανότητά του.

Και με την έννοια αυτή, είναι που ο Οκτώβρης, υπήρξε μια καλά ριζωμένη στις αντιθέσεις της ρωσικής κοινωνίας επαναστατική ρήξη. Πρόκειται ασφαλώς, για μια θεώρηση ανυπόφορη για τους διανοούμενους και λοιπούς επιφανείς εκπροσώπους των κυρίαρχων τάξεων, που επιχειρούν εδώ και 100 χρόνια να αμαυρώσουν το ιστορικό, αλλά κυρίως το πολιτικό αποτύπωμα του Οκτώβρη εξαπολύοντας την γνωστή ρητορική περί πραξικοπήματος.

 

β. Προϋποθέσεις μιας επιστροφής

Όμως, σήμερα, δεν προσεγγίζουμε τον Οκτώβρη από την σκοπιά κάποιου φιλολογικού, ιστορικού, επιστημονικού ή άλλου πάθους· τον προσεγγίζουμε από την σκοπιά του μέλλοντός του. Από την σκοπιά της σημασίας και της χρησιμότητάς του για τους δικούς μας σκοπούς, αυτούς των αναγκών ανασύνθεσης μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Με την έννοια αυτή, η επιστροφή μας στον Οκτώβρη σήμερα δεν μπορεί να είναι αποθεωτική: μια επιστροφή υπό την αίσθηση του δέους για ένα ανεπανάληπτο ιστορικό συμβάν, που μπορεί κατ’ εξοχήν να μας καθηλώσει στην εξέτασή του από την απόσταση των εντυπώσεων και των στερεοτύπων για αυτό, παρά από την σκοπιά της μελέτης και της κινητοποίησης.

Και, πολύ περισσότερο, η επιστροφή στον Οκτώβρη σήμερα δεν μπορεί να είναι μιμητική: υπάρχει λόγος για τον οποίον «οι κοινωνικές επαναστάσεις δεν αντλούν την ποίησή τους από το παρελθόν, αλλά μονάχα από το μέλλον», όπως μας προειδοποιούσε ο Μαρξ στην Μπρυμαίρ. Είναι ο ίδιος λόγος που κατανοούσε πολύ καλά ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι, όταν επιχειρούσαν να σκεφτούν για τη δική τους εποχή και τις ανάγκες της, αντί να επιχειρούν απλώς να αντιγράψουν το υπόδειγμα της Κομμούνας – ένα υπόδειγμα άλλωστε που ήταν με τη σειρά του ιστορικά πρωτότυπο σε τέτοιον βαθμό, που οδήγησε τον ίδιο τον Μαρξ να επιστρέψει στο κείμενο του Μανιφέστου, που είχε γραφτεί μέσα στις ιστορικές συνθήκες που γέννησαν τις επαναστάσεις του 1848, για να το «διορθώσει», ενσωματώνοντας θεωρητικά και πολιτικά στο κείμενό του τη νέα κοινωνικοπολιτική αυτή μορφή. Πρόκειται για το γεγονός ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, ότι η ιστορική εξέλιξη γεννά νέες κοινωνικές μορφές και ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται τα επαναστατικά κινήματα να δράσουν είναι πάντοτε, δομικά, πρωτότυπες. Ως εκ τούτου, ο Οκτώβρης σήμερα δεν μπορεί να είναι για εμάς μια εικόνα καθ’ ομοίωση της οποίας θα πρέπει να οργανωθούμε. Δεν μπορεί να είναι ένα εικόνισμα στην μνήμη του οποίου θα αναμένουμε αέναα τις περιστάσεις να αποκτήσουν παρόμοια μορφή και σύμπλεξη. Ο επόμενος Οκτώβρης θα μπορεί να είναι τέτοιος, μόνο με το κόστος κάποιας αυθάδειας στον προηγούμενο.

Όλα τα παραπάνω δεν λέγονται για να αιτιολογήσουν κάποια δήθεν εκ των περιστάσεων αναγκαστική στροφή στον «πολιτικό ρεαλισμό», που ως τέτοια δεν συνιστά τίποτα διαφορετικό από μείζον αποτέλεσμα της κυρίαρχης, αστικής, ιδεολογίας πάνω στην αριστερά. Ούτε, φυσικά, στοχεύουν να δικαιολογήσουν κάποιον πολιτικό αναχωρητισμό, μια ιδιώτευση αντλημένη έστω από τις πραγματικά δύσκολες συνθήκες που έχει να αντιμετωπίσει κάθε άνθρωπος, κίνημα, ή πολιτική οργάνωση που επιμένει σήμερα στην ανάγκη επαναστατικών ρήξεων και ανατροπών ώστε να οδηγηθούμε στη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνικής πορείας.

Ο ίδιος Οκτώβρης δεν μπορεί να επαναληφθεί σήμερα, αλλά ο Οκτώβρης του 1917, η επαναστατική στρατηγική των μπολσεβίκων, οι πολιτικοί και κοινωνικοί νεωτερισμοί της περιόδου εκείνης, έχουν πάρα πολλά να μας μάθουν για σήμερα, για το κίνημά μας. Από τον κόκκινο Οκτώβρη μπορεί να μην μπορούμε να αντλήσουμε ένα παράδειγμα προς αντιγραφή, αλλά μπορούμε να αντλήσουμε στρατηγικές αρχές, όχι βεβαιότητες ή λεπτομέρειες προς αναβίωση, αλλά αρχές πολιτικής πρακτικής για την ανασύνθεση μιας σύγχρονης, επαναστατικής στρατηγικής.

Μιας στρατηγικής που θα εκφεύγει από το όριο ενός αριστερίστικου βερμπαλιστικού αναχωρητισμού, όσο όμως και από το όριο ενός μαχητικού ρεφορμισμού, φυσιογνωμίες και γραμμές που και οι δύο εκχωρούν το στρατηγικό πεδίο της αντιπαράθεσης στον αντίπαλο, διατηρώντας απλώς κάποιου τύπου -την ιδεολογική στη μια περίπτωση, και την πολιτική στην άλλη- ανεξαρτησία από αυτό. Και πολύ περισσότερο, φυσικά, θα εκφεύγει από τα όρια μιας απολογητικής αστικής «φιλολαΐκης» στρατηγικής, η οποία δεν διατηρεί κανενός είδους, έστω και αμυντικού τύπου ανεξαρτησία από το κράτος, αλλά εξυπηρετεί θετικά τις κεντρικές του λειτουργίες και φροντίζει για την εξασφάλιση της πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής του συνέχειας και ομαλότητας.

 

γ. Αρχές στρατηγικής

Ποιο είναι λοιπόν το «μήνυμα στο μπουκάλι» που έστειλε ο Οκτώβρης στο μέλλον; Ποιες είναι αυτές οι περίφημες στρατηγικές αρχές τις οποίες μπορούμε σήμερα να αντλήσουμε από πρακτικές, στόχους, επιτυχίες και αποτυχίες μιας περιόδου τόσο διαφορετικής από τη σημερινή;
(περισσότερα…)

Η επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα και η Αριστερά

Του Αντώνη Νταβανέλου
Πηγή: rproject.gr

Μεγάλο τμήμα της Αριστεράς, με την πολιτική τοποθέτησή του κατά την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα, βρέθηκε κατώτερο των περιστάσεων. Ακολούθησε την πεπατημένη μιας σοσιαλσοβινιστικής παράδοσης, που δημιούργησε ο πασοκικός «πατριωτικός χώρος» στις δεκαετίες του 1980-90, μιας πολιτικής που σήμερα θεωρείται ως ένα διακομματικός κοινός «εθνικός» τόπος, αν και είναι ολοφάνερα ξεπερασμένος από τις μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές στην περιοχή, αλλά και από τη μεγάλη οικονομική κρίση που μαστίζει τόσο την Ελλάδα όσο και την Τουρκία και κάνει την κούρσα των εξοπλισμών και της διατήρησης των συνθηκών «θερμής ετοιμότητας» οδυνηρή πολυτέλεια και για τους δύο λαούς.

Η εκτί­μη­ση ότι ο Ερ­ντο­γάν «ήρθε στην Αθήνα κα­τό­πιν υπο­δεί­ξε­ων των υπε­ρα­τλα­ντι­κών κέ­ντρων», απο­τυγ­χά­νει ακόμα και στο να πα­ρα­κο­λου­θή­σει την επι­και­ρό­τη­τα.

Η διε­θνής συ­γκυ­ρία, κατά των επί­σκε­ψη, κα­θο­ρί­ζε­ται από την από­φα­ση του Τραμπ να κλι­μα­κώ­σει με πρω­το­φα­νή βιαιό­τη­τα την επί­θε­ση κατά των Πα­λαι­στι­νί­ων, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας ως πρω­τεύ­ου­σα του κρά­τους του Ισ­ρα­ήλ την Ιε­ρου­σα­λήμ. Η από­φα­ση αυτή έχει ιστο­ρι­κή διά­στα­ση και θα επι­φέ­ρει ανα­πό­φευ­κτα με­γά­λες συ­γκρού­σεις και ανα­τρο­πές στην πε­ριο­χή.

Ο Ερ­ντο­γάν έχει τα­χθεί με σα­φή­νεια κατά της από­φα­σης αυτής, μι­λώ­ντας για πα­ρα­βί­α­ση «κόκ­κι­νων γραμ­μών» της ιστο­ρί­ας, της δι­πλω­μα­τί­ας και της κοι­νής λο­γι­κής, ενώ καλεί τις μου­σουλ­μα­νι­κές και αρα­βι­κές χώρες σε συν­διά­σκε­ψη στην Κω­στα­ντι­νού­πο­λη με στόχο να συ­ντο­νι­στούν οι αντι­δρά­σεις που θα απο­σκο­πούν στην ανα­τρο­πή της από­φα­σης των ΗΠΑ. Το ήδη φα­νε­ρό και γνω­στό ρήγμα στις σχέ­σεις με­τα­ξύ της ση­με­ρι­νής Τουρ­κί­ας και των δυ­τι­κών ιμπε­ρια­λι­στι­κών δυ­νά­με­ων πρό­κει­ται να διευ­ρυν­θεί.

Η από­φα­ση του Τραμπ συ­νά­ντη­σε αντι­δρά­σεις ακόμα και σε πολ­λές δυ­τι­κές πρω­τεύ­ου­σες, που προ­βλέ­πουν μια ανε­ξέ­λεγ­κτη «τυφλή» κλι­μά­κω­ση των συ­γκρού­σε­ων στη Μέση Ανα­το­λή. Με μια θλι­βε­ρή εξαί­ρε­ση: τον Αλέξη Τσί­πρα. Που επι­σκε­πτό­με­νος προ μηνών το Τελ Αβίβ είχε χα­ρα­κτη­ρί­σει την Ιε­ρου­σα­λήμ ως «ιστο­ρι­κή πρω­τεύ­ου­σα» του κρά­τους του Ισ­ρα­ήλ. Πολ­λοί τότε ερ­μή­νευ­σαν τη δή­λω­ση του Τσί­πρα ως μια απλή «χο­ντρά­δα», απο­τέ­λε­σμα άγνοιας και ελ­λι­πούς αί­σθη­σης για την ιστο­ρία του πα­λαι­στι­νια­κού ζη­τή­μα­τος. Απο­δει­κνύ­ε­ται σή­με­ρα ότι ο ηγέ­της των ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ είχε ενη­μέ­ρω­ση για τις προ­ο­πτι­κές της αμε­ρι­κα­νι­κής πο­λι­τι­κής και έσπευ­δε ως «λαγός» να τις νο­μι­μο­ποι­ή­σει, ανα­ζη­τώ­ντας ανταλ­λάγ­μα­τα. Σή­με­ρα φω­τί­ζο­νται κα­λύ­τε­ρα τόσο η σπου­δή του Π. Καμ­μέ­νου να προ­σφέ­ρει στους Αμε­ρι­κα­νούς βάση στην Κάρ­πα­θο (ή όπου αλλού επι­θυ­μούν…) ως εναλ­λα­κτι­κή λύση για την ντε φάκτο επι­χει­ρη­σια­κή υπο­βάθ­μι­ση του Ιν­τσιρ­λίκ, όσο και η εκ­κω­φα­ντι­κή σιωπή του Ν. Κο­τζιά σε κάθε θέμα που αφορά τα συμ­φέ­ρο­ντα του αμε­ρι­κά­νι­κου ιμπε­ρια­λι­σμού.

Αυτές οι εξε­λί­ξεις απα­ντούν με σα­φή­νεια στο ερώ­τη­μα «ποιος είναι με ποιον» πλέον στην πε­ριο­χή.

Πολλή κου­βέ­ντα έγινε για την πρό­κλη­ση Ερ­ντο­γάν, με τις ανα­φο­ρές του στη Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης.

Ο Προ­κό­πης Παυ­λό­που­λος ανέ­λα­βε το ρόλο του «σκλη­ρού», επα­να­λαμ­βά­νο­ντας μια θέση που έχει γίνει κλισέ ακόμα και για πολ­λούς αρι­στε­ρούς ανα­λυ­τές: «Με τη Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης δεν παί­ζου­με. Τε­λεία και παύλα!».

Είναι όμως έτσι;

Η Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης έλυσε τα ζη­τή­μα­τα κυ­ριαρ­χί­ας επί των νη­σιών που ανα­φέ­ρει ονο­μα­στι­κά σε αυτήν, ενώ ρητά ανα­γρά­φει ότι για την επί­λυ­ση στα υπό­λοι­πα ζη­τή­μα­τα κυ­ριαρ­χί­ας θα απαι­τη­θεί άλλη Συν­θή­κη, με υπο­χρε­ω­τι­κή την πα­ρου­σία και τη συ­ναί­νε­ση όλων των δυ­νά­με­ων που υπέ­γρα­ψαν στη Λο­ζά­νη.

Η Λο­ζά­νη δεν με­τα­τρέ­πει το Αι­γαίο σε «κλει­στή» ελ­λη­νι­κή θά­λασ­σα. Ορί­ζει ως «απο­στρα­τιω­τι­κο­ποι­η­μέ­νες ζώνες» τα νησιά του ανα­το­λι­κού Αι­γαί­ου και επι­βά­λει κα­θε­στώς «ανε­μπό­δι­στης ναυ­σι­πλο­ΐ­ας» στα Στενά αλλά και στο Αι­γαίο.

Ακόμα και μια απλή ανά­γνω­ση του κει­μέ­νου της Συν­θή­κης –που πα­ρα­μέ­νει δυ­σεύ­ρε­το ολό­κλη­ρο στα ελ­λη­νι­κά- δεί­χνει ότι το ελ­λη­νι­κό κρά­τος στα­δια­κά ανα­θε­ω­ρεί στην πράξη τη Συν­θή­κη, με τη μέ­θο­δο των τε­τε­λε­σμέ­νων, υπο­λο­γί­ζο­ντας στην υπο­στή­ρι­ξη των δυ­τι­κών Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων, των ΗΠΑ και της ΕΕ, με τις οποί­ες δια­τη­ρεί κα­λύ­τε­ρες σχέ­σεις απ’ ότι η Τουρ­κία επί Ερ­ντο­γάν.

Αυτή η υπο­κρι­σία γί­νε­ται εφι­κτή για τις κα­θε­στω­τι­κές δυ­νά­μεις και τα ΜΜΕ στην Ελ­λά­δα, μόνο γιατί η Αρι­στε­ρά εξα­κο­λου­θεί να σιωπά επί του θέ­μα­τος, ευ­θυ­γραμ­μι­ζό­με­νη με την «εθνι­κή αφή­γη­ση».

Αξί­ζει επί­σης να υπεν­θυ­μί­σου­με ότι η Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης δεν αφορά μόνο τις ελ­λη­νο­τουρ­κι­κές δια­φο­ρές. Είναι η συν­θή­κη που κα­θό­ρι­σε τα σύ­νο­ρα στα νότια και νο­τιο­α­να­το­λι­κά εδάφη της τότε Οθω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας που κα­τέρ­ρεε. Σή­με­ρα στη Συρία, στο Ιράκ, στο Λί­βα­νο κ.ο.κ. τα σύ­νο­ρα αυτά έχουν κου­ρε­λια­στεί και εκ των πραγ­μά­των επα­να­κα­θο­ρί­ζο­νται. Η Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης, ως προς αυτό το τμήμα της, ήδη «ανα­θε­ω­ρεί­ται». Το ερώ­τη­μα που ανοί­γει είναι αν αυτή η «ανα­θε­ώ­ρη­ση» θα αφε­θεί ανε­μπό­δι­στα στη συ­νεν­νό­η­ση των Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων ή αν οι λαοί, τα κι­νή­μα­τα και οι χώρες της πε­ριο­χής θα πα­ρέμ­βουν απαι­τώ­ντας πχ δι­καιο­σύ­νη για την Πα­λαι­στί­νη.

Όσο για τις ανα­φο­ρές στη μειο­νό­τη­τα στη Θράκη, υπάρ­χουν κά­ποια ση­μεία στους υπαι­νιγ­μούς του Ερ­ντο­γάν για τα οποία η Αρι­στε­ρά στην Ελ­λά­δα θα έπρε­πε κυ­ριο­λε­κτι­κά να ντρέ­πε­ται. Ο Τούρ­κος πρό­ε­δρος ση­μεί­ω­σε τη με­γά­λη δια­φο­ρά με­τα­ξύ του γε­νι­κού ελ­λη­νι­κού πλη­θυ­σμού και του πλη­θυ­σμού στις μειο­νο­τι­κές πε­ριο­χές στο μέσο κατά κε­φα­λήν ει­σό­δη­μα, ως από­δει­ξη δια­κρί­σε­ων, ενώ υπο­γράμ­μι­σε ότι η θρη­σκευ­τι­κή ηγε­σία στο Πα­τριαρ­χείο Κω­στα­ντι­νου­πό­λε­ως εκλέ­γε­ται σε αντί­θε­ση με τη θρη­σκευ­τι­κή ηγε­σία της μειο­νό­τη­τας που εξα­κο­λου­θεί να διο­ρί­ζε­ται από το ελ­λη­νι­κό κρά­τος.

Δεν υπάρ­χει αμ­φι­βο­λία ότι ο Τ. Ερ­ντο­γάν ηγεί­ται μιας αντι­δη­μο­κρα­τι­κής κυ­βέρ­νη­σης των κα­πι­τα­λι­στών στην Τουρ­κία, έχο­ντας στο­χο­ποι­ή­σει τα κι­νή­μα­τα, την Αρι­στε­ρά και τους Κούρ­δους. Είναι όμως εντυ­πω­σια­κό το γε­γο­νός ότι από την πλευ­ρά της ελ­λη­νι­κής πο­λι­τι­κής ηγε­σί­ας απου­σί­α­σαν ακόμα και οι απλού­στε­ρες λε­κτι­κές ανα­φο­ρές σε αυτήν τη θε­μα­το­λο­γία. Αντί­θε­τα, στα πλαί­σια της προ­ε­τοι­μα­σία της επί­σκε­ψης, η κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ προ­χώ­ρη­σε στη σύλ­λη­ψη και κα­κο­ποί­η­ση των 9 Κούρ­δων τουρ­κι­κής υπη­κο­ό­τη­τας αγω­νι­στών.

Η εκ μέ­ρους της Αρι­στε­ράς από­πει­ρα να ξε­δι­πλω­θεί αντι­πο­λι­τευ­τι­κή τα­κτι­κή απέ­να­ντι στους Τσί­πρα-Κο­τζιά-Κα­μέ­νο, από την σκο­πιά της «εθνι­κής αφή­γη­σης», είναι εκ προ­οι­μί­ου κα­τα­δι­κα­σμέ­νη. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι μετά την επί­σκε­ψη οι συ­νή­θεις κε­ντρι­κοί δη­μο­σιο­γρά­φοι και ανα­λυ­τές του «πα­τριω­τι­κού χώρου» εξέ­φρα­ζαν μάλ­λον ικα­νο­ποί­η­ση για τους χει­ρι­σμούς του συ­στή­μα­τος Τσί­πρα-Παυ­λό­που­λου. Άλ­λω­στε ήταν σαφές ότι η γραμ­μή της Αθή­νας είχε την έγκρι­ση και την υπο­στή­ρι­ξη τόσο της αμε­ρι­κα­νι­κής πρε­σβεί­ας όσο και των με­γά­λων πρω­τευου­σών της ΕΕ.

Έτσι όμως δη­μιουρ­γεί­ται ένα ση­μα­ντι­κό πο­λι­τι­κό κενό. Μένει «ορ­φα­νή» η ει­λι­κρι­νής υπο­στή­ρι­ξη της ει­ρή­νης –με την απαί­τη­ση να απο­φύ­γουν και οι δύο πλευ­ρές ενέρ­γειες στο Αι­γαίο που θα μπο­ρού­σαν να ανοί­ξουν τις πύλες της κό­λα­σης– αλλά και η κα­τα­δί­κη των εξο­πλι­σμών: Που και για τις δύο χώρες έχουν λει­τουρ­γή­σει σαν ο βα­σι­κός κρί­κος για την πρόσ­δε­ση στην ουρά του ιμπε­ρια­λι­σμού.

Από αυτήν τη σκο­πιά, την αντι­πο­λε­μι­κή-αντι­μι­λι­τα­ρι­στι­κή-αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή, θα όφει­λε να αντι­δρά­σει η Αρι­στε­ρά στην επί­σκε­ψη του Ερ­ντο­γάν στην Ελ­λά­δα.

Εξεγέρσεις κι επαναστάσεις: Μεγάλες οι διαψεύσεις, αλλά ακόμη μεγαλύτερη η ανάγκη.

 Πρωτοβουλία για την Κομμουνιστική Αριστερά
(Αριστερή Ανασύνθεση, Παρέμβαση, ανένταχτοι/ες)

Πηγή: ektosgrammis.gr

Εκατό χρόνια μετά τον Οκτώβρη της νικηφόρας εξέγερσης, αλλά και 44 χρόνια από τον Νοέμβρη της φωτιάς, το τοπίο στην αριστερά και στο κίνημα χαρακτηρίζεται από υποχώρηση και αμηχανία. Tο καλοκαίρι του μεγάλου ΟΧΙ των «από κάτω» σφράγισε με το χειρότερο δυνατό τρόπο μια πορεία λαϊκής αμφισβήτησης, αντισυστημικής αναζήτησης και ελπίδας της νέας γενιάς. Στην Ελλάδα δεν είχαμε απλώς μια πολιτική κρίση. Είχαμε μια πιο βαθιά διαδικασία, αλλά έλειψε τραγικά εκείνο το υποκείμενο που θα μπορούσε να παρέμβει στο λαϊκό κίνημα για να του δώσει αντισυστημική διέξοδο. Σήμερα, 100 χρόνια μετά τον επαναστατικό Οκτώβρη, μελετώντας τον, μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα την κρισιμότητα αυτού του προβλήματος.

Το τι έγινε έκτοτε το βιώνουμε και το πληρώνουμε οδυνηρά. Άνθρωποι που προήλθαν από την αριστερά υπογράφουν σήμερα ιδιωτικοποιήσεις, στέλνουν τα ΜΑΤ ενάντια σε φοιτητές, δίνουν «γη και ύδωρ» στους Αμερικάνους εξευτελίζοντας τις αντιαμερικανικές-αντιιμπεριαλιστικές παραδόσεις του λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα και ετοιμάζονται να βγάλουν σε πλειστηριασμό σπίτια και περιουσίες. Το κίνημα αμήχανο και ηττημένο αναζητά βηματισμό και όραμα. Οι δυνάμεις που επέμειναν στο ΟΧΙ και στη ρήξη με το ευρωσύστημα αδυνατούν να βρουν δρόμους συνεννόησης και να δώσουν ξανά σχήμα στην ελπίδα. Κυριαρχεί ο σεχταρισμός, οι παράλληλοι μονόλογοι, η μικροπολιτική. Αλλά και ο εκλογικισμός, ο παραγοντισμός και η κενή φιλοδοξία. Άνθρωποι που θα είχαν πολλά να δώσουν και στο κίνημα και στην επεξεργασία των εναλλακτικών προγραμματικών προτάσεων αποσύρονται και ιδιωτεύουν. Η ίδια η έννοια της στράτευσης περνά κρίση.

Δεν είναι ότι ξαφνικά απέκτησε απήχηση η «Ευρώπη» ή ο «υπαρκτός νεοφιλελευθερισμός». Κάθε άλλο, περνούν την πιο βαθιά κρίση απονομιμοποίησης γιατί δείχνουν το πιο αποκρουστικό πρόσωπό τους. Όμως δεν είναι ορατή μια πειστική εναλλακτική πρόταση και πορεία. Το «δεν υπάρχει εναλλακτική» φαίνεται ανίκητο και η πεποίθηση ότι το μνημονιακό πλαίσιο, το ευρωσύστημα και η κυριαρχία των όρων και νόμων της αγοράς είναι ο μοναδικός δρόμος έχει εμπεδωθεί ακόμα και σε κόσμο της αριστεράς. Κινήσεις και αντιστάσεις υπάρχουν, είτε στα θέματα δικαιωμάτων και αλληλεγγύης είτε σε διάφορους συνδικαλιστικούς χώρους, αλλά το γενικό πλαίσιο δεν βρίσκεται σε αμφισβήτηση, δεν υπάρχει η αίσθηση ότι σήμερα διαμορφώνεται μια άλλη προοπτική που να συνδέει τους μικρούς και μεγάλους αγώνες με το αίτημα ενός άλλου δρόμου για την κοινωνία.

Η εδώ και δεκαετίες αποκομμουνιστικοποίηση πέρα από το ότι ήταν βασικός όρος για την ήττα του λαϊκού κινήματος είναι και σήμερα παραπάνω από αισθητή. Λείπει το κόκκινο νήμα που συνδέει εργατική αναφορά και οικοδόμηση κοινωνικών συμμαχιών, εθνική ανεξαρτησία και διεθνισμό, αντιμπεριαλισμό και αντικαπιταλισμό, γραμμή μαζών και επαναστατική προοπτική. Κυρίως λείπει η δυνατότητα και η «μέθοδος» να διαβάζουμε τον συσχετισμό δύναμης, να διαβάζουμε τις τάσεις και τις αλλαγές στην πραγματικότητα και να παρεμβαίνουμε στη βάση αυτή. Έτσι στη λεγόμενη αντισυστημική αριστερά κυριαρχεί η μικροπολιτική, τα τσιτάτα, τα συνθήματα, η επιβεβαίωση του κάθε ιστορικού ρεύματος. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα η ίδια η έννοια της αριστεράς να διακυβεύεται ανάμεσα στην πλήρη και μη αντιστρέψιμη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και στην αδυναμία να υπάρξει μια μαχητική και συνάμα αξιόπιστη πολιτική πρόταση.

Χρειάζεται μια πορεία που να δοκιμάσει να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Να χτίζει αποτελεσματικές αντιστάσεις. Να συναντιέται με τη νεολαία και τις αναζητήσεις της. Να οικοδομεί μετωπικά παραδείγματα. Να επιμένει στη ρήξη με τον ιμπεριαλισμό και το ευρωσύστημα. Να συνδέει τις σημερινές διεκδικήσεις με μια σύγχρονη σοσιαλιστική προοπτική. Να ψηλαφεί ξανά την κομμουνιστική προοπτική. Πάνω από όλα: να πείθει ξανά για την ανάγκη της στράτευσης, της συλλογικής προσπάθειας για ένα νικηφόρο σχέδιο ανατροπής.

Η Πρωτοβουλία για την Κομμουνιστική Αριστερά θα επιμείνει σε ένα σώμα βασικών θέσεων και κατευθύνσεων για να συγκρατηθούν και συγκροτηθούν δυνάμεις. Η αντίσταση στο εντεινόμενο ρεύμα αποκομμουνιστικοποίησης, η ανασύνθεση ρευμάτων, τάσεων, αγωνιστών ως λογική και μέθοδος για μια σύγχρονη αριστερά και για ένα πολιτικό φορέα έκφρασης των συμφερόντων της εργατικής τάξης και της νεολαίας, η μετωπική λογική ως λογική συγκρότησης αντιστάσεων και μετώπων απέναντι στις κυρίαρχες πολιτικές, η πολυεπίπεδη απεύθυνση στη γενιά της κρίσης είναι οι βασικοί άξονες στους οποίους καλούμε κάθε δύναμη να συζητήσουμε και να δράσουμε σε ένα περιβάλλον ήττας και γενικής υποχώρησης.

Γιατί είναι μεγάλες οι διαψεύσεις, αλλά είναι ακόμη μεγαλύτερη η ανάγκη…

Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Αριστερού Ρεύματος

14 Οκτωβρίου 2017

Η Κεντρική Eπιτροπή του Αριστερού Ρεύματος, που συνεδρίασε στις 14 Οκτωβρίου, εκτιμά τα παρακάτω:

Α. Στο διεθνές πεδίο.

Συνεχίζουν να αναδεικνύονται έντονα οι δυσκολίες του καπιταλισμού να αντιμετωπίσει τη νέα φάση της κρίσης του που ξεκίνησε το 2007 και να συνεχίσει να αναπαράγεται απρόσκοπτα με τη μορφή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αυτή η μορφή κυριαρχίας του κεφαλαίου δέχεται πλέον σοβαρούς κλυδωνισμούς και αμφισβητήσεις από τμήματα των εθνικών αστικών τάξεων στις ίδιες τις μητροπόλεις του καπιταλισμού, που κινούνται σε λογικές περιχαράκωσης εθνικών ή ζωτικών χώρων και μορφών προστατευτισμού.

Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύονται και νέες δυνατότητες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού να διαιωνίζει την ηγεμονία του και να αυξάνει με νέες πολιτικές και οικονομικές μορφές, την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Η αδυναμία της Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων να δώσουν εναλλακτική διέξοδο με συγκεκριμένο σχέδιο σε προοδευτική και βιώσιμη κατεύθυνση αφήνει σοβαρά πολιτικά κενά, που σ’ ένα βαθμό αξιοποιούν και καλύπτουν υπερσυντηρητικές και ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις.

Οι δυνάμεις αυτές προβάλλονται ως δήθεν αντισυστημικές και ενάντιες στη παγκοσμιοποίηση, χωρίς όμως να αμφισβητούν επί της ουσίας τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, αποτελώντας στην ουσία το σιδερένιο χέρι του καπιταλισμού. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι να κεφαλαιοποιούν πολιτικά ένα σοβαρό τμήμα της δυσαρέσκειας των λαών απέναντι στις παραδοσιακές συντηρητικές και σοσιαλοδημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις.

Στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές,το ποσοστό των Χριστιανοδημοκρατών της Merkel παρουσίασε μεγάλη πτώση.

Οι Σοσιαλδημοκράτες του M. Schulz, εξαιτίας της συγκυβέρνησης, καταποντίστηκαν, με το ποσοστό τους να είναι το χειρότερο από την περίοδο της τραγικής για την Ευρώπη ανόδου του Χίτλερ.

Το παραδοσιακό δικοματικό σύστημα, πάνω στον οποίο στηρίχθηκε η καθεστηκυία μεταπολεμική πολιτική σταθερότητα στη Γερμανία, συνετρίβη, όπως επίσης συνετρίβη και η στρατηγικής σημασίας κυβερνητική επιλογή των δύο κομμάτων επί δυο τετραετίες, του μεγάλου συνασπισμού.

Ειδικά οι Σοσιαλδημοκράτες τείνουν προς στρατηγική υποβάθμιση έως περιθωριοποίηση.

Το χαρακτηριστικό, όμως, αυτών των εκλογών είναι η εντυπωσιακή άνοδος των ακροδεξιών (AfD), την οποία δεν μπόρεσαν να προβλέψουν οι δημοσκοπήσεις, οι οποίες για άλλη μία φορά στις γερμανικές εκλογές έπεσαν έξω.

Η άνοδος των Φιλελεύθερων, του κόμματος που εκφράζει με τον πιο αδιάλλακτο τρόπο τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές απόψεις των γερμανών βιομηχάνων, ενισχύει τον αντεργατικό προσανατολισμό της Γερμανίας και αποτελεί μία ακόμα πιο δυσμενή εξέλιξη για το ευρωζωνικό γερμανικό προτεκτοράτο που λέγεται Ελλάδα.

Οι Πράσινοι, επίσης, περίπου στάσιμοι, μετά από διαπραγματεύσεις, θα αποτελέσουν κατά πάσα πιθανότητα μαζί με τους Φιλελεύθερους τους κυβερνητικούς εταίρους των Χριστιανοδημοκρατών, μιας και οι Σοσιαλοδημοκράτες με δηλώσεις του Schulz απέκλεισαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Τέλος, η γερμανική Αριστερά (Die Linke), άτολμη και χωρίς ιδιαίτερη ριζοσπαστική πρωτοτυπία στις νέες πραγματικότητες, σημείωσε μια μικρή άνοδο, όχι, όμως, ικανή, για να αντιστρέψει την αντιδραστική κατεύθυνση του εκλογικού αποτελέσματος. Μια αριστερά, με πολλά ελλείμματα στο ριζοσπαστικό της λόγο, που ακολούθησε μονοσήμαντα ένα πολιτικό σχεδιασμό προσεταιρισμού του SPD, κυρίως σε περιφερειακό επίπεδο, αρνούμενη να αντιληφθεί την ανάγκη ουσιαστικών ανατροπών του ευρωπαϊκού μορφώματος.

Το νέο μετεκλογικό τοπίο συνεπώς, καθιστά τη Γερμανία πολύ πιο επικίνδυνη για την Ευρώπη και τους ευρωπαϊκούς λαούς, ιδιαίτερα των πιο φτωχών χωρών της ΕΕ.Η ευρωζώνη και η ΕΕ θα βαδίσουν τώρα σε ακόμα πιο σκληρούς και ολοκληρωτικούς αντικοινωνικούς δρόμους, με πιο έντονο το ακροδεξιό πρόσημο.

Η επικυριαρχία της Γερμανίας σε ευρωζώνη και ΕΕ, με συρόμενο παρτενέρ τη Γαλλία του Macron, θα καταστεί περισσότερο καταπιεστική για τον κόσμο της εργασίας. Η πίεση στην Ελλάδα για πιο γρήγορη εφαρμογή των μνημονίων θα αυξηθεί, ώστε η κυβέρνηση να υποχωρήσει και πάλι κατά κράτος στις απαιτήσεις των δανειστών σε ό,τι αφορά την 3η αξιολόγηση.

Το δημοψήφισμα της Καταλονίας.

Είναι αντιληπτό σε όλους μας, πέρα και έξω από διαφορετικές προσεγγίσεις για τα τεκταινόμενα στην Καταλονία και την Ισπανία, ότι έχουμε μια κατάσταση αντιδημοκρατικού εκφυλισμού σε όλη την Ευρώπη από τη Γερμανία και τη Γαλλία ως την Αυστρία, την Ιταλία, τις Βαλτικές χώρες , την Ουκρανία κ.λ.π. Χωρίς καμιά αμφιβολία υπάρχουν ενδοαστικές αντιθέσεις στην Ισπανία που οξύνονται όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Το θέμα, όμως, είναι ποια πρέπει να είναι η θέση της εργατικής τάξης απέναντι σε αυτές τις αντιθέσεις και αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση που πρέπει να γίνει και στη χώρα μας χωρίς προκαταλήψεις και μηχανιστικές μεταφορές ειδικά από την Αριστερά.

Υπάρχει ένα βασικό ερώτημα που πάντα πρέπει να μπαίνει από τη δική μας σκοπιά: Είναι προς το συμφέρον της εργατικής τάξης και του λαού της Καταλονίας η απόσχισή της και η δημιουργία ξεχωριστού κράτους; Είναι γεγονός ότι η απόσχιση προωθείται από την αστική τάξη της Καταλονίας της οποίας η πολιτική έκφραση ηγεμονεύει αυτή τη στιγμή και η οποία αισθάνεται ότι είναι ισχυρή να σταθεί στη διεθνή αγορά καλύτερα, χωρίς τα βαρίδια της υπόλοιπης Ισπανίας. Φυσικά αυτή η τάση βρίσκει και πρόσφορο έδαφος στα λαϊκά στρώματα, λόγω της ιστορικής αυτονομιστικής στάσης σ’ αυτή την περιοχή.

Στη συνολική εκτίμησή μας, ωστόσο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και την Καταλανική Αριστερά (CUP) που στηρίζει την απόσχιση και φιλοδοξεί να συνδέσει το εθνικό ζήτημα με ένα ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα ρήξης με Ε.Ε. και ΝΑΤΟ, που περιλαμβάνει το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της οικονομίας κ.λ.π. και η οποία εμφανίζεεται αρκετά ενισχυμένη απο τις εξελίξεις των τελευταίων ετών, αλλά βέβαια να συνεκτιμήσουμε και τις απόψεις της όλης Αριστεράς στην Ισπανία.

Σε κάθε περίπτωση, επί του παρόντος τουλάχιστον, ζητήματα ζωτικής σημασίας για τον κόσμο της εργασίας στην Καταλονία, όπως οι εργασιακές σχέσεις , το κοινωνικό κράτος , η Ευρωζώνη , η γερμανοκρατούμενη Ε.Ε που στηρίζει το Ραχόι, οι πολιτικές της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού, δυστυχώς δεν έχουν μπει μέσα στο μαζικότατο αυτό κίνημα που έγινε περισότερο μαζικό από τη στάση του Ραχόι .

Παρ’όλα αυτά όμως αυτές τις ώρες, οφείλουμε να σεβαστούμε το δικαίωμα του Καταλανικού λαού να αποφασίζει για το μέλλον του δημοκρατικά και να σταθούμε στο πλευρό του κόσμου της εργασίας της Καταλονίας, που παλεύει απέναντι στη φασίζουσα κυβέρνηση του Ραχόι και της Ε.Ε που τον στηρίζει.

Η βία και η αστυνομική καταστολή που εφάρμοσε το καθεστώς Ραχόι σε βάρος του λαού της Καταλονίας την ημέρα του δημοψηφίσματος αντιπροσωπεύει απόλυτα το βαθιά αντιδημοκρατικό και αντιλαϊκό χαρακτήρα του. Η στήριξη, που παρέχει στο καθεστώς Ραχόι η ΕΕ, αποτυπώνει τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα της ίδιας αλλά και της κυρίαρχης σε αυτή Γερμανίας, που είναι έτοιμες ανά πάσα στιγμή, προετοιμασμένες πολιτικά και θεσμικά και με επεξεργασμένο πολιτικό σχέδιο να επιδείξουν, εάν απειληθούν στρατηγικά συμφέροντά τους, όπως στην Καταλονία, το απολυταρχικό πρόσωπό τους. Η ΕΕ στήριξε τον ακραίο αυταρχισμό της ισπανικής κυβέρνησης στην Καταλονία, για να καταπνίξει τη δύναμη του παραδείγματος για τους άλλους λαούς της Ευρώπης. Γιατί, εάν μπορεί να επιλέξει δημοκρατικά το μέλλον του ο λαός της Καταλονίας, τότε μπορεί ο κάθε λαός να διεκδικεί δημοκρατικά, όχι μόνο την ανεξαρτησία του, αλλά και κοινωνική χειραφέτησή του. Οι εξελίξεις στην Καταλονία θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο στην Ισπανία αλλά και στην ΕΕ, γιατί φαίνεται ότι ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου.

Ο αγώνας, όμως, του λαού της Καταλονίας, η κατεύθυνση και η τελική έκβασή του θα κριθούν από πολλούς παράγοντες και κυρίως από την παρέμβαση της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, με βάση τη δική τους ταξική ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Μπροστά, λοιπόν, στη βαθιά κρίση που διανύουν η ευρωζώνη και η ΕΕ, το Γερμανικό και Γαλλικό οικονομικοπολιτικό κατεστημένο είχαν αρχίσει να συζητούν, πριν ακόμα τις γερμανικές εκλογές, μια νέα αρχιτεκτονική για την ΕΕ και την Ευρωζώνη, ώστε να μπορούν να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες και να εξυπηρετούν πιο αποτελεσματικά τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, χρησιμοποιώντας τα ίδια νεοφιλελεύθερα και αντιδημοκρατικά “υλικά” που οικοδομήθηκε η ΟΝΕ.

Ιδιαίτερα ο Μακρόν προβάλλει το σχέδιο μιας νέας Γερμανο-Γαλλικής συμμαχίας (στην ουσία Γερμανικής επικυριαρχίας με κομπάρσο, παρά συνεταίρο, τη Γαλλία), η οποία θα κυριαρχεί απολύτως σε μια διαιρεμένη σε πολλά σχήματα και σε διαφορετικές ταχύτητες ΕΕ. Πρόκειται για την πρωτοκαθεδρία των πλέον ισχυρών οικονομιών, που στην περίμετρο του Γερμανο-Γαλλικού άξονα, θα οδηγούν το τραίνο της ΕΕ, ενώ θα ακολουθούν ως απλά βαγόνια όλες οι άλλες χώρες με μία πολυμορφία σχέσεων με την ΕΕ, που θα μπορεί να περιλαμβάνει ακόμα και μέλη με ειδικές συμφωνίες.

Τέλος, οι διεθνείς αυτές εξελίξεις, επιβεβαιώνουν την ανάγκη να εργαστούμε για τη συγκρότηση και ανάπτυξη ενός μαζικού φιλειρηνικού κινήματος στη χώρα μας και διεθνώς σε αντιπαράθεση με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια και επεμβάσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, αλλά και με την πλήρη υποταγή της κυβέρνησης σε αυτά. Ταυτόχρονα η χώρα μας πρέπει να απεμπλακεί από τυχοδιωκτικά ιμπεριαλιστικά σχέδια στην ευρύτερη περιοχή μας, να κινηθεί στα πλαίσια μίας αντιπολεμικής, φιλειρηνικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής ισότιμων διεθνών και οικονομικών σχέσεων. Επιβεβαιώνεται, επίσης, η ανάγκη συγκρότησης στη χώρα μας ενός πολιτικού ρεύματος, που θα συνδέει το αίτημα της ανατροπής των μνημονίων της λιτότητας με την έξοδο από την ευρωζώνη και την ΕΕ σε συνδυασμό με την προώθηση ενός μεταβατικού φιλολαϊκού αντι-νεοφιλελεύθερου προγράμματος μ’ ένα σύγχρονο σοσιαλιστικό ορίζοντα.

Β. Στο εσωτερικό της χώρας.

Με βάση όσα είπε ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ, παρατηρείται μία νέα και πιο γρήγορη φιλομνημονιακή πολιτική στροφή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ (υιοθεσία μνημονιακού προγράμματος, ιδιοποίηση οικονομικού προγράμματος της ΝΔ για καπιταλιστικά κέρδη, «επενδύσεις» κλπ). Ο Πρωθυπουργός δεν παριστάνει πλέον τον αριστερό, που οι συνθήκες αναγκάζουν να συνθηκολογεί. Για αυτόν και την κυβέρνησή του τα μνημόνια και οι αντιλαϊκές εφαρμοστικές πολιτικές είτε των ίδιων είτε των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων, αποκαλούνται «μεταρρυθμίσεις». Προβάλλει μάλιστα την κυβέρνησή του ως πιο αποτελεσματική από τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις για την προώθηση αυτών των πολιτικών και μάλιστα χωρίς αξιόλογες κοινωνικές αντιστάσεις. Η προσέλκυση «επενδύσεων» από πολυεθνικές εταιρείες, η προώθηση στην πραγματικότητα ξεπουλήματος του πλούτου της χώρας, που είναι εξαγορές έτοιμων επιχειρήσεων και δημόσιων υποδομών και όχι νέες δραστηριότητες, αποτελούν για την κυβέρνηση τη νέα κανονικότητα.

Ταυτόχρονα η κυβέρνηση, αναπτύσει δικό της αφήγημα, μιλώντας για το δικό της success story, ότι οδεύουμε σε καθαρή έξοδο από τα μνημόνια, δίκαιη ανάπτυξη με κοινωνική και εργασιακή προστασία. Επίσης, η κυβέρνηση αξιοποιεί ορισμένες αποσπασματικές και ανεπαρκείς παρεμβάσεις της στα εργασιακά και στην κοινωνική ασφάλιση, που όμως δεν θίγουν τον πυρήνα της συνεχιζόμενης μνημονιακής εργασιακής και ασφαλιστικής κατεδάφισης, καθώς και ορισμένα ψίχουλα ανθρωπιστικής βοήθειας σε απόλυτα φτωχοποιημένους από τα μνημόνια πολίτες -την ίδια ώρα που καταργεί κοινωνικές πολιτικές και επιδόματα – για να δείξει ένα δήθεν κοινωνικό πρόσωπο.
(περισσότερα…)

Ο οικονομισμός, μια μάστιγα του ευρωπαϊκού αριστερού κινήματος

Μια συμβολή στην αποτίμηση της ιστορικής κληρονομιάς
της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Του Ανέστη Ταρπάγκου
Πηγή: ergasianet.gr

Στην ιστορική διαδρομή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια, από την Παρισινή Κομμούνα του 1871 μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και την εμπειρία της Χιλής (1970 – 73), αναδείχθηκε ένα σύνολο καίριων ζητημάτων που απασχολούν μέχρι και σήμερα το αριστερό κίνημα και έχουν να κάνουν:

Με τον ρόλο του κράτους στην πορεία ανάπτυξης των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων, με τον χαρακτήρα της ασκούμενης οικονομικής και παραγωγικής πολιτικής, με το μείζον ζήτημα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, με την φυσιογνωμία τέλος του επαναστατικού πολιτικού υποκειμένου και την παρέμβασή του σε μια μεταβατική διαδικασία. Βέβαια αυτά τα καίρια ζητήματα που έχουν την πρώτη τους θεωρητική επιστημονική απάντηση, σε γενικές γραμμές, στο έργο των θεμελιωτών του επιστημονικού σοσιαλισμού, Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς, απαντήθηκαν με διαφορετικούς τρόπους από τις διάφορες επαναστατικές απόπειρες, και χαρακτήρισαν την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος κυρίως στην εκατονταετία που μας χωρίζει από την σοβιετική εμπειρία. Από μια γενική άποψη η απάντηση που δίνεται σ’ αυτά βρίσκεται συνήθως σε αλληλοδιαπλοκή μεταξύ τους : Π.χ. το είδος του επαναστατικού υποκειμένου διαδραματίζει καίριο ρόλο στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής και την θέση του κράτους στην πορεία προς τον κοινωνικό μετασχηματισμό κλπ. Εντελώς επιγραμματικά μπορεί κανείς να αναφέρει ως κύρια χαρακτηριστικά τον μετασχηματισμό των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (έναντι της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων), τον μαρασμό – συντριβή του αστικού κράτους (σε σχέση με την παντοδυναμία των κρατικών μηχανισμών), την κατάργηση του ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας (έναντι της διατήρησης και ισχυροποίησης της διάκρισης διανοητικής / εκτελεστικής εργασίας), και τέλος τον ρόλο χειραφέτησης που μπορεί να διαδραματίζει ο φορέας της κοινωνικής αλλαγής (εν αντιθέσει με το κόμμα – «κυρίαρχη εξωτερικότητα» ως προς την εργατική τάξη) [ Γι’ αυτό τον ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος τα Συμπεράσματα στο τέλος του πρώτου τόμου του έργου του Φ. Κλαουντίν «Η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος» είναι καταλυτικής σημασίας, 1978].

Εργατική λαϊκή χειραφέτηση και ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων

Ανάμεσα σ’ αυτά τα καίρια πολιτικά ζητήματα, σημαντική θέση κατέχει το είδος της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής που έμελλε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο τόσο στη σοβιετική επανάσταση και στα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης ευρύτερα, όσο και στα κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης στη διάρκεια τουλάχιστον ενός αιώνα μέχρι σήμερα. Το πραγματικό γεγονός είναι ότι στις τάξεις του αριστερού κινήματος, αλλά και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, επικράτησε το θεμελιακό χαρακτηριστικό του οικονομισμού, που αγκάλιασε σχεδόν το σύνολο των πολιτικών σχηματισμών που επικαλούνταν ή θεωρούσαν ότι εφαρμόζουν, την σοσιαλιστική πολιτική [Ανάλυση του οικονομισμού της Τρίτης Διεθνούς ως απότοκου του σοβιετικού μαρξισμού από τον Γ. Μηλιό «Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων», Εναλλακτικές Εκδόσεις ]. Μ’ αυτή την έννοια εννοούμε ότι δόθηκε η καθοριστική προτεραιότητα στην προώθηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (παγίων κεφαλαίων, τεχνικών εφαρμογών, εργατικού δυναμικού), θεωρώντας ότι η αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων (ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης) θα επέρχονταν νομοτελειακά από την συνεχή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Απεναντίας διακηρυγμένος σκοπός του μαρξιστικού αριστερού κινήματος δεν ήταν άλλος από την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, έτσι ώστε η χειραφετημένη απελευθέρωση της μισθωτής εργασίας θα μπορούσε να δώσει στη συνέχεια μια ισχυρή ώθηση και στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Εντούτοις, παρόλο τον αυθεντικά μαρξιστικό (στην τρέχουσα ορολογία αντικαπιταλιστικό) στόχο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού των παραγωγικών σχέσεων, αυτός εγκαταλείφθηκε, τόσο στο κομμουνιστικό κίνημα της Ανατολής όσο και της Δύσης, και την θέση του πήρε, κατά τον πλέον ακλόνητο και αδιαμφισβήτητο τρόπο, η επιζήτηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Μ’ αυτή την έννοια ο σοσιαλισμός απωθούνταν συστηματικά σε μεθύστερες φάσεις, αφού πρώτα πραγματώνονταν η ανάπτυξη των εθνικών οικονομιών, αν δεν ταυτίζονταν μ’ αυτή την ίδια την ανάπτυξη της παραγωγής.
(περισσότερα…)

Οι επιλογές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι συνέπειές τους

Του Αντώνη Νταβανέλου
Πηγή: laiki-enotita.gr

Η απόφαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου (ΠΣΟ) της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε αντίθεση με την αντίστοιχη του περασμένου Ιούνη, εμφανίζει τώρα μια πολιτική ενοποίηση των δυνάμεων που συμμετέχουν σε αυτόν τον μετωπικό σχηματισμό της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Ο σ. Άγγελος Χάγιος –σε συνέντευξή του στην «Εργατική Αλληλεγγύη», την εφημερίδα του ΣΕΚ– ερμήνευσε τη «δυστοκία» του Ιούνη με βάση τις δυσκολίες και τις «υπαρκτές διαφορές» και μέσα στις γραμμές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα ζητήματα «…της πολιτικής κατάστασης… των διεθνών εξελίξεων… και την πολιτική των συμμαχιών». Είναι μια σωστή εκτίμηση. Όλοι οι σχηματισμοί στην Αριστερά δοκιμάζονται από τη δυσκολία να δοθούν απαντήσεις σε υπαρκτά διλήμματα που θέτουν οι πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό και διεθνώς, αλλά επίσης τα διλήμματα που σχετίζονται με την οργάνωση των απαντήσεων τόσο μέσα στο κίνημα όσο και στο πολιτικό πεδίο, δηλαδή στα ζητήματα «της πολιτικής των συμμαχιών».

Όμως η με μεγάλη πλειοψηφία ενιαία πλέον απόφαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ΠΣΟ του Σεπτέμβρη, οδηγεί σε μια κατεύθυνση που είναι πίσω από τις ανάγκες της συγκυρίας, πίσω από τις ανάγκες της περιόδου. Κάνει ακόμα πιο δύσκολη την απάντηση τόσο στο επίπεδο των αγώνων από τα κάτω (όπου οι ανάγκες σοβαρού, σχεδιασμένου και μακροπρόθεσμου συντονισμού είναι ολοφάνερες), όσο –και ίσως ακόμα περισσότερο– την απάντηση στο πολιτικό πεδίο, όπου οι επείγουσες επιλογές για τη συγκρότηση μιας ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής αριστερής απάντησης στο δίπολο Τσίπρας-Μητσοτάκης, αναστέλλονται για ένα απώτερο μέλλον.

Απόδειξη αυτής της επιλογής είναι η «απογείωση» της κριτικής κυρίως απέναντι στη ΛΑΕ, όπου ξεπερνιούνται τα όρια της αυθαιρεσίας και φτάνουμε στα σύνορα της συκοφαντίας: «Η ΛΑΕ αποκρυσταλλώνει όλο και πιο καθαρά μια διαχειριστική λογική… μέσα από την ενίσχυση της “ανταγωνιστικότητας της οικονομίας”, την “επενδυτική έκρηξη”, την “παραγωγική ανασυγκρότηση”, μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων και της ΕΕ. Με ένα μετριοπαθές κοινωνικό πρόγραμμα… τείνει περισσότερο σε μια λογική ενός “νέου κοινωνικού συμβολαίου” με τμήματα του κεφαλαίου, παρά με αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, την ΕΕ και τους μηχανισμούς τους…».

Αυτή η κριτική –που θα μπορούσε να απευθύνεται στους 53 στον ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμα και στον Φ. Κουβέλη– δύσκολα περιγράφει, ας πούμε, τη στάση του Π. Λαφαζάνη και των στελεχών του Αριστερού Ρεύματος, ή τη συστηματική παρουσία της ΛΑΕ σε κάθε κινητοποίηση ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, στους πλειστηριασμούς, στις διαδηλώσεις ενάντια στον Μακόν και την ΕΕ κ.λπ. Δύσκολα περιγράφει τη συγκρότηση και την πορεία ενός μετωπικού σχηματισμού που συνενώνει στις γραμμές του μερικές χιλιάδες αγωνιστών-στριών της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ενός σχηματισμού που ως ιδρυτικό γεγονός έχει τη ρήξη με τη «διαχειριστική λογική» και τη ρήξη με τη «λογική του κοινωνικού συμβολαίου με τμήματα του κεφαλαίου». Αξίζει, ίσως, να υπενθυμίσουμε ότι αυτή η ρήξη έγινε στην πράξη και όχι στα λόγια.

Είναι γνωστό ότι μέσα στη ΛΑΕ –όπως και μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ– υπάρχει ζωηρή ιδεολογικοπολιτική συζήτηση και διαπάλη απόψεων. Εμείς ποτέ δεν κρύψαμε τις απόψεις μας και τις διαφορές π.χ. στη σύνδεση ανάμεσα στους μεσοπρόθεσμους στόχους του κινήματος (ανατροπή της λιτότητας και των μνημονίων) με τη στρατηγική της διεκδίκησης του σοσιαλισμού, μια σύνδεση που οφείλει να παραμένει ισχυρή και αδιαίρετη, πέρα από την παραδοσιακή αντίληψη των «σταδίων». Όμως θεωρούμε ζήτημα εντιμότητας και ωριμότητας το να κρατάμε αυτή τη συζήτηση και αυτές τις διαφορές μέσα στα όρια που δημιουργούν οι κοινοί αγώνες και να αποφεύγουμε την σε «τελευταία ανάλυση» κατηγοριοποίηση οργανώσεων, ρευμάτων και αγωνιστών-στριών. Άλλωστε είναι γνωστό ότι η μέθοδος της «σε τελευταία ανάλυση» κατηγοριοποίησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους ενάντια σε όλους οδηγώντας σε έναν πολιτικοϊδεολογικό κανιβαλισμό.

Το ζήτημα του συντονισμού των προσπαθειών στο κίνημα από τα κάτω είναι εξαιρετικά σοβαρό και επείγον. Όλοι μιλάμε για επιμέρους «κέντρα αγώνα» και την προοπτική ενός πιο μόνιμου και συστηματικού «κέντρου αγώνα». Υπάρχει περίπτωση να φτάσουμε σε αυτό, αν ο καθένας οικοδομεί τα δικά του, μικρούτσικα και καθαρούτσικα «κέντρα» και στη συνέχεια απλώς καλεί τους υπόλοιπους να συμμετέχουν στην υλοποίηση των δικών του σχεδίων και αποδεχόμενοι το δικό του «πρόγραμμα»; Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική και δυστυχώς αυτό είναι που συμβαίνει. Υπάρχει περίπτωση να φτάσουμε σε ένα συστηματικό συντονισμό των δυνάμεων, αν κάποιος επιλέγει να μιζάρει πάνω σε λάθη των δυνάμεων των άλλων, αν «χτίζει» συστηματικά πάνω σε αυτά, αν επιχειρεί οργανωμένα να ορθώσει τείχη και διαχωριστικές γραμμές; Αυτή η συνήθεια, που επίσης αναπτύσσεται μονομερώς, δεν έχει τίποτα εποικοδομητικό, δεν είναι η αναγκαία λειτουργία της κριτικής-αυτοκριτικής στην Αριστερά. Είναι αντίθετα ένδειξη μιας τάσης για σεχταριστική περιχαράκωση που, παρεμπιπτόντως, «νομιμοποιεί» και «εκλογικεύει» μερικές πιο «δυναμικές» (και πιο απολίτικες) μορφές αντιπαράθεσης που –δυστυχώς– επανεμφανίζονται στο τελευταίο διάστημα.

Στο ζήτημα της πολιτικής συνεργασίας οι επιλογές είναι εξίσου καθαρές. Με δεδομένη τη στάση του ΚΚΕ, μια συνεργασία μεταξύ των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΛΑΕ και άλλων συλλογικοτήτων που αποσπάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «κορμός» για τη συγκέντρωση ενός ευρύτερου δυναμικού, να θέσει τις βάσεις για μια αντιμνημονιακή ριζοσπαστικά αριστερή απάντηση στις πιέσεις που θα αναπτύξει στις γραμμές του κόσμου μας το εκβιαστικό δίπολο: Τσίπρας ή Μητσοτάκης; Το κρίσιμο μέγεθος σε όλη την περίοδο που διανύουμε (αλλά και στις επόμενες εκλογές, όποτε αυτές γίνουν) είναι το αν θα υπάρξει μια πολιτική πρωτοβουλία –πέρα από τις γραμμές του ΚΚΕ– που θα διεκδικεί να εκφράσει την απογοήτευση και την απομάκρυνση από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε αριστερή κατεύθυνση άρνησης της απογοήτευσης, του κατακερματισμού και της ιδιώτευσης. Οι σ. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναπτύσσουν διάφορες κριτικές προς την ΛΑΕ –άλλες σχετικά βάσιμες και άλλες πάλι συκοφαντικές– αλλά παραλείπουν να μας πουν αν και τι έχουν οι ίδιοι προτείνει ως απάντηση σε αυτό το κεντρικό ερώτημα. Αυτό είναι κρίσιμο γιατί οι προτάσεις ενίοτε γίνονται αποδεκτές. Σε ό,τι μας αφορά, έχουμε διαμηνύσει προς όλες τις πλευρές ότι θεωρούσαμε και θεωρούμε μια πολιτική συμμαχία μεταξύ ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως ένα «βήμα» που θα άλλαζε το τοπίο και θα έβαζε σε δεύτερη μοίρα κάθε άλλη σκέψη.

Όμως (παρά κάποιες εμφανείς διαφορές) η «συνισταμένη» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέφυγε αυτές τις ευθύνες, επιλέγοντας την κλιμάκωση της επίθεσης προς τη ΛΑΕ, θεωρώντας ίσως ότι έτσι θα μπορέσει να συσπειρώσει «ηγεμονικά» κάποιες μικρότερες ή διάσπαρτες δυνάμεις. Θα θέλαμε να θυμίσουμε ότι η καταστροφική αντιμετώπιση των υποχρεώσεων στην παρούσα πολιτική δοκιμασία, ποτέ δεν δημιουργεί «ευκαιρίες» για την επόμενη πολιτική δοκιμασία. Αν κάποιοι πιστεύουν ότι αν διαλύσουν τις δυνατότητες του σήμερα, θα έχουν πιο αυτόνομες δυνατότητες αύριο, ας σκεφτούν καλύτερα τις προηγούμενες ανάλογες «στροφές».

Η απόφαση του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δίνει λαθεμένες απαντήσεις σε κεντρικά ερωτήματα της συγκυρίας. Είναι υπόθεση της ΛΑΕ να μη δεχθεί αυτό το λάθος ως τετελεσμένο γεγονός και να εργαστεί πιο συστηματικά, πιο καθαρά για να γίνει πράξη η ενότητα στη δράση της αντιμνημονιακής, ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.