Κατηγορία: Διάλογος – Προβληματισμοί για την Αριστερά

Η εκνευριστική ανεπάρκεια της «καταδίκης της τρομοκρατίας»

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι, στην Ελλάδα έχουμε συλλογικότητες που προκρίνουν την ένοπλη πολιτική πάλη. Δεν χρησιμοποιώ τον όρο «τρομοκρατία» γιατί θεωρώ ότι αυτό αφορά κρατικές –ή δυνάμει κρατικές– οντότητες. Η επίγνωση του αδιέξοδου και ατελέσφορου χαρακτήρα που μπορεί να έχουν τέτοιες πρακτικές στη δεδομένη συγκυρία δεν αναιρεί ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πολιτικό φαινόμενο. Αναρχικού περισσότερο προσανατολισμού, με «νιχιλιστικές» αποχρώσεις ίσως, σε αντίθεση με τη διεκδίκηση των «ιστορικών» οργανώσεων να αποτελούν τη μαχητική εκδοχή του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά παρ’ όλα αυτά πολιτικό.

Η συλλήβδην «καταδίκη της τρομοκρατίας», που αναπαράγεται στο τελετουργικό των σχετικών δηλώσεων, μάλλον συσκοτίζει την αναμέτρηση με ένα πολιτικό φαινόμενο, δεν επιτρέπει την ουσιαστική πολιτική κριτική ή την ανάδειξη του αδιέξοδου χαρακτήρα και ενίοτε συντονίζεται με τις φωνές που ούτως ή άλλως αναζητούν κάθε δυνατή αφορμή για κατασταλτική σκλήρυνση. Πόσο μάλλον που η προσπάθεια απόδοσης ενός ιδιότυπου ρόλου ηθικού αυτουργού της επίθεσης σε ένα σύνολο ριζοσπαστικών αναφορών ή πρακτικών διαμαρτυρίας καταδεικνύει ότι η στόχευση δεν αφορά στενά την «τρομοκρατία» αλλά πολύ περισσότερο την εμπέδωση μιας συνθήκης γενικευμένης πειθάρχησης, μιας μόνιμης κατάστασης εξαίρεσης.

Η πολιτική κριτική προς τέτοιες ενέργειες, όπως και η πολιτική απόρριψη της λογικής του αυτόκλητου τιμωρού που συχνά εμπεριέχουν, δεν μπορούν να μετατρέπονται προς μια εκ των υστέρων αγιοποίηση των όποιων θυμάτων όταν αυτά φέρουν πραγματική ευθύνη για μια χωρίς προηγούμενο κοινωνική καταστροφή. Ιδίως όταν φάνηκε ότι στα μάτια των διαμορφωτών της δημοσιότητας προφανώς και η ζωή ενός πρώην μνημονιακού πρωθυπουργού είναι σημαντικότερη από τη ζωή των θυμάτων της εργοδοτικής ασυδοσίας, για παράδειγμα.

Την ίδια στιγμή, η εξαρχής επιλογή της κυβέρνησης να αφήσει ανέπαφο ένα ιδιαίτερα αυταρχικό θεσμικό πλαίσιο και να διατηρήσει άθικτο τον μηχανισμό της Αντιτρομοκρατικής, όπως και των δικαστικών που χειρίστηκαν αυτές τις υποθέσεις, σήμαινε ότι αντί για πολιτική αντιμετώπιση συνεχίστηκε μια πρακτική υπερποινικοποίησης και κατασκευής ενόχων, που προφανώς λειτουργεί ανατροφοδοτικά προς τέτοιες πρακτικές. Η δίκη του Τάσου Θεοφίλου, λόγου χάρη, με τα εμφανή στοιχεία σκευωρίας που έχει, ή η προκλητικά εκδικητική στέρηση κατοχυρωμένων δικαιωμάτων όπως οι άδειες από καταδικασμένους για προηγούμενες υποθέσεις ένοπλης πάλης, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας τέτοιας ανησυχητικής συνέχειας του κράτους.

Το φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί και αλλού, τέτοιες πρακτικές να εντείνονται σε συνθήκες ήττας του κινήματος –πιο σωστά αδυναμίας του–, έχει αποτελέσματα και συστημικής ενσωμάτωσης της αριστεράς· με λίγα λόγια, το φαινόμενο μιας αδιέξοδης απάντησης σε πραγματικά αδιέξοδα θα πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά. Αν θυμηθούμε, για παράδειγμα, την ιταλική εμπειρία, θα προσέξουμε ότι η μεγάλη ενίσχυση των ένοπλων οργανώσεων ήρθε ακριβώς με τον συνδυασμό ανάμεσα στη στρατηγική κρίση της ρεφορμιστικής αριστεράς (με αποκορύφωμα την απόδοση στήριξης σε κυβέρνηση λιτότητας), την αποτυχία της επαναστατικής αριστεράς να δώσει εναλλακτική προοπτική και τη διαπίστωση ότι το κίνημα του ’77 δεν μπόρεσε να αλλάξει τα πράγματα. Αντίστοιχα, στην ελληνική περίπτωση, εάν κοιτάξουμε την ακολουθία από τον νεανικό ριζοσπαστισμό του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 2000, με αποκορύφωμα τον Δεκέμβρη του 2008, και μ’ όλο το αίσθημα ανημπόριας που έδινε κάποια στιγμή απέναντι στην ένταση της καταστολής, στην εξεγερσιακή σχεδόν ανάταση της περιόδου 2010-12, στην όποια ελπίδα για πολιτική αλλαγή έφερε η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, και τελικά στην τραγική διάψευση και ήττα, μπορούμε να αντιληφθούμε το έδαφος στο οποίο ένας ριζοσπαστισμός διαλέγει δρόμους πολιτικά αδιέξοδους που δίνουν την αίσθηση ότι «κάτι γίνεται».

Η διερεύνηση αυτή προφανώς και δεν πρέπει να περιοριστεί απλώς στην αναζήτηση ερμηνευτικών νημάτων ούτε να εξαντληθεί στην αποδόμηση του κυρίαρχου «αντιτρομοκρατικού» λόγου. Πάνω απ’ όλα πρέπει να αναμετρηθεί με την υπαρκτή πρόκληση να ανασυγκροτηθεί η εμπιστοσύνη στην πραγματική αποτελεσματικότητα των μαζικών πολιτικών και κινηματικών πρακτικών.

Η ΛΑ.Ε και η αποδέσμευση από την ΕΕ

Πηγή: Iskra.gr

Κατόπιν επίμονων ερωτήσεων αναγνωστών μας για την θέση της ΛΑ.Ε όσον αφορά την αποδέσμευση ή όχι από την ΕΕ, απευθυνθήκαμε σε ηγετικά στελέχη της παράταξης, τα οποία μας είπαν:

«Για την ΛΑ.Ε πρώτος και αναπόφευκτα άμεσα στόχος υψίστης προτεραιότητας για να αρχίσουμε να εφαρμόζουμε το ριζοσπαστικό μας πρόγραμμα είναι η έξοδος από την ευρωζώνη και η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα.

Η έξοδος από την ευρωζώνη και η εκκίνηση υλοποίησης του προγράμματος μας θα είναι, ταυτόχρονα, και διαδικασία αποδέσμευσης και εξόδου από την ΕΕ.

Έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ είναι για μας δυο αλληλένδετοι, με την ιδιαιτερότητά τους, στόχοι στο πλαίσιο της εφαρμογής του ριζοσπαστικού μας προγράμματος.

Άλλωστε και εκείνοι που θέλουν να παρακάμψουν τεχνητά, για να αποφύγουν, ίσως, το «πολιτικό κόστος» και την σχετική «δύσκολη» συζήτηση, τον στόχο της μετάβασης στο εθνικό νόμισμα, στο όνομα της «απευθείας» εξόδου από την ΕΕ, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να ακολουθήσουν την πορεία και διαδικασία που περιγράψαμε.

Ο κρίκος της αντικατάστασης του ευρώ με το εθνικό νόμισμα δεν μπορεί να παραμεριστεί, έχει εκ των πραγμάτων ειδική προτεραιότητα και αμεσότητα, ειδικές δυσκολίες και απαιτεί ειδικό σχεδιασμό, αφού η έξοδος από το ευρώ θα πρέπει να προχωρήσει ταχύτατα σε χρόνο dt, επί ποινή οικονομικής αποσταθεροποίησης και μεγάλου πισωγυρίσματος.

Μπορεί κάποιοι να θεωρούν ότι ξεμπερδεύουν με το σκληρό «αγκάθι» και τις δύσκολες αντιπαραθέσεις γύρω από το εθνικό νόμισμα, μιλώντας μόνο για την έξοδο από την ΕΕ ή ακόμα παραπέρα για το σοσιαλισμό, αλλά μοιάζουν έτσι με την στρουθοκάμηλο, που βάζει το κεφάλι της στην άμμο.»

20ό Συνέδριο ΚΚΕ: Μισό βήμα μπροστά, σταθερά στο «βήμα σημειωτόν»

Είναι τραγική η εμπειρία στο κομουνιστικό κίνημα που λέει ότι: το «μισό βήμα μπροστά», το ημιτελές ξεκαθάρισμα μιας στρατηγικής, η αποφυγή της σύνδεσης του στρατηγικού προσανατολισμού με τα ζητήματα της συγκεκριμένης καθημερινής τακτικής, αποτελούν τη συνταγή για μεγάλες πολιτικές ήττες.

Της Μαρίας Μπόλαρη *

Το ΚΚΕ, βα­δί­ζο­ντας προς το 20ό Συ­νέ­δριό του μέσα σε μια πε­ρί­ο­δο ιστο­ρι­κής ση­μα­σί­ας (πα­ρά­τα­ση της κρί­σης του κα­πι­τα­λι­σμού, εμ­φά­νι­ση μα­ζι­κών ρευ­μά­των εθνι­κι­στι­κής-ρα­τσι­στι­κής ακρο­δε­ξιάς, όξυν­ση των εν­δοϊ­μπε­ρια­λι­στι­κών–πο­λε­μι­κών αντα­γω­νι­σμών στην πε­ριο­χή κ.ο.κ.), δίνει την ει­κό­να ενός ημι­τε­λούς βή­μα­τος μπρο­στά στα ζη­τή­μα­τα στρα­τη­γι­κής και θε­ω­ρη­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού, ενώ στα ζη­τή­μα­τα της συ­γκε­κρι­μέ­νης πο­λι­τι­κής καλεί σε μια – με βήμα ση­μειω­τόν –  πα­ρά­τα­ση της πα­θη­τι­κής τα­κτι­κής του των τε­λευ­ταί­ων χρό­νων.

Πε­ρί­ο­δος ανα­τρο­πών

Το ΚΚΕ, σωστά, εντο­πί­ζει ότι στο διε­θνές και εσω­τε­ρι­κό πε­ρι­βάλ­λον συσ­σω­ρεύ­ο­νται «οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για από­το­μες ανα­τρο­πές στο συ­σχε­τι­σμό των δυ­νά­με­ων». Είναι μια ισχυ­ρή και σωστή εκτί­μη­ση, που όμως έχει ως συ­νέ­πεια ότι οι κο­μου­νι­στές δεν έχουν την πο­λυ­τέ­λεια να σκέ­φτο­νται για τις προ­ο­πτι­κές τους με όρους «μα­κράς νο­μί­μου υπάρ­ξε­ως», με την αυ­τα­πά­τη ότι θα έχου­με μπρο­στά μια πα­ρα­τε­τα­μέ­νη και σχε­τι­κά ομαλή πε­ρί­ο­δο, όπου μπο­ρού­με να θέ­σου­με ως προ­τε­ραιό­τη­τα την «ωρί­μαν­ση» των κομ­μα­τι­κών δυ­νά­με­ών μας… και μετά βλέ­που­με.

Το ΚΚΕ, επί­σης σωστά, θέτει ως στρα­τη­γι­κό στόχο του σε μια τέ­τοια πε­ρί­ο­δο τη διεκ­δί­κη­ση επα­να­στα­τι­κών ανα­τρο­πών προς την ερ­γα­τι­κή–λαϊ­κή εξου­σία και τον σο­σια­λι­σμό. Αξιο­ποιώ­ντας μά­λι­στα τη μα­ζι­κή εμπει­ρία από την τα­χύ­τα­τη συν­θη­κο­λό­γη­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ μπρο­στά στο «μέ­τω­πο» των δα­νει­στών και της ντό­πιας κυ­ρί­αρ­χης τάξης, υπο­γραμ­μί­ζει ότι οι ανα­τρο­πές θα πρέ­πει να διεκ­δι­κη­θούν χωρίς τη «δια­με­σο­λά­βη­ση των κοι­νο­βου­λευ­τι­κών αυ­τα­πα­τών» και, ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο, χωρίς τις εν­διά­με­σες στρα­τη­γι­κές των «στα­δί­ων» που κα­θό­ρι­σαν την πο­λι­τι­κή του κόμ­μα­τος στις με­γά­λες δε­κα­ε­τί­ες μετά την υιο­θέ­τη­σή τους το 1934 και τις οποί­ες η ση­με­ρι­νή ηγε­σία ταυ­τί­ζει με τον ρε­φορ­μι­σμό.

Όμως σε τι συ­γκε­κρι­μέ­νη πο­λι­τι­κή οδη­γεί αυτός ο κα­λο­δε­χού­με­νος στρα­τη­γι­κός–θε­ω­ρη­τι­κός επα­να­προσ­διο­ρι­σμός; Πώς με­τα­φρά­ζε­ται στο κρί­σι­μο ζή­τη­μα των πο­λι­τι­κών συμ­μα­χιών; Πώς απα­ντά στο ζή­τη­μα της ανα­γκαί­ας συ­γκέ­ντρω­σης δύ­να­μης, ώστε αυτοί οι με­γά­λοι στό­χοι να πα­ρου­σια­στούν στα μάτια των μαζών ως επι­τεύ­ξι­μοι και, κατά συ­νέ­πεια, ως αξιό­πι­στοι;

Εκατό χρό­νια μετά την Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση γνω­ρί­ζου­με ότι οι επα­να­στα­τι­κές ανα­τρο­πές είναι επι­τεύ­ξι­μες και ρε­α­λι­στι­κές, όταν οι ερ­γα­τι­κές μάζες φτά­σουν οι ίδιες, μέσα από την πο­λι­τι­κή εμπει­ρία τους, στην από­φα­ση να συ­γκρου­στούν και να σπά­σουν τον «τοίχο» του κα­πι­τα­λι­σμού. Το κρί­σι­μο ερώ­τη­μα για όσους σωστά επι­μέ­νουν αδιάλ­λα­κτα στην προ­ο­πτι­κή της σο­σια­λι­στι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης είναι το τι κά­νου­με σε συν­θή­κες που δεν είναι (ή δεν είναι ακόμα) άμεσα επα­να­στα­τι­κές, για να συμ­βά­λου­με στην αλ­λα­γή των δια­θέ­σε­ων των μαζών προς τον επα­να­στα­τι­κό δρόμο.

Στο ερώ­τη­μα αυτό η 3η Διε­θνής, στην εποχή του Λένιν, έχει δώσει το κέ­ντρο μιας απά­ντη­σης στο 3ο και στο 4ο Συ­νέ­δριό της: Ενιαίο Μέ­τω­πο, Με­τα­βα­τι­κό Πρό­γραμ­μα και με­τα­βα­τι­κή πο­λι­τι­κή. Είναι εντυ­πω­σια­κό το γε­γο­νός ότι το πο­λυ­σέ­λι­δο κεί­με­νο των «Θέ­σε­ων της ΚΕ» προς το 20ό συ­νέ­δριο του ΚΚΕ δεν έχει στο πα­ρα­μι­κρό να συμ­βά­λει πάνω σε αυτό το κα­θο­ρι­στι­κό ζή­τη­μα, πάνω δη­λα­δή στα ερω­τή­μα­τα που θα κρί­νουν την πα­ρέμ­βα­ση των κο­μου­νι­στών σε μια τέ­τοια καυτή, αλλά και ευ­με­τά­βλη­τη πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κή συ­γκυ­ρία.

Στην εποχή του 3ου και του 4ου Συ­νε­δρί­ου της Κο­μι­ντέρν, υπήρ­ξε εσω­τε­ρι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση απέ­να­ντι στις θέ­σεις του Λένιν και των μπολ­σε­βί­κων για το Ενιαίο Μέ­τω­πο και το Με­τα­βα­τι­κό Πρό­γραμ­μα. Ήταν η αρι­στε­ρί­στι­κη τάση – κυ­ρί­ως της νέας ηγε­σί­ας του γερ­μα­νι­κού ΚΚ – της «θε­ω­ρί­ας της επί­θε­σης». Που είχε πά­ντως την εντι­μό­τη­τα να δο­κι­μά­ζει στην πράξη την άποψή της, κα­λώ­ντας «από τα πάνω» και απρο­ε­τοί­μα­στα σε εξε­γερ­τι­κές γε­νι­κές απερ­γί­ες, που κα­τέ­λη­γαν σε απο­μο­νω­τι­κές ήττες.

«Τρι­το­πε­ριο­δι­σμός»

Το ΚΚΕ – προ­φα­νώς – δεν κι­νεί­ται με τέ­τοια λο­γι­κή. Αντί­θε­τα, στην απερ­για­κή δράση κατά του ασφα­λι­στι­κού του Κα­τρού­γκα­λου επέ­δει­ξε μια κατά πολύ με­γα­λύ­τε­ρη «σω­φρο­σύ­νη» και αυ­το­συ­γκρά­τη­ση απ’ ό,τι απαι­τού­σαν οι συν­θή­κες. Όμως, στην ιστο­ρία του επα­να­στα­τι­κού κι­νή­μα­τος υπάρ­χει μια άλλη «στιγ­μή», όπου συν­δυά­στη­κε ένας ακα­τά­σχε­τος αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κός βερ­μπα­λι­σμός με μια επί της ου­σί­ας προ­κλη­τι­κή πο­λι­τι­κή πα­θη­τι­κό­τη­τα. Είναι η πε­ρί­ο­δος του 1927–1929, όταν η ηγε­σία των Ζι­νό­βιεφ–Στά­λιν στην Κο­μι­ντέρν δή­λω­νε ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός έχει ει­σέλ­θει στην «3η και τε­λευ­ταία πε­ρί­ο­δό του», όπου κάθε πο­λι­τι­κή δράση πέραν της απαί­τη­σης της σο­σια­λι­στι­κής ανα­τρο­πής θα ήταν απα­ρά­δε­κτη και όπου απορ­ρι­πτό­ταν κάθε συμ­μα­χία με άλλα ερ­γα­τι­κά τμή­μα­τα, τα οποία συλ­λή­βδην χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ως «σο­σιαλ­φα­σί­στες».

Τρα­γι­κή συ­νέ­πεια αυτής της πο­λι­τι­κής ήταν ο αφο­πλι­σμός του ΚΚ στη Γερ­μα­νία, που θε­ώ­ρη­σε ότι «μετά τον Χί­τλερ έρ­χε­ται η σειρά μας», απέρ­ρι­ψε την τα­κτι­κή του ενιαί­ου ερ­γα­τι­κού με­τώ­που απέ­να­ντι στην άνοδο των ναζί και έφτα­σε σε μια τα­πει­νω­τι­κή ήττα, από την οποία δεν ανέ­καμ­ψε ποτέ.

Έχου­με την εντύ­πω­ση ότι – τη­ρου­μέ­νων πολ­λών ιστο­ρι­κών ανα­λο­γιών – η πραγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ εμπνέ­ε­ται κυ­ρί­ως από την «τρι­το­πε­ριο­δι­κή» ανά­λυ­ση και στρα­τη­γι­κή. Αξί­ζει να ση­μειώ­σου­με ότι η «τρίτη πε­ρί­ο­δος» υπήρ­ξε ένα σύ­ντο­μο διάλ­λει­μα στην πο­λι­τι­κή της στα­λι­νι­κής Κο­μι­ντέρν, το οποίο ακο­λού­θη­σε μια βίαιη στρο­φή δεξιά, η στρο­φή στα Λαϊκά Μέ­τω­πα, τις αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κές συμ­μα­χί­ες και τε­λι­κά στην εμπέ­δω­ση της στρα­τη­γι­κής των στα­δί­ων, σε όλα δη­λα­δή τα στοι­χεία τα οποία η ση­με­ρι­νή ηγε­σία του ΚΚΕ δη­λώ­νει ότι ανα­γνω­ρί­ζει ως συμ­πτώ­μα­τα του ρε­φορ­μι­σμού.

Αυτή η αί­σθη­ση επι­βε­βαιώ­νε­ται από τις στρο­φές του ΚΚΕ σε κά­ποια «ευαί­σθη­τα» θέ­μα­τα, όπως η ιστο­ρία του κόμ­μα­τος και οι θέ­σεις του για τον κίν­δυ­νο πο­λέ­μου.

Η Ελένη Μπέ­λου, σε άρθρο της στον «Ρι­ζο­σπά­στη» και στην ιστο­σε­λί­δα του ΚΚΕ, υπο­γράμ­μι­σε: «το κο­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα δεν συ­γκρού­στη­κε σε έκτα­ση και βάθος με τον με­του­σιω­μέ­νο σε σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία οπορ­του­νι­σμό για να αντι­με­τω­πί­σει με επα­να­στα­τι­κή ετοι­μό­τη­τα και ωρι­μό­τη­τα τις με­γά­λες οι­κο­νο­μι­κές κρί­σεις της δε­κα­ε­τί­ας του 1930, τους ιμπε­ρια­λι­στι­κούς πο­λέ­μους και την έξοδο από αυ­τούς, διεκ­δι­κώ­ντας την επα­να­στα­τι­κή εξου­σία. Αντί­θε­τα, πολλά κο­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα υπο­τά­χθη­καν χωρίς επα­να­στα­τι­κή στρα­τη­γι­κή και ευ­ε­λι­ξία τα­κτι­κής στα αντι­φα­σι­στι­κά μέ­τω­πα, στή­ρι­ξαν μέσω λαϊ­κών με­τώ­πων και συμ­με­το­χής σε κυ­βερ­νή­σεις συ­νερ­γα­σί­ας την κα­πι­τα­λι­στι­κή με­τα­πο­λε­μι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση».

Είναι μια θέση που εν πολ­λοίς απο­κα­θι­στά την τρο­τσκι­στι­κή κρι­τι­κή στην πο­λι­τι­κή των ΚΚ στα 1930–1940–1950…, λέ­γο­ντας πράγ­μα­τα για τα οποία πολ­λοί αγω­νι­στές/στριες δια­γρά­φτη­καν, συ­κο­φα­ντή­θη­καν και απο­μο­νώ­θη­καν πο­λι­τι­κά. Την ίδια στιγ­μή, όμως, το ΚΚΕ έχει… απο­κα­τα­στή­σει κομ­μα­τι­κά τον Ν. Ζα­χα­ριά­δη, δη­λα­δή τον Γε­νι­κό Γραμ­μα­τέα που έχει την κύρια ευ­θύ­νη για την επι­βο­λή στο ΚΚΕ της γραμ­μής των αντι­φα­σι­στι­κών με­τώ­πων, των λαϊ­κών με­τώ­πων, της συμ­με­το­χής ή ανο­χής σε αστι­κές κυ­βερ­νή­σεις συ­νερ­γα­σί­ας (σύμ­φω­νο Σο­φού­λη-Σκλά­βαι­να) και του δια­χω­ρι­σμού του ζη­τή­μα­τος του πο­λέ­μου από το ζή­τη­μα της διεκ­δί­κη­σης της εξου­σί­ας. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο Άρης Βε­λου­χιώ­της, που αντι­στά­θη­κε έμπρα­κτα σε αυτή τη γραμ­μή στην πιο κρί­σι­μη στιγ­μή, έχει μεν απο­κα­τα­στα­θεί πο­λι­τι­κά, αλλά όχι ακόμα… κομ­μα­τι­κά. Αυτές οι αμ­φι­ση­μί­ες στο έδα­φος της ιστο­ρί­ας, σε συν­δυα­σμό κυ­ρί­ως με την πραγ­μα­τι­κή–κα­θη­με­ρι­νή πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ, ενι­σχύ­ουν την εκτί­μη­ση περί της αστά­θειας, της αβε­βαιό­τη­τας (και της προ­σω­ρι­νό­τη­τας;) στη γε­νι­κή ιδε­ο­λο­γι­κή στρο­φή του.

Πό­λε­μος

Η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή του ΚΚΕ, σωστά, εντο­πί­ζει ότι η όξυν­ση των ελ­λη­νο­τουρ­κι­κών σχέ­σε­ων εγκυ­μο­νεί τον κίν­δυ­νο πο­λε­μι­κής εμπλο­κής (θέση 12). Επί­σης σωστά εντο­πί­ζει ότι ένας τέ­τοιος πό­λε­μος «έτσι κι αλ­λιώς, όπως και να εκ­δη­λω­θεί, σή­με­ρα θα είναι ιμπε­ρια­λι­στι­κός» (θέση 44). Από αυτές τις εκτι­μή­σεις προ­κύ­πτουν τα κα­θή­κο­ντα: «σε πε­ρί­πτω­ση πο­λε­μι­κής εμπλο­κής της Ελ­λά­δας σε ιμπε­ρια­λι­στι­κό πό­λε­μο… το Κόμμα πρέ­πει… να ηγη­θεί στην ορ­γά­νω­ση της ερ­γα­τι­κής-λαϊ­κής πάλης για να βγει η Ελ­λά­δα από τον πό­λε­μο. Αυτό προ­ϋ­πο­θέ­τει όχι μόνο να ητ­τη­θεί ο όποιος πι­θα­νός ιμπε­ρια­λι­στής ει­σβο­λέ­αςαλλά να ητ­τη­θεί ολο­κλη­ρω­τι­κά και η ίδια η εγ­χώ­ρια αστι­κή τάξη…». Η ΚΕ δη­λώ­νει ότι «απαι­τεί­ται οπωσ­δή­πο­τε ιδιαί­τε­ρη δου­λειά σε μη επα­να­στα­τι­κές συν­θή­κες για την επι­τυ­χή δη­μιουρ­γία των προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων ήττας της εγ­χώ­ριας και ξένης αστι­κής τάξης». Εδώ προ­κύ­πτει ξανά το ερώ­τη­μα: Αυτές οι θέ­σεις πώς με­τα­φρά­ζο­νται στην πραγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ, στην προ­πα­γάν­δα του, στην αρ­θρο­γρα­φία του «Ρι­ζο­σπά­στη», στις δη­λώ­σεις βου­λευ­τών και ηγε­τι­κών στε­λε­χών του;

Πώς συν­δυά­ζο­νται με τις θέ­σεις του ΚΚΕ για το Κυ­πρια­κό, που προ­κά­λε­σαν εν­θου­σια­σμό στην εθνι­κι­στι­κή «φι­λο-ενω­τι­κή» ακρο­δε­ξιά και πα­γω­μά­ρα στην Αρι­στε­ρά, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του ΑΚΕΛ; Πώς συν­δυά­ζο­νται με τις δε­κά­δες κα­ταγ­γε­λί­ες της Τουρ­κί­ας για «αμ­φι­σβή­τη­ση της Λω­ζά­νης» στο Αι­γαίο και την ταυ­τό­χρο­νη σιωπή για τις στην πράξη ανα­θε­ω­ρή­σεις της Λω­ζά­νης από την «εγ­χώ­ρια αστι­κή τάξη»; Πώς συν­δυά­ζο­νται με τη σιωπή στα ζη­τή­μα­τα των εξο­πλι­σμών; Πώς συν­δυά­ζο­νται με τις δη­λώ­σεις Κου­τσού­μπα, που διέ­γνω­σε επι­θε­τι­κό­τη­τα εκ μέ­ρους της… Αλ­βα­νί­ας και της… ΠΓΔΜ στα Βαλ­κά­νια; Ποια πραγ­μα­τι­κή γραμ­μή «προ­ε­τοι­μά­ζουν» («σε συν­θή­κες μη επα­να­στα­τι­κές»…) αυτές οι θέ­σεις για το τρα­γι­κό εν­δε­χό­με­νο μιας ελ­λη­νο­τουρ­κι­κής πο­λε­μι­κής σύ­γκρου­σης; Είναι κα­θα­ρό ότι το ΚΚΕ του­λά­χι­στον απέ­χει από τα κα­θή­κο­ντα της ανα­γκαί­ας αντι­πα­ρά­θε­σης με τον εθνι­κι­σμό και της ρήξης με την καλ­λιερ­γού­με­νη «εθνι­κή ομο­ψυ­χία» στα θέ­μα­τα του ελ­λη­νο­τουρ­κι­κού αντα­γω­νι­σμού.

Τα ζη­τή­μα­τα του πο­λέ­μου, τα αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κά κα­θή­κο­ντα, μπο­ρούν να τε­θούν με πραγ­μα­τι­κούς όρους μόνο σε άμεσο συν­δυα­σμό με τα κα­θή­κο­ντα της ανα­τρο­πής της λι­τό­τη­τας, της ανα­τρο­πής του μνη­μο­νια­κού νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, με μέ­τω­πο των ερ­γα­τι­κών–αρι­στε­ρών δυ­νά­με­ων, που θα ανα­με­τρη­θεί με αυτές τις προ­κλή­σεις εδώ και τώρα. Και η συμ­με­το­χή του ΚΚΕ στις πρω­το­βου­λί­ες για τη συ­γκρό­τη­ση ενός τέ­τοιου «στρα­το­πέ­δου» θα ήταν μια από τις πιο χαρ­μό­συ­νες ει­δή­σεις που θα μπο­ρού­σα­με να πε­ρι­μέ­νου­με.

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από την «Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά», φ. 380 (22/3/17)

Η Αριστερά και οι πολιτικές συμμαχίες

Τα καθήκοντα της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς αποκτούν μέσα στο σημερινό τοπίο καθοριστική σημασία.

Του Αντώνη Νταβανέλου
Πηγή: rproject.gr *

Ο κόσμος μας δέχεται μιαν επίθεση καθοριστικής σημασίας. Οργανώνοντας τη μετάβαση προς το Μνημόνιο 4, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν θεσμοθετεί απλώς την υπερλιτότητα. Δεσμεύει μέσα σε αυτήν όλες τις μελλοντικές εξελίξεις: θεσμοθετεί κυριολεκτικά το There is No Alternative. Στο Ασφαλιστικό, στο Φορολογικό, στις εργασιακές σχέσεις, στο υπερταμείο ιδιωτικοποιήσεων, χαράσσεται με τον πιο σκληρό τρόπο ότι η θηλιά της λιτότητας στο λαιμό της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων θα χαλαρώσει μόνον εάν και όταν το αποφασίσουν οι δανειστές και η ντόπια κυρίαρχη τάξη. Η εξυπηρέτηση του χρέους και η πρόσδεση στο ευρώ αναβαθμίζονται σε υπέρτατο νόμο, σε απαραβίαστο πλαίσιο. Εκτός πάλι αν οι δανειστές και η ντόπια κυρίαρχη τάξη αποφασίσουν διαφορετικά.

Τα καθήκοντα της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς αποκτούν μέσα σε αυτό το τοπίο καθοριστική σημασία. Μέσα σε αυτά τα ιδεολογικά, τα πολιτικά, τα οργανωτικά καθήκοντα, ξεχωριστή σημασία έχει το ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών. Γιατί ολοφάνερα συνδέεται με την ικανότητα και τη διάθεση των ευρύτερων εργατικών και λαϊκών μαζών να κλιμακώσουν τους αγώνες αντίστασής τους. Η ενότητα στη δράση της αντιμνημονιακής Αριστεράς είναι η αναγκαία συνθήκη για να ξεπεράσει η κοινωνική αντίσταση τους περιορισμούς της σημερινής συγκυρίας. Αλλά η ενότητα στη δράση δεν αρκεί: το να δημιουργηθεί ξανά ένα κύμα ελπίδας που θα μπορεί να συνεγείρει τους απλούς ανθρώπους προϋποθέτει κάτι πέρα από το να «χτυπάμε μαζί», προϋποθέτει μιαν ευρύτερη και συστηματικότερη πολιτική συνεργασία, προϋποθέτει μια μορφή «μετώπου» της Αριστεράς, που θα στηρίζεται ασφαλώς πάνω σε ένα συγκροτημένο «μεταβατικό πρόγραμμα», αλλά που επίσης θα μπορεί να συγκεντρώσει μια δύναμη αναμετρήσιμη με το καθήκον της επιβολής του προγράμματος αυτού. Αυτές οι απλές σκέψεις, που εύκολα θα συγκέντρωναν την αποδοχή μεγάλου τμήματος των αγωνιστών-τριών του κινήματος, δεν βρίσκουν αυτόματα το δρόμο προς την πρακτική υλοποίησή τους, γιατί η συζήτηση μεταξύ των οργανωμένων δυνάμεων της Αριστεράς αποδεικνύεται πιο περίπλοκη.

Το ΚΚΕ

Το ΚΚΕ, διατηρώντας έναν σημαντικό όγκο οργανωμένων δυνάμεων, δεν μπαίνει καν στη συζήτηση αυτή. Ταυτίζοντας τη μεταβατική πολιτική με την ωρίμανση μιας κάποιας «λαϊκής εξουσίας», καταλήγει να υποτιμά κάθε διεκδίκηση ενδιάμεσων στόχων, που προέκυψαν από την κινηματική εμπειρία των τελευταίων χρόνων.

Ζητήματα όπως η ανατροπή των μνημονίων, η ανατροπή της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού, η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών, η έξοδος από το ευρώ και η σύγκρουση με την Ευρωζώνη και την ΕΕ παραπέμπονται στις συνθήκες όπου θα είναι εφικτή η διεκδίκηση της… εργατικής εξουσίας. Ασφαλώς οι κατακτήσεις της εργατικής τάξης και του λαού είναι εφικτό να διασφαλιστούν και να πάρουν μια πιο οριστική μορφή μόνο μέσω της γενικότερης απελευθέρωσης. Όμως όλη η πείρα των 100 χρόνων που μας χωρίζουν από την Οκτωβριανή Επανάσταση διδάσκει ότι η προσέγγιση της σοσιαλιστικής ανατροπής γίνεται εφικτή μόνο μέσα από το προχώρημα των ίδιων των εργατικών και λαϊκών μαζών, μέσα από την αγωνιστική και πολιτική εμπειρία τους, προς την απόφαση και τη θέληση να πραγματοποιήσουν οι ίδιες αυτό το κολοσσιαίο έργο. Τι κάνουμε λοιπόν στο διάστημα που μεσολαβεί; Ποια είναι τα καθήκοντα, ποιες πρέπει να είναι οι διεκδικήσεις, ποια πρέπει να είναι η τακτική της κομουνιστικής Αριστεράς, μέσα σε εποχές που ο κόσμος μας δέχεται μεγάλες επιθέσεις και –παρ’ όλα αυτά– οι συνθήκες δεν είναι –ή δεν είναι ακόμα…– άμεσα επαναστατικές; Η απάντηση της μαρξιστικής παράδοσης, στηριγμένη στην πείρα της ρωσικής και γερμανικής επανάστασης, δόθηκε στο 3ο και στο 4ο Συνέδριο της Κομουνιστικής Διεθνούς: Ενιαίο Μέτωπο, μεταβατικό πρόγραμμα, μεταβατική πολιτική…

Ασφαλώς δεν πρόκειται για έτοιμη συνταγή: το μεταβατικό πρόγραμμα ήταν και είναι ένα κρίσιμο πρόβλημα συγκεκριμενοποίησης, που η Αριστερά οφείλει να απαντά με την τακτική ευελιξία που επιβάλλει η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, αλλά ταυτόχρονα τη στρατηγική ακαμψία, την προσήλωση στο στόχο της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης (που, π.χ., αποκλείει από τις «συμμαχίες» στο πλαίσιο του Ενιαίου Μετώπου όλες τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από προσδιορισμούς –όπως δημοκρατικές, πατριωτικές κ.ο.κ.– που μπορεί συγκυριακά να τους αποδίδονται…). Το ΚΚΕ, κρατώντας την πολιτική του έξω από αυτήν τη γόνιμη αναζήτηση, δεν μένει χωρίς απάντηση στο ερώτημα «τι να κάνουμε;» μέχρι τη δημιουργία ανατρεπτικών συνθηκών. Μόνο που η απάντησή του είναι κατώτερη των περιστάσεων: περιορίζεται στην έκκληση για την ενίσχυση του κόμματος –την οργανωτική, αλλά κυρίως την εκλογική– όπως και την ενίσχυση των ιδιόμορφων «μετώπων», όπως το ΠΑΜΕ, που το κόμμα δημιουργεί γύρω από τον εαυτό του. Η τακτική αυτή δεν είναι μόνο «σεχταριστική» απέναντι στις άλλες οργανωμένες δυνάμεις της Αριστεράς, είναι κυρίως «σεχταριστική» απέναντι σε ευρύτερες εργατικές και λαϊκές διαθέσεις, είναι διστακτική και άτολμη απέναντι σε ευκαιρίες παρέμβασης και δράσης που όμως προϋποθέτουν ευρύτερη συσπείρωση. Γι’ αυτό, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό στην πραγματική πολιτική του ΚΚΕ δεν είναι ένας μαρξίζων βερμπαλισμός, αλλά ένας βαθύς τακτικός συντηρητισμός, που –σε κρίσιμες στιγμές– απέφυγε και αποφεύγει την πραγματική αντιπαράθεση. Αυτό επικροτούν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και τα παπαγαλάκια τους στα ΜΜΕ όταν μιλούν για μια παραδοσιακή «σοβαρότητα» του ΚΚΕ.

Η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα την πρότασή της για τα αναγκαία «μέτωπα» μέσα στην περίοδο. Απ’ ό,τι φαίνεται –κυρίως από την αρθρογραφία κεντρικών στελεχών της, που «επεξηγούν» την πρόταση– χωρίζει την πολιτική συμμαχιών σε δύο τομείς: αφενός στο πολιτικό πεδίο, όπου η πρόταση εξαιρεί από τους αποδέκτες της απεύθυνσής της… το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ. Μπορεί έτσι να γίνει κατανοητή –κάτι που ελπίζουμε να διαψευστεί– ως μια τακτική προσέλκυσης μικρότερων δυνάμεων, που θα μπορούσαν να συμπληρώνουν μιαν εικόνα «μετώπου» γύρω από τον υπαρκτό κορμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, χωρίς όμως να διαθέτουν τη δύναμη να θέσουν σε αμφισβήτηση τη δεδομένη μέχρι σήμερα πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Πρόκειται για μια ρουτινιάρικη αντίληψη περί μιας κάποιας «διεύρυνσης» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που είναι όμως κατώτερη των περιστάσεων. Αφετέρου στο κινηματικό πεδίο, όπου η πρόταση μοιάζει να απευθύνεται σε όλες τις δυνάμεις. Αυτό το θετικό στοιχείο θα πρέπει να προστατευθεί από μια «συγκεκριμενοποίησή του», που μπορεί να επιστρέφει στη λογική των εξαιρέσεων, μέσω μιας άκαμπτης υποστήριξης ενός «πλαισίου» στόχων και αιτημάτων που, ενώ υποστηρίζεται ως «μεταβατικό», καταλήγει να προϋποθέτει μιαν… εργατική εξέγερση. Το πρόβλημα των στόχων μιας ενότητας στη δράση οφείλει να απαντιέται με βάση τους υπαρκτούς αγώνες των μαζών σήμερα, και το «πλαίσιο» για να αποτελεί βάθρο ενότητας οφείλει να έχει την κεκτημένη συναίνεση ενός σοβαρού τμήματος των κοινωνικών-αγωνιστικών πρωτοποριών. Αλλιώς παίζουμε το blame-game (το παιχνίδι του καταλογισμού της ευθύνης) για την άρνηση της ενότητας στη δράση, στο όνομα της ενότητας στη δράση…

Μιαν ανάλογη πρόταση έχε καταθέσει η «Δικτύωση για τη Ριζοσπαστική Αριστερά». Εμείς ως ΔΕΑ, αλλά και η ΛΑΕ, έχουμε χαιρετίσει και αποδεχτεί την πρόταση αυτή, θεωρώντας ότι ανοίγει έναν θετικό δρόμο προς την ενότητα στη δράση, ακόμα και για την αναγκαία ευρύτερη πολιτική συνεργασία της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Πρέπει να υποστηριχθούν όλες οι πρωτοβουλίες που οδηγούν σε έναν κινηματικό συντονισμό και μια κλιμάκωση της αντίστασης. Ταυτόχρονα πρέπει να υποστηριχθούν όλες οι πρωτοβουλίες οργάνωσης της αναγκαίας σήμερα προγραμματικής-πολιτικής συζήτησης, με στόχο την ανάδειξη ενός ενιαίου «μεταβατικού προγράμματος», που εν πολλοίς ενυπάρχει μέσα στις εμπειρίες και τις παρεμβάσεις όλων μας. Όμως αυτή η διαδικασία δεν προκύπτει αυθορμήτως, δεν αναβλύζει αυτονόητα από έναν «από τα κάτω» αυτοματισμό: χρειάζεται κοινές πολιτικές πρωτοβουλίες και αυτές με τη σειρά τους χρειάζονται μιαν ανάλογη πολιτική δέσμευση, που στις σημερινές συνθήκες πρέπει να δηλώνεται και να υποστηρίζεται ανοιχτά.

Ενότητα

Σε ό,τι μας αφορά, έχουμε από καιρό υποστηρίξει την αναφορά σε ένα «φάσμα» δυνάμεων που αρχίζει από το ΚΚΕ και φτάνει στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, περιλαμβάνοντας όλα τα τμήματα που διαχωρίστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ σε αντιμνημονιακή βάση από το καλοκαίρι του 2015. Συμμετέχοντας στη ΛΑΕ, πάντα υποστηρίζαμε ότι η πολιτική συμμαχιών της οφείλει να ταυτίζεται με την πολιτική ενότητας στη δράση των δυνάμεων της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Μπροστά στον καλπασμό προς το 4ο μνημόνιο, οι δυνάμεις αυτές οφείλουν να συγκροτήσουν κινηματικό μέτωπο που θα λογοδοτεί στην κλιμάκωση της αντίστασης του κόσμου μας. Μπροστά στην πολιτική κρίση –που παραμένει βαθύτατη και αδιέξοδη– οι δυνάμεις αυτές –ή, έστω, ένα σοβαρό τμήμα τους– οφείλουν να δείξουν ετοιμότητα, να παρουσιάσουν εναλλακτική πολιτική πρόταση και εναλλακτικό «πόλο» συγκέντρωσης δύναμης απέναντι στο δίπολο Τσίπρας-Μητσοτάκης. Και επειδή ο πολιτικός χρόνος πιθανότατα θα αποδειχθεί βραχύτερος του αναμενομένου, οι αναγκαίες πολιτικές πρωτοβουλίες πρέπει να αναζητηθούν τώρα.

*Αναδημοσίευση από την «Εργατική Αριστερά», φ.379 (8/3/17)

Κριτική στο βιβλίο του Γιάννη Τόλιου και η απάντηση του συγγραφέα.

8461fa364f6422354335bc3e7b49dcf5xl

Παραθέτουμε έναν ενδιαφέροντα και εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ των συντρόφων Πάνου Κοσμά και Γιάννη Τόλιου, σχετικά με το βιβλίο του δεύτερου «Η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα – Αφετηρία εξόδου από την κρίση».

Κριτική στο βιβλίο του Γιάννη Τόλιου

Οφειλόμενη απάντηση στα επικριτικά σχόλια του Π. Κοσμά.

Η πολιτική απόφαση της Συνδιάσκεψης της ΔΕΑ

Το Σαββατοκύριακο 18-19/2 πραγματοποιήθηκε η ετήσια Συνδιάσκεψη της Διεθνιστικής Εργατικής Αριστεράς (ΔΕΑ), η οποία συμμετέχει στην Λαϊκή Ενότητα από την ίδρυσή της.

Παραθέτουμε το κείμενο της Πολιτικής Απόφασης, που εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία.

 unnamed4_36
  1. Η περίοδος που ανοίγεται μπροστά μας θα εξακολουθήσει να καθορίζεται από τη συνέχεια της διεθνούς κρίσης του καπιταλισμού. Οκτώ χρόνια μετά το ξέσπασμά της, όχι μόνο δεν διαφαίνεται διέξοδος, αλλά το σύστημα βυθίζεται σε νέες διχαστικές επιλογές (προστατευτισμός και εθνική προτεραιότητα ή συνέχεια της έμφασης στην «παγκοσμιοποίηση»;) που επιδεινώνουν την αστάθεια και την αβεβαιότητα στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις.

  2. Η παράταση της οικονομικής κρίσης συνδυάζεται με την ιμπεριαλιστική αστάθεια, που πυροδοτείται από τις αλλαγές στο συσχετισμό δυνάμεων που έχει ήδη καταγραφεί μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα χωρίς (ή τουλάχιστον χωρίς ακόμα…) να έχει αναδειχθεί μια νέα ισορροπία ως βάση μιας στοιχειώδους διεθνούς «πειθαρχίας». Οι πολεμικές συγκρούσεις παρατείνονται (Συρία, Ουκρανία), νέες επικίνδυνες εστίες αναδεικνύονται (π.χ. θάλασσα της Κίνας, Παλαιστίνη κ.ο.κ.), ενώ όλες οι μεγάλες δυνάμεις στρέφονται ξανά σε ενίσχυση των εξοπλισμών.
    Ο συνδυασμός των δύο παραπάνω παραγόντων θρέφει πολιτικά ρεύματα τύπου Τραμπ, που συνδυάζουν τον οικονομικό προστατευτισμό με την εθνικιστική ή φιλοπόλεμη πολιτική και τον ανοιχτό ρατσισμό και σεξισμό.

  3. Το νέο ρεύμα της «λαϊκιστικής» Δεξιάς δεν εγκαταλείπει, αλλά αντίθετα ενισχύει τη νεοφιλελεύθερη επιθετικότητα του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες. Τόσο η κυβέρνηση των Συντηρητικών που διαχειρίζεται το Brexit, όσο κι ο Τραμπ (αλλά και η απειλητική Λεπέν) συνδυάζουν τις πολιτικές της «εθνικής προτεραιότητας» με τη συστηματική υποστήριξη των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων. Χρειάζεται η σταθερή απόρριψη τόσο του παλαιού status quo της νεοφιλελεύθερης «παγκοσμιοποίησης», όσο και του νέου ρεύματος του προστατευτισμού-εθνικισμού, η αναζήτηση ενός «τρίτου πόλου», της αυθεντικής υποστήριξης των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων στο εσωτερικό κάθε χώρας, σε συνδυασμό με τη σύγκρουση με την ιμπεριαλιστική και φιλοπόλεμη πολιτική διεθνώς. Ενός «πόλου» που μπορεί να οικοδομηθεί διεθνώς μόνον από τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

  4. Η παράταση της κρίσης και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών συγκλονίζουν πλέον ολοφάνερα την Ευρωζώνη. Η γερμανική ηγεσία και η «ενδοχώρα» των στενών συμμάχων της έχουν να αποφασίσουν εάν και πώς θα σώσουν την Ευρωζώνη, χωρίς για την ώρα να έχουν εκπονηθεί και προβληθεί πειστικές απαντήσεις. Αυτή η κρίση στρατηγικής νομιμοποιεί τις «αποκλίσεις» και διασπείρει τις απειθαρχίες και στο εσωτερικό της Ευρωζώνης, τόσο μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, όσο και στο εσωτερικό κάθε χώρας.

  5. Αυτό το περιβάλλον κινούμενης άμμου δημιουργεί κρίσιμα ερωτήματα προσανατολισμού για την κυρίαρχη τάξη στην Ελλάδα. Η μεγάλη πλειοψηφία των καπιταλιστών παραμένει σταθερή στην επιλογή της πρόσδεσης στο ευρώ. Πιέζουν, κατά συνέπεια, τον Τσίπρα να υπογράψει με κάθε τρόπο τα προαπαιτούμενα της αξιολόγησης, να περάσει τα πρόσθετα μέτρα σκληρής λιτότητας, που απαιτούν οι δανειστές, να ανοίξει το δρόμο για το Τέταρτο Μνημόνιο, ελπίζοντας σε μια σταδιακή, αργή και βασανιστική επιστροφή σε μια κάποια «ανάπτυξη», που θα στηρίζεται όμως στην πλήρη συντριβή των εργατικών και λαϊκών κατακτήσεων. Αυτό είναι το βασικό σενάριο, η κυρίαρχη γραμμή.

    Ταυτόχρονα, όμως, ένα τμήμα της κυρίαρχης τάξης αρχίζει να διαβλέπει τα αδιέξοδα, να συνειδητοποιεί τους κινδύνους αιφνίδιων μεταβολών στο διεθνές περιβάλλον και ξεκινά τη «διαβούλευση» για τις πιθανά αναγκαστικές εναλλακτικές εκδοχές πέρα από το βασικό σενάριο. Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι ο καπιταλισμός υπήρχε στην Ελλάδα και πριν από το ευρώ, όπως κι ότι οι έλληνες καπιταλιστές, παρότι συμμετείχαν με ενθουσιασμό στο σχέδιο της Ευρωζώνης, έχουν πάντα –όπως όλοι οι καπιταλιστές– τα δικά τους συμφέροντα και τη δική τους δυναμική. Το άνοιγμα της δημόσιας συζήτησης για μια αστική στρατηγική διεξόδου από την κρίση, ακόμα και εκτός ευρώ, αν αυτό καταστεί αναγκαίο, είναι μια διαδικασία που μόλις αρχίζει…

  1. Όλα τα παραπάνω σφίγγουν τη θηλιά στο λαιμό του Τσίπρα. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η πολιτική κρίση συνεχίζεται και βαδίζει προς ένα νέο «βαθύ» επεισόδιο.
    Η υπογραφή του Μνημόνιου 3 έστρεψε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ενάντια στα συμφέροντα και τις ελπίδες των κοινωνικών δυνάμεων που στήριξαν την πολιτική ανατροπή του 2015. Αυτός ο παράγοντας, που σταδιακά γίνεται συνείδηση πλατύτερων εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, βυθίζει το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ σε ανεπίστρεπτη κρίση, με προοπτική μια βαριά πολιτική ήττα.
    Η ηγετική ομάδα Τσίπρα βρίσκεται μπροστά σε ένα σκληρό δίλημμα: α) Να πάει τώρα σε εκλογές, προσπαθώντας να περισώσει δυνάμεις που θα επιτρέπουν κάποιες ελπίδες για το μέλλον. β) Να παραμείνει γαντζωμένη στην εξουσία, υπογράφοντας τα πάντα, χωρίς να είναι βέβαιη ότι θα αποφύγει την πτώση και με πιθανότερη προοπτική μια «πασοκοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ. Το δίλημμα δεν έχει ακόμα απαντηθεί. Δεν πρέπει καθόλου να αποκλείεται το ενδεχόμενο η απάντηση να μην προκύψει από «συντεταγμένη» διαδικασία, αλλά μέσα από ένα ανεξέλεγκτο επεισόδιο κρίσης, ή ακόμα και από «πολιτικό ατύχημα». Το χρονικό διάστημα όπου η ηγετική ομάδα Τσίπρα έλεγχε τις εξελίξεις και διατηρούσε τον έλεγχο των πολιτικών πρωτοβουλιών έχει παρέλθει οριστικά. Όλοι οφείλουν να είναι έτοιμοι για αιφνίδια επιδείνωση της πολιτικής κρίσης, που μπορεί να πάρει πολλές μορφές: από τη «μετάβαση» σε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, μέχρι την αναγκαστική προσφυγή στις κάλπες.

  2. Η κρίση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εμφανίζει ως ορατή εναλλακτική λύση (αν οι εξελίξεις περιοριστούν στο κοινοβουλευτικό πεδίο) τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ως επικεφαλής της ακραιφνώς νεοφιλελεύθερης πτέρυγας της ΝΔ και υποστηρικτή του «πάση θυσία» συμβιβασμού με τους δανειστές, με στόχο την παραμονή στο ευρώ. Πρόκειται για επικίνδυνη, αλλά και αδύναμη, εναλλακτική: ο φόβος που προκαλεί στον κόσμο περιορίζει την εκλογική δυναμική της ΝΔ (δημοσκοπήσεις). Ο «δογματικός» νεοφιλελευθερισμός του Κ. Μητσοτάκη περιορίζει, ακόμα και μέσα στο κόμμα του, την πολιτική ηγεμονία αυτής της ηγετικής ομάδας. Το μέγεθος των προβλημάτων και των διλημμάτων κάνουν ακόμα και μέσα στη Δεξιά ισχυρές τις φωνές περί «εθνικής συνεννόησης».
    Ασφαλώς ο κίνδυνος μιας ρεβανσιστικής επιστροφής της Δεξιάς (που μπορεί να ενισχυθεί από μια «ανασυγκροτημένη» ακροδεξιά) δεν πρέπει να υποτιμηθεί από κανέναν. Όμως και εδώ, η ανάγκη να απαντηθεί ο κίνδυνος από δεξιά δεν πρέπει να οδηγεί σε συμφιλιωτισμό με την υπάρχουσα κεντροαριστερά.

  3. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση –της κρίσης του Τσίπρα που, εκλογικά, ανοίγει τον δρόμο στον Μητσοτάκη– το θεμελιώδες στοιχείο της απάντησης είναι η κινηματική ανασύνταξη: η στήριξη των εργατικών αντιστάσεων και η προετοιμασία απεργιακών αγώνων, η αλληλεγγύη ανάμεσα στα αγωνιζόμενα τμήματα (π.χ. αγρότες), το άνοιγμα με μαζικούς όρους του μετώπου στη νεολαία, η αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, η υποστήριξη σε τοπικό και κλαδικό επίπεδο ενωτικών «μετωπικών» σχημάτων που θα μπορούν να αναλάβουν τα καθήκοντα της κλιμάκωσης και του συντονισμού των εργατικών και λαϊκών αντιστάσεων κ.ο.κ.

    Στις εξελίξεις που έρχονται, ο κρίσιμος παράγοντας θα είναι η ύπαρξη και το μέγεθος μιας ανεξάρτητης δύναμης της ριζοσπαστικής, αντιμνημονιακής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς απέναντι και ενάντια στους Τσίπρα-Μητσοτάκη στη βάση ενός επαρκούς και συνεκτικού μεταβατικού προγράμματος. Η προσπάθεια αυτή έχει σήμερα γίνει πιο δύσκολη λόγω της απογοήτευσης που έχει προκαλέσει η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και λόγω της κινηματικής ύφεσης. Όμως, εξακολουθεί να έχει καθοριστική σημασία: στις επόμενες αναμετρήσεις (κυρίως τις πολιτικές, αλλά και τις εκλογικές) αν καταγραφεί κενό αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς με μαζική απήχηση, τότε οι συνέπειες της απογοήτευσης μπορεί να πάρουν πιο μόνιμα χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό κάθε τακτική, κάθε πολιτικό «σχέδιο», μετριέται καθοριστικά από τις απαντήσεις που δίνει –ή δεν δίνει– στο ζήτημα του πολιτικού μετώπου.

  1. Η δική μας απάντηση, μέσα στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στο 2015, ήταν η επιλογή ΛΑΕ. Πάντα τονίζαμε ότι ήταν μια επιλογή με προβλήματα, μια επιλογή που όφειλε να μετασχηματιστεί και να διευρυνθεί, αλλά ήταν και είναι μια σαφής πολιτική επιλογή (γι’ αυτό άλλωστε συγκέντρωνε και συγκεντρώνει μεγάλο τμήμα από τα πυρά του «περιβάλλοντος» του Μαξίμου).

    Σήμερα, τα προβλήματα στο εσωτερικό της ΛΑΕ έχουν οξυνθεί. Στην πολιτική γραμμή, η έμφαση στη «μετάβαση στο εθνικό νόμισμα» έχει αποκόψει το σύνθημα της εξόδου από το ευρώ από το υπόλοιπο μεταβατικό πρόγραμμα (ανατροπή λιτότητας, χρέος, τράπεζες, ιδιωτικοποιήσεις, σοσιαλιστική στρατηγική), οδηγώντας στην αυταπάτη ενός «σταδίου» δημοκρατικής και ανεξάρτητης «ανάπτυξης» με βάση τη δραχμή.

    Στις πολιτικές συμμαχίες έχουν (έστω για την ώρα) αντιμετωπιστεί κάποιες «χοντράδες» (π.χ. ΕΠΑΜ), αλλά καθυστερεί ένα σοβαρό και οργανωμένο άνοιγμα στην κατεύθυνση της «κοινής κοίτης της ριζοσπαστικής αντιμνημονιακής Αριστεράς». Στην εσωτερική λειτουργία εξακολουθεί να είναι ζητούμενη μια πιο δημοκρατική και ανανεωμένη συγκρότηση.

    Σε αυτές τις συνθήκες, έχουμε μετατοπιστεί σε πιο «μετωπική» σχέση με τη ΛΑΕ. Εξακολουθώντας να αναγνωρίζουμε τον ρόλο που μπορεί να παίξει σε μια πορεία ανασυγκρότησης, έχουμε κάνει τη στροφή που ονομάσαμε «βήμα στο πλάι»: Συμμετέχουμε ενεργά στην υλοποίηση αποφάσεων όπου υπάρχει συμφωνία, διατηρούμε μεγαλύτερη αυτονομία και διακριτότητα μέσα από τις δικές μας λειτουργίες, δίνουμε έμφαση στις αντιρατσιστικές-αντιφασιστικές παρεμβάσεις και πολιτικές, προβάλλουμε τη δική μας άποψη για τη σχέση της εξόδου από το ευρώ με το σύνολο του μεταβατικού προγράμματος, υποστηρίζουμε την πολιτική συμμαχία μεταξύ ΛΑΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ-Πλεύσης-Δικτύωσης.

  1. Στις εξελίξεις που έρχονται, μαζί με το μέγεθος, κρίσιμη παράμετρος για το αντιμνημονιακό, αριστερό, αντικαπιταλιστικό μέτωπο που περιγράφουμε, το μέλλον του και το πρόσημο της συνεισφοράς του στο εργατικό-λαϊκό κίνημα είναι η πολιτική του κατεύθυνση. Για εμάς η επάρκειά της θα κριθεί από:

    Ένα προγραμματικό πλαίσιο ταξικό και όχι εθνικής ανάπτυξης, με πυλώνες την αντιλιτότητα και τη στοχοποίηση της εγχώριας άρχουσας τάξης, το «Μνημόνιο για το Κεφάλαιο».

    Το αποτέλεσμα της πάλης για τον πολιτικό χαρακτήρα της ΛΑΕ δεν είναι ληγμένο, αλλά είναι καθοριστικό για τον τρόπο συμμετοχής μας σε αυτήν, ιδιαίτερα για τις πολιτικές μάχες κεντρικής καταγραφής όπως οι εθνικές βουλευτικές εκλογές. Διαπίστωση που κάνει την πάλη αυτή πολύ πιο αναγκαία.

  1. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν με «ανοιχτό» τρόπο, όχι με αναδίπλωση σε αυτοαναφορικότητα και σεχταρισμό. Γι’ αυτό παραμένει κεντρική επιλογή το Κόκκινο Δίκτυο και η καλύτερη δυνατή συγκρότησή του.

  2. Τα τελευταία χρόνια δώσαμε έμφαση και αφιερώσαμε δυνάμεις για την εναρμόνιση της παρέμβασής μας στους χώρους με τις κεντρικές πολιτικές μας επιλογές και τη συνολική μετωπική μας δουλειά. Διαφυλάσσοντας τα κέρδη από αυτή την προσπάθεια και χωρίς να την εγκαταλείπουμε, θα δώσουμε στο επόμενο διάστημα έμφαση στη συγκρότηση των δικών μας εργαλείων παρέμβασης, ώστε να γίνει πιο αποτελεσματική και να ριζώσει η μετωπική μας δουλειά στους χώρους (εργατικές ομάδες της ΔΕΑ και του Κόκκινου Δικτύου, ομάδες ΚΑΡ, νεολαία κλπ.)

Διαβάστε ακόμη: Τι χρειάζεται και τι περισσεύει στην πολιτική καμπάνια της ΛΑΕ

Ο κεϋνσιανός δρόμος της απώλειας: Στην εκδήλωση του ΕΔΕΚΟΠ για τη δραχμή.

H «πιο σοβαρή και τεκμηριωμένη πρόταση» δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ούτε αριστερή, ούτε ριζοσπαστική.

imag0260-696x392

Του Γιάννη Νικολόπουλου
Πηγή: rproject.gr

Πρώτα, μερικά συμπεράσματα που ανήκουν στην κατηγορία του αυτόπτη μάρτυρα και θεατή. Η κινηματογραφική αίθουσα ΑΛΚΥΟΝΙΣ αποδείχτηκε πολύ μικρή για το πλήθος που συγκέντρωσε η εκδήλωση του ΕΔΕΚΟΠ για τη μετάβαση στη δραχμή. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη και ασφυκτικά γεμάτη στη «γαλαρία», είχε παντού όρθιους, που έφθαναν έως έξω στο πεζοδρόμιο της Ιουλιανού – και αν ο κλειστός χώρος δεν ξεγελά το μάτι μιλάμε για πάνω από 600-700 άτομα( η ΑΛΚΥΟΝΙΣ έχει 330 καθίσματα). Ο Κώστας Λαπαβίτσας προλογίζοντας την εκδήλωση είχε δίκιο όταν ανέφερε πως η συμμετοχή και η ανταπόκριση του κόσμου είναι ένα θετικό και συγκλονιστικό μήνυμα που αιφνιδίασε και τους ίδιους τους διοργανωτές – κανονικά θα έπρεπε να είχαν προνοήσει για μια μεγαλύτερη αίθουσα. Προσθέτω ότι κατά την εκτίμηση μου, θα έπρεπε να έχουν προνοήσει για περισσότερα – και αυτό δεν αφορά μόνο τους καθηγητές και εθελοντές του ΕΔΕΚΟΠ.

Η εκδήλωση, για την ακρίβεια η συμμετοχή σε αυτήν, ήταν μήνυμα και για τις σημερινές ηγεσίες της Λαϊκής Ενότητας και της Πλεύσης Ελευθερίας – μαζί οι δύο σχηματισμοί δεν συγκέντρωσαν ούτε το 1/2 του κόσμου στις δύο πρόσφατες αντίστοιχες εκδηλώσεις τους, στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ και τη ΣΦΙΓΓΑ. Αυτό, κανονικά, πρέπει να προβληματίσει έντονα τα επιτελεία των δύο σχηματισμών – της ΛΑΕ και της Πλεύσης – κάτι κάνουν, επικοινωνιακά και πολιτικά, λάθος όταν κάνουν εκδηλώσεις σε στενό, εντέλει, κύκλο. Επίσης καλό θα ήταν να τους προβληματίσει το γεγονός ότι η ανυπομονησία και η δίψα του κόσμου να ακούσει και να γίνει κοινωνός της «πιο σοβαρής και τεκμηριωμένης πρότασης για τη μετάβαση στη δραχμή» προκάλεσε σποραδικές, άλλοτε πιο έντονες (περισσότερο προς το πρόσωπο του Παναγιώτη Λαφαζάνη) αποδοκιμασίες του στυλ «τελειώνετε με τους χαιρετισμούς» και γενική μουρμούρα και δυσφορία, που εξηγείται και από το δεύτερο φάουλ και σφάλμα των διοργανωτών: Μια εκδήλωση για την «πιο σοβαρή και τεκμηριωμένη πρόταση για τη δραχμή» δεν στριμώχνεται Τετάρτη βράδυ, ειδικά μάλιστα όταν με τη σχετική καθυστέρηση άφιξης τόσο του Λαφαζάνη όσο και της Κωνσταντοπούλου, τους χαιρετισμούς των δύο, καθώς και των δύο ξένων αντιπροσώπων, το κυρίως μενού παρουσίασης του ΕΔΕΚΟΠ διαδοχικά με τον Μαριόλη, τον Γαβριηλίδη και τον ίδιο τον Λαπαβίτσα, ξεκίνησε στις 9.20 και όχι στις 7, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο. Παρεμπιπτόντως, η Κωνσταντοπούλου «γλίτωσε» από κάποιες αποδοκιμασίες στη σχετική μακρηγορία του δικού της χαιρετισμού επειδή διατύπωσε ανοικτά, για δεύτερη φορά, μετά την μουσικοθεατρική σκηνή ΣΦΙΓΓΑ, τη θέση της «εναντίον του ευρώ», θέση που επιδοκιμάστηκε από το κοινό.

Η καθυστέρηση προκάλεσε κόπωση, ειδικά για τους όρθιους, λελογισμένο όσο και συγκαλυμμένο εκνευρισμό, δυσφορία – δεν ήταν ακριβώς… θεία λειτουργία, τουλάχιστον για όποιον συγχρωτίστηκε με τους θεατές. Και αυτό εξηγείται επίσης καθώς το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα των ακροατών ήταν άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, συνταξιούχοι, μεσήλικες, «απόμαχοι της ζωής» ή πολύ κοντά στη δύση του εργασιακού τους βίου. Οι αντοχές, φυσικές, ψυχικές, σωματικές, μπορούν να προδώσουν και τον πιο καλόπιστο και πρόθυμο θεατή και ακροατή. Παρόλα αυτά, πρυτάνευσε η υπομονή – ένα ακόμη διδακτικό μάθημα για τις ηγεσίες της ΛΑΕ και της Πλεύσης που θεωρούν ότι πολιτική και επικοινωνία σήμερα σημαίνουν συνθήματα και εύκολα λόγια από την τηλεόραση και όχι τεκμηριωμένες, εμπεριστατωμένες και συνεκτικές θέσεις-όπλα στην καθημερινή επιχειρηματολογία και ζωή του κάθε πολίτη.

Και εδώ είναι το τρίτο φάουλ και η χαμένη ευκαιρία των διοργανωτών: Αν και ολοφάνερα, δεν υπήρχαν υποστηρικτές του ευρώ ή αμφιταλαντευόμενοι, τουλάχιστον, στο θέμα της ρήξης με την ευρωζώνη ανάμεσα στο κοινό, το πλήθος διψούσε και κατά κάποιον τρόπο απαιτούσε να εξοπλιστεί με βάσιμα, καθαρά, κατανοητά και σαφή επιχειρήματα για τη μετάβαση στη δραχμή, επιχειρήματα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στην καθημερινότητα του, στο καφενείο, στο οικογενειακό τραπέζι, στην ουρά του ΟΑΕΔ, στη λαϊκή αγορά, στη γειτονιά και την πολυκατοικία του. Η εκδήλωση έπασχε ακριβώς σε αυτό το σημείο: Δεν εκλαΐκευσε την «πιο σοβαρή και τεκμηριωμένη πρόταση για τη μετάβαση στη δραχμή». Κάποιοι πίνακες αναλύσεων και τα διαγράμματα, που χρησιμοποίησε κυρίως ο Μαριόλης θα δυσκόλευαν ακόμη και τελειόφοιτους φοιτητές των οικονομικών. Η επιμονή για ανάδειξη συγκεκριμένων τομέων «παραγωγικής ανασυγκρότησης» στη βιομηχανία και τη γεωργία δεν συνοδεύτηκε από την τεκμηριωμένη εξήγηση του «γιατί αυτοί οι τομείς-ατμομηχανή και όχι άλλοι». Και δεν έλειψαν ορισμένες «ευκολίες» βγαλμένες λες από το διαβρωτικό πρίσμα των τηλεοπτικών παραθύρων και της συγκαταβατικής λογικής των πλατιών «εθνικών μετώπων» για τη μετάβαση στη δραχμή.

Παράδειγμα, ο Λαπαβίτσας ισχυρίστηκε ότι μέρος από το απαιτούμενο αποθεματικό των περίπου 12 δις ευρώ που απαιτούνται για το «πρώτο, μεταβατικό διάστημα του ενός-δύο μηνών έως ότου εκτυπωθούν στο σύνολο τους, οι νέες δραχμές» θα προέλθει από τα 24 δις «που βρίσκονται κρυμμένα μέσα στα στρώματα των Ελλήνων». Η φράση προκάλεσε δίκαιη αγανάκτηση: «Δεν έχουμε τέτοια ποσά στα σπίτια μας», πετάχτηκαν ορισμένοι από τους θεατές. Ο Λαπαβίτσας επέμεινε και ξεπέταξε την ένσταση με ένα «ναι εντάξει όχι όλοι, πολλοί». «Ευκολία» δεύτερη, η έκκληση του Λαπαβίτσα στην (ιδιωτική) Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος να προετοιμάζει «χθες» το παραπάνω αποθεματικό, «ανεξάρτητα αν πιστεύει ή όχι στη ρήξη με την ευρωζώνη» – σε διαφορετικό σημείο την ίδια τράπεζα (και όλες τις υπόλοιπες και σωστά) την «απείλησε» με διορισμό δημόσιου επιτρόπου, «την Κυριακή το βράδυ» υπονοώντας την Κυριακή το βράδυ μετά τις εκλογές νίκης του «εθνικού μετώπου για τη δραχμή». Σύγχυση ή αντίφαση, να ζητά κανείς «προετοιμασία μετάβασης» ακριβώς από εκείνους που αντιμάχονται λόγω και έργω αυτή τη μετάβαση; Σύγχυση, αντίφαση ή ευσεβείς πόθοι, ότι εκλογές με ορίζοντα την ανάρρηση ενός «εθνικού μετώπου δραχμής» στην εξουσία, θα έχουν χαρακτήρα «ομαλής διαδοχής στην κυβερνητική σκυτάλη», όταν έχει προηγηθεί η τραυματική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ της κοινοβουλευτικής και κυβερνητικής ανάθεσης και όταν κυρίως έχει προηγηθεί το μεγάλο λάθος αδρανοποίησης και αποστράτευσης της κοινωνικής πλειοψηφίας, όπως αυτή εκφράστηκε διαδοχικά το 2015 στις πρώτες εκλογές και κυρίως στο δημοψήφισμα;

Το «εθνικό μέτωπο», επίσης για τη δραχμή, έμεινε μια φράση μετέωρη και χωρίς εξηγήσεις, αν και οι ομιλητές υποστήριξαν ότι «το πολιτικό και θεσμικό ‘’εποικοδόμημα’’ δεν αφορά τη σοβαρή και τεκμηριωμένη, οικονομική πρόταση και έπεται των διαδικασιών μετάβασης». Συγγνώμη, αλλά φρονώ ότι το πολιτικό υποκείμενο που θα αναλάβει το τιτάνιο έργο αυτής της μάχης, έστω και διά της «κοινοβουλευτικής οδού προς τον σοσιαλισμό» πρέπει να αποσαφηνιστεί και να αποκρυσταλλωθεί προτού σκαφτούν τα χαρακώματα. Εγραψα «σοσιαλισμό», λεξούλα που δεν ακούστηκε στην ΑΛΚΥΟΝΙΔΑ, ίσως ακριβώς επειδή οι πυλώνες μετάβασης και ανασυγκρότησης (αύξηση της ζήτησης, για να καταπολεμηθεί η ανεργία και κρατικές επενδύσεις βραχυπρόθεσμα στις υπηρεσίες και μακροπρόθεσμα στη βιομηχανία και τη γεωργία, προκειμένου να προχωρήσει η παραγωγική ανασυγκρότηση) ήταν βγαλμένες λες από τα οικονομικά εγχειρίδια του κεϋνσιανισμού.

Εδώ όμως υπάρχει ένα δομικό σφάλμα καταρχάς απλής λογικής : Η επαναφορά σε μια κατάσταση «καπιταλισμού με ανθρώπινο και κοινωνικό πρόσωπο» απαιτεί όχι μόνο τη συναίνεση των συνδικάτων και των εργαζομένων, αλλά και τη «συνενοχή» των κατόχων των μέσων παραγωγής και πλούτου, δηλαδή του κεφαλαίου. Έχουμε άραγε διαπιστώσει ότι καπιταλιστές και κεφάλαιο της Ελλάδας, όπως για παράδειγμα στον τομέα των υπηρεσιών και κατεξοχήν στον τουρισμό, ο εμβληματικός ΣΕΤΕ με επικεφαλής τον πλέον «γνωστό – άγνωστο» κουκουλοφόρο της τρόικας, Ανδρέα Ανδρεάδη, βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος με το «μέτωπο της δραχμής» και ακριβέστερα το μέτωπο της δραχμής ενάντια στη λιτότητα; Δεν θα το ’λεγα…

Σε πιο πρακτικά ζητήματα, «η πλέον σοβαρή και τεκμηριωμένη πρόταση για τη μετάβαση στη δραχμή» δυσκολευόταν να περιγράψει την πρώτη μέρα, την πρώτη εβδομάδα και τον πρώτο χρόνο της νέας κατάστασης. Για παράδειγμα, δεν αρκεί να μπουν δημόσιοι επίτροποι στις τράπεζες ή να περιέλθει σε δημόσιο έλεγχο η Τράπεζα της Ελλάδος, όταν τα πραγματικά Γενικά Επιτελεία του κουαρτέτου των «θεσμών» και της ευρωενωσιακής λιτότητας, βρίσκονται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και την «ανεξάρτητη» Αρχή Δημοσίων Εσόδων – εκτός αν αυταπατάται κανείς ότι η ανώτερη δημοσιοϋπαλληλική γραφειοκρατία τους θα σταθεί στο πλευρό του «εθνικού μετώπου της δραχμής» έπειτα από μια ενδεχόμενη επικράτηση σε εθνικές εκλογές. Επίσης, σε μια ελληνική οικονομία που οργιάζει η παραοικονομία, η κυκλοφορία μαύρου και αφορολόγητου χρήματος και επιβιώνει ακόμη και παρασιτικά και παρά την εμπέδωση συστήματος ηλεκτρονικών πληρωμών και συναλλαγών, η χάρτινη μορφή του χρήματος, δεν αρκεί η εμπιστοσύνη στο νέο νόμισμα που θα γεννήσει «από τα πάνω» το κράτος, καταβάλλοντας μισθούς και συλλέγοντας φόρους σε δραχμές, χωρίς ταυτόχρονη ίδρυση ανταλλακτηρίων και υποχρεωτικού σφραγίσματος των χάρτινων ευρώ σε νέες δραχμές, χωρίς ταυτόχρονη τιθάσευση των φαινομένων μαύρης αγοράς είτε στο συνάλλαγμα είτε στο εμπόριο. Αυτά φυσικά προαπαιτούν λαϊκή και μαζική κινητοποίηση όλων των διαθέσιμων δυνάμεων της εργασίας. Τέλος μπορεί η εκτίμηση για ένα πληθωρισμό που θα τρέχει στο 10% και μόνο τον πρώτο χρόνο να είναι επαρκώς βάσιμη, αλλά πρέπει να αποσαφηνιστεί η πολιτική βούληση ότι κάθε απόπειρα κερδοσκοπίας και σχετικών πιέσεων στην αγορά θα κατασταλεί από το οικονομικό επιτελείο και τους ελεγκτικούς του μηχανισμούς εν τη γενέσει τους.

Με όλα τα παραπάνω θεωρώ ότι η «πιο σοβαρή και τεκμηριωμένη πρόταση» δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ούτε αριστερή ούτε ριζοσπαστική, ενώ και από πλευράς εκλαϊκευμένων, εύληπτων και άμεσα χρήσιμων στο δημόσιο και ιδιωτικό λόγο τεκμηρίων έπασχε, από τη στιγμή μάλιστα που ποντάρει πολλές από τις παραδοχές της, στην «επανεκκίνηση» των σχέσεων ταξικής συμφιλίωσης μεταξύ των εργαζομένων και του κεφαλαίου στην Ελλάδα μέσα σε έναν καθαγιασμένο, αλλά ανύπαρκτο για το δεύτερο, κεϋνσιανό δρόμο, ο οποίος όπως έχει αποδείξει η ιστορία και η ζωή, είναι ο δρόμος της ταυτοτικής απώλειας για την Αριστερά. Η ιστορία πάλι, η ζωή και οι κατά περίπτωση ηγεσίες έχουν αποδείξει επίσης στην ελληνική Αριστερά τον εσφαλμένο, ναρκοθετημένο και επικίνδυνο δρόμο των «εθνικών μετώπων» για κάθε χρήση και σε κάθε κρίση.

Για να το θέσω ωμά και με πλήρη ενσυναίσθηση της βαρύτητας και της φόρτισης των λέξεων, των στιγμών και της σημερινής συγκυρίας, «Λίβανος» και «Καζέρτα» για τη δραχμή δεν πρέπει, δεν μπορούν και ορισμένοι δεν θα πρέπει και να θέλουμε να ξαναϋπάρξουν… Για τους υπόλοιπους, δεν παίρνω εδώ και καιρό όρκο ότι δεν θα ήθελαν μια επανάληψη του δράματος, με αντάλλαγμα έναν πρόσκαιρο ρόλο επί πολιτικής και οικονομικής σκηνής…

Εντέλει, το θετικότερο στοιχείο της χθεσινής βραδιάς ήταν το πλήθος των συγκεντρωμένων, η δίψα για πολιτικό προβληματισμό και εξοπλισμό με επιχειρήματα και θεωρητικά και πρακτικά «όπλα», η διαθεσιμότητα του για όλα τα υπόλοιπα, συγκρουσιακά και στοιχειακά είναι το μεγάλο ζητούμενο, το οποίο όμως δεν μπορεί να βρει απαντήσεις μέσα στην πλειονότητα μιας μάζωξης κυρίως από μεσήλικες και συνταξιούχους.

Το στοίχημα της Αριστεράς παραμένει η διαθεσιμότητα, η κινητοποίηση, η οργάνωση της νεολαίας, εντός και εκτός της χώρας, εντός και εκτός των υπηρεσιών, της γεωργίας, της βιομηχανίας, των πανεπιστημίων – εξάλλου, οι «χαμένες γενιές» του νεοφιλελευθερισμού και της ποινικοποίησης των αριστερών ιδεών δυσκολεύονται πια αφάνταστα να εγκαταλείψουν τις αυταπάτες και τις διαδοχικές διαψεύσεις τους, για το παρόν και το μέλλον του ελληνικού και του ευρωπαϊκού οικονομικού και πολιτικού οικοδομήματος. Το τελευταίο συμπέρασμα αφορά και στις ηγεσίες που μας έλαχαν σχεδόν στο σύνολο των θεωρούμενων «αντιμνημονιακών» και αριστερών (όλα;) σχηματισμών, που προετοιμάζουν αενάως το «μέτωπο» (έτσι, χωρίς το μακρυνάρι των επιθετικών του προσδιορισμών…).