Κατηγορία: Διάλογος – Προβληματισμοί για την Αριστερά

Σκέψεις για το πραξικόπημα στη Χιλή και τη σχέση Αριστεράς και εξουσίας

Τραγωδία και μεγαλείο της Χιλιανής Αριστεράς

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Όταν στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973 ο Σαλβαδόρ Αλιέντε κλεινόταν στο Προεδρικό Μέγαρο στο Σαντιάγο της Χιλής, επιλέγοντας να υπερασπιστεί μέχρι θανάτου το έργο και το όραμα της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας, εξέφραζε το μεγαλείο αλλά και την τραγωδία της Χιλιανής Αριστεράς.[1]

Το μεγαλείο βρισκόταν στα τρία χρόνια της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας, στο ριζοσπαστικό πρόγραμμα των εθνικοποιήσεων, της αγροτικής μεταρρύθμισης και της μεγάλης αναδιανομής πλούτου προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, ένα πρόγραμμα που ξέφευγε από τα στενά όρια της αυξημένης κρατικής παρέμβασης και της ενίσχυσης του εκβιομηχάνισης και της υποκατάστασης εισαγωγών και έβαζε στοιχεία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Βρισκόταν, επίσης, στην ικανότητα να διαμορφωθεί μια πλατύτερη ενότητα της Αριστεράς –προς τα αριστερά– και στην κουλτούρα διαλόγου και κοινής δράσης που αναπτύχθηκε, καθώς και στην ισχυρή και πρωτοπόρα δράση της επαναστατικής αριστεράς. Βρισκόταν, τέλος, στη μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση, στην ενεργοποίηση και τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης, στα πρώτα – έστω και δειλά – βήματα προς τον εργατικό έλεγχο, στον πειραματισμό με μορφές λαϊκής εξουσίας που αναδύονταν μέσα από την ίδια την εμπειρία των αγώνων.

Η τραγωδία βρισκόταν στον τρόπο που μέσα σε όλη αυτή την τεράστια προσπάθεια, το βασικό θεσμικό πλαίσιο και η διάρθρωση των κρατικών μηχανισμών παρέμενε ανέπαφο. Ανέπαφοι έμειναν και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί και πάνω από όλα ο στρατός, που την κρίσιμη στιγμή θα πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Άλλωστε, ακόμη και την παραμονή του πραξικοπήματος δεν θα γίνουν αποφασιστικά βήματα προς τον εξοπλισμό του λαού, παρά τις αγωνιώδεις εκκλήσεις της Επαναστατικής Αριστεράς.[2] Αποδείχτηκε ότι το αστικό κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ποτέ ως ένα ουδέτερο εργαλείο, ως ένας ουδέτερος μηχανισμός που αποκτά ταξικό περιεχόμενο ανάλογα με το ποιος κατέχει την πολιτική εξουσία. Το πραξικόπημα δεν το έκανε ένας «εξωτερικός» προς το κράτος παράγοντας, αλλά ο στρατός, ένα τμήμα του σκληρού πυρήνα του.[3]

Η εμπιστοσύνη στις συνταγματικές εγγυήσεις και την μακρόχρονη κοινοβουλευτική παράδοση της Χιλής κατάρρευσε στις 11 Σεπτέμβρη 1973, όταν ο στρατός θα αναλάβει να λειτουργήσει σαν πραγματικό κόμμα της αστικής τάξης και θα πάρει στην εξουσία, οδηγώντας σε ένα άνευ προηγουμένου ματοκύλισμα με χιλιάδες πολιτικές δολοφονίες και «εξαφανίσεις». Οι εργατικές κατακτήσεις θα αναιρεθούν βίαια και η Χιλή θα γίνει το πρώτο κοινωνικό εργαστήρι της νεοφιλελεύθερης παράνοιας στην πιο άγρια εκδοχή της, καθώς τα αμερικανοσπουδαγμένα Chicago Boys, οι φοιτητές του Μίλτον Φρήντμαν, θα σπεύσουν στην πρώτη – θα ακολουθήσουν δυστυχώς πολλές άλλες – εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης «θεραπείας σοκ».[4]

Η Χιλή και η συζήτηση για το «δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό»

Όμως, το μεγαλείο και η τραγωδία της Χιλής συμπίπτει και με τη συζήτηση στην Ευρώπη για το «δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό». Μιλάμε για μια ιστορική συγκυρία όπου η επαναστατική δυναμική που είχαν φέρει στο προσκήνιο τα κινήματα του ’68 παρέμενε ενεργή, όπου η επίδραση της Αριστεράς στον «κοινό νου» είχε διευρυνθεί, όπου σε μια σειρά από σχηματισμούς, ιδίως στην Ιταλία και στη Γαλλία, το ερώτημα της εξουσίας, πιο σωστά το ερώτημα της Αριστεράς στην εξουσία έμπαινε με όρους περισσότερο πραγματικούς παρά ποτέ. Ωστόσο, ήταν ταυτόχρονα και μια περίοδος όπου αυτή η συζήτηση ολοένα και περισσότερο άρχισε να διεξάγεται και με όρους δεξιάς μετατόπισης. Η ταλάντευση των μεγάλων κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης απέναντι στα κινήματα του ’68 και η εχθρότητα που επέδειξαν σε κρίσιμες στιγμές απέναντι στην αντικαπιταλιστική δυναμική των στόχων και των αιτημάτων τους ήταν χαρακτηριστική. Σε αυτό το φόντο η ανάδυση του «Ευρωκομμουνισμού»[5] δεν παρέπεμπε μόνο στην προσπάθεια ανανέωσης της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας και στην απομάκρυνση από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της σοβιετικής επιρροής. Αναδεικνυόταν επίσης και ως μια δεξιόστροφη εκδοχή απάντησης στην κρίση στρατηγικής του ευρωπαϊκού κομμουνισμού, μια στροφή προς την ενσωμάτωση του στόχου της εξουσίας σε μια όλο και περισσότερο κοινοβουλευτική εκδοχή, ολοκληρώνοντας μια διαδρομή που ξεκίνησε την επαύριον της Απελευθέρωσης όταν οι κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» φαλκίδευσαν τη κοινωνική και πολιτική δυναμική των Αντιστασιακών κινημάτων και επέτρεψαν την ανασυγκρότηση της αστικής εξουσίας.[6]

Σε αυτή ακριβώς τη συγκυρία είχε σημασία πώς διαβαζόταν η τραγωδία της Χιλιανής Αριστεράς. Δεν διαβαζόταν ως πρόκληση για την ανανέωση της επαναστατικής στρατηγικής, ως πρόκληση να απαντηθεί τι σημαίνει επαναστατική κατάσταση, δυαδική εξουσία και θεσμοί της εργατικής εξουσίας και αντιηγεμονίας, ούτε ως ερώτημα για το πώς μπορεί να επέλθει αυτό που σχηματικά περιγράφεται στους κλασικούς του μαρξισμού «συντριβή του αστικού κράτους». Αντίθετα, διαβάστηκε ως ανάγκη ακόμη μεγαλύτερης προσήλωσης στο κοινοβουλευτικό δρόμο και στην αναζήτηση πολιτικών και κοινωνικών συμβιβασμών με την αστική τάξη. Κορυφαίο παράδειγμα αυτής της μετατόπισης η στάση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, του μεγαλύτερο κομμουνιστικού κόμματος της Δύσης. Ελάχιστες μέρες μετά το πραξικόπημα ο Ενρίκο Μπερλίνγκουερ πρωτοδιατυπώνει το στόχο του Ιστορικού Συμβιβασμού με την Χριστιανοδημοκρατία, με άμεση αναφορά στα γεγονότα της Χιλής ως βασική επιχειρηματολογία.[7] Και για να το κάνει απόλυτα σαφές δηλώνει ότι δεν μιλούν για αριστερή εναλλακτική λύση, αλλά για δημοκρατική εναλλακτική λύση.[8] Και όλα αυτά την ίδια στιγμή που στην Ιταλία ο μεγάλος κύκλος εργατικών και νεολαΐστικων σε όλη την περίοδο από το 1967-68 αντικειμενικά αναδείκνυε στοιχεία κρίσης της αστικής ηγεμονίας. Άνοιξε έτσι ο δρόμος για την ενεργή στήριξη από το ΙΚΚ όχι μόνο των πολιτικών λιτότητας και των πρώτων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αλλά και της αντιτρομοκρατικής υστερίας και της δημιουργίας ενός γενικευμένου αστυνομικού κράτους.[9] Την ίδια περίοδο στη Γαλλία το κάποτε πανίσχυρο μέσα στην Αριστερά Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα εμπλέκεται στις αλλεπάλληλες παλινωδίες σε σχέση με τη συνεργασία με τους σοσιαλιστές που θα οδηγήσει στην διαμόρφωση του περίφημου «Κοινού Προγράμματος», στην εγκατάλειψη εν συνεχεία της συνεργασίας, στην εκλογική αποτυχία του 1977 και τελικά στο θρίαμβο των Σοσιαλιστών το 1981 και την εκκίνηση μιας μακράς πορείας παρακμής του Γαλλικού Κομμουνισμού.[10] Στην Ελλάδα ας θυμηθούμε την ίδια περίοδο τη συνολικότερη υποχώρηση της Αριστεράς προς όφελος της υποτελούς συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ και την πλήρη ενσωμάτωση στη στρατηγική της Αλλαγής. Συνολικά, το αποτέλεσμα σε όλη την Ευρώπη θα είναι να υπονομευτούν οι ριζοσπαστικές δυναμικές του 1968 και μια ολόκληρη φόρτιση αμφισβήτησης του καπιταλισμού, να ενισχυθούν οι σοσιαλδημοκρατικές φωνές και τελικά να προλειανθεί το έδαφος για την αστική αντεπίθεση από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και το νεοφιλελευθερισμό. Και όλα αυτά παρότι αντικειμενικά ο συσχετισμός δύναμης για τα λαϊκά κινήματα στη δεκαετία του 1970 ήταν ευνοϊκός, με ευρύτερα σημάδια ριζοσπαστικοποίησης και της νεολαίας αλλά και του εργατικού κινήματος, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, αμφισβήτηση των μηχανισμών κοινωνικών αναπαραγωγής, δομική κρίση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ήττες του ιμπεριαλισμού, στοιχεία κρίσης ηγεμονίας και διάχυτη απήχηση της αναζήτησης μιας μη καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης.
(περισσότερα…)

Advertisements

Να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Σκέψεις και προτάσεις
για την κατάσταση στην Αριστερά.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αριστερή Συσπείρωση
(τ.35, Ιούνιος 2018).

Από Παρέμβαση:

Η συζήτηση για την Αριστερά σήμερα γίνεται κάτω από την πίεση των αρνητικών εξελίξεων και του αδιεξόδου. Τροφοδοτείται αντικειμενικά από την απογοήτευση, τη διάλυση, τις μικροδιασπάσεις, την αναξιοπιστία. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν μπορεί η συζήτηση αυτή να είναι γόνιμη και αποτελεσματική και να βάζει, ή έστω να προδιαγράφει ένα τέλος, σε αυτή την πολύ δύσκολη και άσχημη στιγμή για τους αριστερούς και την Αριστερά, που συμπίπτει με την επέτειο των εκατό χρόνων από την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος στη χώρα μας. Αυτή η κακή εικόνα, η διάχυτη απογοήτευση και οι χαμηλές προσδοκίες τροφοδοτούν μια ανοργάνωτη, χωρίς πρόγραμμα και διαδικασίες συζήτηση μεταξύ των αριστερών, καθώς τα οργανωμένα υποκείμενα όλων των ιστορικών ρευμάτων, είτε απουσιάζουν είτε στέκονται φοβισμένα, είτε αναμένουν θεωρώντας πως υπάρχει πολύς χρόνος.

Δύο ερωτήματα βρίσκονται στην καρδιά αυτής της «συζήτησης». Το πρώτο είναι το προαιώνιο «Τι να κάνουμε». Το δεύτερο -και ίσως κρισιμότερο- είναι το ποιοι θέλουν και μπορούν να ανταποκριθούν. Η ενασχόληση με το πρώτο ερώτημα είναι δίχως αντίκρισμα αν δεν ανιχνεύονται απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτημα.

Μια αναγκαία παρένθεση: Είναι αυτονόητο ότι αυτή η συζήτηση δεν αφορά όσους «δικαιώθηκαν» άκοπα και χωρίς να κάνουν τίποτα, ή όσους επένδυαν σε βολικά σχήματα παντός καιρού. Το ακίνδυνο επί οκτώ χρόνια κρίσης ΚΚΕ, είναι ένα βολικό απάγκιο στη σημερινή απογοήτευση. Η ηγεσία του επενδύει στην κούραση και στην απογοήτευση, στη διάψευση και στην αναποτελεσματικότητα, για να δικαιώσει τη δική της στάση, στάση στήριξης στην αστική πολιτική. Το ΚΚΕ όπως το 74 επέλεξε να προσχωρήσει στο εθνικό και κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης ως τρίτος εταίρος με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ενσωματώνοντας τον ριζοσπαστισμό, έτσι και το 2010 «αποχώρησε» από τα άμεσα καθήκοντα και να προσέφυγε στη γενική αντικαπιταλιστική κριτική. Η πρόσκαιρη ροπή αποκαρδιωμένου και εν συγχύσει δυναμικού προς το ΚΚΕ θα αξιοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο εκλογικά, δίχως να αλλάξει ούτε ένα δράμι από την ακίνδυνη για το σύστημα πολιτική του.

Αντίθετα, η συζήτηση αφορά όλους όσους δεν έχουν καταλήξει σε βολικές και σχηματικές λύσεις. Που δεν εννοούν την αυτοκριτική (ή για ορισμένους την αυτοεξιλέωση για προηγούμενα πολιτικά τους αμαρτήματα) ως πέταγμα της μπάλας στην εξέδρα και αναχώρηση από τα άμεσα καθήκοντα. Η συζήτηση αφορά όσους έχουν αγωνία και προβληματισμό για τη σημερινή κατάσταση, όσους ενδιαφέρονται για διέξοδο από το γενικευμένο μπλοκάρισμα, όσους τους συγκινεί μια φιλόδοξη, αλλά κυρίως ειλικρινής απόπειρα ανάταξης από το τέλμα. Ο κόσμος αυτός είναι υπαρκτός και πολύς.

(περισσότερα…)

Χαιρετισμός Στρατούλη εκ μέρους της ΛΑ.Ε, στην 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Αναγκαίο σήμερα όσο ποτέ το κινηματικό, πολιτικό και εκλογικό μέτωπο των αριστερών και ριζοσπαστικών δυνάμεων

Αντιπροσωπεία της ΛΑΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ από τους Δημήτρη Στρατούλη και Δημήτρη Σαραφιανό, μέλη της Πολιτικής Γραμματείας του, παραβρέθηκε σήμερα στις εργασίες της 4ης συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά από σχετική πρόσκληση της.

Στις εργασίες της συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκ μέρους της αντιπροσωπείας της ΛΑΕ απηύθυνε χαιρετισμό ο Δημήτρης Στρατούλης.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Σας ευχαριστούμε για την πρόσκληση και σας μεταφέρω τους αγωνιστικούς χαιρετισμούς του Π.Σ. της ΛΑ.Ε.

Από το βήμα της συνδιάσκεψής σας, σας απευθύνουμε πρόσκληση να αναβαθμίσουμε τις κοινές δράσεις των δυνάμεών μας σε όλο και ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά μέτωπα της τρέχουσας περιόδου.

Επίσης σας απευθύνουμε πρόσκληση ν’ αλλάξουμε σελίδα, ν’ αφήσουμε πίσω ένα παρελθόν άγονων αντιπαραθέσεων στο χώρο της Αριστεράς και παίρνοντας υπόψη τις νέες και όλο και σκληρότερες πραγματικότητες, που διαμορφώνουν ο άγριος καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός στη σημερινή συγκυρία, να ξεκινήσουμε την συζήτηση για την προώθηση μίας κεντρικής πολιτικής συνεργασίας μας. Μία τέτοια συνεργασία θεωρούμε ότι θα συμβάλλει στην αναζωογόνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος στη χώρα μας.

Η εργατική τάξη, η νεολαία και τα λαϊκά στρώματα της χώρας μας, μαστίζονται εδώ και 7 χρόνια από τη μνημονιακή λεηλασία των εισοδημάτων και περιουσιών τους, την πολύ μεγάλη ανεργία και φτώχεια, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, των ονείρων και των ελπίδων τους.

Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια χώρα, όπου οι ντόπιοι και ξένοι δυνάστες της, το κεφάλαιο, η ΕΕ, το ΔΝΤ, έχουν καταργήσει την εθνική και λαϊκή κυριαρχία της και επιβάλλουν το νόμο του οικονομικά ισχυρού.

Όμως, ο λαός και η νεολαία της χώρας μας, που αγωνίστηκαν, πίστεψαν και προδόθηκαν αυτή την 7ετία, σήμερα αναζητούν, μουδιασμένα και επιφυλακτικά πλέον, μία νέα ελπίδα για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση, τα μνημόνια και τη λιτότητα.

Τα μνημόνια, η λιτότητα, το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου, η ταπεινωτική επιτροπεία των δανειστών, που έχουν οδηγήσει σε φτωχοποίηση την εργατική τάξη και το λαό, θα συνεχιστούν για πολλά χρόνια και μετά την τυπική ολοκλήρωση του μνημονίου, εάν και αυτή τελικά πραγματοποιηθεί.

Ταυτόχρονα, η πολεμική επέμβαση των ΗΠΑ, Βρετανίας, Γαλλίας στη Συρία και η εμπλοκή της χώρας μας σ’ αυτή, καθώς και σ’ όλο τον ιμπεριαλιστικό σχεδιασμό τους στην περιοχή μας και στην Ανατολική Μεσόγειο, οδηγούν το λαό και τη χώρα μας σε νέες περιπέτειες.

Θεωρούμε λοιπόν καθήκον, για όποιον θέλει να συνεχίσει να λέγεται Αριστερός, για όποιον παλεύει για ένα καλύτερο σήμερα και για την κοινωνική απελευθέρωση του αύριο, να δράσει από κοινού στα κοινωνικά μέτωπα της περιόδου και για την ανάπτυξη αντιπολεμικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στη χώρα μας και στην ευρύτερη περιοχή. Επίσης, να συνεργασθεί σε πολιτικό επίπεδο χωρίς πρωτοκαθεδρίες και ηγεμονισμούς σε όλες τις πολιτικές μάχες που έρχονται για να διαμορφωθούν οι όροι της μεγάλης ανατροπής, και για την προώθηση μιας ελπιδοφόρας εναλλακτικής λύσης, που έχουν ανάγκη τα λαϊκά στρώματα.

Γνωρίζουμε ότι χρειάζονται νέες ιδέες και νέες επεξεργασίες, τόσο σε προγραμματικό, όσο και πολιτικό επίπεδο. Ότι δηλαδή απαιτείται μία ριζική επανίδρυση και επαναθεμελίωση της Αριστεράς, ένα μεταβατικό πρόγραμμα, για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα και την κομμουνιστική προοπτική.

Γι’ αυτό το στόχο, βέβαια, πρέπει να ξεπεράσουμε την πεπατημένη αφενός ενός πρακτικισμού, που δεν εντάσσεται σε συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, και αφετέρου ενός αφηρημένου αναστοχασμού πέρα και έξω από την κινηματική και πολιτική δράση. Η διαδικασία της επανίδρυσης θα γίνει με νέα αναβάπτιση της Αριστεράς στο εργατικό, στο νεολαιίστικο, στο λαϊκό κίνημα και στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα καθώς και στην προσπάθεια οικοδόμησης μίας εναλλακτικής πολιτικής προοπτικής.

Συντρόφισσες και σύντροφοι

Για εμάς, η επιτακτική ανάγκη της συγκρότησης μετώπου των αριστερών και ριζοσπαστικών δυνάμεων συμπυκνώνεται σε αιτήματα-κρίκους ενός σύγχρονου ριζοσπαστικού μεταβατικού προγράμματος με σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Αιτήματα όπως η κατάργηση μνημονίων και της λιτότητας, η διαγραφή του δημόσιου χρέους, η διευρυμένη σεισάχθεια των ιδιωτικών χρεών των λαϊκών στρωμάτων, η εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των τραπεζών, η αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων, η αποτροπή της ιδιωτικοποίησης και η επανεθνικοποίηση επιχειρήσεων στρατηγικής ή κοινωνικής σημασίας, η στήριξη και αναβάθμιση της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης, της δημόσιας, καθολικής και δωρεάν υγείας και παιδείας, της μικρομεσαίας αγροτιάς και της νεολαίας. Αιτήματα, όμως, που όλοι γνωρίζουμε, ειδικά μετά την εμπειρία του δημοψηφίσματος του 2015, ότι δεν μπορούν να υλοποιηθούν μέσα στη νεοφιλελεύθερη φυλακή της ΟΝΕ και της ΕΕ, που δεν μεταρρυθμίζονται, παρά μόνο ανατρέπονται.

Για αυτό θεωρούμε κεντρικούς στόχους για την υλοποίηση ενός φιλολαϊκού προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης και κοινωνικού μετασχηματισμού την έξοδο από την ευρωζώνη και την αποδέσμευση από την ΕΕ.

Υποκείμενο αυτής της αναγκαίας αντιμνημονιακής ανατροπής θα είναι η εργατική τάξη και ο οργανωμένος λαός με τη δράση και τους αγώνες του, με όχημα ένα ευρύ μέτωπο κοινωνικού και πολιτικού αγώνα με κορμό τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το διαρκές κάλεσμά μας για αυτό είναι ειλικρινές και αφορά σε όλα τα επίπεδα δράσης (κοινωνικά και πολιτικά).

Συνεπώς, οι περιπτώσεις κοινών δράσεων, που αναπτύξαμε μ’ εσάς και άλλες αριστερές και ριζοσπαστικές δυνάμεις τα προηγούμενα χρόνια, τις οποίες δεν πρέπει να υποτιμάμε, κατά τη γνώμη μας δεν φτάνουν σήμερα για να αντιμετωπίσουμε την πρωτοφανούς αγριότητας επίθεση του κεφαλαίου, του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου στην εργατική τάξη, στο λαό και τη νεολαία.

Οι κοινές δράσεις μας ενάντια στο αλυσόδεμα του λαού μας στο ευρωμνημονιακό καθεστώς της εκμετάλλευσης και της επιτροπείας, ενάντια στον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό, το ρατσισμό και τον φασισμό πρέπει να αναβαθμιστούν. Σε αυτές θα πρέπει να κυριαρχήσει, όχι η στείρα αντιπαράθεση ποιος θα κερδίσει από τον άλλο, αλλά η ευγενική άμιλλα μεταξύ μας, για το ποιος θα προσφέρει περισσότερα στο λαό και στο κίνημα. Ούτε είναι δυνατόν αυτές οι κοινές δράσεις να αποσυνδέονται από την ανάγκη που γίνεται συνεχώς και πιο επιτακτική για συγκρότηση πολιτικού μετώπου.

Οι κινηματικοί αγωνιστικοί δεσμοί, που έχουμε αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια, οι ανάγκες και η θέληση του λαού, οι προγραμματικές μας συγκλίσεις που ήδη υπάρχουν, με δυνατότητα αυτοτελούς έκφρασης εκεί που διαφωνούμε, πρέπει κατά τη γνώμη μας να μας οδηγήσουν όχι μόνο σε κινηματική αλλά και σε κεντρική πολιτική και εκλογική συνεργασία.

Αυτή η κοινή δράση και αυτό το κοινωνικό, πολιτικό και εκλογικό μέτωπο των δυνάμεων της Αριστεράς δεν είναι μόνο απόλυτα αναγκαίο αλλά και εφικτό και ρεαλιστικό, αρκεί να επιδειχθεί η ανάλογη ειλικρινής ενωτική πολιτική βούληση. Εάν υπάρξει ένα τέτοιο μέτωπο, τότε πολύ γρήγορα θα υπάρξουν μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, θα υποβοηθηθεί σημαντικά η αναζωογόνηση και ανάπτυξη του κινήματος και η ανατροπή του σημερινού μνημονιακού πολιτικού σκηνικού.

Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να παγιωθεί το μνημονιακό καθεστώς, να κυριαρχήσουν στο λαό και τη νεολαία ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση και παθητικότητα και να μείνει ανοιχτός ο δρόμος στο συντηρητισμό, την ακροδεξιά και το φασισμό.

Σύντροφοι και συντρόφισσες,

Αυτό το πολιτικό μέτωπο θέλουμε και έχουμε προτείνει να ξεκινήσει με πρώτο μεγάλο βήμα την κοινή δράση και τη συνεργασία ανάμεσα στη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εάν προωθηθεί αυτή η συνεργασία, η διεύρυνσή της και με άλλες δυνάμεις είναι αυτονόητο ότι προϋποθέτει τη συγκατάθεση όλων εκείνων που θα ξεκινήσουν αυτό το ενωτικό εγχείρημα.

Με αυτές τις σκέψεις, με αίσθημα αλληλεγγύης και ιστορικότητας των στιγμών, σας απευθύνουμε τον χαιρετισμό μας. Καλές εργασίες στη συνδιάσκεψή σας και καλούς αγώνες.

Επιστολή – κάλεσμα της ΛΑΕ προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ για κοινή δράση και κεντρική πολιτική συνεργασία

Ολόκληρη η ανοικτή επιστολή–κάλεσμα της Λαϊκής Ενότητας προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ για κοινή δράση και κεντρική πολιτική συνεργασία έχει ως εξής:

– Δημόσια πρόσκληση της ΛΑ.Ε για συνάντηση προς την ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

– Αναγκαία όσο ποτέ η κοινή δράση και το πολιτικό μέτωπο των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Με την παρούσα επιστολή σας απευθύνουμε πρόσκληση για μια συνάντηση με αντικείμενο συζήτησης την άμεση οργάνωση της κοινής δράσης των δυνάμεών μας στα μέτωπα του κοινωνικού κινήματος και την επιτακτική προοπτική μίας κεντρικής πολιτικής συνεργασίας που θεωρούμε ότι θα συμβάλλει στην αναζωογόνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και του κινήματος στη χώρα μας.

Μία χώρα που μαστίζεται 7 χρόνια από τη μνημονιακή λεηλασία εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων και περιουσιών, της δημόσιας περιουσίας, των ονείρων και των ελπίδων του λαού και ειδικά της νεολαίας μας.

Μία χώρα όπου οι ντόπιοι και ξένοι δυνάστες της, το κεφάλαιο, η ΕΕ, το ΔΝΤ, έχουν καταργήσει την εθνική και λαϊκή κυριαρχία και επιβάλλουν το νόμο του οικονομικά ισχυρού.

Μία χώρα με ένα λαό όμως που ξεσηκώθηκε, πάλεψε, πίστεψε και προδόθηκε αυτή την 7ετία και σήμερα αναζητά, μουδιασμένος και επιφυλακτικός πλέον, μία νέα ελπίδα για μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση, τα μνημόνια και τη λιτότητα.

Στο έδαφος της απογοήτευσης και της αμαύρωσης της Αριστεράς από τις κυβερνητικές πολιτικές, επιχειρείται σήμερα μια μεγάλη ιδεολογική και πολιτική στροφή προς τα δεξιά. Τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, με τον εθνικιστικό τόνο που έλαβαν, παραμέρισαν τα κεντρικά προβλήματα της χώρας και ενδεικτικά το μεγάλο ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου που συμβαίνει σήμερα τόσο στη Μακεδονία, αλλά και σε όλη την Ελλάδα (λιμάνια, αεροδρόμια, δρόμοι, κοινωνικά αγαθά, ΔΕΚΟ). Το μεγάλο σκάνδαλο της Novartis απονευρώνεται, καθώς αποκρύπτεται το κοινωνικό του υπόβαθρο, με την καταλήστευση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων από τις πολυεθνικές του φαρμάκου, των ιατρικών προσθέτων και τις ιδιωτικές κλινικές, αλλά και με την αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης για τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Επιχειρείται η αποστείρωση της πολιτικής ατζέντας από τα μνημόνια, τη μόνιμη επιτροπεία και τη συνεχή λιτότητα, που θα επιβληθούν στο λαό μας και μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος.

Είναι λοιπόν καθήκον, για όποιον θέλει να συνεχίσει να λέγεται αριστερός, για όποιον παλεύει για ένα καλύτερο σήμερα και για την κοινωνική απελευθέρωση του αύριο, να δράσει από κοινού στα κοινωνικά μέτωπα της περιόδου, αλλά και να συνεργασθεί σε πολιτικό επίπεδο χωρίς πρωτοκαθεδρίες και ηγεμονισμούς σε όλες τις πολιτικές μάχες που έρχονται και για να διαμορφωθούν οι όροι της μεγάλης ανατροπής που έχουν ανάγκη τα λαϊκά στρώματα στη χώρα μας.

Ξέρουμε ότι η περίοδος δεν είναι εύκολη και απαιτείται ένταση των προσπαθειών για αυτό. Ξέρουμε ότι απαιτείται συνδυασμός νέων και κλασικών πρακτικών δράσης και οργάνωσης, ότι χρειάζονται νέες ιδέες και νέες επεξεργασίες, τόσο σε προγραμματικό, όσο και πολιτικό επίπεδο. Απαιτείται, με δυο λόγια, μία ριζική επανίδρυση και επαναθεμελίωση της Αριστεράς, για το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα.

Για αυτό το στόχο, βέβαια, δεν αρκεί ο πρακτικισμός της δύναμης της συνήθειας όλων μας, ούτε ένας αφηρημένος αναστοχασμός πέρα και έξω από την πολιτική δράση. Η διαδικασία της επανίδρυσης θα γίνει με νέα αναβάπτιση της Αριστεράς στα σύγχρονα κινήματα και στην προσπάθεια οικοδόμησης μίας νέας πολιτικής προοπτικής.

Για εμάς, η επιτακτική προοπτική της πολιτικής συνεργασίας συμπυκνώνεται σε αιτήματα-κρίκους ενός σύγχρονου ριζοσπαστικού μεταβατικού προγράμματος με σοσιαλιστικό στόχο και σοσιαλιστική κατεύθυνση. Αιτήματα όπως η κατάργηση μνημονίων και λιτότητας, η διαγραφή του δημόσιου χρέους, η σεισάχθεια των χρεών των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, η εθνικοποίηση των τραπεζών, η αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων, η αποτροπή της ιδιωτικοποίησης και η επανεθνικοποίηση στρατηγικών επιχειρήσεων, η στήριξη και αναβάθμιση της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης, της δημόσιας, καθολικής και δωρεάν υγείας και παιδείας, της μικρομεσαίας αγροτιάς και της νεολαίας. Αιτήματα που όλοι γνωρίζουμε, ειδικά μετά την εμπειρία του δημοψηφίσματος του 2015, πώς δεν μπορούν να υλοποιηθούν μέσα στη νεοφιλελεύθερη φυλακή της ΟΝΕ και της ΕΕ, που δεν μεταρρυθμίζονται παρά μόνο ανατρέπονται. Για αυτό θεωρούμε κεντρικούς στόχους για την υλοποίηση ενός φιλολαϊκού προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης και κοινωνικού μετασχηματισμού την έξοδο από την ευρωζώνη και την αποδέσμευση από την ΕΕ.

Κεντρικό ζήτημα είναι και το υποκείμενο αυτής της αναγκαίας αντιμνημονιακής ανατροπής. Υποκείμενο θα είναι ο οργανωμένος λαός με την ίδια τη δράση του, με όχημα ένα ευρύ μέτωπο κοινωνικού και πολιτικού αγώνα με κορμό τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αντιμνημονιακής Αριστεράς. Το διαρκές κάλεσμά μας για αυτό είναι ειλικρινές και αφορά σε όλα τα επίπεδα δράσης (κοινωνικά και πολιτικά).

Με αυτές τις σκέψεις σας απευθύνουμε πρόσκληση για να βρεθούμε και να συζητήσουμε για όλα αυτά πιο συγκεκριμένα. Θα βρεθούμε στους δρόμους των αγώνων, ελπίζουμε να βρεθούμε και στο δρόμο συγκρότησης ενός ριζοσπαστικού μετώπου και της νέας πολιτικής προοπτικής που έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι, ο λαός και η νεολαία μας.

Η Πολιτική Γραμματεία της Λαϊκής Ενότητας

Για το Γραφείο Τύπου

27/2/2018

Η Αριστερά, το μέτωπο και το κόμμα

Της Μαρίας Μπόλαρη
Πηγή: rproject.gr

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια συγκυρία που φορτίζεται με δυσκολίες στρατηγικού χαρακτήρα για τους αγωνιστές των κινημάτων αντίστασης και όλης της Αριστεράς.

Πρό­κει­ται για μια συ­γκυ­ρία, για μια πε­ρί­ο­δο, όπου «συ­μπί­πτουν» τρεις δια­φο­ρε­τι­κές και αλ­λη­λο­τρο­φο­δο­τού­με­νες κρί­σεις:

α) Η κρίση του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος διε­θνώς, που 9 χρό­νια μετά το ξέ­σπα­σμά της συ­νε­χί­ζε­ται. Οι κα­πι­τα­λι­στές ξε­περ­νώ­ντας –με δυ­σκο­λί­ες!- το αρ­χι­κό στά­διο της κρί­σης που συν­δυά­στη­κε με πλα­τιές ερ­γα­τι­κές/λαϊ­κές αντι­στά­σεις, τώρα «συ­ντο­νί­ζο­νται» σε μια γραμ­μή που στο όνομα της αντι­με­τώ­πι­σης της κρί­σης επι­τα­χύ­νει τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη επι­θε­τι­κό­τη­τα του κε­φα­λαί­ου σε βάρος και των πιο στοι­χειω­δών ερ­γα­τι­κών κα­τα­κτή­σε­ων. Ταυ­τό­χρο­να, η κρίση επε­κτεί­νε­ται στο «πο­λι­τι­κό» πεδίο, κά­νο­ντας εφι­κτές τις πιο «απροσ­δό­κη­τες» εξε­λί­ξεις (Brexit, εκλο­γή Τραμπ, Κα­τα­λο­νία κ.ο.κ.), αλλά και κυ­ρί­ως οδη­γώ­ντας στον πα­ρο­ξυ­σμό των αντα­γω­νι­σμών. Η άνο­δος του μι­λι­τα­ρι­σμού και των εξο­πλι­σμών δεί­χνει ότι η κα­τά­στα­ση «μυ­ρί­ζει μπα­ρού­τι».

β) Κρίση των πλα­τιών κι­νη­μά­των αντί­στα­σης, που έθρε­ψαν σε μα­ζι­κό πεδίο της ελ­πί­δες των προη­γού­με­νων χρό­νων. Οι αγώ­νες κατά της φτώ­χειας και του ιμπε­ρια­λι­σμού στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή, η «αρα­βι­κή άνοι­ξη», οι αντι­νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ροι ερ­γα­τι­κοί αγώ­νες στην Ευ­ρώ­πη, το κί­νη­μα Occupy στην Αμε­ρι­κή και στον Κα­να­δά, είναι (να το πούμε κομψά) σε βαθιά υπο­χώ­ρη­ση.

γ) Κρίση της πο­λι­τι­κής Αρι­στε­ράς σε όλες τις εκ­δο­χές που επι­χεί­ρη­σαν μα­ζι­κά τα προη­γού­με­να χρό­νια. Τα σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κά κόμ­μα­τα έχουν βυ­θι­στεί ορι­στι­κά στο βούρ­κο του σο­σιαλ­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού. Τα μα­ζι­κά ΚΚ ου­δέ­πο­τε ανέ­καμ­ψαν από την κρίση του 1989 (με σχε­τι­κές εξαι­ρέ­σεις, ίσως τις μο­να­δι­κές, το ΚΚΕ και το ΑΚΕΛ). Το κύμα του «αρι­στε­ρού λαϊ­κι­σμού» στη Λατ. Αμε­ρι­κή έχει πιε­στεί ασφυ­κτι­κά, δίνει στη Βε­νε­ζου­έ­λα μια «τε­λι­κή μάχη». Οι ελ­πι­δο­φό­ρες ορ­γα­νώ­σεις της επα­να­στα­τι­κής Αρι­στε­ράς που προ­έ­κυ­ψαν μετά το 1968, διε­θνώς βρί­σκο­νται σε στα­σι­μό­τη­τα, ενώ κά­ποιες από τις πιο εμ­βλη­μα­τι­κές στην Ευ­ρώ­πη αντι­με­τω­πί­ζουν ιστο­ρι­κή κρίση (SWP στη Βρε­τα­νία, LCR-NPA στη Γαλ­λία κ.ο.κ.). Η τα­χύ­τα­τη σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ρη με­τάλ­λα­ξη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ –μετά την «κω­λο­τού­μπα» του 2015- υπήρ­ξε «αρ­νη­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα», τρο­φο­δό­τη­σε συ­ντη­ρη­τι­κές από­ψεις και πτέ­ρυ­γες στο Podemos στην Ισπα­νία, στο Bloco στην Πορ­το­γα­λία και ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο στο Linke στη Γερ­μα­νία. Αυτές οι απο­τυ­χί­ες δη­μιουρ­γούν τις δυ­να­τό­τη­τες σε εγ­χει­ρή­μα­τα όπως πχ του Με­λαν­σόν, να στρέ­φο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο στις «με­τα-αρι­στε­ρές» ιδέες του λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου λαϊ­κι­σμού και να συ­γκρο­τού­νται γύρω από αρ­χη­γο­κε­ντρι­κές λει­τουρ­γί­ες.

Αυτό είναι το πραγ­μα­τι­κό πεδίο που έχει να αντι­με­τω­πί­σει ο κα­θέ­νας-κα­θε­μιά από εμάς.

Σε αυτές τις συν­θή­κες ανα­πτύσ­σε­ται μέσα στον κόσμο μας μια ισχυ­ρή τάση προς την ενό­τη­τα στη δράση, προς την ενιαιο­με­τω­πι­κή τα­κτι­κή, λο­γι­κή και μέ­θο­δο.

Ακόμα και οι πιο «σκλη­ρές» τα­κτι­κές, αυτές που ολο­φά­νε­ρα δί­νουν την προ­τε­ραιό­τη­τα στην πε­ρι­χα­ρά­κω­ση δυ­νά­με­ων, θε­ω­ρώ­ντας ότι έτσι θα εξα­σφα­λί­σουν τη βιω­σι­μό­τη­τα του «κόμ­μα­τος» μέσα στις δυ­σκο­λί­ες της επο­χής, υπο­χρε­ώ­νο­νται ταυ­τό­χρο­να να μι­λούν για κά­ποιου εί­δους «μέ­τω­πο». Ενώ την ίδια στιγ­μή, φορ­τώ­νουν σε αυτό τόσα ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κά στοι­χεία –τόσο «προ­ω­θη­μέ­να» πλαί­σια- που κα­τα­λή­γουν να ταυ­τί­ζουν το μέ­τω­πο με το κόμμα και να αντι­με­τω­πί­ζουν ως εχθρι­κή κάθε τάση για αυ­θε­ντι­κή ενό­τη­τα δρά­σης δια­φο­ρε­τι­κών δυ­νά­με­ων του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της Αρι­στε­ράς.

Εμείς δη­λώ­νου­με εξαρ­χής ότι θε­ω­ρού­με αυτήν την αυ­θόρ­μη­τη διά­θε­ση του κό­σμου ως σωστή, ως πιο προ­ω­θη­μέ­νη απά­ντη­ση στα δι­λήμ­μα­τα της συ­γκυ­ρί­ας από τις υπερ­πο­λύ­πλο­κες, τάχα πιο σο­φι­στι­κέ, απα­ντή­σεις ση­μα­ντι­κών τμη­μά­των της ορ­γα­νω­μέ­νης πρω­το­πο­ρί­ας.

Όμως αυτή η αυ­θόρ­μη­τη διά­θε­ση προς τη συ­γκέ­ντρω­ση δυ­νά­με­ων δεν αρκεί από μόνη της. Είναι μια ση­μα­ντι­κή «πρώτη ύλη» πάνω στην οποία πρέ­πει να εκ­δη­λω­θούν πρω­το­βου­λί­ες, σχέ­δια, οι­κο­δό­μη­ση.

Αρ­χι­κά «από τα κάτω», μέσα στις αντι­στά­σεις, μέσα στο κί­νη­μα. Η πρό­κλη­ση του προ­σφυ­γι­κού, η υπο­χρέ­ω­ση για σο­βα­ρή αλ­λη­λεγ­γύη στην Πα­λαι­στί­νη, η σο­βα­ρή αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή αντι­πο­λε­μι­κή δου­λειά (ει­δι­κά σε συν­θή­κες όπου γί­νε­ται φα­νε­ρό ότι η ελ­λη­νι­κή πλευ­ρά «λύνει το ζω­νά­ρι της» στην πε­ριο­χή…), η σύ­γκρου­ση με την αντι­κοι­νω­νι­κή «κραι­πά­λη» των εξο­πλι­σμών, είναι πεδία όπου οφεί­λου­με να πά­ρου­με ση­μα­ντι­κές πρω­το­βου­λί­ες. Η αντί­στα­ση στις μνη­μο­νια­κές-κα­πι­τα­λι­στι­κές επι­θέ­σεις στους ερ­γα­τι­κούς χώ­ρους, η αντί­στα­ση στους πλει­στη­ρια­σμούς, η αντί­στα­ση στις ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις, η κλι­μά­κω­ση της υπε­ρά­σπι­σης των δη­μό­σιων χώρων και των δη­μό­σιων αγα­θών, είναι το­μείς όπου αυ­το­νό­η­τα χρειά­ζο­νται συ­ντο­νι­σμοί, κοινά σχέ­δια, κοι­νές πρω­το­βου­λί­ες, κοινά σχή­μα­τα. Ασφα­λώς η γκάμα αυτή της ενο­ποί­η­σης της προ­σπά­θειας δεν μπο­ρεί να απο­φα­σι­στεί εκ προ­οι­μί­ου, πρέ­πει να οι­κο­δο­μη­θεί βήμα προς βήμα. Όμως η κα­τεύ­θυν­ση αφορά όλους όσοι πραγ­μα­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­νται για την ανα­τρο­πή των συ­σχε­τι­σμών και σχε­διά­ζουν με ζη­τού­με­νο τις νίκες για τον κόσμο μας. Και αντί­στρο­φα: η απόρ­ρι­ψη αυτής της κα­τεύ­θυν­σης αφορά πο­λι­τι­κούς σχε­δια­σμούς που ανα­ζη­τούν απο­τε­λέ­σμα­τα μέσα στη «συ­νέ­χεια της ήττας».

Όμως η απά­ντη­ση αφορά και στο πο­λι­τι­κό πεδίο. Το δίλ­λη­μα «Τσί­πρας ή Μη­τσο­τά­κης;» θα έρθει με πολύ πιε­στι­κές συν­θή­κες για τον κόσμο μας. Η απά­ντη­ση σε αυτό, για να έχει την κατ’ ελά­χι­στο ανα­γκαία πο­λι­τι­κή πει­στι­κό­τη­τα, οφεί­λει να έχει ένα μί­νι­μουμ μα­ζι­κό­τη­τας: να μπο­ρεί να διεκ­δι­κή­σει τα κα­θή­κο­ντα μιας ορα­τής ρι­ζο­σπα­στι­κής-αντι­μνη­μο­νια­κής-αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής αρι­στε­ρής αντι­πο­λί­τευ­σης, που θα προ­σπα­θεί να υπε­ρα­σπί­σει τα συμ­φέ­ρο­ντα του κό­σμου μας, στη μακρά πε­ρί­ο­δο μνη­μο­νια­κής επι­τή­ρη­σης που ακο­λου­θεί το τυ­πι­κό «τέλος» του προ­γράμ­μα­τος τον Αύ­γου­στο του 2018. Αν απο­τύ­χου­με να δια­μορ­φώ­σου­με αυτήν την εναλ­λα­κτι­κή λύση, αυτόν τον «πόλο» συ­σπεί­ρω­σης και αντι­συ­στη­μι­κής πο­λι­τι­κής δρά­σης, τότε προ­κύ­πτει ο κίν­δυ­νος να κα­τα­τρι­βούν δυ­νά­μεις σε διλ­λή­μα­τα που θα υπα­γο­ρεύ­ο­νται από το κα­θε­στώς.

Τα ζη­τή­μα­τα αυτά, δια­γρά­φει με μια μο­νο­κο­ντυ­λιά το ΚΚΕ. Δεν πρό­κει­ται για «σε­χτα­ρι­σμό». Πρό­κει­ται για λάθος πο­λι­τι­κή εκτί­μη­ση, που πα­ραι­τεί­ται εκ προ­οι­μί­ου από τη διεκ­δί­κη­ση για νίκες, ενώ δίνει την έμ­φα­ση σε μια κυ­ριαρ­χία του ΚΚΕ, μέσα όμως στα ση­με­ρι­νά πλαί­σια, δε­δο­μέ­να και όρια. Εδώ ο συ­στη­μα­τι­κός δια­χω­ρι­σμός των δυ­νά­με­ων απο­δει­κνύ­ε­ται σαν γνώ­ρι­σμα μιας πα­θη­τι­κής αντι­με­τώ­πι­σης της συ­γκυ­ρί­ας, με το μάτι στραμ­μέ­νο σε ένα αξιο­πρε­πές πο­σο­στό στην επό­με­νη κάλπη και μετά βλέ­που­με… Ο κίν­δυ­νος να υπερ­κε­ρα­στεί το ΚΚΕ (παρά την προ­φα­νή ορ­γα­νω­τι­κή και αριθ­μη­τι­κή υπε­ρο­χή του) από την πα­ρέμ­βα­ση του νέο-ΠΑ­ΣΟΚ ή, ακόμα χει­ρό­τε­ρα, από τους νε­ο­να­ζί της ΧΑ, ανα­δει­κνύ­ει τον κο­ντό­θω­ρο ορί­ζο­ντα αυτής της στρα­τη­γι­κής.

Δυ­στυ­χώς, αυτή η αντι­με­τώ­πι­ση έγινε «μο­ντέ­λο» σε μι­κρο­γρα­φία και για τις απο­φά­σεις του πρό­σφα­του συ­νε­δρί­ου του ΝΑΡ.

Σε πρό­σφα­το άρθρο έμπει­ρου και σε­βα­στού συ­ντρό­φου, δια­βά­σα­με: «η πο­λι­τι­κή αυ­το­τέ­λεια του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ… απο­τε­λεί το “πρό­βλη­μα των προ­βλη­μά­των” της επο­χής μας». Κλει­δί, μά­λι­στα, για την αντι­με­τώ­πι­ση αυτού του προ­βλή­μα­τος των προ­βλη­μά­των απο­τε­λεί η απόρ­ρι­ψη των «εν­διά­με­σων αρι­στε­ρών λύ­σε­ων». Από πότε, αλή­θεια, η πο­λι­τι­κή αυ­το­τέ­λεια του ΝΑΡ –και οποιασ­δή­πο­τε άλλης ορ­γά­νω­σης- είναι σε αντί­θε­ση (ή και χει­ρό­τε­ρα απει­λεί­ται) από τις τα­κτι­κές ενό­τη­τας στη δράση ή τη λο­γι­κή του Ενιαί­ου Με­τώ­που; Ο σύ­ντρο­φος ανα­φέ­ρει προς από­δει­ξη την ιστο­ρι­κή εμπει­ρία από το 1944 (κυ­βέρ­νη­ση εθνι­κής ενό­τη­τας), το 1964 (σχέ­σεις ΕΔΑ με Ένωση Κέ­ντρου), και το 1984 (τα­κτι­κή ουράς του ΚΚΕ επί Φλω­ρά­κη απέ­να­ντι στο ΠΑΣΟΚ). Μόνο που σεμνά απο­σιω­πά το γε­γο­νός ότι σε όλες αυτές τις πε­ρι­πτώ­σεις το ΚΚΕ έκανε «ενό­τη­τα» με αστι­κές πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις (και μά­λι­στα με όρους υπο­τα­γής) και όχι με «εν­διά­με­σες αρι­στε­ρές λύ­σεις», ή με δια­φο­ρε­τι­κές δυ­νά­μεις του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της Αρι­στε­ράς. Για εμάς, πράγ­μα­τι, η πα­ρά­δο­ση του Ενιαί­ου Με­τώ­που αφορά, απο­κλει­στι­κά, ερ­γα­τι­κές-αρι­στε­ρές δυ­νά­μεις.

Σε αυτό το έδα­φος, διά­φο­ροι νε­ό­τε­ροι σύ­ντρο­φοι ανα­λαμ­βά­νουν τη δου­λειά να κα­τα­χε­ριά­σουν τις «εν­διά­με­σες δυ­νά­μεις». Δια­βά­σα­με τον όρο «νε­ο­δια­χει­ρι­στι­κές». Μόνο που τέ­τοιοι βα­ριοί όροι μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποιού­νται μόνο αν προ­κύ­πτουν αντι­κει­με­νι­κά: από τις σχέ­σεις του κα­θε­νός με την κυ­ρί­αρ­χη τάξη, τις με­ρί­δες της κλπ. Αλ­λιώς προ­κύ­πτει ο κίν­δυ­νος να γε­μί­σει ο τόπος ιε­ρο­ε­ξε­τα­στές…

Αξί­ζει να ση­μειω­θεί ότι μια τέ­τοια «στενή» αντι­με­τώ­πι­ση του με­τώ­που, δεν αφορά μόνο μελ­λο­ντι­κές πρω­το­βου­λί­ες, αλλά και υπάρ­χο­ντες συ­να­σπι­σμούς. Δια­βά­σα­με ότι «βη­μα­το­δό­τη και καρ­διά της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ… να απο­τε­λέ­σει η δια­δι­κα­σία και τε­λι­κή η ίδρυ­ση του κομ­μου­νι­στι­κού φορέα». Εξ όσων γνω­ρί­ζου­με στις γραμ­μές της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ υπάρ­χουν αρ­κε­τά δια­φο­ρε­τι­κές από­ψεις-τα­κτι­κές-ορ­γα­νώ­σεις στο ζή­τη­μα του κόμ­μα­τος. Η ταύ­τι­ση κόμ­μα­τος-με­τώ­που μπο­ρεί να απο­δει­χθεί δια­λυ­τι­κή σε πολλά επί­πε­δα.

Σε άλλο κεί­με­νο δια­βά­σα­με: «Οι προ­βλη­μα­τι­σμοί και οι δια­φω­νί­ες δια­σχί­ζουν όλη τη μα­χό­με­νη Αρι­στε­ρά. Δια­σχί­ζουν το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ και όλες τις ορ­γα­νώ­σεις εντός, εκτός και γύρω τους. Γιατί εδρά­ζο­νται στην αγω­νία για την “ήττα που συ­νε­χί­ζε­ται”». Έτσι είναι. Γι’ αυτό ο κα­θείς οφεί­λει να ενι­σχύ­ει και να απο­σα­φη­νί­σει την «αυ­το­τέ­λειά του». Όμως ταυ­τό­χρο­να οφεί­λει να δια­τυ­πώ­νει με σα­φή­νεια την πρό­τα­σή του για το μέ­τω­πο: εμείς συμ­με­τέ­χο­ντας στη ΛΑΕ, χωρίς ποτέ να κρύ­ψου­με ή να υπο­βαθ­μί­σου­με δια­φω­νί­ες πο­λι­τι­κές, συ­νε­χί­ζου­με να την υπο­στη­ρί­ζου­με, διεκ­δι­κώ­ντας πάντα ει­λι­κρι­νά τη «διεύ­ρυν­ση» του ανα­γκαί­ου με­τώ­που, προς όλες τις δυ­νά­μεις της ρι­ζο­σπα­στι­κής-αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς. Οι «συμ­μα­χι­κές σχέ­σεις» με­τα­ξύ ΛΑΕ, άλλων ρι­ζο­σπα­στι­κών δυ­νά­με­ων που ήρθαν σε ρήξη με τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ το 2015 και ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ (με δε­δο­μέ­νη την αυ­το­ε­ξαί­ρε­ση του ΚΚΕ) απο­τε­λούν το πραγ­μα­τι­κό «κλει­δί» για τη ση­με­ρι­νή πο­λι­τι­κή συ­γκυ­ρία.

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από την Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά

Ανιχνεύοντας τον πολιτικό μοντερνισμό του Οκτώβρη (αρχές στρατηγικής)

Το παρόν κείμενο παρουσιάστηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2017, στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων που διοργάνωσε η Αριστερή Ανασύνθεση με θέμα «Ανιχνεύοντας την επικαιρότητα του κόκκινου Οκτώβρη».
Στην ίδια εκδήλωση μίλησαν επίσης ο Κώστας Γούσης, ο Χρίστος Κατσούλας και η Ελένη Πορτάλιου.

Πηγή: ektosgrammis.gr

α. Ο ιστορικός επικαθορισμός του Οκτώβρη

Ο κόκκινος Οκτώβρης δεν υπήρξε μόνο η έμπρακτη απόδειξη ότι οι εκτιμήσεις των κλασικών του μαρξισμού και τα όνειρα των κομμουνάρων του Παρισιού για μια νέα εποχή επαναστάσεων που επρόκειτο να ανατείλει ήταν κάθε άλλο από θεωρητικές ή υπεραριστερές φαντασιοκοπίες. Υπήρξε και η συμπύκνωση πλήθους στοιχείων πολιτικού μοντερνισμού που παρουσιάστηκαν στη Ρωσία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, καθώς, και το αποτέλεσμα της κλιμάκωσης μιας εντελώς πρωτότυπης επαναστατικής τακτικής, μιας μοναδικής επαναστατικής ακολουθίας.

Περισσότερο, όμως, ακόμη υπήρξε το αποτέλεσμα ενός «κατάλληλου» συνδυασμού ανάμεσα στα παραπάνω: του συνδυασμού ανάμεσα σε μια εξαιρετικά πρωτότυπη σύζευξη ιστορικών περιστάσεων, μια κατ’ εξαίρεση κατάσταση, όπως θα την αποκαλέσει ο Αλτουσέρ, σε κάποιες από τις πιο σημαντικές σελίδες που θα γράψει ποτέ, όταν χάριν της θεωρητικής υποστήριξης της έννοιας του επικαθορισμού, θα μιλήσει για την «ενότητα ρήξης» στην οποία συγχωνεύτηκαν οι ιστορικές περιστάσεις κατά την έκρηξη του Οκτώβρη, αφενός, και στην ιδιαίτερη παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα, αφετέρου.

Πρόκειται για τις περιστάσεις που ορίζονται από τον συνδυασμό ανάμεσα στην ογκούμενη δυσαρέσκεια για την πολεμική εμπλοκή της τσαρικής Ρωσίας, την επισιτιστική κρίση και εξαθλίωση των ρωσικών εργατικών και αγροτικών μαζών, αλλά και την αποτυχία της αγροτικής μεταρρύθμισης του 1861. Αυτός ήταν ο ιστορικός επικαθορισμός που συμπύκνωσε το περίφημο «Γη – ψωμί – ειρήνη», επικαθορισμός που οι Μπολσεβίκοι και ο Λένιν, κατάφεραν να αναγνωρίσουν και να εκμεταλλευτούν, μόνο γιατί από τις αρχές του 20ου αιώνα είχαν συμβάλει -ασφαλώς, όχι αποκλειστικά εκείνοι- στην κλιμάκωση της ταξικής πάλης στη Ρωσία: στην ανάδυση τρόπων και όρων οργάνωσης και θέσμισης του κοινωνικού εκείνου μπλοκ δυνάμεων, που θα αποτελέσει αργότερα το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων της επανάστασης. Και, ταυτόχρονα, πρόκειται για την εκδίπλωση μιας ευφυούς όσο επίπονης επαναστατικής τακτικής, επίκεντρο της οποίας ήταν η επιμονή στην επαναστατική ρήξη και τη διεκδίκηση της εξουσίας, ειδικά στους μήνες που μεσολάβησαν από τον Απρίλη στον Οκτώβρη, όταν και υπό το καθεστώς της ανοχής της προσωρινής κυβέρνησης από τα Σοβιέτ, αυτή η επιμονή έδειχνε να δοκιμάζεται αποφασιστικά και να απομονώνει του Μπολσεβίκους, αν όχι τον ίδιο τον Λένιν στο εσωτερικό τους.

Με τους όρους του Μακιαβέλλι, εκ των πατέρων της επιστημονικής θεώρησης του πολιτικού, η Οκτωβριανή επανάσταση υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μοναδικού συνδυασμού ανάμεσα στην τύχη του ηγεμόνα και την ικανότητά του.

Και με την έννοια αυτή, είναι που ο Οκτώβρης, υπήρξε μια καλά ριζωμένη στις αντιθέσεις της ρωσικής κοινωνίας επαναστατική ρήξη. Πρόκειται ασφαλώς, για μια θεώρηση ανυπόφορη για τους διανοούμενους και λοιπούς επιφανείς εκπροσώπους των κυρίαρχων τάξεων, που επιχειρούν εδώ και 100 χρόνια να αμαυρώσουν το ιστορικό, αλλά κυρίως το πολιτικό αποτύπωμα του Οκτώβρη εξαπολύοντας την γνωστή ρητορική περί πραξικοπήματος.

 

β. Προϋποθέσεις μιας επιστροφής

Όμως, σήμερα, δεν προσεγγίζουμε τον Οκτώβρη από την σκοπιά κάποιου φιλολογικού, ιστορικού, επιστημονικού ή άλλου πάθους· τον προσεγγίζουμε από την σκοπιά του μέλλοντός του. Από την σκοπιά της σημασίας και της χρησιμότητάς του για τους δικούς μας σκοπούς, αυτούς των αναγκών ανασύνθεσης μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Με την έννοια αυτή, η επιστροφή μας στον Οκτώβρη σήμερα δεν μπορεί να είναι αποθεωτική: μια επιστροφή υπό την αίσθηση του δέους για ένα ανεπανάληπτο ιστορικό συμβάν, που μπορεί κατ’ εξοχήν να μας καθηλώσει στην εξέτασή του από την απόσταση των εντυπώσεων και των στερεοτύπων για αυτό, παρά από την σκοπιά της μελέτης και της κινητοποίησης.

Και, πολύ περισσότερο, η επιστροφή στον Οκτώβρη σήμερα δεν μπορεί να είναι μιμητική: υπάρχει λόγος για τον οποίον «οι κοινωνικές επαναστάσεις δεν αντλούν την ποίησή τους από το παρελθόν, αλλά μονάχα από το μέλλον», όπως μας προειδοποιούσε ο Μαρξ στην Μπρυμαίρ. Είναι ο ίδιος λόγος που κατανοούσε πολύ καλά ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι, όταν επιχειρούσαν να σκεφτούν για τη δική τους εποχή και τις ανάγκες της, αντί να επιχειρούν απλώς να αντιγράψουν το υπόδειγμα της Κομμούνας – ένα υπόδειγμα άλλωστε που ήταν με τη σειρά του ιστορικά πρωτότυπο σε τέτοιον βαθμό, που οδήγησε τον ίδιο τον Μαρξ να επιστρέψει στο κείμενο του Μανιφέστου, που είχε γραφτεί μέσα στις ιστορικές συνθήκες που γέννησαν τις επαναστάσεις του 1848, για να το «διορθώσει», ενσωματώνοντας θεωρητικά και πολιτικά στο κείμενό του τη νέα κοινωνικοπολιτική αυτή μορφή. Πρόκειται για το γεγονός ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, ότι η ιστορική εξέλιξη γεννά νέες κοινωνικές μορφές και ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται τα επαναστατικά κινήματα να δράσουν είναι πάντοτε, δομικά, πρωτότυπες. Ως εκ τούτου, ο Οκτώβρης σήμερα δεν μπορεί να είναι για εμάς μια εικόνα καθ’ ομοίωση της οποίας θα πρέπει να οργανωθούμε. Δεν μπορεί να είναι ένα εικόνισμα στην μνήμη του οποίου θα αναμένουμε αέναα τις περιστάσεις να αποκτήσουν παρόμοια μορφή και σύμπλεξη. Ο επόμενος Οκτώβρης θα μπορεί να είναι τέτοιος, μόνο με το κόστος κάποιας αυθάδειας στον προηγούμενο.

Όλα τα παραπάνω δεν λέγονται για να αιτιολογήσουν κάποια δήθεν εκ των περιστάσεων αναγκαστική στροφή στον «πολιτικό ρεαλισμό», που ως τέτοια δεν συνιστά τίποτα διαφορετικό από μείζον αποτέλεσμα της κυρίαρχης, αστικής, ιδεολογίας πάνω στην αριστερά. Ούτε, φυσικά, στοχεύουν να δικαιολογήσουν κάποιον πολιτικό αναχωρητισμό, μια ιδιώτευση αντλημένη έστω από τις πραγματικά δύσκολες συνθήκες που έχει να αντιμετωπίσει κάθε άνθρωπος, κίνημα, ή πολιτική οργάνωση που επιμένει σήμερα στην ανάγκη επαναστατικών ρήξεων και ανατροπών ώστε να οδηγηθούμε στη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνικής πορείας.

Ο ίδιος Οκτώβρης δεν μπορεί να επαναληφθεί σήμερα, αλλά ο Οκτώβρης του 1917, η επαναστατική στρατηγική των μπολσεβίκων, οι πολιτικοί και κοινωνικοί νεωτερισμοί της περιόδου εκείνης, έχουν πάρα πολλά να μας μάθουν για σήμερα, για το κίνημά μας. Από τον κόκκινο Οκτώβρη μπορεί να μην μπορούμε να αντλήσουμε ένα παράδειγμα προς αντιγραφή, αλλά μπορούμε να αντλήσουμε στρατηγικές αρχές, όχι βεβαιότητες ή λεπτομέρειες προς αναβίωση, αλλά αρχές πολιτικής πρακτικής για την ανασύνθεση μιας σύγχρονης, επαναστατικής στρατηγικής.

Μιας στρατηγικής που θα εκφεύγει από το όριο ενός αριστερίστικου βερμπαλιστικού αναχωρητισμού, όσο όμως και από το όριο ενός μαχητικού ρεφορμισμού, φυσιογνωμίες και γραμμές που και οι δύο εκχωρούν το στρατηγικό πεδίο της αντιπαράθεσης στον αντίπαλο, διατηρώντας απλώς κάποιου τύπου -την ιδεολογική στη μια περίπτωση, και την πολιτική στην άλλη- ανεξαρτησία από αυτό. Και πολύ περισσότερο, φυσικά, θα εκφεύγει από τα όρια μιας απολογητικής αστικής «φιλολαΐκης» στρατηγικής, η οποία δεν διατηρεί κανενός είδους, έστω και αμυντικού τύπου ανεξαρτησία από το κράτος, αλλά εξυπηρετεί θετικά τις κεντρικές του λειτουργίες και φροντίζει για την εξασφάλιση της πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής του συνέχειας και ομαλότητας.

 

γ. Αρχές στρατηγικής

Ποιο είναι λοιπόν το «μήνυμα στο μπουκάλι» που έστειλε ο Οκτώβρης στο μέλλον; Ποιες είναι αυτές οι περίφημες στρατηγικές αρχές τις οποίες μπορούμε σήμερα να αντλήσουμε από πρακτικές, στόχους, επιτυχίες και αποτυχίες μιας περιόδου τόσο διαφορετικής από τη σημερινή;
(περισσότερα…)

Η επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα και η Αριστερά

Του Αντώνη Νταβανέλου
Πηγή: rproject.gr

Μεγάλο τμήμα της Αριστεράς, με την πολιτική τοποθέτησή του κατά την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα, βρέθηκε κατώτερο των περιστάσεων. Ακολούθησε την πεπατημένη μιας σοσιαλσοβινιστικής παράδοσης, που δημιούργησε ο πασοκικός «πατριωτικός χώρος» στις δεκαετίες του 1980-90, μιας πολιτικής που σήμερα θεωρείται ως ένα διακομματικός κοινός «εθνικός» τόπος, αν και είναι ολοφάνερα ξεπερασμένος από τις μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές στην περιοχή, αλλά και από τη μεγάλη οικονομική κρίση που μαστίζει τόσο την Ελλάδα όσο και την Τουρκία και κάνει την κούρσα των εξοπλισμών και της διατήρησης των συνθηκών «θερμής ετοιμότητας» οδυνηρή πολυτέλεια και για τους δύο λαούς.

Η εκτί­μη­ση ότι ο Ερ­ντο­γάν «ήρθε στην Αθήνα κα­τό­πιν υπο­δεί­ξε­ων των υπε­ρα­τλα­ντι­κών κέ­ντρων», απο­τυγ­χά­νει ακόμα και στο να πα­ρα­κο­λου­θή­σει την επι­και­ρό­τη­τα.

Η διε­θνής συ­γκυ­ρία, κατά των επί­σκε­ψη, κα­θο­ρί­ζε­ται από την από­φα­ση του Τραμπ να κλι­μα­κώ­σει με πρω­το­φα­νή βιαιό­τη­τα την επί­θε­ση κατά των Πα­λαι­στι­νί­ων, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας ως πρω­τεύ­ου­σα του κρά­τους του Ισ­ρα­ήλ την Ιε­ρου­σα­λήμ. Η από­φα­ση αυτή έχει ιστο­ρι­κή διά­στα­ση και θα επι­φέ­ρει ανα­πό­φευ­κτα με­γά­λες συ­γκρού­σεις και ανα­τρο­πές στην πε­ριο­χή.

Ο Ερ­ντο­γάν έχει τα­χθεί με σα­φή­νεια κατά της από­φα­σης αυτής, μι­λώ­ντας για πα­ρα­βί­α­ση «κόκ­κι­νων γραμ­μών» της ιστο­ρί­ας, της δι­πλω­μα­τί­ας και της κοι­νής λο­γι­κής, ενώ καλεί τις μου­σουλ­μα­νι­κές και αρα­βι­κές χώρες σε συν­διά­σκε­ψη στην Κω­στα­ντι­νού­πο­λη με στόχο να συ­ντο­νι­στούν οι αντι­δρά­σεις που θα απο­σκο­πούν στην ανα­τρο­πή της από­φα­σης των ΗΠΑ. Το ήδη φα­νε­ρό και γνω­στό ρήγμα στις σχέ­σεις με­τα­ξύ της ση­με­ρι­νής Τουρ­κί­ας και των δυ­τι­κών ιμπε­ρια­λι­στι­κών δυ­νά­με­ων πρό­κει­ται να διευ­ρυν­θεί.

Η από­φα­ση του Τραμπ συ­νά­ντη­σε αντι­δρά­σεις ακόμα και σε πολ­λές δυ­τι­κές πρω­τεύ­ου­σες, που προ­βλέ­πουν μια ανε­ξέ­λεγ­κτη «τυφλή» κλι­μά­κω­ση των συ­γκρού­σε­ων στη Μέση Ανα­το­λή. Με μια θλι­βε­ρή εξαί­ρε­ση: τον Αλέξη Τσί­πρα. Που επι­σκε­πτό­με­νος προ μηνών το Τελ Αβίβ είχε χα­ρα­κτη­ρί­σει την Ιε­ρου­σα­λήμ ως «ιστο­ρι­κή πρω­τεύ­ου­σα» του κρά­τους του Ισ­ρα­ήλ. Πολ­λοί τότε ερ­μή­νευ­σαν τη δή­λω­ση του Τσί­πρα ως μια απλή «χο­ντρά­δα», απο­τέ­λε­σμα άγνοιας και ελ­λι­πούς αί­σθη­σης για την ιστο­ρία του πα­λαι­στι­νια­κού ζη­τή­μα­τος. Απο­δει­κνύ­ε­ται σή­με­ρα ότι ο ηγέ­της των ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ είχε ενη­μέ­ρω­ση για τις προ­ο­πτι­κές της αμε­ρι­κα­νι­κής πο­λι­τι­κής και έσπευ­δε ως «λαγός» να τις νο­μι­μο­ποι­ή­σει, ανα­ζη­τώ­ντας ανταλ­λάγ­μα­τα. Σή­με­ρα φω­τί­ζο­νται κα­λύ­τε­ρα τόσο η σπου­δή του Π. Καμ­μέ­νου να προ­σφέ­ρει στους Αμε­ρι­κα­νούς βάση στην Κάρ­πα­θο (ή όπου αλλού επι­θυ­μούν…) ως εναλ­λα­κτι­κή λύση για την ντε φάκτο επι­χει­ρη­σια­κή υπο­βάθ­μι­ση του Ιν­τσιρ­λίκ, όσο και η εκ­κω­φα­ντι­κή σιωπή του Ν. Κο­τζιά σε κάθε θέμα που αφορά τα συμ­φέ­ρο­ντα του αμε­ρι­κά­νι­κου ιμπε­ρια­λι­σμού.

Αυτές οι εξε­λί­ξεις απα­ντούν με σα­φή­νεια στο ερώ­τη­μα «ποιος είναι με ποιον» πλέον στην πε­ριο­χή.

Πολλή κου­βέ­ντα έγινε για την πρό­κλη­ση Ερ­ντο­γάν, με τις ανα­φο­ρές του στη Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης.

Ο Προ­κό­πης Παυ­λό­που­λος ανέ­λα­βε το ρόλο του «σκλη­ρού», επα­να­λαμ­βά­νο­ντας μια θέση που έχει γίνει κλισέ ακόμα και για πολ­λούς αρι­στε­ρούς ανα­λυ­τές: «Με τη Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης δεν παί­ζου­με. Τε­λεία και παύλα!».

Είναι όμως έτσι;

Η Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης έλυσε τα ζη­τή­μα­τα κυ­ριαρ­χί­ας επί των νη­σιών που ανα­φέ­ρει ονο­μα­στι­κά σε αυτήν, ενώ ρητά ανα­γρά­φει ότι για την επί­λυ­ση στα υπό­λοι­πα ζη­τή­μα­τα κυ­ριαρ­χί­ας θα απαι­τη­θεί άλλη Συν­θή­κη, με υπο­χρε­ω­τι­κή την πα­ρου­σία και τη συ­ναί­νε­ση όλων των δυ­νά­με­ων που υπέ­γρα­ψαν στη Λο­ζά­νη.

Η Λο­ζά­νη δεν με­τα­τρέ­πει το Αι­γαίο σε «κλει­στή» ελ­λη­νι­κή θά­λασ­σα. Ορί­ζει ως «απο­στρα­τιω­τι­κο­ποι­η­μέ­νες ζώνες» τα νησιά του ανα­το­λι­κού Αι­γαί­ου και επι­βά­λει κα­θε­στώς «ανε­μπό­δι­στης ναυ­σι­πλο­ΐ­ας» στα Στενά αλλά και στο Αι­γαίο.

Ακόμα και μια απλή ανά­γνω­ση του κει­μέ­νου της Συν­θή­κης –που πα­ρα­μέ­νει δυ­σεύ­ρε­το ολό­κλη­ρο στα ελ­λη­νι­κά- δεί­χνει ότι το ελ­λη­νι­κό κρά­τος στα­δια­κά ανα­θε­ω­ρεί στην πράξη τη Συν­θή­κη, με τη μέ­θο­δο των τε­τε­λε­σμέ­νων, υπο­λο­γί­ζο­ντας στην υπο­στή­ρι­ξη των δυ­τι­κών Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων, των ΗΠΑ και της ΕΕ, με τις οποί­ες δια­τη­ρεί κα­λύ­τε­ρες σχέ­σεις απ’ ότι η Τουρ­κία επί Ερ­ντο­γάν.

Αυτή η υπο­κρι­σία γί­νε­ται εφι­κτή για τις κα­θε­στω­τι­κές δυ­νά­μεις και τα ΜΜΕ στην Ελ­λά­δα, μόνο γιατί η Αρι­στε­ρά εξα­κο­λου­θεί να σιωπά επί του θέ­μα­τος, ευ­θυ­γραμ­μι­ζό­με­νη με την «εθνι­κή αφή­γη­ση».

Αξί­ζει επί­σης να υπεν­θυ­μί­σου­με ότι η Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης δεν αφορά μόνο τις ελ­λη­νο­τουρ­κι­κές δια­φο­ρές. Είναι η συν­θή­κη που κα­θό­ρι­σε τα σύ­νο­ρα στα νότια και νο­τιο­α­να­το­λι­κά εδάφη της τότε Οθω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας που κα­τέρ­ρεε. Σή­με­ρα στη Συρία, στο Ιράκ, στο Λί­βα­νο κ.ο.κ. τα σύ­νο­ρα αυτά έχουν κου­ρε­λια­στεί και εκ των πραγ­μά­των επα­να­κα­θο­ρί­ζο­νται. Η Συν­θή­κη της Λο­ζά­νης, ως προς αυτό το τμήμα της, ήδη «ανα­θε­ω­ρεί­ται». Το ερώ­τη­μα που ανοί­γει είναι αν αυτή η «ανα­θε­ώ­ρη­ση» θα αφε­θεί ανε­μπό­δι­στα στη συ­νεν­νό­η­ση των Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων ή αν οι λαοί, τα κι­νή­μα­τα και οι χώρες της πε­ριο­χής θα πα­ρέμ­βουν απαι­τώ­ντας πχ δι­καιο­σύ­νη για την Πα­λαι­στί­νη.

Όσο για τις ανα­φο­ρές στη μειο­νό­τη­τα στη Θράκη, υπάρ­χουν κά­ποια ση­μεία στους υπαι­νιγ­μούς του Ερ­ντο­γάν για τα οποία η Αρι­στε­ρά στην Ελ­λά­δα θα έπρε­πε κυ­ριο­λε­κτι­κά να ντρέ­πε­ται. Ο Τούρ­κος πρό­ε­δρος ση­μεί­ω­σε τη με­γά­λη δια­φο­ρά με­τα­ξύ του γε­νι­κού ελ­λη­νι­κού πλη­θυ­σμού και του πλη­θυ­σμού στις μειο­νο­τι­κές πε­ριο­χές στο μέσο κατά κε­φα­λήν ει­σό­δη­μα, ως από­δει­ξη δια­κρί­σε­ων, ενώ υπο­γράμ­μι­σε ότι η θρη­σκευ­τι­κή ηγε­σία στο Πα­τριαρ­χείο Κω­στα­ντι­νου­πό­λε­ως εκλέ­γε­ται σε αντί­θε­ση με τη θρη­σκευ­τι­κή ηγε­σία της μειο­νό­τη­τας που εξα­κο­λου­θεί να διο­ρί­ζε­ται από το ελ­λη­νι­κό κρά­τος.

Δεν υπάρ­χει αμ­φι­βο­λία ότι ο Τ. Ερ­ντο­γάν ηγεί­ται μιας αντι­δη­μο­κρα­τι­κής κυ­βέρ­νη­σης των κα­πι­τα­λι­στών στην Τουρ­κία, έχο­ντας στο­χο­ποι­ή­σει τα κι­νή­μα­τα, την Αρι­στε­ρά και τους Κούρ­δους. Είναι όμως εντυ­πω­σια­κό το γε­γο­νός ότι από την πλευ­ρά της ελ­λη­νι­κής πο­λι­τι­κής ηγε­σί­ας απου­σί­α­σαν ακόμα και οι απλού­στε­ρες λε­κτι­κές ανα­φο­ρές σε αυτήν τη θε­μα­το­λο­γία. Αντί­θε­τα, στα πλαί­σια της προ­ε­τοι­μα­σία της επί­σκε­ψης, η κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ προ­χώ­ρη­σε στη σύλ­λη­ψη και κα­κο­ποί­η­ση των 9 Κούρ­δων τουρ­κι­κής υπη­κο­ό­τη­τας αγω­νι­στών.

Η εκ μέ­ρους της Αρι­στε­ράς από­πει­ρα να ξε­δι­πλω­θεί αντι­πο­λι­τευ­τι­κή τα­κτι­κή απέ­να­ντι στους Τσί­πρα-Κο­τζιά-Κα­μέ­νο, από την σκο­πιά της «εθνι­κής αφή­γη­σης», είναι εκ προ­οι­μί­ου κα­τα­δι­κα­σμέ­νη. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι μετά την επί­σκε­ψη οι συ­νή­θεις κε­ντρι­κοί δη­μο­σιο­γρά­φοι και ανα­λυ­τές του «πα­τριω­τι­κού χώρου» εξέ­φρα­ζαν μάλ­λον ικα­νο­ποί­η­ση για τους χει­ρι­σμούς του συ­στή­μα­τος Τσί­πρα-Παυ­λό­που­λου. Άλ­λω­στε ήταν σαφές ότι η γραμ­μή της Αθή­νας είχε την έγκρι­ση και την υπο­στή­ρι­ξη τόσο της αμε­ρι­κα­νι­κής πρε­σβεί­ας όσο και των με­γά­λων πρω­τευου­σών της ΕΕ.

Έτσι όμως δη­μιουρ­γεί­ται ένα ση­μα­ντι­κό πο­λι­τι­κό κενό. Μένει «ορ­φα­νή» η ει­λι­κρι­νής υπο­στή­ρι­ξη της ει­ρή­νης –με την απαί­τη­ση να απο­φύ­γουν και οι δύο πλευ­ρές ενέρ­γειες στο Αι­γαίο που θα μπο­ρού­σαν να ανοί­ξουν τις πύλες της κό­λα­σης– αλλά και η κα­τα­δί­κη των εξο­πλι­σμών: Που και για τις δύο χώρες έχουν λει­τουρ­γή­σει σαν ο βα­σι­κός κρί­κος για την πρόσ­δε­ση στην ουρά του ιμπε­ρια­λι­σμού.

Από αυτήν τη σκο­πιά, την αντι­πο­λε­μι­κή-αντι­μι­λι­τα­ρι­στι­κή-αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή, θα όφει­λε να αντι­δρά­σει η Αρι­στε­ρά στην επί­σκε­ψη του Ερ­ντο­γάν στην Ελ­λά­δα.