Κατηγορία: Διάλογος – Προβληματισμοί για την Αριστερά

Αριστερή Ανασύνθεση: Ανακοίνωση για τις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές

1. Οι ευρωεκλογές της 26ης Μάη αποτυπώνουν μια συντηρητική στροφή στην Ευρώπη και στην ελληνική κοινωνία. Σε επίπεδο χωρών της Ε.Ε. αποτυπώνεται η πολιτική κρίση που σοβεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο με τη σαφή υποχώρηση του δεξιού Λαϊκού Κόμματος και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Μια υποχώρηση που οδηγεί στην αδυναμία συγκρότησης πλειοψηφίας σε επίπεδο ευρωκοινοβουλίου από αυτά τα κόμματα πλέον. Πλειοψηφία πλέον πιθανότατα συγκροτείται με τις δυνάμεις του φιλελεύθερου «ακραίου κέντρου», που επιχείρησαν να οικοδομήσουν νέες πολιτικές φιγούρες σε πρότυπα πιο «τεχνοκρατικά» (π.χ. Μακρόν, Ciudadanos κ.λπ.) και αυξάνουν τις δυνάμεις τους. Ο πραγματικός νικητής όμως σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ήταν δυστυχώς οι δυνάμεις της συστημικής ακροδεξιάς που ανέβηκαν εκλογικά σε πολλές χώρες και διόλου τυχαία πρωτεύουν στις τρεις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (Γαλλία, Ιταλία, Μ. Βρετανία) που βρίσκονται πλέον κάτω από τη Γερμανία στην ευρωπαϊκή ιεραρχία. Την ίδια στιγμή, η αριστερά σε επίπεδο Ε.Ε. υποχωρεί, δέσμια σε μεγάλο βαθμό του αθεράπευτου ευρωπαϊσμού της. Δυστυχώς, η πτώση αγγίζει και δυνάμεις που έδειχναν να κάνουν δειλά βήματα απεγκλωβισμού σε θετική κατεύθυνση από το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

2. Οι ευρωεκλογές αποτυπώνουν και μια συντηρητική στροφή στην Ελλάδα, που έρχεται μετά από μία τετραετία όπου μια –υποτίθεται– «αριστερή» κυβέρνηση εφαρμόζει το μνημονιακό νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα λιτότητας. Όπως έχει γίνει και σε άλλες χώρες, όπου κάτι τέτοιο έγινε, ακολούθησε μια συντηρητική παλινόρθωση. Ο κίνδυνος που σήμερα αντιμετωπίζουμε είναι αυτή η στροφή να μην είναι απλώς πολιτική-εκλογική, αλλά δείκτης μιας ευρύτερης συντηρητικής στροφής σε κοινωνικό και ιδεολογικό επίπεδο. Είναι ενδεικτικό ότι η αύξηση της αποχής συγκριτικά με τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 αφορά πρωτίστως λαϊκά στρώματα που κατά πλειοψηφία είχαν ταχθεί με το ΟΧΙ και είχαν ψηφίσει αντιμνημονιακά. Η Ν.Δ. πετυχαίνει σημαντική άνοδο, με πρωτιά στις πιο σημαντικές κοινωνικές κατηγορίες σύμφωνα με τα ποιοτικά στοιχεία (εργαζόμενοι ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, νεολαία, συνταξιούχοι, αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες). Το αποτέλεσμα αποτυπώνει καθαρή ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, που παραμένει βέβαια ο δεύτερος πόλος του νέου διπολισμού, διατηρώντας την πρωτοκαθεδρία στην κεντροαριστερά έναντι του ΚΙΝ.ΑΛΛ. Το ΚΙΝ.ΑΛΛ. έχει πτώση από το αποτέλεσμα της «Ελιάς» του 2014, αλλά δείχνει αντοχή και ανάκαμψη από την ακόμα πιο δυσμενή κατάστασή του πριν από δύο χρόνια, αποκομίζοντας δυνάμεις από τη φθορά και την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν αποτυπώνεται, ευτυχώς, αυξητική δυναμική της ακροδεξιάς, αφού δεν υπάρχει άνοδος του αθροίσματος των σχηματισμών της. Στην πραγματικότητα, και αντιθέτως με τις εξελίξεις σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, φαίνεται σχετική στασιμότητα (ή και πτώση αν μπει στο κάδρο και η διάλυση πρακτικά των ΑΝ.ΕΛ.) και εσωτερική ανακατάταξη δυνάμεων (σοβαρή πτώση που είναι ήττα για τη Χρυσή Αυγή, άνοδος Ελληνικής Λύσης του Βελόπουλου, συντριβή ΑΝ.ΕΛ.). Πολύ ανησυχητικό παραμένει βέβαια το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό της Χ.Α. (13%) σε νέους ψηφοφόρους 17-24 ετών (και ενώ π.χ. το ΚΚΕ καταγράφει μόλις 3,7% εκεί).

3. Ούτε το ΚΚΕ έδειξε δυναμική, αντιθέτως είχε πτώση από τις ευρωεκλογές του 2014 και διατήρηση των δυνάμεων των βουλευτικών του Σεπτέμβρη του 2015. Και ακόμα πιο ενδεικτικό είναι ίσως και το ότι δεν είχε εκλογική άνοδο ούτε στο αυτοδιοικητικό επίπεδο παρά τις περί του αντιθέτου προσδοκίες και διακηρύξεις του. Οι μεμονωμένες μετακινήσεις πρώην μελών και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και της ΛΑΕ (αλλά και λίγων από ΑΝΤΑΡΣΥΑ) αποτυπώνουν τη δυνατότητά του να πιέζει τον εξ αριστερών χώρο του, προβάλλοντας ως πιο αξιόπιστη και συνεπής δύναμη. Το τοπίο του κατακερματισμού της υπόλοιπης ριζοσπαστικής αριστεράς διευκόλυνε δυστυχώς αυτή την προβολή. Τη δυνατότητα αυτή το ΚΚΕ από νωρίς την εκτίμησε και προχώρησε σε αυτές τις κινήσεις για να καλύψει τις εκλογικές απώλειες προς τα δεξιά του. Στον αντιμνημονιακό χώρο μεγάλος κερδισμένος είναι το ΜέΡΑ25 του Γ. Βαρουφάκη, με ένα πρόγραμμα παρόμοιο με του ΣΥΡΙΖΑ του 2014-2015, που για λίγο δεν εκλέγει έδρα, αλλά έγινε πόλος έλξης για το μεγαλύτερο μέρος του δυναμικού που έχει αντιμνημονιακές αναζητήσεις σε αριστερή προοδευτική κατεύθυνση. Ενόψει των επικείμενων βουλευτικών εκλογών είναι ερώτημα αν θα αντέξει την πολιτική πίεση της πόλωσης. Σημαντική καταγραφή είχε και η Πλεύση Ελευθερίας της Ζ. Κωνσταντοπούλου, που θα πιεστεί ασφυκτικά στο κλίμα των επικείμενων εκλογών. Η άνοδος αυτών των δύο δυνάμεων αποτυπώνει δυστυχώς και τη μετατόπιση της συνείδησης και των επιλογών του δυναμικού που αναζητά ακόμα μία αντιμνημονιακή πολιτική επιλογή σε σαφώς δεξιότερη κατεύθυνση, στο έδαφος αφενός της κοινωνικής και πολιτικής ήττας και υποχώρησης μετά το 2015 και αφετέρου της καθολικής αδυναμίας της ριζοσπαστικής αριστεράς να συγκροτήσει έναν αξιόπιστο και μαχητικό πολιτικό πόλο.

4. Αυτό ακριβώς είναι και το πιο σημαντικό για εμάς στο αποτέλεσμα της 26ης Μάη. Το αποτέλεσμα αποτυπώνει μια μεγάλη ήττα της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αριστεράς πέραν του ΚΚΕ. Σε μια περίοδο φθοράς του ΣΥΡΙΖΑ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με ανοιχτή εσωτερική κρίση και διπλά κατεβάσματα σε κεντρικούς δήμους, έχει πτώση ποσοστιαία και απόλυτα από τον Σεπτέμβρη του 2015, αλλά και τις ευρωεκλογές του 2014, όταν δηλαδή δεχόταν σοβαρή πίεση από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχει πτώση και σε αυτοδιοικητικό επίπεδο (ειδικά στις περιφέρειες) παρά την εκλογή περισσότερων συμβούλων λόγω του νέου πιο αναλογικού εκλογικού νόμου. Η Λαϊκή Ενότητα έχει ένα αποτέλεσμα που αποτυπώνει συντριπτική ήττα. Στην πορεία από το 2,97% του 2015 έως το 0,6% ρόλο έπαιξαν σοβαρά πολιτικά λάθη (π.χ. η προβληματική στάση στο Μακεδονικό, η θολή απεύθυνση σε κάποιο «εθνικό» ακροατήριο έναντι της στοχευμένης απεύθυνσης στον κόσμο της εργασίας, της ανεργίας και της νεολαίας με στίγμα ριζοσπαστικής αριστεράς), προγραμματικές ανεπάρκειες και αδυναμίες, αλλά και η αδυναμία να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει τελικά ως ένα ανοιχτό, πολυτασικό, δημοκρατικό μέτωπο με εσωτερική ζωή και εμπιστοσύνη στη δράση και τις πρωτοβουλίες των μελών του. Ζητήματα που κι εμείς αναδεικνύαμε και παλέψαμε ανεπαρκώς εντός της ΛΑΕ μαζί με πολλούς/ες συντρόφους/ισσες με γνήσιες αριστερές ανησυχίες και μαχητική-κινηματική δράση. Φέρουμε κι εμείς την ευθύνη που μας αντιστοιχεί για την αδυναμία να υπάρξει εδώ και καιρό μία άλλη πορεία τόσο στη ΛΑΕ όσο και στον χώρο των δυνάμεων της αριστεράς που ακόμα επιμένουν ενωτικά, μετωπικά και ταυτόχρονα ριζοσπαστικά.

5. Όλα αυτά αναδεικνύουν αυτό που βοά εδώ και καιρό στο δυναμικό που αγωνιά για μια άλλη πορεία προγραμματικά, πολιτικά, οργανωτικά στον χώρο των κινημάτων και της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αριστεράς. Οι σημερινοί σχηματισμοί με την παρούσα μορφή τους, τις πολιτικές και προγραμματικές κατευθύνσεις, τη λειτουργία και τους τρόπους συγκρότησης δεν επαρκούν για μια διαφορετική, δυνάμει νικηφόρα και αποτελεσματική πορεία, που θα συσπειρώσει το διάσπαρτο και ηττημένο κοινωνικό και πολιτικό δυναμικό που έχει τέτοιες αναζητήσεις. Βρίσκονται σε βαθιά κρίση και αποτελούν εδώ και καιρό «άταφους νεκρούς». Στο έδαφος αυτό, όσες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις επιμένουν κινηματικά, μετωπικά και ριζοσπαστικά και αναφέρονται σε μια προσπάθεια ουσιαστικής σύνδεσης μιας αποτελεσματικής τακτικής με μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική ρήξεων πρέπει να συζητήσουν και να συναντηθούν, να λάβουν πρωτοβουλίες με τον πιο ανοιχτό και πλατύ τρόπο. Πιστεύουμε εδώ και καιρό ότι χρειάζεται θετική υπέρβαση αυτής της κατάστασης, και το σημερινό τοπίο ήττας της δικής μας αριστεράς το κάνει επιτακτικό· την ίδια ώρα που το κάνει και πιο δύσκολο, ακριβώς λόγω του μεγέθους αυτής της ήττας.

6. Σε αυτό το τοπίο, θετική εξαίρεση και ένδειξη ελπίδας είναι τα ενωτικά, μετωπικά και ριζοσπαστικά αριστερά δημοτικά σχήματα που είχαν σημαντικές καταγραφές μέσα σε αυτό το κλίμα ευρύτερης συντηρητικής στροφής. Σε αυτές τις προσπάθειες υπήρχε, σε διαφορετικό βαθμό, ενωτική διάθεση και αποτέλεσμα, προσπάθεια για γειωμένη και ταυτόχρονα ριζοσπαστική παρέμβαση και προσπάθεια για πιο λαϊκό λόγο, κουλτούρα και λειτουργία συλλογικότητας. Όσο περισσότερο υπήρχαν αυτά τόσο επέδρασαν θετικά στα αποτελέσματα και την πιο στέρεη συγκρότηση αριστερών ριζοσπαστικών δημοτικών σχημάτων. Σε αυτές τις προσπάθειες υπάρχει κάτι από το μέλλον που αναζητούμε πολιτικά.

7. Την Κυριακή 2.6 θα διεξαχθεί ο δεύτερος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών σε όλη την Ελλάδα. Με το νέο νόμο του «Κλεισθένη» και το πιο αναλογικό εκλογικό σύστημά του, οι δήμοι και οι περιφέρειες θα διακυβερνηθούν από συμμαχίες δημοτικών και περιφερειακών παρατάξεων που αναφέρονται σε μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις και υλοποιούν τις αντιδραστικές κατευθύνσεις των νόμων «Καλλικράτη» και «Κλεισθένη». Αυτοί συγκροτούν έτσι το «μέτωπό» τους στην αυτοδιοίκηση, εμείς πιστεύουμε στην ανάγκη και καλούμε στη συγκρότηση του μετώπου των μαχόμενων δυνάμεων της αριστεράς στα τοπικά κινήματα και την αυτοδιοίκηση. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων στον δεύτερο γύρο των εκλογών συγκρούονται υποψήφιοι/ες προερχόμενοι/ες από τις μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις. Δεν στηρίζουμε καμία τέτοια επιλογή, δεν ψηφίζουμε κανέναν συστημικό υποψήφιο για δήμαρχο ή περιφερειάρχη. Στηρίζουμε τους υποψηφίους δημάρχους της Λαϊκής Συσπείρωσης που δίνουν τη μάχη της εκλογής σε πέντε δήμους (Πάτρα, Πετρούπολη, Καισαριανή, Χαϊδάρι, Ικαρία) και πρώτα από όλα τον σημερινό δήμαρχο Πατρέων Κώστα Πελετίδη. Και καλούμε τις δυνάμεις της Λαϊκής Συσπείρωσης και του ΚΚΕ να συμπαραταχθούν σε ένα μέτωπο των μαχόμενων δυνάμεων τοπικά και αυτοδιοικητικά.

8. Οι επερχόμενες βουλευτικές εκλογές θα γίνουν σε κλίμα πόλωσης (αφού πρακτικά αποτελούν έναν δεύτερο γύρο «άτυπων» διπλών εκλογών) και σε περιβάλλον ήττας της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής αριστεράς. Στις παρούσες συνθήκες εκτιμούμε ότι δεν πληρούνται οι όροι για μια αποτελεσματική εκλογική και πολιτική παρέμβαση που να εξυπηρετεί μια πολιτική κατεύθυνση ρήξης με τα μνημόνια, τη λιτότητα και το ευρωσύστημα. Δεν υπάρχει ο πολιτικός χρόνος και οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις για συνολικές αλλαγές, ανασυνθέσεις και οικοδόμηση μιας άλλης αξιόπιστης πολιτικής δυναμικής στη ριζοσπαστική και κομμουνιστική αριστερά. Οι όποιες συλλογικές επιλογές μας θα ληφθούν με επίγνωση αυτών των αδυναμιών και με βασικό κριτήριο την εξυπηρέτηση αυτών των αναγκών για την επόμενη μέρα των εκλογών.

28.5.2019

Ανακοίνωση της ΑΡΑΣ για τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και αυτοδιοικητικών εκλογών

  1. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών αποτυπώνουν συντηρητική στροφή στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Πανευρωπαϊκά καταγράφεται υποχώρηση των δυνάμεων της αριστεράς και ειδικά όσων πολιτικών δυνάμεων επιχειρούσαν, έστω και με αντιφατικό τρόπο, να εκφράσουν τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων. Η Ευρωομάδα της Αριστεράς χάνει περίπου το 27% των εκλεγμένων ευρωβουλευτών, ενώ στο εσωτερικό της ισχυρές της συνιστώσες όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, ή και το βασικό τμήμα του Die Linke, έχουν ενσωματωθεί σε μία στρατηγική «ηπιότερου νεοφιλελευθερισμού». Δυνάμεις με περισσότερο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, όπως η «Ανυπότακτη Γαλλία», ή οι αντικαπιταλιστικές τάσεις των Podemos ή το Μπλόκο στην Πορτογαλία, κατέγραψαν υποχώρηση.
  2. Παράλληλα, υποχωρούν οι δύο βασικοί πολιτικοί πόλοι του ευρωπαϊκού λαϊκού κόμματος και της σοσιαλδημοκρατίας και καταγράφεται άνοδος ενός αντιδραστικού ακροδεξιού ρεύματος, το οποίο καταγράφεται ως «ευρωσκεπτικιστικό». Όμως, η άνοδος αυτή δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο προβλεπόταν, ούτε αυτό το ρεύμα αμφισβητεί επί της ουσίας τη νεοφιλελεύθερη διεθνοποίηση του κεφαλαίου που συμπυκνώνει η Ε.Ε. Το ρεύμα αυτό με αντιφατικά χαρακτηριστικά και ανταγωνισμούς μεταξύ των διάφορων τάσεων και ομάδων, α) επιχειρεί να ενσωματώσει την δυσαρέσκεια κοινωνικών στρωμάτων, μετατοπίζοντας πλευρές της πολιτικής συζήτησης σε ζητήματα νόμου και τάξης, μετανάστευσης και ανάδειξης της «εθνικής ταυτότητας», β) να διαπραγματευτεί επί μέρους συμφωνίες, και ρυθμίσεις στο εσωτερικό της Ε.Ε. που αντανακλούν διαφορετικά συμφέροντα τμημάτων του κεφαλαίου.
  3. Στην Ελλάδα τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και των αυτοδιοικητικών εκλογών δημιουργούν νέα δεδομένα στην πολιτική σκηνή και αποκρυσταλλώνουν μία βαθύτερη συντηρητική πολιτική και ιδεολογική μεταστροφή που ήταν ορατή τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Ειδικά τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών καταγράφουν μεγάλη άνοδο της δεξιάς, σε όλες τις εκφάνσεις της, καθώς και την αναστήλωση της Ν.Δ. ως βασικού αστικού κόμματος εξουσίας. Με την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών διαμορφώνονται οι όροι για την περαιτέρω ενίσχυση της Ν.Δ., η οποία διατηρεί μία σημαντική δεξαμενή και προς τα δεξιά της και προς το κέντρο. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, αν συνδυαστούν με τα αποτελέσματα στις αυτοδιοικητικές εκλογές όπου η Ν.Δ. θα βρεθεί επικεφαλής της μεγάλης πλειοψηφίας των δήμων και των περιφερειών, δημιουργούν κινδύνους σταθεροποίησης της πολιτικής σκηνής, με κεντρική τη θέση της Ν.Δ.
  4. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε σημαντικές απώλειες παρά το γεγονός ότι διατήρησε σημαντικό όγκο των δυνάμεων του, όμως σε επίπεδα χαμηλότερα από τα αναμενόμενα. Προκηρύσσοντας τις βουλευτικές εκλογές και έχοντας κάποιες εφεδρείες στα αριστερά και προς το κέντρο, επιχειρεί υπό το φάσμα της επιθετικής πολιτικής της Ν.Δ. να διαμορφώσει ένα εκλογικό μπλοκ που θα του επιτρέψει να διατηρήσει μία σταθερή θέση στην πολιτική σκηνή, ως προοδευτικός πόλος του διπολικού σκηνικού. Ωστόσο το γεγονός ότι στη συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ έπαιξε ρόλο κυρίως η διαχείριση του κρατικού μηχανισμού, ενώ ποτέ δεν κατάφερε να αναπτύξει οργανικές σχέσεις με τμήματα των λαϊκών στρωμάτων, διαμορφώνει ερωτηματικά για την μακροπρόθεσμη σταθερότητα του πολιτικού μπλοκ του.
  5. Το ΚΙΝΑΛ περιορίζεται σε ένα συμπληρωματικό ρόλο προς τη Ν.Δ.. Ως προς τα άλλα ενδιάμεσα κόμματα (Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων, ΑΝΕΛ, ΛΑΟΣ κ.λπ.) που λειτούργησαν σαν αναχώματα για την στροφή προς τα αριστερά την περίοδο της κρίσης του παραδοσιακού δικομματισμού, ο ρόλος τους φαίνεται ότι εξαντλήθηκε.
  6. Η αναδιάταξη της πολιτικής σκηνής που θα επέλθει στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, σχετίζεται με τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες που συνέβησαν τα τελευταία χρόνια. Ο σοσιαλφιλελεύθερος μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ δημιούργησε ένα κύμα απογοήτευσης και απονομιμοποίησης της αριστεράς. Η επιβολή των μνημονίων, στην οποία και ο ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλε αποφασιστικά, δημιούργησε κοινωνικές εξελίξεις, οι οποίες είχαν πολιτικά και ιδεολογικά αποτελέσματα σε συντηρητική κατεύθυνση. Την πολιτική και εκλογική αλλαγή προς τα αριστερά της περιόδου 2010 – 2015 ως αντίδραση των λαϊκών τάξεων την αρχική περίοδο εφαρμογής των μέτρων, ακολουθεί η πολιτική και ιδεολογική στροφή προς τα δεξιά της περιόδου 2016-2019, εκτός των άλλων, ως υλική επίπτωση της εφαρμογής των μνημονιακών μέτρων. Η Ν.Δ. αναστηλώθηκε όχι μόνο εκλογικά αλλά και ιδεολογικά, διαμορφώνοντας μία ιδιαίτερα επιθετική και αποενοχοποιημένη ατζέντα σκληρού νεοφιλελευθερισμού και επιθετικής αντιμετώπισης των μελλοντικών αντιστάσεων αλλά και ολόκληρων κοινωνικών κατηγοριών.
  7. Τα αποτελέσματα αυτά σηματοδοτούν την ολοκλήρωση ενός πολιτικού κύκλου που άνοιξε με την οξύτατη κρίση εκπροσώπησης που διαμόρφωσαν τα πρώτα μνημόνια. Η Ν.Δ. επανέρχεται σταθεροποιημένη στην πολιτική σκηνή, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να υποκαταστήσει το ΠΑΣΟΚ, η άκρα δεξιά έχει ενισχυθεί, ενώ συνολικά οι δυνάμεις της αριστεράς βρίσκονται σε θέσεις υποχώρησης σε σύγκριση με το διάστημα πριν από την έναρξη αυτού του πολιτικού κύκλου.
  8. Η αριστερά υπέστη σημαντική ήττα σε αυτές τις εκλογές. Παρά την εφαρμογή των μνημονίων και την κοινωνική πόλωση, η αντι-ΕΕ αριστερά στις ευρωεκλογές έλαβε ένα ποσοστό της τάξης του 8% (αν σε αυτή συμπεριλάβουμε κατά κάποιον τρόπο την Πλεύση Ελευθερίας). Η μεγαλύτερη κρίση του ελληνικού καπιταλισμού μετά τον πόλεμο, που συνοδεύτηκε από ένα κύμα αγώνων, την απονομιμοποίηση των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας, και τη μαζική εκλογική στροφή προς τα αριστερά της περιόδου 2010-2015, δεν οδήγησε στην ενίσχυση των πιο ριζοσπαστικών τάσεων.
  9. Τα αποτελέσματα του ΚΚΕ αναδεικνύουν υποχώρηση της επιρροής του σε σχέση με τις ευρωεκλογές του 2014, ενώ σε σχέση με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 εμφανίζεται στα ίδια επίπεδα ψήφων και ποσοστού. Ωστόσο πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ψήφος στις ευρωεκλογές είναι πιο χαλαρή σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές και ότι, από τις απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ και της ΛΑΕ, δεν κέρδισε τίποτα. Αντίστοιχα μεγάλη ήταν η συρρίκνωση της επιρροής του στις περιφερειακές εκλογές σε σχέση με αυτές του 2014.
  10. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ από την πλευρά της, σταδιακά επανέρχεται στα επίπεδα της αρχικής της εκλογικής επιρροής, πριν από την κρίση πολιτικής εκπροσώπησης του 2010 – 2012. Όχι μόνο δεν κατάφερε να ενισχύσει τις δυνάμεις της παρά την διαρροή 700.000 ψηφοφόρων από το ΣΥΡΙΖΑ και 123.000 από τη ΛΑΕ, αλλά υποχωρεί σε σχέση με τις βουλευτικές του Σεπτεμβρίου του 2015. Πολύ σημαντική είναι η υποχώρηση σε επίπεδο εκλογικής επιρροής στις Περιφέρειες, όπως και η πτώση των περισσότερων δημοτικών σχημάτων στα οποία παρεμβαίνει αυτοτελώς, σε σχέση με τις εκλογές του Μαΐου του 2014. Ακόμα περισσότερο και από το ΚΚΕ, που είχε μία καθαρή πολιτική επιδίωξη, να διατηρήσει τη συνοχή του και τη θέση του στην πολιτική σκηνή απορρίπτοντας κάθε συνεργασία με τις άλλες δυνάμεις της αριστεράς, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέτυχε στην δεκαετή πορεία της να επιδράσει στην εκρηκτική κρίση πολιτικής εκπροσώπησης των λαϊκών τάξεων.
  11. Η εκλογική επίδοση του ΜΕΡΑ 25 και της Πλεύσης Ελευθερίας αντανακλά, από τη μία πλευρά, ότι υπάρχει ένα δυναμικό, το οποίο επιθυμούσε να εκφράσει αριστερή διαμαρτυρία σε σχέση με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως αυτή η διαμαρτυρία, σε μεγάλο βαθμό προσανατολίστηκε σε προσωποπαγή σχήματα με όρους μιντιακής αναγνώρισης και με βάση προγράμματα (κυρίως του ΜΕΡΑ 25) που έχουν ένα ευρωενωσιακό προσανατολισμό και παραπέμπουν στο αρχικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, πριν την υπογραφή των μνημονίων, που οδήγησε σε εξαιρετικά αρνητικά αποτελέσματα. Η ενίσχυση αυτών των κομμάτων αποτυπώνει μία δεξιά στροφή και στο εσωτερικό της αριστεράς, που αντανακλά την ευρύτερη συντηρητική αλλαγή.
  12. Η ΛΑΕ υπέστη μία βαριά πολιτική ήττα. Όχι μόνο δεν αύξησε την εκλογική της επιρροή, μη προσελκύοντας κάτι από τις απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μάλιστα ο κύριος όγκος της εκλογικής της επιρροής του Σεπτεμβρίου του 2015 κατευθύνθηκε σε άλλα κόμματα, έτσι ώστε ουσιαστικά η παρουσία της στην πολιτική σκηνή να τίθεται υπό αίρεση.
  13. Το εκλογικό αποτέλεσμα της ΛΑΕ δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Συμπυκνώνει διαδοχικά πολιτικά λάθη και λανθασμένες εκτιμήσεις και μία αποδιαρθρωτική δημόσια πολιτική παρουσία. Μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, το μεγαλύτερο πολιτικό λάθος, που βαρύνει την ηγετική ομάδα της ΛΑΕ, αφορούσε στην εκτίμηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα αντιμετώπιζε άμεσα μία ανοιχτή κρίση εκπροσώπησης και ότι επέκειντο πολιτικές εξελίξεις (κατά βάση, εκλογές). Η εκτίμηση αυτή, οδήγησε σε μία πολιτική συνεχούς εκλογικής «ετοιμότητας», υπερπροβολής του γραμματέα (ως του μόνου «αναγνωρίσιμου» προσώπου), αδιαφορίας για την σε βάθος ανασυγκρότηση πολιτικού και οργανωτικού μηχανισμού και συγκράτησης των παρεμβάσεων στους επιμέρους συνδικαλιστικούς, νεολαιίστικους και τοπικούς χώρους, όπως και αδιαφορίας για την προσέλκυση ή και την διατήρηση ενός δυναμικού το οποίο προερχόταν από το ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεως, η υποχώρηση του κινήματος, οι πολλαπλώς προβληματικές στάσεις των άλλων δυνάμεων της αριστεράς που απέρριπταν τις προτάσεις της ΛΑΕ για συνεργασία και αντιμετώπισαν με επιθετικότητα την αριστερή στροφή που έκανε, δημιούργησαν μία περαιτέρω οριοθέτηση των προσπαθειών της. Ωστόσο, η ΛΑΕ δεν μπόρεσε να διαχειριστεί αυτά τα δεδομένα.
  14. Το δεύτερο λάθος της ΛΑΕ, μετά τις εκλογές του 2015, ήταν ότι δεν μπήκε σε μία διαδικασία ανανέωσης της ηγετικής ομάδας, ώστε να μπορέσει να δώσει ένα τόνο συσπείρωσης στην ευρύτερη αριστερά και ένα στίγμα ανανέωσης προσώπων και αντιλήψεων. Σημαντικό ρόλο έπαιξε μία ιδιότυπη δυαδική κατάσταση που αποτυπωνόταν στον δημόσιο λόγο της ΛΑΕ. Έτσι, όλο και περισσότερο είχε αντιφατικά και συγκρουόμενα χαρακτηριστικά, ενώ στην δημόσια παρουσία θολωνόταν ή και διαστρεβλωνόταν μια γραμμή αριστερής συμμαχίας με αναφορά σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες. Η αποφασιστική τομή μεταξύ των αντικρουόμενων προσεγγίσεων διαμορφώθηκε όταν, με αφορμή το μακεδονικό, ο δημόσιος λόγος της ΛΑΕ, όπως εκφραζόταν αποκλειστικά από τον γραμματέα, επιχείρησε να απευθυνθεί σε ένα συντηρητικό ακροατήριο με όρους διχοτόμησης μεταξύ «εθνικής υπερηφάνειας» και «εθνικής προδοσίας». Την ίδια στιγμή, κάτι καθόλου αμελητέο όπως έδειξαν οι επιδόσεις του ΜΕΡΑ25, η δημόσια παρουσία της ΛΑΕ, με όρους πολιτικούς και αισθητικούς, όχι μόνο την απέκοπτε από τους αριστερούς ψηφοφόρους αλλά και από ευρύτατες κοινωνικές κατηγορίες, όπως οι νέοι, ή οι πολίτες με προοδευτικούς προβληματισμούς.
  15. Η ΛΑΕ πρέπει μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών να προχωρήσει σε συνολική και ριζική αλλαγή κατεύθυνσης και φυσιογνωμίας. Εντός της ΛΑΕ, αλλά και στον περίγυρό της, υπάρχει ευρύ, αξιόλογο στελεχιακό δυναμικό, με στράτευση χρόνων, ή και δεκαετιών στην πολιτική αριστερά και στους αγώνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περιφερειακές κινήσεις που υποστήριξε είχαν μία επίδοση αρκετά πιο αξιόλογη από αυτή των ευρωεκλογών, λαμβάνοντας 90.000 ψήφους και 1,7 % σε πανελλαδικό επίπεδο. Χωρίς αυτό να μπορεί να αντιστοιχηθεί στην κεντρική πολιτική σκηνή, αποτελεί ένα δείκτη μίας σχετικής πολιτικής επιρροής. Το δυναμικό αυτό, αλλά και το τμήμα του κόσμου που αναμένει ακόμα αριστερές, ριζοσπαστικές, ενωτικές απαντήσεις, πρέπει να διατηρηθεί ενεργό και να ανασυγκροτηθεί, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των μεγάλων πιέσεων που θα διαμορφωθούν το επόμενο διάστημα.
  16. Ωστόσο, για να καταστεί αυτό εφικτό, υπάρχουν ορισμένες πολιτικές προϋποθέσεις:

Α) Η αλλαγή της δημόσια πολιτικής παρουσίας της ΛΑΕ. Είναι απαραίτητη η εκφορά ενός ριζοσπαστικού, αριστερού λόγου, χωρίς αντιφάσεις, ταλαντεύσεις και «χρωματισμούς». Η ίδια σαφήνεια απαιτείται και στο ερώτημα των συμμαχιών. Η ορθή στάση είναι η απεύθυνση σε αριστερές, ριζοσπαστικές δυνάμεις, σε προγραμματική βάση ή συγκεκριμένους τακτικούς στόχους, χωρίς καμία αμφιταλάντευση προς «δημοκρατικά, πατριωτικά» μέτωπα ή αντιλήψεις. Β) Η συνολική αυτοκριτική και η αναγνώριση των αιτιών που, ήδη από την αρχή της πορείας της ΛΑΕ διαμόρφωναν αντιφάσεις και προβλήματα, αλλά και εκείνων που οδήγησαν στην δραματική μείωση της πολιτικής επιρροής της.

Β) Η συνολική αυτοκριτική και η αναγνώριση των αιτιών που, ήδη από την αρχή της πορείας της ΛΑΕ διαμόρφωναν αντιφάσεις και προβλήματα, αλλά και εκείνων που οδήγησαν στην δραματική μείωση της πολιτικής επιρροής της.

Γ)  Η αλλαγή της ηγεσίας, τόσο σε επίπεδο προσώπων, όσο και σε επίπεδο λειτουργίας. Χρειάζεται ανανέωση σε στελεχιακό επίπεδο, αλλά και συνολική στροφή σε ένα μοντέλο συλλογικής ηγεσίας και εκπροσώπησης που δεν θα επιτρέπει να εμφανισθεί ξανά στο μέλλον το φαινόμενο της αντίληψης των πολιτικών ρόλων ως μονοπρόσωπων οργάνων, ή της δυαδικότητας στην έκφραση της κατεύθυνσης και του λόγου της ΛΑΕ.

  1. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η ΛΑΕ πρέπει να δώσει την μάχη των εθνικών εκλογών. Έχοντας επίγνωση ότι η ενίσχυση των διλημμάτων και της πόλωσης θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις σε όλες τις τάσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, ο αναχωρητισμός και η αποφυγή της μάχης θα έχει αρνητικά αποτελέσματα.
  2. Θα ήταν χρήσιμο η συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές να συνδυασθεί με μία κατεύθυνση συμμαχίας, πρωτίστως μεταξύ των αριστερών, ριζοσπαστικών συλλογικοτήτων και τάσεων. Έστω και την ύστατη στιγμή, είναι απαραίτητο τα ρεύματα και οι συλλογικότητες της ριζοσπαστικής αριστεράς να αντιληφθούν ότι η διαμόρφωση μίας ενωτικής κατεύθυνσης και η κατάκτηση καλύτερων θέσεων μάχης, είναι εργαλεία για το κοινωνικό κίνημα στην επόμενη φάση, όπου θα επιχειρηθούν σαρωτικές επιθέσεις από μία ακραία νεοφιλελεύθερη και δεξιά κυβέρνηση. Ακόμα και εάν είναι αμφίβολο αν υπάρχει αυτή η αντίληψη και η διάθεση από τις υπόλοιπες δυνάμεις, η ΛΑΕ θα πρέπει να απευθύνει κάλεσμα σε αυτή την κατεύθυνση.
  3. Ως προς τις αυτοδιοικητικές εκλογές, σε μικρότερο βαθμό, αποτυπώθηκαν ανάλογες αδυναμίες όπως και στις ευρωεκλογές. Παρότι η κάθοδος σχημάτων που υποστηρίζονταν από τη ΛΑΕ σχεδόν σε όλες τις περιφέρειες και σε ένα σύνολο δήμων αναδεικνύει ότι υπήρχε και υπάρχει ένα πολιτικά στρατευμένο δυναμικό, με υπαρκτή κοινωνική γείωση σε συγκεκριμένους χώρους, που θα είχε τη δυνατότητα να διεισδύσει σε ευρύτερα ακροατήρια, η δυνατότητα αυτή δεν αξιοποιήθηκε πλήρως, από την έλλειψη έγκαιρης πολιτικής κατεύθυνσης σε σχέση με την οργάνωση των επιμέρους παρεμβάσεων σε ένα σύνολο χώρων. Επιπλέον, ιδιαίτερα στις Περιφέρειες, τα σχήματα που υποστήριξε η ΛΑΕ χρεώθηκαν και τη συνολικότερη πολιτική φθορά της κεντρικής πολιτικής της παρουσίας. Όπου υπήρξαν πολιτικά ανοίγματα (Δυτική Ελλάδα, Β. Αιγαίο), ή υπήρχε μία συστηματική παρέμβαση  όλο το προηγούμενο διάστημα (Πελοπόννησος, Ιόνιο κ.α.), τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα θετικά με βάση τα γενικότερα πολιτικά δεδομένα. Αντίστοιχα το αποτέλεσμα στην Περιφέρεια Αττικής καταδεικνύει, εκτός των άλλων, ότι μπορούν να συγκροτηθούν εξ αρχής παρεμβάσεις που να έχουν διεισδυτικότητα με ένα πιο φρέσκο λόγο.
  4. Τα αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών στο σύνολό τους διαμορφώνουν βάσεις για τη συγκρότηση το επόμενο διάστημα ενός δικτύου αιρετών και αυτοδιοικητικών σχημάτων και παρεμβάσεων, που θα είναι κρίσιμες για την επόμενη περίοδο. Πρωτίστως, πρέπει να αντληθεί ως συμπέρασμα ότι είναι αναγκαία η συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων στην αυτοδιοίκηση, όπου οι διαφοροποιήσεις σε επίπεδο λόγου και πολιτικής τακτικής είναι μικρές, αλλά και ότι η επενέργεια στην διαμόρφωση των συσχετισμών είναι αποτέλεσμα διαρκούς παρέμβασης και αγώνα, και οικοδόμησης πραγματικών οργανικών σχέσεων με τις εργαζόμενες τάξεις.
  5. Στον β’ γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών, το σκηνικό της αντιπαράθεσης, στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, δεν αφορά σε διαφορετικές κατευθύνσεις ή στρατηγικές, αλλά το ερώτημα συμπυκνώνεται στα πρόσωπα που θα ηγηθούν της επιβολής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε δήμους και περιφέρειες. Στο δεύτερο γύρο προτείνουμε να μη στηριχθεί κανείς από όσους διαχειρίζονται τις μνημονιακές πολιτικές στην αυτοδιοίκηση. Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στους πέντε δήμους, όπου στον β’ γύρο συμμετέχει η Λαϊκή Συσπείρωση, ιδιαίτερα στον δήμο Πατρέων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα υποστηρίξουμε κριτικά, αναγνωρίζοντας την σημασία της ύπαρξης αριστερών αντιλήψεων και πρακτικών στην τοπική αυτοδιοίκηση, παρά το γεγονός ότι η γενικότερη και ειδικότερη πολιτική του ΚΚΕ χαρακτηρίζεται από τεράστια λάθη και προβλήματα και έχει καθοριστική ευθύνη για την σημερινή κατάσταση της αριστεράς και του λαϊκού κινήματος.

31/05/2019

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ

Σκέψεις για το πραξικόπημα στη Χιλή και τη σχέση Αριστεράς και εξουσίας

Τραγωδία και μεγαλείο της Χιλιανής Αριστεράς

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Όταν στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973 ο Σαλβαδόρ Αλιέντε κλεινόταν στο Προεδρικό Μέγαρο στο Σαντιάγο της Χιλής, επιλέγοντας να υπερασπιστεί μέχρι θανάτου το έργο και το όραμα της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας, εξέφραζε το μεγαλείο αλλά και την τραγωδία της Χιλιανής Αριστεράς.[1]

Το μεγαλείο βρισκόταν στα τρία χρόνια της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας, στο ριζοσπαστικό πρόγραμμα των εθνικοποιήσεων, της αγροτικής μεταρρύθμισης και της μεγάλης αναδιανομής πλούτου προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, ένα πρόγραμμα που ξέφευγε από τα στενά όρια της αυξημένης κρατικής παρέμβασης και της ενίσχυσης του εκβιομηχάνισης και της υποκατάστασης εισαγωγών και έβαζε στοιχεία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Βρισκόταν, επίσης, στην ικανότητα να διαμορφωθεί μια πλατύτερη ενότητα της Αριστεράς –προς τα αριστερά– και στην κουλτούρα διαλόγου και κοινής δράσης που αναπτύχθηκε, καθώς και στην ισχυρή και πρωτοπόρα δράση της επαναστατικής αριστεράς. Βρισκόταν, τέλος, στη μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση, στην ενεργοποίηση και τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης, στα πρώτα – έστω και δειλά – βήματα προς τον εργατικό έλεγχο, στον πειραματισμό με μορφές λαϊκής εξουσίας που αναδύονταν μέσα από την ίδια την εμπειρία των αγώνων.

Η τραγωδία βρισκόταν στον τρόπο που μέσα σε όλη αυτή την τεράστια προσπάθεια, το βασικό θεσμικό πλαίσιο και η διάρθρωση των κρατικών μηχανισμών παρέμενε ανέπαφο. Ανέπαφοι έμειναν και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί και πάνω από όλα ο στρατός, που την κρίσιμη στιγμή θα πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Άλλωστε, ακόμη και την παραμονή του πραξικοπήματος δεν θα γίνουν αποφασιστικά βήματα προς τον εξοπλισμό του λαού, παρά τις αγωνιώδεις εκκλήσεις της Επαναστατικής Αριστεράς.[2] Αποδείχτηκε ότι το αστικό κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ποτέ ως ένα ουδέτερο εργαλείο, ως ένας ουδέτερος μηχανισμός που αποκτά ταξικό περιεχόμενο ανάλογα με το ποιος κατέχει την πολιτική εξουσία. Το πραξικόπημα δεν το έκανε ένας «εξωτερικός» προς το κράτος παράγοντας, αλλά ο στρατός, ένα τμήμα του σκληρού πυρήνα του.[3]

Η εμπιστοσύνη στις συνταγματικές εγγυήσεις και την μακρόχρονη κοινοβουλευτική παράδοση της Χιλής κατάρρευσε στις 11 Σεπτέμβρη 1973, όταν ο στρατός θα αναλάβει να λειτουργήσει σαν πραγματικό κόμμα της αστικής τάξης και θα πάρει στην εξουσία, οδηγώντας σε ένα άνευ προηγουμένου ματοκύλισμα με χιλιάδες πολιτικές δολοφονίες και «εξαφανίσεις». Οι εργατικές κατακτήσεις θα αναιρεθούν βίαια και η Χιλή θα γίνει το πρώτο κοινωνικό εργαστήρι της νεοφιλελεύθερης παράνοιας στην πιο άγρια εκδοχή της, καθώς τα αμερικανοσπουδαγμένα Chicago Boys, οι φοιτητές του Μίλτον Φρήντμαν, θα σπεύσουν στην πρώτη – θα ακολουθήσουν δυστυχώς πολλές άλλες – εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης «θεραπείας σοκ».[4]

Η Χιλή και η συζήτηση για το «δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό»

Όμως, το μεγαλείο και η τραγωδία της Χιλής συμπίπτει και με τη συζήτηση στην Ευρώπη για το «δημοκρατικό δρόμο για το σοσιαλισμό». Μιλάμε για μια ιστορική συγκυρία όπου η επαναστατική δυναμική που είχαν φέρει στο προσκήνιο τα κινήματα του ’68 παρέμενε ενεργή, όπου η επίδραση της Αριστεράς στον «κοινό νου» είχε διευρυνθεί, όπου σε μια σειρά από σχηματισμούς, ιδίως στην Ιταλία και στη Γαλλία, το ερώτημα της εξουσίας, πιο σωστά το ερώτημα της Αριστεράς στην εξουσία έμπαινε με όρους περισσότερο πραγματικούς παρά ποτέ. Ωστόσο, ήταν ταυτόχρονα και μια περίοδος όπου αυτή η συζήτηση ολοένα και περισσότερο άρχισε να διεξάγεται και με όρους δεξιάς μετατόπισης. Η ταλάντευση των μεγάλων κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης απέναντι στα κινήματα του ’68 και η εχθρότητα που επέδειξαν σε κρίσιμες στιγμές απέναντι στην αντικαπιταλιστική δυναμική των στόχων και των αιτημάτων τους ήταν χαρακτηριστική. Σε αυτό το φόντο η ανάδυση του «Ευρωκομμουνισμού»[5] δεν παρέπεμπε μόνο στην προσπάθεια ανανέωσης της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας και στην απομάκρυνση από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της σοβιετικής επιρροής. Αναδεικνυόταν επίσης και ως μια δεξιόστροφη εκδοχή απάντησης στην κρίση στρατηγικής του ευρωπαϊκού κομμουνισμού, μια στροφή προς την ενσωμάτωση του στόχου της εξουσίας σε μια όλο και περισσότερο κοινοβουλευτική εκδοχή, ολοκληρώνοντας μια διαδρομή που ξεκίνησε την επαύριον της Απελευθέρωσης όταν οι κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» φαλκίδευσαν τη κοινωνική και πολιτική δυναμική των Αντιστασιακών κινημάτων και επέτρεψαν την ανασυγκρότηση της αστικής εξουσίας.[6]

Σε αυτή ακριβώς τη συγκυρία είχε σημασία πώς διαβαζόταν η τραγωδία της Χιλιανής Αριστεράς. Δεν διαβαζόταν ως πρόκληση για την ανανέωση της επαναστατικής στρατηγικής, ως πρόκληση να απαντηθεί τι σημαίνει επαναστατική κατάσταση, δυαδική εξουσία και θεσμοί της εργατικής εξουσίας και αντιηγεμονίας, ούτε ως ερώτημα για το πώς μπορεί να επέλθει αυτό που σχηματικά περιγράφεται στους κλασικούς του μαρξισμού «συντριβή του αστικού κράτους». Αντίθετα, διαβάστηκε ως ανάγκη ακόμη μεγαλύτερης προσήλωσης στο κοινοβουλευτικό δρόμο και στην αναζήτηση πολιτικών και κοινωνικών συμβιβασμών με την αστική τάξη. Κορυφαίο παράδειγμα αυτής της μετατόπισης η στάση του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, του μεγαλύτερο κομμουνιστικού κόμματος της Δύσης. Ελάχιστες μέρες μετά το πραξικόπημα ο Ενρίκο Μπερλίνγκουερ πρωτοδιατυπώνει το στόχο του Ιστορικού Συμβιβασμού με την Χριστιανοδημοκρατία, με άμεση αναφορά στα γεγονότα της Χιλής ως βασική επιχειρηματολογία.[7] Και για να το κάνει απόλυτα σαφές δηλώνει ότι δεν μιλούν για αριστερή εναλλακτική λύση, αλλά για δημοκρατική εναλλακτική λύση.[8] Και όλα αυτά την ίδια στιγμή που στην Ιταλία ο μεγάλος κύκλος εργατικών και νεολαΐστικων σε όλη την περίοδο από το 1967-68 αντικειμενικά αναδείκνυε στοιχεία κρίσης της αστικής ηγεμονίας. Άνοιξε έτσι ο δρόμος για την ενεργή στήριξη από το ΙΚΚ όχι μόνο των πολιτικών λιτότητας και των πρώτων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αλλά και της αντιτρομοκρατικής υστερίας και της δημιουργίας ενός γενικευμένου αστυνομικού κράτους.[9] Την ίδια περίοδο στη Γαλλία το κάποτε πανίσχυρο μέσα στην Αριστερά Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα εμπλέκεται στις αλλεπάλληλες παλινωδίες σε σχέση με τη συνεργασία με τους σοσιαλιστές που θα οδηγήσει στην διαμόρφωση του περίφημου «Κοινού Προγράμματος», στην εγκατάλειψη εν συνεχεία της συνεργασίας, στην εκλογική αποτυχία του 1977 και τελικά στο θρίαμβο των Σοσιαλιστών το 1981 και την εκκίνηση μιας μακράς πορείας παρακμής του Γαλλικού Κομμουνισμού.[10] Στην Ελλάδα ας θυμηθούμε την ίδια περίοδο τη συνολικότερη υποχώρηση της Αριστεράς προς όφελος της υποτελούς συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ και την πλήρη ενσωμάτωση στη στρατηγική της Αλλαγής. Συνολικά, το αποτέλεσμα σε όλη την Ευρώπη θα είναι να υπονομευτούν οι ριζοσπαστικές δυναμικές του 1968 και μια ολόκληρη φόρτιση αμφισβήτησης του καπιταλισμού, να ενισχυθούν οι σοσιαλδημοκρατικές φωνές και τελικά να προλειανθεί το έδαφος για την αστική αντεπίθεση από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και το νεοφιλελευθερισμό. Και όλα αυτά παρότι αντικειμενικά ο συσχετισμός δύναμης για τα λαϊκά κινήματα στη δεκαετία του 1970 ήταν ευνοϊκός, με ευρύτερα σημάδια ριζοσπαστικοποίησης και της νεολαίας αλλά και του εργατικού κινήματος, αμφισβήτηση της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας, αμφισβήτηση των μηχανισμών κοινωνικών αναπαραγωγής, δομική κρίση της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ήττες του ιμπεριαλισμού, στοιχεία κρίσης ηγεμονίας και διάχυτη απήχηση της αναζήτησης μιας μη καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης.
(περισσότερα…)

Να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Σκέψεις και προτάσεις
για την κατάσταση στην Αριστερά.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αριστερή Συσπείρωση
(τ.35, Ιούνιος 2018).

Από Παρέμβαση:

Η συζήτηση για την Αριστερά σήμερα γίνεται κάτω από την πίεση των αρνητικών εξελίξεων και του αδιεξόδου. Τροφοδοτείται αντικειμενικά από την απογοήτευση, τη διάλυση, τις μικροδιασπάσεις, την αναξιοπιστία. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν μπορεί η συζήτηση αυτή να είναι γόνιμη και αποτελεσματική και να βάζει, ή έστω να προδιαγράφει ένα τέλος, σε αυτή την πολύ δύσκολη και άσχημη στιγμή για τους αριστερούς και την Αριστερά, που συμπίπτει με την επέτειο των εκατό χρόνων από την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος στη χώρα μας. Αυτή η κακή εικόνα, η διάχυτη απογοήτευση και οι χαμηλές προσδοκίες τροφοδοτούν μια ανοργάνωτη, χωρίς πρόγραμμα και διαδικασίες συζήτηση μεταξύ των αριστερών, καθώς τα οργανωμένα υποκείμενα όλων των ιστορικών ρευμάτων, είτε απουσιάζουν είτε στέκονται φοβισμένα, είτε αναμένουν θεωρώντας πως υπάρχει πολύς χρόνος.

Δύο ερωτήματα βρίσκονται στην καρδιά αυτής της «συζήτησης». Το πρώτο είναι το προαιώνιο «Τι να κάνουμε». Το δεύτερο -και ίσως κρισιμότερο- είναι το ποιοι θέλουν και μπορούν να ανταποκριθούν. Η ενασχόληση με το πρώτο ερώτημα είναι δίχως αντίκρισμα αν δεν ανιχνεύονται απαντήσεις και στο δεύτερο ερώτημα.

Μια αναγκαία παρένθεση: Είναι αυτονόητο ότι αυτή η συζήτηση δεν αφορά όσους «δικαιώθηκαν» άκοπα και χωρίς να κάνουν τίποτα, ή όσους επένδυαν σε βολικά σχήματα παντός καιρού. Το ακίνδυνο επί οκτώ χρόνια κρίσης ΚΚΕ, είναι ένα βολικό απάγκιο στη σημερινή απογοήτευση. Η ηγεσία του επενδύει στην κούραση και στην απογοήτευση, στη διάψευση και στην αναποτελεσματικότητα, για να δικαιώσει τη δική της στάση, στάση στήριξης στην αστική πολιτική. Το ΚΚΕ όπως το 74 επέλεξε να προσχωρήσει στο εθνικό και κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης ως τρίτος εταίρος με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ενσωματώνοντας τον ριζοσπαστισμό, έτσι και το 2010 «αποχώρησε» από τα άμεσα καθήκοντα και να προσέφυγε στη γενική αντικαπιταλιστική κριτική. Η πρόσκαιρη ροπή αποκαρδιωμένου και εν συγχύσει δυναμικού προς το ΚΚΕ θα αξιοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο εκλογικά, δίχως να αλλάξει ούτε ένα δράμι από την ακίνδυνη για το σύστημα πολιτική του.

Αντίθετα, η συζήτηση αφορά όλους όσους δεν έχουν καταλήξει σε βολικές και σχηματικές λύσεις. Που δεν εννοούν την αυτοκριτική (ή για ορισμένους την αυτοεξιλέωση για προηγούμενα πολιτικά τους αμαρτήματα) ως πέταγμα της μπάλας στην εξέδρα και αναχώρηση από τα άμεσα καθήκοντα. Η συζήτηση αφορά όσους έχουν αγωνία και προβληματισμό για τη σημερινή κατάσταση, όσους ενδιαφέρονται για διέξοδο από το γενικευμένο μπλοκάρισμα, όσους τους συγκινεί μια φιλόδοξη, αλλά κυρίως ειλικρινής απόπειρα ανάταξης από το τέλμα. Ο κόσμος αυτός είναι υπαρκτός και πολύς.

(περισσότερα…)

Χαιρετισμός Στρατούλη εκ μέρους της ΛΑ.Ε, στην 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Αναγκαίο σήμερα όσο ποτέ το κινηματικό, πολιτικό και εκλογικό μέτωπο των αριστερών και ριζοσπαστικών δυνάμεων

Αντιπροσωπεία της ΛΑΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ από τους Δημήτρη Στρατούλη και Δημήτρη Σαραφιανό, μέλη της Πολιτικής Γραμματείας του, παραβρέθηκε σήμερα στις εργασίες της 4ης συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά από σχετική πρόσκληση της.

Στις εργασίες της συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκ μέρους της αντιπροσωπείας της ΛΑΕ απηύθυνε χαιρετισμό ο Δημήτρης Στρατούλης.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Σας ευχαριστούμε για την πρόσκληση και σας μεταφέρω τους αγωνιστικούς χαιρετισμούς του Π.Σ. της ΛΑ.Ε.

Από το βήμα της συνδιάσκεψής σας, σας απευθύνουμε πρόσκληση να αναβαθμίσουμε τις κοινές δράσεις των δυνάμεών μας σε όλο και ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά μέτωπα της τρέχουσας περιόδου.

Επίσης σας απευθύνουμε πρόσκληση ν’ αλλάξουμε σελίδα, ν’ αφήσουμε πίσω ένα παρελθόν άγονων αντιπαραθέσεων στο χώρο της Αριστεράς και παίρνοντας υπόψη τις νέες και όλο και σκληρότερες πραγματικότητες, που διαμορφώνουν ο άγριος καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός στη σημερινή συγκυρία, να ξεκινήσουμε την συζήτηση για την προώθηση μίας κεντρικής πολιτικής συνεργασίας μας. Μία τέτοια συνεργασία θεωρούμε ότι θα συμβάλλει στην αναζωογόνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος στη χώρα μας.

Η εργατική τάξη, η νεολαία και τα λαϊκά στρώματα της χώρας μας, μαστίζονται εδώ και 7 χρόνια από τη μνημονιακή λεηλασία των εισοδημάτων και περιουσιών τους, την πολύ μεγάλη ανεργία και φτώχεια, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, των ονείρων και των ελπίδων τους.

Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια χώρα, όπου οι ντόπιοι και ξένοι δυνάστες της, το κεφάλαιο, η ΕΕ, το ΔΝΤ, έχουν καταργήσει την εθνική και λαϊκή κυριαρχία της και επιβάλλουν το νόμο του οικονομικά ισχυρού.

Όμως, ο λαός και η νεολαία της χώρας μας, που αγωνίστηκαν, πίστεψαν και προδόθηκαν αυτή την 7ετία, σήμερα αναζητούν, μουδιασμένα και επιφυλακτικά πλέον, μία νέα ελπίδα για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση, τα μνημόνια και τη λιτότητα.

Τα μνημόνια, η λιτότητα, το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου, η ταπεινωτική επιτροπεία των δανειστών, που έχουν οδηγήσει σε φτωχοποίηση την εργατική τάξη και το λαό, θα συνεχιστούν για πολλά χρόνια και μετά την τυπική ολοκλήρωση του μνημονίου, εάν και αυτή τελικά πραγματοποιηθεί.

Ταυτόχρονα, η πολεμική επέμβαση των ΗΠΑ, Βρετανίας, Γαλλίας στη Συρία και η εμπλοκή της χώρας μας σ’ αυτή, καθώς και σ’ όλο τον ιμπεριαλιστικό σχεδιασμό τους στην περιοχή μας και στην Ανατολική Μεσόγειο, οδηγούν το λαό και τη χώρα μας σε νέες περιπέτειες.

Θεωρούμε λοιπόν καθήκον, για όποιον θέλει να συνεχίσει να λέγεται Αριστερός, για όποιον παλεύει για ένα καλύτερο σήμερα και για την κοινωνική απελευθέρωση του αύριο, να δράσει από κοινού στα κοινωνικά μέτωπα της περιόδου και για την ανάπτυξη αντιπολεμικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στη χώρα μας και στην ευρύτερη περιοχή. Επίσης, να συνεργασθεί σε πολιτικό επίπεδο χωρίς πρωτοκαθεδρίες και ηγεμονισμούς σε όλες τις πολιτικές μάχες που έρχονται για να διαμορφωθούν οι όροι της μεγάλης ανατροπής, και για την προώθηση μιας ελπιδοφόρας εναλλακτικής λύσης, που έχουν ανάγκη τα λαϊκά στρώματα.

Γνωρίζουμε ότι χρειάζονται νέες ιδέες και νέες επεξεργασίες, τόσο σε προγραμματικό, όσο και πολιτικό επίπεδο. Ότι δηλαδή απαιτείται μία ριζική επανίδρυση και επαναθεμελίωση της Αριστεράς, ένα μεταβατικό πρόγραμμα, για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα και την κομμουνιστική προοπτική.

Γι’ αυτό το στόχο, βέβαια, πρέπει να ξεπεράσουμε την πεπατημένη αφενός ενός πρακτικισμού, που δεν εντάσσεται σε συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, και αφετέρου ενός αφηρημένου αναστοχασμού πέρα και έξω από την κινηματική και πολιτική δράση. Η διαδικασία της επανίδρυσης θα γίνει με νέα αναβάπτιση της Αριστεράς στο εργατικό, στο νεολαιίστικο, στο λαϊκό κίνημα και στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα καθώς και στην προσπάθεια οικοδόμησης μίας εναλλακτικής πολιτικής προοπτικής.

Συντρόφισσες και σύντροφοι

Για εμάς, η επιτακτική ανάγκη της συγκρότησης μετώπου των αριστερών και ριζοσπαστικών δυνάμεων συμπυκνώνεται σε αιτήματα-κρίκους ενός σύγχρονου ριζοσπαστικού μεταβατικού προγράμματος με σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Αιτήματα όπως η κατάργηση μνημονίων και της λιτότητας, η διαγραφή του δημόσιου χρέους, η διευρυμένη σεισάχθεια των ιδιωτικών χρεών των λαϊκών στρωμάτων, η εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των τραπεζών, η αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων, η αποτροπή της ιδιωτικοποίησης και η επανεθνικοποίηση επιχειρήσεων στρατηγικής ή κοινωνικής σημασίας, η στήριξη και αναβάθμιση της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης, της δημόσιας, καθολικής και δωρεάν υγείας και παιδείας, της μικρομεσαίας αγροτιάς και της νεολαίας. Αιτήματα, όμως, που όλοι γνωρίζουμε, ειδικά μετά την εμπειρία του δημοψηφίσματος του 2015, ότι δεν μπορούν να υλοποιηθούν μέσα στη νεοφιλελεύθερη φυλακή της ΟΝΕ και της ΕΕ, που δεν μεταρρυθμίζονται, παρά μόνο ανατρέπονται.

Για αυτό θεωρούμε κεντρικούς στόχους για την υλοποίηση ενός φιλολαϊκού προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης και κοινωνικού μετασχηματισμού την έξοδο από την ευρωζώνη και την αποδέσμευση από την ΕΕ.

Υποκείμενο αυτής της αναγκαίας αντιμνημονιακής ανατροπής θα είναι η εργατική τάξη και ο οργανωμένος λαός με τη δράση και τους αγώνες του, με όχημα ένα ευρύ μέτωπο κοινωνικού και πολιτικού αγώνα με κορμό τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το διαρκές κάλεσμά μας για αυτό είναι ειλικρινές και αφορά σε όλα τα επίπεδα δράσης (κοινωνικά και πολιτικά).

Συνεπώς, οι περιπτώσεις κοινών δράσεων, που αναπτύξαμε μ’ εσάς και άλλες αριστερές και ριζοσπαστικές δυνάμεις τα προηγούμενα χρόνια, τις οποίες δεν πρέπει να υποτιμάμε, κατά τη γνώμη μας δεν φτάνουν σήμερα για να αντιμετωπίσουμε την πρωτοφανούς αγριότητας επίθεση του κεφαλαίου, του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου στην εργατική τάξη, στο λαό και τη νεολαία.

Οι κοινές δράσεις μας ενάντια στο αλυσόδεμα του λαού μας στο ευρωμνημονιακό καθεστώς της εκμετάλλευσης και της επιτροπείας, ενάντια στον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό, το ρατσισμό και τον φασισμό πρέπει να αναβαθμιστούν. Σε αυτές θα πρέπει να κυριαρχήσει, όχι η στείρα αντιπαράθεση ποιος θα κερδίσει από τον άλλο, αλλά η ευγενική άμιλλα μεταξύ μας, για το ποιος θα προσφέρει περισσότερα στο λαό και στο κίνημα. Ούτε είναι δυνατόν αυτές οι κοινές δράσεις να αποσυνδέονται από την ανάγκη που γίνεται συνεχώς και πιο επιτακτική για συγκρότηση πολιτικού μετώπου.

Οι κινηματικοί αγωνιστικοί δεσμοί, που έχουμε αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια, οι ανάγκες και η θέληση του λαού, οι προγραμματικές μας συγκλίσεις που ήδη υπάρχουν, με δυνατότητα αυτοτελούς έκφρασης εκεί που διαφωνούμε, πρέπει κατά τη γνώμη μας να μας οδηγήσουν όχι μόνο σε κινηματική αλλά και σε κεντρική πολιτική και εκλογική συνεργασία.

Αυτή η κοινή δράση και αυτό το κοινωνικό, πολιτικό και εκλογικό μέτωπο των δυνάμεων της Αριστεράς δεν είναι μόνο απόλυτα αναγκαίο αλλά και εφικτό και ρεαλιστικό, αρκεί να επιδειχθεί η ανάλογη ειλικρινής ενωτική πολιτική βούληση. Εάν υπάρξει ένα τέτοιο μέτωπο, τότε πολύ γρήγορα θα υπάρξουν μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, θα υποβοηθηθεί σημαντικά η αναζωογόνηση και ανάπτυξη του κινήματος και η ανατροπή του σημερινού μνημονιακού πολιτικού σκηνικού.

Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να παγιωθεί το μνημονιακό καθεστώς, να κυριαρχήσουν στο λαό και τη νεολαία ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση και παθητικότητα και να μείνει ανοιχτός ο δρόμος στο συντηρητισμό, την ακροδεξιά και το φασισμό.

Σύντροφοι και συντρόφισσες,

Αυτό το πολιτικό μέτωπο θέλουμε και έχουμε προτείνει να ξεκινήσει με πρώτο μεγάλο βήμα την κοινή δράση και τη συνεργασία ανάμεσα στη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εάν προωθηθεί αυτή η συνεργασία, η διεύρυνσή της και με άλλες δυνάμεις είναι αυτονόητο ότι προϋποθέτει τη συγκατάθεση όλων εκείνων που θα ξεκινήσουν αυτό το ενωτικό εγχείρημα.

Με αυτές τις σκέψεις, με αίσθημα αλληλεγγύης και ιστορικότητας των στιγμών, σας απευθύνουμε τον χαιρετισμό μας. Καλές εργασίες στη συνδιάσκεψή σας και καλούς αγώνες.

Επιστολή – κάλεσμα της ΛΑΕ προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ για κοινή δράση και κεντρική πολιτική συνεργασία

Ολόκληρη η ανοικτή επιστολή–κάλεσμα της Λαϊκής Ενότητας προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ για κοινή δράση και κεντρική πολιτική συνεργασία έχει ως εξής:

– Δημόσια πρόσκληση της ΛΑ.Ε για συνάντηση προς την ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

– Αναγκαία όσο ποτέ η κοινή δράση και το πολιτικό μέτωπο των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Με την παρούσα επιστολή σας απευθύνουμε πρόσκληση για μια συνάντηση με αντικείμενο συζήτησης την άμεση οργάνωση της κοινής δράσης των δυνάμεών μας στα μέτωπα του κοινωνικού κινήματος και την επιτακτική προοπτική μίας κεντρικής πολιτικής συνεργασίας που θεωρούμε ότι θα συμβάλλει στην αναζωογόνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και του κινήματος στη χώρα μας.

Μία χώρα που μαστίζεται 7 χρόνια από τη μνημονιακή λεηλασία εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων και περιουσιών, της δημόσιας περιουσίας, των ονείρων και των ελπίδων του λαού και ειδικά της νεολαίας μας.

Μία χώρα όπου οι ντόπιοι και ξένοι δυνάστες της, το κεφάλαιο, η ΕΕ, το ΔΝΤ, έχουν καταργήσει την εθνική και λαϊκή κυριαρχία και επιβάλλουν το νόμο του οικονομικά ισχυρού.

Μία χώρα με ένα λαό όμως που ξεσηκώθηκε, πάλεψε, πίστεψε και προδόθηκε αυτή την 7ετία και σήμερα αναζητά, μουδιασμένος και επιφυλακτικός πλέον, μία νέα ελπίδα για μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση, τα μνημόνια και τη λιτότητα.

Στο έδαφος της απογοήτευσης και της αμαύρωσης της Αριστεράς από τις κυβερνητικές πολιτικές, επιχειρείται σήμερα μια μεγάλη ιδεολογική και πολιτική στροφή προς τα δεξιά. Τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, με τον εθνικιστικό τόνο που έλαβαν, παραμέρισαν τα κεντρικά προβλήματα της χώρας και ενδεικτικά το μεγάλο ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου που συμβαίνει σήμερα τόσο στη Μακεδονία, αλλά και σε όλη την Ελλάδα (λιμάνια, αεροδρόμια, δρόμοι, κοινωνικά αγαθά, ΔΕΚΟ). Το μεγάλο σκάνδαλο της Novartis απονευρώνεται, καθώς αποκρύπτεται το κοινωνικό του υπόβαθρο, με την καταλήστευση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων από τις πολυεθνικές του φαρμάκου, των ιατρικών προσθέτων και τις ιδιωτικές κλινικές, αλλά και με την αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης για τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Επιχειρείται η αποστείρωση της πολιτικής ατζέντας από τα μνημόνια, τη μόνιμη επιτροπεία και τη συνεχή λιτότητα, που θα επιβληθούν στο λαό μας και μετά την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος.

Είναι λοιπόν καθήκον, για όποιον θέλει να συνεχίσει να λέγεται αριστερός, για όποιον παλεύει για ένα καλύτερο σήμερα και για την κοινωνική απελευθέρωση του αύριο, να δράσει από κοινού στα κοινωνικά μέτωπα της περιόδου, αλλά και να συνεργασθεί σε πολιτικό επίπεδο χωρίς πρωτοκαθεδρίες και ηγεμονισμούς σε όλες τις πολιτικές μάχες που έρχονται και για να διαμορφωθούν οι όροι της μεγάλης ανατροπής που έχουν ανάγκη τα λαϊκά στρώματα στη χώρα μας.

Ξέρουμε ότι η περίοδος δεν είναι εύκολη και απαιτείται ένταση των προσπαθειών για αυτό. Ξέρουμε ότι απαιτείται συνδυασμός νέων και κλασικών πρακτικών δράσης και οργάνωσης, ότι χρειάζονται νέες ιδέες και νέες επεξεργασίες, τόσο σε προγραμματικό, όσο και πολιτικό επίπεδο. Απαιτείται, με δυο λόγια, μία ριζική επανίδρυση και επαναθεμελίωση της Αριστεράς, για το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα.

Για αυτό το στόχο, βέβαια, δεν αρκεί ο πρακτικισμός της δύναμης της συνήθειας όλων μας, ούτε ένας αφηρημένος αναστοχασμός πέρα και έξω από την πολιτική δράση. Η διαδικασία της επανίδρυσης θα γίνει με νέα αναβάπτιση της Αριστεράς στα σύγχρονα κινήματα και στην προσπάθεια οικοδόμησης μίας νέας πολιτικής προοπτικής.

Για εμάς, η επιτακτική προοπτική της πολιτικής συνεργασίας συμπυκνώνεται σε αιτήματα-κρίκους ενός σύγχρονου ριζοσπαστικού μεταβατικού προγράμματος με σοσιαλιστικό στόχο και σοσιαλιστική κατεύθυνση. Αιτήματα όπως η κατάργηση μνημονίων και λιτότητας, η διαγραφή του δημόσιου χρέους, η σεισάχθεια των χρεών των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, η εθνικοποίηση των τραπεζών, η αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων, η αποτροπή της ιδιωτικοποίησης και η επανεθνικοποίηση στρατηγικών επιχειρήσεων, η στήριξη και αναβάθμιση της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης, της δημόσιας, καθολικής και δωρεάν υγείας και παιδείας, της μικρομεσαίας αγροτιάς και της νεολαίας. Αιτήματα που όλοι γνωρίζουμε, ειδικά μετά την εμπειρία του δημοψηφίσματος του 2015, πώς δεν μπορούν να υλοποιηθούν μέσα στη νεοφιλελεύθερη φυλακή της ΟΝΕ και της ΕΕ, που δεν μεταρρυθμίζονται παρά μόνο ανατρέπονται. Για αυτό θεωρούμε κεντρικούς στόχους για την υλοποίηση ενός φιλολαϊκού προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης και κοινωνικού μετασχηματισμού την έξοδο από την ευρωζώνη και την αποδέσμευση από την ΕΕ.

Κεντρικό ζήτημα είναι και το υποκείμενο αυτής της αναγκαίας αντιμνημονιακής ανατροπής. Υποκείμενο θα είναι ο οργανωμένος λαός με την ίδια τη δράση του, με όχημα ένα ευρύ μέτωπο κοινωνικού και πολιτικού αγώνα με κορμό τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αντιμνημονιακής Αριστεράς. Το διαρκές κάλεσμά μας για αυτό είναι ειλικρινές και αφορά σε όλα τα επίπεδα δράσης (κοινωνικά και πολιτικά).

Με αυτές τις σκέψεις σας απευθύνουμε πρόσκληση για να βρεθούμε και να συζητήσουμε για όλα αυτά πιο συγκεκριμένα. Θα βρεθούμε στους δρόμους των αγώνων, ελπίζουμε να βρεθούμε και στο δρόμο συγκρότησης ενός ριζοσπαστικού μετώπου και της νέας πολιτικής προοπτικής που έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι, ο λαός και η νεολαία μας.

Η Πολιτική Γραμματεία της Λαϊκής Ενότητας

Για το Γραφείο Τύπου

27/2/2018

Η Αριστερά, το μέτωπο και το κόμμα

Της Μαρίας Μπόλαρη
Πηγή: rproject.gr

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια συγκυρία που φορτίζεται με δυσκολίες στρατηγικού χαρακτήρα για τους αγωνιστές των κινημάτων αντίστασης και όλης της Αριστεράς.

Πρό­κει­ται για μια συ­γκυ­ρία, για μια πε­ρί­ο­δο, όπου «συ­μπί­πτουν» τρεις δια­φο­ρε­τι­κές και αλ­λη­λο­τρο­φο­δο­τού­με­νες κρί­σεις:

α) Η κρίση του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος διε­θνώς, που 9 χρό­νια μετά το ξέ­σπα­σμά της συ­νε­χί­ζε­ται. Οι κα­πι­τα­λι­στές ξε­περ­νώ­ντας –με δυ­σκο­λί­ες!- το αρ­χι­κό στά­διο της κρί­σης που συν­δυά­στη­κε με πλα­τιές ερ­γα­τι­κές/λαϊ­κές αντι­στά­σεις, τώρα «συ­ντο­νί­ζο­νται» σε μια γραμ­μή που στο όνομα της αντι­με­τώ­πι­σης της κρί­σης επι­τα­χύ­νει τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη επι­θε­τι­κό­τη­τα του κε­φα­λαί­ου σε βάρος και των πιο στοι­χειω­δών ερ­γα­τι­κών κα­τα­κτή­σε­ων. Ταυ­τό­χρο­να, η κρίση επε­κτεί­νε­ται στο «πο­λι­τι­κό» πεδίο, κά­νο­ντας εφι­κτές τις πιο «απροσ­δό­κη­τες» εξε­λί­ξεις (Brexit, εκλο­γή Τραμπ, Κα­τα­λο­νία κ.ο.κ.), αλλά και κυ­ρί­ως οδη­γώ­ντας στον πα­ρο­ξυ­σμό των αντα­γω­νι­σμών. Η άνο­δος του μι­λι­τα­ρι­σμού και των εξο­πλι­σμών δεί­χνει ότι η κα­τά­στα­ση «μυ­ρί­ζει μπα­ρού­τι».

β) Κρίση των πλα­τιών κι­νη­μά­των αντί­στα­σης, που έθρε­ψαν σε μα­ζι­κό πεδίο της ελ­πί­δες των προη­γού­με­νων χρό­νων. Οι αγώ­νες κατά της φτώ­χειας και του ιμπε­ρια­λι­σμού στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή, η «αρα­βι­κή άνοι­ξη», οι αντι­νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ροι ερ­γα­τι­κοί αγώ­νες στην Ευ­ρώ­πη, το κί­νη­μα Occupy στην Αμε­ρι­κή και στον Κα­να­δά, είναι (να το πούμε κομψά) σε βαθιά υπο­χώ­ρη­ση.

γ) Κρίση της πο­λι­τι­κής Αρι­στε­ράς σε όλες τις εκ­δο­χές που επι­χεί­ρη­σαν μα­ζι­κά τα προη­γού­με­να χρό­νια. Τα σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κά κόμ­μα­τα έχουν βυ­θι­στεί ορι­στι­κά στο βούρ­κο του σο­σιαλ­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού. Τα μα­ζι­κά ΚΚ ου­δέ­πο­τε ανέ­καμ­ψαν από την κρίση του 1989 (με σχε­τι­κές εξαι­ρέ­σεις, ίσως τις μο­να­δι­κές, το ΚΚΕ και το ΑΚΕΛ). Το κύμα του «αρι­στε­ρού λαϊ­κι­σμού» στη Λατ. Αμε­ρι­κή έχει πιε­στεί ασφυ­κτι­κά, δίνει στη Βε­νε­ζου­έ­λα μια «τε­λι­κή μάχη». Οι ελ­πι­δο­φό­ρες ορ­γα­νώ­σεις της επα­να­στα­τι­κής Αρι­στε­ράς που προ­έ­κυ­ψαν μετά το 1968, διε­θνώς βρί­σκο­νται σε στα­σι­μό­τη­τα, ενώ κά­ποιες από τις πιο εμ­βλη­μα­τι­κές στην Ευ­ρώ­πη αντι­με­τω­πί­ζουν ιστο­ρι­κή κρίση (SWP στη Βρε­τα­νία, LCR-NPA στη Γαλ­λία κ.ο.κ.). Η τα­χύ­τα­τη σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ρη με­τάλ­λα­ξη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ –μετά την «κω­λο­τού­μπα» του 2015- υπήρ­ξε «αρ­νη­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα», τρο­φο­δό­τη­σε συ­ντη­ρη­τι­κές από­ψεις και πτέ­ρυ­γες στο Podemos στην Ισπα­νία, στο Bloco στην Πορ­το­γα­λία και ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο στο Linke στη Γερ­μα­νία. Αυτές οι απο­τυ­χί­ες δη­μιουρ­γούν τις δυ­να­τό­τη­τες σε εγ­χει­ρή­μα­τα όπως πχ του Με­λαν­σόν, να στρέ­φο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο στις «με­τα-αρι­στε­ρές» ιδέες του λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου λαϊ­κι­σμού και να συ­γκρο­τού­νται γύρω από αρ­χη­γο­κε­ντρι­κές λει­τουρ­γί­ες.

Αυτό είναι το πραγ­μα­τι­κό πεδίο που έχει να αντι­με­τω­πί­σει ο κα­θέ­νας-κα­θε­μιά από εμάς.

Σε αυτές τις συν­θή­κες ανα­πτύσ­σε­ται μέσα στον κόσμο μας μια ισχυ­ρή τάση προς την ενό­τη­τα στη δράση, προς την ενιαιο­με­τω­πι­κή τα­κτι­κή, λο­γι­κή και μέ­θο­δο.

Ακόμα και οι πιο «σκλη­ρές» τα­κτι­κές, αυτές που ολο­φά­νε­ρα δί­νουν την προ­τε­ραιό­τη­τα στην πε­ρι­χα­ρά­κω­ση δυ­νά­με­ων, θε­ω­ρώ­ντας ότι έτσι θα εξα­σφα­λί­σουν τη βιω­σι­μό­τη­τα του «κόμ­μα­τος» μέσα στις δυ­σκο­λί­ες της επο­χής, υπο­χρε­ώ­νο­νται ταυ­τό­χρο­να να μι­λούν για κά­ποιου εί­δους «μέ­τω­πο». Ενώ την ίδια στιγ­μή, φορ­τώ­νουν σε αυτό τόσα ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κά στοι­χεία –τόσο «προ­ω­θη­μέ­να» πλαί­σια- που κα­τα­λή­γουν να ταυ­τί­ζουν το μέ­τω­πο με το κόμμα και να αντι­με­τω­πί­ζουν ως εχθρι­κή κάθε τάση για αυ­θε­ντι­κή ενό­τη­τα δρά­σης δια­φο­ρε­τι­κών δυ­νά­με­ων του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της Αρι­στε­ράς.

Εμείς δη­λώ­νου­με εξαρ­χής ότι θε­ω­ρού­με αυτήν την αυ­θόρ­μη­τη διά­θε­ση του κό­σμου ως σωστή, ως πιο προ­ω­θη­μέ­νη απά­ντη­ση στα δι­λήμ­μα­τα της συ­γκυ­ρί­ας από τις υπερ­πο­λύ­πλο­κες, τάχα πιο σο­φι­στι­κέ, απα­ντή­σεις ση­μα­ντι­κών τμη­μά­των της ορ­γα­νω­μέ­νης πρω­το­πο­ρί­ας.

Όμως αυτή η αυ­θόρ­μη­τη διά­θε­ση προς τη συ­γκέ­ντρω­ση δυ­νά­με­ων δεν αρκεί από μόνη της. Είναι μια ση­μα­ντι­κή «πρώτη ύλη» πάνω στην οποία πρέ­πει να εκ­δη­λω­θούν πρω­το­βου­λί­ες, σχέ­δια, οι­κο­δό­μη­ση.

Αρ­χι­κά «από τα κάτω», μέσα στις αντι­στά­σεις, μέσα στο κί­νη­μα. Η πρό­κλη­ση του προ­σφυ­γι­κού, η υπο­χρέ­ω­ση για σο­βα­ρή αλ­λη­λεγ­γύη στην Πα­λαι­στί­νη, η σο­βα­ρή αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή αντι­πο­λε­μι­κή δου­λειά (ει­δι­κά σε συν­θή­κες όπου γί­νε­ται φα­νε­ρό ότι η ελ­λη­νι­κή πλευ­ρά «λύνει το ζω­νά­ρι της» στην πε­ριο­χή…), η σύ­γκρου­ση με την αντι­κοι­νω­νι­κή «κραι­πά­λη» των εξο­πλι­σμών, είναι πεδία όπου οφεί­λου­με να πά­ρου­με ση­μα­ντι­κές πρω­το­βου­λί­ες. Η αντί­στα­ση στις μνη­μο­νια­κές-κα­πι­τα­λι­στι­κές επι­θέ­σεις στους ερ­γα­τι­κούς χώ­ρους, η αντί­στα­ση στους πλει­στη­ρια­σμούς, η αντί­στα­ση στις ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις, η κλι­μά­κω­ση της υπε­ρά­σπι­σης των δη­μό­σιων χώρων και των δη­μό­σιων αγα­θών, είναι το­μείς όπου αυ­το­νό­η­τα χρειά­ζο­νται συ­ντο­νι­σμοί, κοινά σχέ­δια, κοι­νές πρω­το­βου­λί­ες, κοινά σχή­μα­τα. Ασφα­λώς η γκάμα αυτή της ενο­ποί­η­σης της προ­σπά­θειας δεν μπο­ρεί να απο­φα­σι­στεί εκ προ­οι­μί­ου, πρέ­πει να οι­κο­δο­μη­θεί βήμα προς βήμα. Όμως η κα­τεύ­θυν­ση αφορά όλους όσοι πραγ­μα­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­νται για την ανα­τρο­πή των συ­σχε­τι­σμών και σχε­διά­ζουν με ζη­τού­με­νο τις νίκες για τον κόσμο μας. Και αντί­στρο­φα: η απόρ­ρι­ψη αυτής της κα­τεύ­θυν­σης αφορά πο­λι­τι­κούς σχε­δια­σμούς που ανα­ζη­τούν απο­τε­λέ­σμα­τα μέσα στη «συ­νέ­χεια της ήττας».

Όμως η απά­ντη­ση αφορά και στο πο­λι­τι­κό πεδίο. Το δίλ­λη­μα «Τσί­πρας ή Μη­τσο­τά­κης;» θα έρθει με πολύ πιε­στι­κές συν­θή­κες για τον κόσμο μας. Η απά­ντη­ση σε αυτό, για να έχει την κατ’ ελά­χι­στο ανα­γκαία πο­λι­τι­κή πει­στι­κό­τη­τα, οφεί­λει να έχει ένα μί­νι­μουμ μα­ζι­κό­τη­τας: να μπο­ρεί να διεκ­δι­κή­σει τα κα­θή­κο­ντα μιας ορα­τής ρι­ζο­σπα­στι­κής-αντι­μνη­μο­νια­κής-αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής αρι­στε­ρής αντι­πο­λί­τευ­σης, που θα προ­σπα­θεί να υπε­ρα­σπί­σει τα συμ­φέ­ρο­ντα του κό­σμου μας, στη μακρά πε­ρί­ο­δο μνη­μο­νια­κής επι­τή­ρη­σης που ακο­λου­θεί το τυ­πι­κό «τέλος» του προ­γράμ­μα­τος τον Αύ­γου­στο του 2018. Αν απο­τύ­χου­με να δια­μορ­φώ­σου­με αυτήν την εναλ­λα­κτι­κή λύση, αυτόν τον «πόλο» συ­σπεί­ρω­σης και αντι­συ­στη­μι­κής πο­λι­τι­κής δρά­σης, τότε προ­κύ­πτει ο κίν­δυ­νος να κα­τα­τρι­βούν δυ­νά­μεις σε διλ­λή­μα­τα που θα υπα­γο­ρεύ­ο­νται από το κα­θε­στώς.

Τα ζη­τή­μα­τα αυτά, δια­γρά­φει με μια μο­νο­κο­ντυ­λιά το ΚΚΕ. Δεν πρό­κει­ται για «σε­χτα­ρι­σμό». Πρό­κει­ται για λάθος πο­λι­τι­κή εκτί­μη­ση, που πα­ραι­τεί­ται εκ προ­οι­μί­ου από τη διεκ­δί­κη­ση για νίκες, ενώ δίνει την έμ­φα­ση σε μια κυ­ριαρ­χία του ΚΚΕ, μέσα όμως στα ση­με­ρι­νά πλαί­σια, δε­δο­μέ­να και όρια. Εδώ ο συ­στη­μα­τι­κός δια­χω­ρι­σμός των δυ­νά­με­ων απο­δει­κνύ­ε­ται σαν γνώ­ρι­σμα μιας πα­θη­τι­κής αντι­με­τώ­πι­σης της συ­γκυ­ρί­ας, με το μάτι στραμ­μέ­νο σε ένα αξιο­πρε­πές πο­σο­στό στην επό­με­νη κάλπη και μετά βλέ­που­με… Ο κίν­δυ­νος να υπερ­κε­ρα­στεί το ΚΚΕ (παρά την προ­φα­νή ορ­γα­νω­τι­κή και αριθ­μη­τι­κή υπε­ρο­χή του) από την πα­ρέμ­βα­ση του νέο-ΠΑ­ΣΟΚ ή, ακόμα χει­ρό­τε­ρα, από τους νε­ο­να­ζί της ΧΑ, ανα­δει­κνύ­ει τον κο­ντό­θω­ρο ορί­ζο­ντα αυτής της στρα­τη­γι­κής.

Δυ­στυ­χώς, αυτή η αντι­με­τώ­πι­ση έγινε «μο­ντέ­λο» σε μι­κρο­γρα­φία και για τις απο­φά­σεις του πρό­σφα­του συ­νε­δρί­ου του ΝΑΡ.

Σε πρό­σφα­το άρθρο έμπει­ρου και σε­βα­στού συ­ντρό­φου, δια­βά­σα­με: «η πο­λι­τι­κή αυ­το­τέ­λεια του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ… απο­τε­λεί το “πρό­βλη­μα των προ­βλη­μά­των” της επο­χής μας». Κλει­δί, μά­λι­στα, για την αντι­με­τώ­πι­ση αυτού του προ­βλή­μα­τος των προ­βλη­μά­των απο­τε­λεί η απόρ­ρι­ψη των «εν­διά­με­σων αρι­στε­ρών λύ­σε­ων». Από πότε, αλή­θεια, η πο­λι­τι­κή αυ­το­τέ­λεια του ΝΑΡ –και οποιασ­δή­πο­τε άλλης ορ­γά­νω­σης- είναι σε αντί­θε­ση (ή και χει­ρό­τε­ρα απει­λεί­ται) από τις τα­κτι­κές ενό­τη­τας στη δράση ή τη λο­γι­κή του Ενιαί­ου Με­τώ­που; Ο σύ­ντρο­φος ανα­φέ­ρει προς από­δει­ξη την ιστο­ρι­κή εμπει­ρία από το 1944 (κυ­βέρ­νη­ση εθνι­κής ενό­τη­τας), το 1964 (σχέ­σεις ΕΔΑ με Ένωση Κέ­ντρου), και το 1984 (τα­κτι­κή ουράς του ΚΚΕ επί Φλω­ρά­κη απέ­να­ντι στο ΠΑΣΟΚ). Μόνο που σεμνά απο­σιω­πά το γε­γο­νός ότι σε όλες αυτές τις πε­ρι­πτώ­σεις το ΚΚΕ έκανε «ενό­τη­τα» με αστι­κές πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις (και μά­λι­στα με όρους υπο­τα­γής) και όχι με «εν­διά­με­σες αρι­στε­ρές λύ­σεις», ή με δια­φο­ρε­τι­κές δυ­νά­μεις του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της Αρι­στε­ράς. Για εμάς, πράγ­μα­τι, η πα­ρά­δο­ση του Ενιαί­ου Με­τώ­που αφορά, απο­κλει­στι­κά, ερ­γα­τι­κές-αρι­στε­ρές δυ­νά­μεις.

Σε αυτό το έδα­φος, διά­φο­ροι νε­ό­τε­ροι σύ­ντρο­φοι ανα­λαμ­βά­νουν τη δου­λειά να κα­τα­χε­ριά­σουν τις «εν­διά­με­σες δυ­νά­μεις». Δια­βά­σα­με τον όρο «νε­ο­δια­χει­ρι­στι­κές». Μόνο που τέ­τοιοι βα­ριοί όροι μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποιού­νται μόνο αν προ­κύ­πτουν αντι­κει­με­νι­κά: από τις σχέ­σεις του κα­θε­νός με την κυ­ρί­αρ­χη τάξη, τις με­ρί­δες της κλπ. Αλ­λιώς προ­κύ­πτει ο κίν­δυ­νος να γε­μί­σει ο τόπος ιε­ρο­ε­ξε­τα­στές…

Αξί­ζει να ση­μειω­θεί ότι μια τέ­τοια «στενή» αντι­με­τώ­πι­ση του με­τώ­που, δεν αφορά μόνο μελ­λο­ντι­κές πρω­το­βου­λί­ες, αλλά και υπάρ­χο­ντες συ­να­σπι­σμούς. Δια­βά­σα­με ότι «βη­μα­το­δό­τη και καρ­διά της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ… να απο­τε­λέ­σει η δια­δι­κα­σία και τε­λι­κή η ίδρυ­ση του κομ­μου­νι­στι­κού φορέα». Εξ όσων γνω­ρί­ζου­με στις γραμ­μές της ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ υπάρ­χουν αρ­κε­τά δια­φο­ρε­τι­κές από­ψεις-τα­κτι­κές-ορ­γα­νώ­σεις στο ζή­τη­μα του κόμ­μα­τος. Η ταύ­τι­ση κόμ­μα­τος-με­τώ­που μπο­ρεί να απο­δει­χθεί δια­λυ­τι­κή σε πολλά επί­πε­δα.

Σε άλλο κεί­με­νο δια­βά­σα­με: «Οι προ­βλη­μα­τι­σμοί και οι δια­φω­νί­ες δια­σχί­ζουν όλη τη μα­χό­με­νη Αρι­στε­ρά. Δια­σχί­ζουν το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ και όλες τις ορ­γα­νώ­σεις εντός, εκτός και γύρω τους. Γιατί εδρά­ζο­νται στην αγω­νία για την “ήττα που συ­νε­χί­ζε­ται”». Έτσι είναι. Γι’ αυτό ο κα­θείς οφεί­λει να ενι­σχύ­ει και να απο­σα­φη­νί­σει την «αυ­το­τέ­λειά του». Όμως ταυ­τό­χρο­να οφεί­λει να δια­τυ­πώ­νει με σα­φή­νεια την πρό­τα­σή του για το μέ­τω­πο: εμείς συμ­με­τέ­χο­ντας στη ΛΑΕ, χωρίς ποτέ να κρύ­ψου­με ή να υπο­βαθ­μί­σου­με δια­φω­νί­ες πο­λι­τι­κές, συ­νε­χί­ζου­με να την υπο­στη­ρί­ζου­με, διεκ­δι­κώ­ντας πάντα ει­λι­κρι­νά τη «διεύ­ρυν­ση» του ανα­γκαί­ου με­τώ­που, προς όλες τις δυ­νά­μεις της ρι­ζο­σπα­στι­κής-αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς. Οι «συμ­μα­χι­κές σχέ­σεις» με­τα­ξύ ΛΑΕ, άλλων ρι­ζο­σπα­στι­κών δυ­νά­με­ων που ήρθαν σε ρήξη με τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ το 2015 και ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ (με δε­δο­μέ­νη την αυ­το­ε­ξαί­ρε­ση του ΚΚΕ) απο­τε­λούν το πραγ­μα­τι­κό «κλει­δί» για τη ση­με­ρι­νή πο­λι­τι­κή συ­γκυ­ρία.

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από την Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά