Κατηγορία: Διάλογος – Προβληματισμοί για την Αριστερά

Είναι «ευκολάκι» η ενότητα στη δράση της ριζοσπαστικής Αριστεράς;

Συζητώντας τις θέσεις του ΝΑΡ

Του Αντώνη Νταβανέλου
Αναδημοσίευση από την «Εργατική Αριστερά», φ. 387

Το τελευταίο διάστημα γίνεται φανερό, ακόμα και σε λιγότερο έμπειρους αγωνιστές/στριες της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ότι τα πράγματα έχουν δυσκολέψει σχετικά με την ενότητα στη δράση και πολύ περισσότερο σχετικά με την προοπτική μιας «μετωπικής» πολιτικής απάντησης απέναντι στις προκλήσεις και τα χτυπήματα που δέχεται ο κόσμος μας.

Γίνεται επίσης φανερό ότι οι αυξανόμενες δυσκολίες σχετίζονται ιδιαίτερα (όχι βεβαίως αποκλειστικά) με κάποιες αρνητικές αποφάσεις που, όπως φαίνεται, έχει πάρει ένα σημαντικό τμήμα της ηγεσίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και κυρίως το ΝΑΡ.

Πρόσφατα σε άρθρο ηγετικού στελέχους (και όχι ενός ανώριμου «σχολιαστή») είδαμε να χαρακτηρίζεται η ενωτική και μετωπική πολιτική ως «ευκολάκι» που, τάχα, παρακάμπτει τις σοβαρές και δύσκολες αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν μέσα σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία.

Καταρχήν, αυτή η υπεροψία δεν τεκμηριώνεται από τα πεπραγμένα, από τις πολιτικές εμπειρίες όλων μας. Το «ευκολάκι» της μετωπικής πολιτικής ήταν η βάση ενός σχίσματος στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την ώρα της κρίσης του ΣΥΡΙΖΑ (την ώρα δηλαδή που ένας ανυποψίαστος υπερόπτης θα περίμενε ως ώρα επιβεβαίωσης…), τον Σεπτέμβρη του 2015.

Τα σκληρά διλήμματα της μετωπικής πολιτικής εμφανίζονται ξανά σήμερα ως ιδιαίτερα πιεστικά, π.χ. στη διεργασία του πρόσφατου Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όπου δεν έγινε εφικτό να υπάρξει ενιαία απόφαση. Ας παραμερίσουμε λοιπόν τις εύκολες «απαντήσεις» και ας δούμε τα πιο σκληρά επιχειρήματα.

Να ανοίξουμε τα κιτάπια;

Στο ίδιο άρθρο διαβάσαμε έναν πολύ απαξιωτικό «χαρακτηρισμό» για τη ΛΑΕ, που ξεκινά από την ιστορική διαδρομή της ως κορμός της αριστερής πτέρυγας στον ΣΥΡΙΖΑ. Τα στελέχη του Αριστερού Ρεύματος, της ΔΕΑ και άλλοι κατηγορούνται ότι «μπάζωναν από τ’ αριστερά την πολιτική του Τσίπρα» και –κατά συνέπεια– σήμερα το μόνο που έχουν να κάνουν είναι «να ευχαριστήσουν όσους δεν δέχτηκαν να καταπιούν αμάσητο αυτό τους το παραμύθι…». Θα μπορούσαμε να θυμίσουμε πολλά από τα πεπραγμένα της Αριστερής Πλατφόρμας που έκαναν, τότε, το καθεστώς να θέτει στον Τσίπρα ως όρο για την «πρωθυπουργησιμότητά» του τις διαγραφές των αριστερών στελεχών του κόμματός του. Θα μπορούσαμε να θυμίσουμε ότι οι δανειστές αποδέχθηκαν τον «ελιγμό» των εκλογών τον Σεπτέμβρη του 2015 ακριβώς για να βοηθήσουν τον Τσίπρα να καθαρίσει το κόμμα του. Μας αρκεί ότι η έγκαιρη και μαζική ρήξη που στήριξε τότε η Αριστερή Πλατφόρμα τράβηξε ένα σημαντικό κόσμο έξω από την προοπτική της μνημονιακής μετάλλαξης, συμβάλλοντας στο να δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες αντίστασης, προς όφελος όλων μας. Η διαγραφή αυτού του στοιχείου από τους «απολογισμούς», πέρα από το ότι είναι μικρόψυχη, είναι πολιτικά αποπροσανατολιστική: Γιατί ένα κεντρικό ζήτημα σήμερα είναι να κερδηθεί προς τα αριστερά ο κόσμος που απογοητεύεται και εγκαταλείπει τον ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτή την κομβικής σημασίας για την ανασύνταξη της Αριστεράς υπόθεση, εμείς απαντάμε ότι «χωράει» ένα πραγματικά μεγάλο φάσμα δυνάμεων και στελεχών: από αυτούς που δεν πήραν μέρος στην «περιπέτεια» του ΣΥΡΙΖΑ (άσχετα με το αν κατόρθωσαν τότε να χτίσουν μια στοιχειωδώς αξιόπιστη εναλλακτική λύση) μέχρι ακόμα και όσους έφυγαν τελικά, έστω και με καθυστέρηση.

Ας προσέξουν όσοι αντιμετωπίζουν λογιστικά τον πολιτικό απολογισμό στα πεπραγμένα και την ιστορία της Αριστεράς. Γιατί –ας θυμίσουμε λίγο Χαρίλαο– αυτή την τριχιά, όσο την τινάζεις, τόσο θα βγάζει αλεύρι…

Το πρόγραμμα-λάστιχο

Μια άλλη «τεκμηρίωση» στην άρνηση της μετωπικής πολιτικής αφορά στο πρόγραμμα.

Η πρόταση για ενότητα, λέει, δημιουργεί την τάση για υποταγή των κομουνιστών σε ένα «ελαχιστότατο» πρόγραμμα και ταυτοχρόνως καταδικάζει την κομουνιστική πολιτική να περιορίζεται στα όνειρα των κοιμώμενων κομουνιστών.

Πρόκειται για ζητήματα που η κομουνιστική παράδοση έχει λύσει από την εποχή του 3ου και 4ου Συνεδρίου της Κομιντέρν, με τις αποφάσεις για το Μεταβατικό Πρόγραμμα, τη μεταβατική πολιτική και το Ενιαίο Μέτωπο.

Οι κομουνιστές οφείλουν να ξεκινάνε από την υποχρέωση «να αλλάξουν την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων» προς όφελος των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών. Οφείλουν να υιοθετούν και να στηρίζουν ένα Μεταβατικό Πρόγραμμα που όχι μόνο θα διασφαλίζει συμμαχίες Ενιαίου Μετώπου, αλλά θα διαθέτει και τη συναίνεση ενός ευρύτερου τμήματος των μαζών, που θα προθυμοποιούνται να παλέψουν γι’ αυτό το πρόγραμμα με βάση το σημερινό επίπεδο των εμπειριών τους. Η κομουνιστική στρατηγική παραμένει πολύτιμη και δρώσα μέσα σε αυτή την κίνηση, φροντίζοντας να ξεπεράσει ο κόσμος (μέσα από τις εμπειρίες του) το «σημερινό επίπεδο» και να κλιμακώνει τις απαιτήσεις και τους αγώνες του. Η υποτίμηση αυτής της παράδοσης συνιστά μια απρόσμενη στροφή σε έναν ιδιαίτερο «ζηνοβιεφισμό» της διαβόητης «Τρίτης Περιόδου», του 1928-1929. Τότε που ο χαρακτηρισμός όλων των άλλων εργατικών κομμάτων και δυνάμεων ως «σοσιαλ-φασιστικών» άφηνε τελικά ανοιχτό το δρόμο στον… Χίτλερ.

Οι εμπειρίες της Αριστεράς και του κόσμου στην Ελλάδα έχουν αναδείξει τα βασικά σημεία για ένα μεταβατικό πρόγραμμα: Ακύρωση των μνημονίων, ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού. Στάση πληρωμών και διαγραφή του χρέους. Κρατικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών. Απειθαρχία-ρήξη απέναντι στην ευρωζώνη και στην ΕΕ κ.ο.κ. Το πρόβλημα αυτού του προγράμματος δεν είναι ότι απαιτείται η συμπλήρωσή του με πιο προωθημένες, πιο «κομουνιστικές» προτάσεις. Είναι ότι χρειάζεται να υπηρετηθεί σχεδιασμένα, σοβαρά, μακροπρόθεσμα από ένα ευρύτερο τμήμα ριζοσπαστικών αντικαπιταλιστικών δυνάμεων, ώστε να καταστεί πιο αξιόπιστο και πιο ρεαλιστικό στα μάτια του κόσμου.

Η αντι-ΕΕ πλειοδοσία

Ένα απρόσμενο σημείο της έντονης κριτικής προς τη ΛΑΕ είναι η κατηγορία για περιορισμένο… αντιευρωπαϊσμό.

Η ιδρυτική συνδιάσκεψη της ΛΑΕ έχει περιγράψει τη θέση της: Άμεση-μονομερής αποχώρηση από την ευρωζώνη και δημοψήφισμα για την αποδέσμευση από την ΕΕ, όπου η ΛΑΕ δεσμεύεται υπέρ της αποδέσμευσης.

Οι κριτικοί αυτής της θέσης αποφεύγουν να γίνουν εξίσου συγκεκριμένοι: Άλλοτε κριτικάρουν τη ΛΑΕ για υπερβολικό αντιευρωπαϊσμό. Άλλοτε ξεκινούν από την αποδέσμευση από την ΕΕ, χωρίς να περιγράφουν το πώς αυτό θα γίνει. Άλλοτε συνδυάζουν την αποδέσμευση με την αντικαπιταλιστική ανατροπή και άλλοτε καταγγέλλουν το ΚΚΕ, επειδή συνδυάζει την αποδέσμευση με την αντικαπιταλιστική ανατροπή. Αυτά είναι μερικές μόνο από τις ενδείξεις για τις πολιτικές δυσκολίες του θέματος.

Ακριβώς γι’ αυτό είναι λάθος να ανάγεται αυτό το σημείο σε σημαία άρνησης της ενότητας. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως, και η ΛΑΕ σε αυτό μάλλον υπερβάλλει παρά καθυστερεί, να έχει προηγηθεί η ρήξη με τις αυταπάτες περί «εσωτερικής μεταρρύθμισης» στην ΕΕ…

Κρίσιμη δοκιμασία

Μετά την υπογραφή της πρόσφατης συμφωνίας με τους δανειστές, είναι καθαρό ότι βαδίζουμε σε μια βαθιά κοινωνική και πολιτική κρίση.

Τα επίδικα για τον κόσμο μας είναι τεράστια. Η ανάκαμψη του κινήματος αντίστασης θα είναι σταδιακή και θα χρειαστεί μεγάλες και σοβαρές οργανωμένες προσπάθειες. Η διαμόρφωση εναλλακτικής πολιτικής λύσης στο δίπολο Τσίπρας-Μητσοτάκης θα απαιτήσει ακόμα μεγαλύτερες προσπάθειες.

Μπροστά σε αυτή τη δοκιμασία, το «ευκολάκι» είναι να αντιδράσει κανείς με το ανακλαστικό business as usual. Το δύσκολο και το ουσιαστικό είναι η συνειδητή προσπάθεια για συγκέντρωση δυνάμεων με στόχο τις πραγματικές νίκες για τον κόσμο μας.

Ούτε «αντιμνημονιακό μέτωπο» ούτε «αντικαπιταλιστική αναδίπλωση»: Ανασύνθεση μιας νέας ριζοσπαστικής αριστεράς

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Η ψήφιση του τέταρτου μνημονίου ολοκληρώνει την προσπάθεια να παρουσιαστούν τα μνημόνια ως κανονικότητα. Η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να επενδύσει στο αφήγημα της ανάπτυξης, υποβοηθούμενη από τη Ν.Δ., που επικεντρώνει την αντιπολίτευσή της στο «χρειαζόμαστε ακόμη πιο νεοφιλελεύθερη πολιτική». Οι επιχειρηματίες επιδίδονται σε έναν λυσσαλέο πόλεμο πολιτικής επιρροής, με δεδομένο και το μεγάλο φαγοπότι που ανοίγει σε διάφορους κλάδους. Τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα αναζητούν τεχνολογίες επιβίωσης μέσα σε μια δύσκολη συνθήκη, θεωρώντας κατάκτηση ενίοτε απλώς το να μη γίνουν χειρότερα. Η ακροδεξιά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κάθε ευκαιρία να σπρώξει την κοινωνική αγανάκτηση σε κατεύθυνση σχεδόν κανιβαλική.

Κάτω από την επιφάνεια της πολιτικής σκηνής συσσωρεύονται έντονες αντιφάσεις. Εντείνεται η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική σκηνή. Υπάρχει ένα σταθερό ρεύμα απόρριψης της Ε.Ε. και του ευρώ ακόμη και στις δημοσκοπήσεις. Σε στρώματα νεολαίας διαισθάνεται κανείς να σωρεύονται εκρηκτικά υλικά. Δεν έχουμε πολλές κινητοποιήσεις, αλλά όπου ξεσπούν έχουν μεγάλη ένταση, τελευταίο παράδειγμα ο αγώνας στους ΟΤΑ. Όμως όλες αυτές οι διεργασίες δεν ενοποιούνται σε μια κοινή δυναμική, δεν ορίζονται σε μια κοινή κοίτη, δεν μιλούν την ίδια γλώσσα.

Γιατί δεν είμαστε στο 2013… Τότε, μετά τη σχεδόν εξεγερσιακή διετία 2010-12, διαμορφώθηκε ένας πολιτικός ορίζοντας κυβερνητικής αλλαγής. Ακόμη και αυτοί που ορθά έκαναν πολεμική για τον ευρωπαϊσμό και τον μεταρρυθμισμό του ΣΥΡΙΖΑ, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο ήττας, τοποθετούνταν στο έδαφος αυτής της δυναμικής υποστηρίζοντας τον αριστερό και ριζοσπαστικό αναπροσανατολισμό της.

Τότε το «αντιμνημονιακό μέτωπο» υπήρξε. Ως υπαρκτή δυναμική στις Πλατείες και τις κινητοποιήσεις, στις συγκρούσεις και στην απαξίωση του παλαιού πολιτικού σκηνικού. Ήταν εκρηκτικά αντιφατικό, καθώς συγκέντρωνε πλατιά κοινωνικά φάσματα, διαφορετικές γενιές και ένα πολιτικό φάσμα από τον αριστερό ριζοσπαστισμό έως διάφορα «πατριωτικά» σχήματα. Αλλά όντως έθετε την πρόκληση πώς θα μπορούσε να πολιτικοποιηθεί, να μετασχηματιστεί, κοντολογίς να υπάρξει μια παρέμβαση ηγεμονική που όχι απλώς να το εκπροσωπήσει αλλά να το μετατρέψει σε πολιτική δύναμη. Η απάντηση που δόθηκε είναι γνωστή. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θεώρησε ότι προγραμματικά θα το εκπροσωπούσε ένα σχέδιο σκληρής διαπραγμάτευσης εντός ευρώ και πολιτικά μια συμμαχία με την «αντιμνημονιακή δεξιά» (τους ΑΝ.ΕΛ. και μια μερίδα των καραμανλικών). Το καλοκαίρι του 2015 το «αντιμνημονιακό μέτωπο» έκανε για τελευταία φορά εκρηκτικά ορατή την κοινωνική δυναμική του με το ΟΧΙ.

Η συνέχεια είναι γνωστή: η κυβέρνηση συνθηκολόγησε και πήρε τις εκλογές, εκπροσωπώντας σημαντικό τμήμα του «αντιμνημονιακού μετώπου» πείθοντας ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος και άρα είναι προτιμότερο να διαχειριστεί η ίδια την αναπόδραστη πολιτική που επέβαλαν οι δανειστές. Η Λαϊκή Ενότητα προσπάθησε να εκπροσωπήσει μια εκδοχή του «αντιμνημονιακού μετώπου» με σαφή όμως αυτή τη φορά τοποθέτηση κατά του ευρωσυστήματος, αλλά διαπίστωσε ότι οι όροι είχαν αλλάξει και στην πραγματικότητα δεν υπήρχε ένα «ορφανό ΟΧΙ» που μαζικά θα διάλεγε τον πολιτικό του εκπρόσωπο. Ο κόσμος του ΟΧΙ (ξανα)ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ ή απλώς απείχε.

Η βασική κληρονομιά που άφησε το «αντιμνημονιακό μέτωπο» ήταν η πεποίθηση ότι ριζοσπαστική πολιτική σημαίνει κεντρική πολιτική παρουσία, έτσι ώστε κοινωνικές δυναμικές αποδεσμευμένες και «πολιτικά ορφανές» να βρουν εκπροσώπηση. Όντως στην κορύφωση της πολιτικής κρίσης το 2012 αυτό ίσχυσε εν μέρει, εξηγώντας και την εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, πέντε χρονιά μετά η συνθήκη αυτή δεν υπάρχει. Όχι γιατί τα λαϊκά στρώματα συναινούν στην επιδείνωση της θέσης τους. Αλλά γιατί προσαρμόζονται στην κανονικότητα του αγώνα για επιβίωση και στη διαρκή αίσθηση ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, επιλέγοντας να κινητοποιηθούν ή να ενεργοποιηθούν εκεί όπου θεωρούν ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Και προσανατολιζόμενα στις πολιτικές ή εκλογικές επιλογές τους με βάση τον υπαρκτό ορίζοντα που τους προτείνεται. Τα βαθύτερα ρήγματα στους όρους άρθρωσης της ηγεμονίας δεν κλείνουν, ιδίως όταν οι κυρίαρχες τάξεις προτείνουν ένα μέλλον απλής επιβίωσης στηριγμένης στη μετανάστευση, στην παραγωγική συρρίκνωση και στην απώλεια δημιουργικών δυνάμεων. Όμως, η διάχυτη αίσθηση ότι «δεν γίνεται κι αλλιώς», η απουσία ενός εναλλακτικού αφηγήματος όχι μόνο ως λόγου αλλά ως υπαρκτής κοινωνικής και ιστορικής δυναμικής, επιτρέπει αυτά τα ρήγματα να μην γίνονται ενεργά.

Να το πούμε απλά: η εποχή της ταλάντευσης, ακόμη και του ίδιου του πολιτικού σκηνικού, ως προς τα μνημόνια πέρασε. Εφαρμόζεται το τέταρτο μνημόνιο, το περίγραμμα μιας «λύσης» για το χρέος που θα συνεπάγεται διηνεκή επιτροπεία έχει διαφανεί, το ίδιο και μια διαρκής συνθήκη λιτότητα. Σε αυτό στρατεύονται τα αστικά στρώματα και το πολιτικό σκηνικό προσανατολίζεται σε μια ένα νέο διπολισμό εντός αυτού του πλαισίου, ανάμεσα σε μια πιο «προοδευτική» και μια πιο «νεοφιλελεύθερη» εκδοχή του. Τσίπρας και Μητσοτάκης ήδη προσαρμόστηκαν άψογα σε αυτόν τον ρόλο. Θα μας αναγγείλουν το «τέλος των μνημονίων» και θα διαγκωνιστούν εκλογικά για το ποιος θα διαχειριστεί τη νέα, ακραία νεοφιλεύθερη, (μετα)μνημονιακή «κανονικότητα».

Εάν θέλουμε να μιλήσουμε ξανά για αριστερή πολιτική, δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε απλώς τον χαρακτήρα του «αντιμνημονίου». Όχι γιατί δεν χρειάζεται λυσσαλέος αγώνας ενάντια σε αυτές τις πολιτικές, αλλά γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι αυτό το ερώτημα. Το ερώτημα δεν είναι το «έξω από τα μνημόνια» που θα τελειώσουν υποτίθεται, έστω και εάν παραταθούν στο διηνεκές. Το ερώτημα είναι εάν οι υποτελείς τάξεις, οι ανησυχίες, οι ανάγκες και η συλλογική τους αγωνία και δημιουργικότητα θα θέσουν αυτές το ερώτημα, θα διαμορφώσουν ξανά τους όρους για ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Και το νέο ιστορικό σταυροδρόμι δεν θα αφορά απλώς τα «μνημόνια» αλλά τον πυρήνα της αστικής πολιτικής και στρατηγικής, θα διεκδικεί άλλον δρόμο, σε ρήξη με τον ευρωπαϊκό και το «αναπτυξιακό μοντέλο» που απαξιώνει πολλαπλά τη συλλογική εργασιακή δύναμη, διώχνει δημιουργικές δυνάμεις, μετατρέπει τη χώρα σε πεδίο βολής επενδυτών και καταστρέφει το περιβάλλον.

Σε αυτό το τοπίο, η επίκληση του «αντιμνημονιακού μετώπου», έστω και με την προσθήκη του αναγκαίου στόχου του εθνικού νομίσματος, δεν μπορεί να αποτελέσει διέξοδο. Όχι γιατί δεν χρειάζεται μετωπική συμπόρευση και ενωτική πρακτική. Αλλά γιατί η πολιτική δυναμική που προϋποτίθεται ως άρρητη προϋπόθεση, δηλαδή μια δυναμική αποδεσμευμένων πολιτικά, ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων δεν υπάρχει με αυτούς τους όρους.

Ακόμη χειρότερα, η υπόθεση ότι σήμερα αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια νέα απόπειρα εκπροσώπησης του «αντιμνημονιακού μετώπου», μπορεί να οδηγήσει στην επανάληψη πρακτικών, αυτή τη φορά όχι ως τραγωδία αλλά ως φάρσα. Η αντίληψη που λέει ότι πρέπει να συσπειρώσουμε και τις δυνάμεις που δεν αναφέρονται στην αριστερά αλλά έχουν ειλικρινή πατριωτική στάση έναντι των μνημονίων αυτή τη φορά δεν θα μας φέρει κοντά τον λαϊκό κόσμο που αποδεσμεύτηκε από την επιρροή του δικομματισμού. Θα μας φέρει έναν ιδιότυπο συρφετό από περσόνες, παράγοντες και ηγέτες χωρίς κοινωνικές εκπροσωπήσεις. Την ώρα που το επίδικο είναι η ανασύνθεση ενός πειστικού και επεξεργασμένου πολιτικού λόγου, θα μας οδηγήσει να συνομιλούμε με ένα μείγμα γενικόλογης καταγγελίας, «δικαστικών» εμμονών, μεγαλοστομίας στα όρια της υπερβολής, εθνικισμού, μαζί με την εσωτερίκευση της αντίληψης ότι η πολιτική είναι η εναλλαγή «ψόφος – like» στα κοινωνικά δίκτυα. Η ψευδαίσθηση ότι όλοι αυτοί μπορεί να έχουν απήχηση (που στην πραγματικότητα δεν έχουν…) θα μας κάνει να παραβλέψουμε ότι άλλα κομμάτια της κοινωνίας μπορεί και να τα απωθήσει.

Άραγε σημαίνει η άρνηση της λογικής του αντιμνημονιακού μετώπου ότι η λύση είναι αυτό που θα περιγράφαμε ως «αντικαπιταλιστική αναδίπλωση», όπως σημαντικό μέρος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτείνει; Η απάντηση είναι και εδώ όχι. Η τακτική της πλειοψηφίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν βλέπει ότι σήμερα το διακύβευμα δεν είναι η διατήρηση της αυτοτέλειας της επαναστατικής αριστεράς έναντι στην επέλαση του ρεφορμισμού, αλλά το εάν θα συνεχίσει να υπάρχει αριστερά, με στοιχειώδη ριζοσπαστισμό και μαζική αναφορά, ώστε να μπορέσουμε να ανασυνθέσουμε και να ανασυγκροτήσουμε τη δυνατότητα μιας πολιτικής της ανατροπής μπροστά σε νέους κύκλους όξυνσης του ταξικού ανταγωνισμού.

Προφανώς και σήμερα περισσότερο παρά ποτέ έχουμε ανάγκη από ένα νέο κριτικό αναστοχασμό της επαναστατικής στρατηγικής και ένα νέο κομμουνιστικό κίνημα, αναγκαία συνθήκη για μια διαλεκτική της ηγεμονίας στην πάλη για ένα νέο ιστορικό μπλοκ. Αλλά η διαλεκτική της ηγεμονίας προϋποθέτει ότι υπάρχουν πεδία και πρακτικές όπου αυτή ξεδιπλώνεται, εγχειρήματα που δοκιμάζουν γραμμές στην πράξη, χώροι όπου να μπορούν να συσπειρώνονται αγωνιστές και να ανοικοδομούνται οι διαρρηγμένες σχέσεις με τις μάζες. Ο σεχταρισμός, η εύκολη πολεμική και η στοχοποίηση, η άρνηση ενωτικών εγχειρημάτων υπονομεύουν αυτή τη δυνατότητα. Η άρνηση συνεργασίας στο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ, στο συνέδριο του ΕΚΑ, στην ΟΛΜΕ, σχημάτων και αγωνιστών με κοινές αντισυνδιαχειριστικές και αντικαπιταλιστικές θέσεις σε ποιον βαθμό βοήθησε την «κομμουνιστική επαναθεμελίωση» ή έστω την οικοδόμηση αντιστάσεων στο κίνημα; Η άρνηση του πολιτικού διαλόγου για το μέτωπο, την ίδια ώρα που οι προϋποθέσεις υπάρχουν (αντικυβερνητικός προσανατολισμός, θέση για αποδέσμευση από την Ε.Ε., μεταβατικό πρόγραμμα σε σοσιαλιστική κατεύθυνση, αντιρατσισμός και αντιφασισμός), ποια «διαλεκτική της ανασύνθεσης» εξυπηρετεί; Η εικόνα ενός τοπίου πολεμικής που θυμίζει φοιτητικά πηγαδάκια της δεκαετίας του 1970, όταν η κοντινότερη πολιτική τάση ήταν και η πιο εχθρική, με ποιον τρόπο εξυπηρετεί την απάντηση στην αγωνία ενός κόσμου να δει τη ριζοσπαστική αριστερά να παράγει επιτέλους νέο λόγο και επεξεργασμένο πρόγραμμα και όχι χιλιοειπωμένα bullets με την «ορθή γραμμή»; Και τελικά η λογική ότι πρώτα πρέπει να «κοντύνει» πολιτικά ο συνομιλητής πριν ξεκινήσει ο διάλογος από ποια παράδοση «ενιαίου μετώπου» έρχεται;

Σήμερα υπάρχει ένα υπαρκτό πολιτικό δυναμικό, ένα μέρος του οργανωμένο στη ΛΑΕ, στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και σε συσπειρώσεις όπως η Δικτύωση, ένα μέρος του ανένταχτο και απογοητευμένο, με κοινό παρονομαστή την αναζήτηση μιας ριζοσπαστικής εναλλακτικής διεξόδου σε ρήξη με τον ευρωπαϊκό δρόμο και τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Υπάρχουν επίσης κοινωνικά στρώματα, καθημαγμένα αλλά και κουρασμένα, με αγωνία για το μέλλον αλλά και δυσπιστία σε όσους τους τάζουν ελπίδα. Η συνάντηση του πολιτικού δυναμικού με αυτά τα στρώματα, αυτές τις κοινωνικές δυναμικές, μέσα από νέα σχήματα, συλλογικότητες και αγώνες θα είναι η αφετηρία για να τεθεί όντως ξανά το ερώτημα για ένα νέο «ιστορικό σταυροδρόμι» στην ελληνική κοινωνία.

Μόνο που για να γίνει αυτή η συνάντηση χρειάζεται εκείνο το κρίσιμο πολιτικό δυναμικό της αριστεράς να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Να τολμήσει να υπερβεί τα δικά του όρια και τις δικές του αδυναμίες. Να ξεπεράσει ακόμη και την επανάπαυση στα «ισχυρά σημεία» του (π.χ. τη συνδικαλιστική γείωση για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την πολιτική αναγνωρισιμότητα για τα στελέχη της ΛΑΕ). Και να αναμετρηθεί με την πρόκληση όχι απλώς του αναγκαίου διαλόγου για το μέτωπο, αλλά πάνω από όλα της ανασύνθεσης μιας νέας αριστεράς για το ιστορικό τοπίο που τώρα διαμορφώνεται. Όχι την αριστερά που θα τα είχε «κάνει καλύτερα» το 2012 ή το 2015 αλλά την αριστερά που θα χαράξει δρόμους ανατροπής σήμερα και αύριο. Με ενωτικά αριστερά ριζοσπαστικά σχήματα σε όλα τα κοινωνικά μέτωπα. Με κοινές πρωτοβουλίες για να υπάρξουν ξανά κινήματα, αντιστάσεις, συνδικάτα. Με ανοιχτό και δημόσιο πολιτικό και θεωρητικό διάλογο. Με βήματα για το μέτωπο όχι ως εκλογικό μηχανισμό, αλλά ως διεργασία για τον κοινό χώρο όπου θα συναντηθούν ευρύτερες αναζητήσεις, αγωνίες και διεκδικήσεις.

Γιατί όποιοι κι αν είναι οι συσχετισμοί σε ένα τοπίο ήττας της αριστεράς και του κινήματος, αφορούν μόνο όσες και όσους πιστεύουν ότι η ήττα είναι τελικά η φυσιολογική συνθήκη για την αριστερά.

Η ΛΑΕ μπροστά σε σημαντικές υποχρεώσεις

Της Μαρίας Μπόλαρη
Αναδημοσίευση από την «Εργατική Αριστερά», φ. 386 (21/6)

Η συμφωνία στο Eurogroup, που δρομολογεί μια μακρά περίοδο υπερ-λιτότητας, δημιουργεί για τη ριζοσπαστική Αριστερά σημαντικές υποχρεώσεις.

Υπο­χρε­ώ­σεις πα­ρέμ­βα­σης και κι­νη­μα­τι­κών πρω­το­βου­λιών με στόχο την κλι­μά­κω­ση της ερ­γα­τι­κής-λαϊ­κής αντί­στα­σης, αλλά και υπο­χρε­ώ­σεις επε­ξερ­γα­σί­ας της εναλ­λα­κτι­κής λύσης. Αυτό ση­μαί­νει πρω­το­βου­λί­ες ξε­κα­θα­ρί­σμα­τος και συ­γκε­κρι­με­νο­ποί­η­σης του ανα­γκαί­ου με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος που πρέ­πει να προ­βλη­θεί ως «αντί­πα­λο δέος» στη μνη­μο­νια­κή δέ­σμευ­ση 40ε­τί­ας, όπως και πρω­το­βου­λί­ες συ­γκέ­ντρω­σης δυ­νά­με­ων που προ­τί­θε­νται να στη­ρί­ξουν αυτό το πρό­γραμ­μα, ώστε να γίνει στα μάτια του κό­σμου μας πει­στι­κό και υλο­ποι­ή­σι­μο.

Στο πρό­σφα­το Πο­λι­τι­κό Συμ­βού­λιο της ΛΑΕ πάρ­θη­καν κά­ποιες απο­φά­σεις που ται­ριά­ζουν γάντι σε αυτή τη συ­γκυ­ρία. Είναι η ώρα της επι­μο­νής για την υλο­ποί­η­σή τους, ενά­ντια τόσο στις σει­ρή­νες της κα­λο­και­ρι­νής χα­λά­ρω­σης, όσο και ενά­ντια σε ένα κλίμα απο­θάρ­ρυν­σης του κό­σμου που καλ­λιερ­γεί ο θη­ριώ­δης χα­ρα­κτή­ρας της συμ­φω­νί­ας Τσί­πρα-ΕΕ και ΔΝΤ. Ας συ­νο­ψί­σου­με τα βα­σι­κά ση­μεία αυτών των απο­φά­σε­ων:

α. Στις 7-8 Ιούλη η ΛΑΕ ορ­γα­νώ­νει, στο χώρο του αμα­ξο­στα­σί­ου του ΗΛΠΑΠ, Πει­ραιώς και Ερμού απέ­να­ντι από το Γκάζι, για πρώτη φορά το φε­στι­βάλ της. Επι­λέ­γο­ντας σωστά, απο­φά­σι­σε να του δώσει το χα­ρα­κτή­ρα μιας διε­θνούς-διε­θνι­στι­κής συ­ζή­τη­σης, με προ­σκε­κλη­μέ­νους από την ευ­ρω­παϊ­κή ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά. Μέχρι στιγ­μής έχουν «κλεί­σει» τη συμ­με­το­χή τους ο Ερίκ Του­σέν από τη διε­θνή κα­μπά­νια ενά­ντια στο χρέος, ο Τζον Ρις από την κα­μπά­νια για Αρι­στε­ρή Έξο­δο-Lexit στη Βρε­τα­νία, ενώ ανα­μέ­νε­ται εκ­πρό­σω­πος της «Ανυ­πό­τα­κτης Γαλ­λί­ας» κ.ά.

Μετά τις εκλο­γές στη Βρε­τα­νία και τη Γαλ­λία, η υπαρ­κτή κρίση της ΕΕ φω­τί­ζε­ται πιο συ­γκε­κρι­μέ­να: Στο κέ­ντρο της βρί­σκε­ται η λυσ­σώ­δης προ­σπά­θεια των κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων να συ­νε­χί­σουν τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη επί­θε­ση, ως μο­να­δι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση για αντι­με­τώ­πι­ση της διε­θνούς κρί­σης του κα­πι­τα­λι­σμού. Σε αυτή τη λαί­λα­πα εξα­κο­λου­θούν να «συ­νω­θού­νται» τόσο οι ευ­ρω­παϊ­στές συ­ντη­ρη­τι­κοί ή σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ροι (βλ. Μα­κρόν) όσο όμως και οι «ευ­ρω­σκε­πτι­κι­στές» ομό­λο­γοί τους (βλ. Μέι). Η ανα­ζή­τη­ση λοι­πόν της εναλ­λα­κτι­κής πο­λι­τι­κής, χωρίς να υπο­τι­μή­σει κα­θό­λου την ανα­γκαία σύ­γκρου­ση/ρήξη με την ΟΝΕ και την ΕΕ, οφεί­λει να επι­κε­ντρω­θεί ξανά στο στέ­ρεο έδα­φος της πο­λι­τι­κής έκ­φρα­σης των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων και του αντι­κα­πι­τα­λι­σμού.

Στις συ­ζη­τή­σεις αυτές θα προ­σκλη­θούν, ασφα­λώς, και εκ­πρό­σω­ποι της ντό­πιας ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, σε μια σύν­θε­ση όπου θα απει­κο­νί­ζε­ται η προ­ο­πτι­κή των πο­λι­τι­κών συμ­μα­χιών της ΛΑΕ.

Επί­σης οι εκ­δη­λώ­σεις θα συν­δυα­στούν με συ­ναυ­λί­ες, όπου καλά συ­γκρο­τή­μα­τα θα ανα­δει­κνύ­ουν ένα «ζωηρό» νε­ο­λαι­ί­στι­κο προ­σα­να­το­λι­σμό, αφή­νο­ντας ικα­νο­ποι­η­μέ­νους και συ­ντρό­φους πα­λιό­τε­ρων γε­νιών.

β. Στη φάση που μπαί­νου­με, οι πο­λι­τι­κές συμ­μα­χί­ες είναι σο­βα­ρή επι­λο­γή. Εμείς, πα­ρα­δο­σια­κά, έχου­με υπο­στη­ρί­ξει και συ­νε­χί­ζου­με να υπο­στη­ρί­ζου­με μια πο­λι­τι­κή ενό­τη­τας στη δράση όλων, χωρίς εξαι­ρέ­σεις, των πο­λι­τι­κών κι­νή­σε­ων, ορ­γα­νώ­σε­ων και κομ­μά­των που ανα­φέ­ρο­νται στο ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα και στην προ­ο­πτι­κή της σο­σια­λι­στι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης. Μας εν­δια­φέ­ρει όλο το φάσμα από το ΚΚΕ ως την ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ.

Όμως στην τρέ­χου­σα συ­γκυ­ρία χρειά­ζε­ται μια άμεση πρω­το­βου­λία που να συ­γκε­ντρώ­νει όσους πραγ­μα­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­νται γι’ αυτή την προ­ο­πτι­κή. Η ΛΑΕ, η Δι­κτύ­ω­ση Ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, η ΑΡΚ και άλλες δυ­νά­μεις οφεί­λουν να συ­γκρο­τή­σουν έναν κοινό «χώρο», ένα Φό­ρουμ Δια­λό­γου και Συ­ντο­νι­σμού Δρά­σης της Αρι­στε­ράς. Μια τέ­τοια πρω­το­βου­λία συ­στη­μα­τι­κής κοι­νής συ­ζή­τη­σης και δρά­σης μπο­ρεί να γίνει πόλος συ­σπεί­ρω­σης ενός ευ­ρύ­τε­ρου ανέ­ντα­χτου δυ­να­μι­κού που δια­κρί­νε­ται τόσο στους ερ­γα­τι­κούς χώ­ρους όσο και σε το­πι­κές δρά­σεις. Αν αυτό επι­τευ­χθεί, τότε τρο­πο­ποιεί και την ευ­ρύ­τε­ρη συ­ζή­τη­ση, γιατί θα απο­τε­λεί ένα σο­βα­ρό πλήγ­μα στο διά­χυ­το σε­χτα­ρι­σμό και την πα­θη­τι­κό­τη­τα.

γ. Τέλος, αλλά όχι τε­λευ­ταίο σε ση­μα­σία, είναι το ζή­τη­μα του κι­νη­μα­τι­κού συ­ντο­νι­σμού. Οι ιδέες για το Κέ­ντρο Αγώνα, για το συ­ντο­νι­σμό των το­πι­κών αντι­στά­σε­ων, για νε­ο­λαι­ί­στι­κες πρω­το­βου­λί­ες, πρέ­πει να πά­ψουν να είναι αφη­ρη­μέ­να σχέ­δια. Πρέ­πει να πά­ρουν σάρκα και οστά, να γί­νουν ζη­τή­μα­τα προ­γραμ­μα­τι­σμού ορ­γα­νώ­σε­ων βάσης και αγω­νι­στών-στριών από τα κάτω.

Ανή­κου­με σε αυ­τούς που υπο­στη­ρί­ζουν ότι η πο­λι­τι­κή κρίση πα­ρα­μέ­νει ένα ηφαί­στειο ενερ­γό και ότι η πι­θα­νό­τη­τα ανε­ξέ­λεγ­κτων πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων δεν πρέ­πει να υπο­τι­μη­θεί. Αυτή η εκτί­μη­ση ποτέ δεν μας οδή­γη­σε σε μια εκλο­γι­κί­στι­κη αντί­λη­ψη, σε μια τα­κτι­κή της «κάλ­πης παρά πόδας». Υπο­στη­ρί­ζου­με την ενό­τη­τα στη δράση κυ­ρί­ως για να υπε­ρα­σπί­σου­με τα συμ­φέ­ρο­ντα του κό­σμου μας. Όμως αυτή η τα­κτι­κή ήταν και είναι πάντα η κα­λύ­τε­ρη βάση για να αντι­με­τω­πι­στούν σωστά και οι προ­κλή­σεις των εκλο­γών, όποτε και αν αυτές γί­νουν.

Η πα­ρου­σί­α­ση εναλ­λα­κτι­κής λύσης στο δί­πο­λο Τσί­πρας-Μη­τσο­τά­κης έχει προ­ϋ­πο­θέ­σεις πο­λι­τι­κές, αλλά και προ­ϋ­πο­θέ­σεις σο­βα­ρό­τη­τας και μιας μί­νι­μουμ συ­γκέ­ντρω­σης δυ­νά­με­ων. Αν δεν ασχο­λη­θού­με με αυτά από τώρα, με κυ­ρί­αρ­χες τις ιε­ραρ­χή­σεις του μα­ζι­κού κι­νή­μα­τος αντί­στα­σης, τότε κιν­δυ­νεύ­ου­με να μεί­νου­με ευά­λω­τοι, στον αιφ­νι­δια­σμό, στη σε­χτα­ρι­στι­κή πα­θη­τι­κό­τη­τα, σε μια εκλο­γι­κί­στι­κη-δε­ξιό­στρο­φη «με­τω­πι­κή» αντί­λη­ψη ή και στο συν­δυα­σμό όλων των πα­ρα­πά­νω που θα οδη­γεί σε μια σί­γου­ρη πο­λι­τι­κή ήττα.

Η ΛΑΕ οφεί­λει να ξε­δι­πλώ­σει άμεσα τις πο­λι­τι­κές και κι­νη­μα­τι­κές πρω­το­βου­λί­ες που θα απο­κλεί­ουν αυτά τα εν­δε­χό­με­να.

Η εκνευριστική ανεπάρκεια της «καταδίκης της τρομοκρατίας»

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι, στην Ελλάδα έχουμε συλλογικότητες που προκρίνουν την ένοπλη πολιτική πάλη. Δεν χρησιμοποιώ τον όρο «τρομοκρατία» γιατί θεωρώ ότι αυτό αφορά κρατικές –ή δυνάμει κρατικές– οντότητες. Η επίγνωση του αδιέξοδου και ατελέσφορου χαρακτήρα που μπορεί να έχουν τέτοιες πρακτικές στη δεδομένη συγκυρία δεν αναιρεί ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πολιτικό φαινόμενο. Αναρχικού περισσότερο προσανατολισμού, με «νιχιλιστικές» αποχρώσεις ίσως, σε αντίθεση με τη διεκδίκηση των «ιστορικών» οργανώσεων να αποτελούν τη μαχητική εκδοχή του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά παρ’ όλα αυτά πολιτικό.

Η συλλήβδην «καταδίκη της τρομοκρατίας», που αναπαράγεται στο τελετουργικό των σχετικών δηλώσεων, μάλλον συσκοτίζει την αναμέτρηση με ένα πολιτικό φαινόμενο, δεν επιτρέπει την ουσιαστική πολιτική κριτική ή την ανάδειξη του αδιέξοδου χαρακτήρα και ενίοτε συντονίζεται με τις φωνές που ούτως ή άλλως αναζητούν κάθε δυνατή αφορμή για κατασταλτική σκλήρυνση. Πόσο μάλλον που η προσπάθεια απόδοσης ενός ιδιότυπου ρόλου ηθικού αυτουργού της επίθεσης σε ένα σύνολο ριζοσπαστικών αναφορών ή πρακτικών διαμαρτυρίας καταδεικνύει ότι η στόχευση δεν αφορά στενά την «τρομοκρατία» αλλά πολύ περισσότερο την εμπέδωση μιας συνθήκης γενικευμένης πειθάρχησης, μιας μόνιμης κατάστασης εξαίρεσης.

Η πολιτική κριτική προς τέτοιες ενέργειες, όπως και η πολιτική απόρριψη της λογικής του αυτόκλητου τιμωρού που συχνά εμπεριέχουν, δεν μπορούν να μετατρέπονται προς μια εκ των υστέρων αγιοποίηση των όποιων θυμάτων όταν αυτά φέρουν πραγματική ευθύνη για μια χωρίς προηγούμενο κοινωνική καταστροφή. Ιδίως όταν φάνηκε ότι στα μάτια των διαμορφωτών της δημοσιότητας προφανώς και η ζωή ενός πρώην μνημονιακού πρωθυπουργού είναι σημαντικότερη από τη ζωή των θυμάτων της εργοδοτικής ασυδοσίας, για παράδειγμα.

Την ίδια στιγμή, η εξαρχής επιλογή της κυβέρνησης να αφήσει ανέπαφο ένα ιδιαίτερα αυταρχικό θεσμικό πλαίσιο και να διατηρήσει άθικτο τον μηχανισμό της Αντιτρομοκρατικής, όπως και των δικαστικών που χειρίστηκαν αυτές τις υποθέσεις, σήμαινε ότι αντί για πολιτική αντιμετώπιση συνεχίστηκε μια πρακτική υπερποινικοποίησης και κατασκευής ενόχων, που προφανώς λειτουργεί ανατροφοδοτικά προς τέτοιες πρακτικές. Η δίκη του Τάσου Θεοφίλου, λόγου χάρη, με τα εμφανή στοιχεία σκευωρίας που έχει, ή η προκλητικά εκδικητική στέρηση κατοχυρωμένων δικαιωμάτων όπως οι άδειες από καταδικασμένους για προηγούμενες υποθέσεις ένοπλης πάλης, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας τέτοιας ανησυχητικής συνέχειας του κράτους.

Το φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί και αλλού, τέτοιες πρακτικές να εντείνονται σε συνθήκες ήττας του κινήματος –πιο σωστά αδυναμίας του–, έχει αποτελέσματα και συστημικής ενσωμάτωσης της αριστεράς· με λίγα λόγια, το φαινόμενο μιας αδιέξοδης απάντησης σε πραγματικά αδιέξοδα θα πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά. Αν θυμηθούμε, για παράδειγμα, την ιταλική εμπειρία, θα προσέξουμε ότι η μεγάλη ενίσχυση των ένοπλων οργανώσεων ήρθε ακριβώς με τον συνδυασμό ανάμεσα στη στρατηγική κρίση της ρεφορμιστικής αριστεράς (με αποκορύφωμα την απόδοση στήριξης σε κυβέρνηση λιτότητας), την αποτυχία της επαναστατικής αριστεράς να δώσει εναλλακτική προοπτική και τη διαπίστωση ότι το κίνημα του ’77 δεν μπόρεσε να αλλάξει τα πράγματα. Αντίστοιχα, στην ελληνική περίπτωση, εάν κοιτάξουμε την ακολουθία από τον νεανικό ριζοσπαστισμό του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 2000, με αποκορύφωμα τον Δεκέμβρη του 2008, και μ’ όλο το αίσθημα ανημπόριας που έδινε κάποια στιγμή απέναντι στην ένταση της καταστολής, στην εξεγερσιακή σχεδόν ανάταση της περιόδου 2010-12, στην όποια ελπίδα για πολιτική αλλαγή έφερε η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, και τελικά στην τραγική διάψευση και ήττα, μπορούμε να αντιληφθούμε το έδαφος στο οποίο ένας ριζοσπαστισμός διαλέγει δρόμους πολιτικά αδιέξοδους που δίνουν την αίσθηση ότι «κάτι γίνεται».

Η διερεύνηση αυτή προφανώς και δεν πρέπει να περιοριστεί απλώς στην αναζήτηση ερμηνευτικών νημάτων ούτε να εξαντληθεί στην αποδόμηση του κυρίαρχου «αντιτρομοκρατικού» λόγου. Πάνω απ’ όλα πρέπει να αναμετρηθεί με την υπαρκτή πρόκληση να ανασυγκροτηθεί η εμπιστοσύνη στην πραγματική αποτελεσματικότητα των μαζικών πολιτικών και κινηματικών πρακτικών.

Η ΛΑ.Ε και η αποδέσμευση από την ΕΕ

Πηγή: Iskra.gr

Κατόπιν επίμονων ερωτήσεων αναγνωστών μας για την θέση της ΛΑ.Ε όσον αφορά την αποδέσμευση ή όχι από την ΕΕ, απευθυνθήκαμε σε ηγετικά στελέχη της παράταξης, τα οποία μας είπαν:

«Για την ΛΑ.Ε πρώτος και αναπόφευκτα άμεσα στόχος υψίστης προτεραιότητας για να αρχίσουμε να εφαρμόζουμε το ριζοσπαστικό μας πρόγραμμα είναι η έξοδος από την ευρωζώνη και η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα.

Η έξοδος από την ευρωζώνη και η εκκίνηση υλοποίησης του προγράμματος μας θα είναι, ταυτόχρονα, και διαδικασία αποδέσμευσης και εξόδου από την ΕΕ.

Έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ είναι για μας δυο αλληλένδετοι, με την ιδιαιτερότητά τους, στόχοι στο πλαίσιο της εφαρμογής του ριζοσπαστικού μας προγράμματος.

Άλλωστε και εκείνοι που θέλουν να παρακάμψουν τεχνητά, για να αποφύγουν, ίσως, το «πολιτικό κόστος» και την σχετική «δύσκολη» συζήτηση, τον στόχο της μετάβασης στο εθνικό νόμισμα, στο όνομα της «απευθείας» εξόδου από την ΕΕ, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να ακολουθήσουν την πορεία και διαδικασία που περιγράψαμε.

Ο κρίκος της αντικατάστασης του ευρώ με το εθνικό νόμισμα δεν μπορεί να παραμεριστεί, έχει εκ των πραγμάτων ειδική προτεραιότητα και αμεσότητα, ειδικές δυσκολίες και απαιτεί ειδικό σχεδιασμό, αφού η έξοδος από το ευρώ θα πρέπει να προχωρήσει ταχύτατα σε χρόνο dt, επί ποινή οικονομικής αποσταθεροποίησης και μεγάλου πισωγυρίσματος.

Μπορεί κάποιοι να θεωρούν ότι ξεμπερδεύουν με το σκληρό «αγκάθι» και τις δύσκολες αντιπαραθέσεις γύρω από το εθνικό νόμισμα, μιλώντας μόνο για την έξοδο από την ΕΕ ή ακόμα παραπέρα για το σοσιαλισμό, αλλά μοιάζουν έτσι με την στρουθοκάμηλο, που βάζει το κεφάλι της στην άμμο.»

20ό Συνέδριο ΚΚΕ: Μισό βήμα μπροστά, σταθερά στο «βήμα σημειωτόν»

Είναι τραγική η εμπειρία στο κομουνιστικό κίνημα που λέει ότι: το «μισό βήμα μπροστά», το ημιτελές ξεκαθάρισμα μιας στρατηγικής, η αποφυγή της σύνδεσης του στρατηγικού προσανατολισμού με τα ζητήματα της συγκεκριμένης καθημερινής τακτικής, αποτελούν τη συνταγή για μεγάλες πολιτικές ήττες.

Της Μαρίας Μπόλαρη *

Το ΚΚΕ, βα­δί­ζο­ντας προς το 20ό Συ­νέ­δριό του μέσα σε μια πε­ρί­ο­δο ιστο­ρι­κής ση­μα­σί­ας (πα­ρά­τα­ση της κρί­σης του κα­πι­τα­λι­σμού, εμ­φά­νι­ση μα­ζι­κών ρευ­μά­των εθνι­κι­στι­κής-ρα­τσι­στι­κής ακρο­δε­ξιάς, όξυν­ση των εν­δοϊ­μπε­ρια­λι­στι­κών–πο­λε­μι­κών αντα­γω­νι­σμών στην πε­ριο­χή κ.ο.κ.), δίνει την ει­κό­να ενός ημι­τε­λούς βή­μα­τος μπρο­στά στα ζη­τή­μα­τα στρα­τη­γι­κής και θε­ω­ρη­τι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού, ενώ στα ζη­τή­μα­τα της συ­γκε­κρι­μέ­νης πο­λι­τι­κής καλεί σε μια – με βήμα ση­μειω­τόν –  πα­ρά­τα­ση της πα­θη­τι­κής τα­κτι­κής του των τε­λευ­ταί­ων χρό­νων.

Πε­ρί­ο­δος ανα­τρο­πών

Το ΚΚΕ, σωστά, εντο­πί­ζει ότι στο διε­θνές και εσω­τε­ρι­κό πε­ρι­βάλ­λον συσ­σω­ρεύ­ο­νται «οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για από­το­μες ανα­τρο­πές στο συ­σχε­τι­σμό των δυ­νά­με­ων». Είναι μια ισχυ­ρή και σωστή εκτί­μη­ση, που όμως έχει ως συ­νέ­πεια ότι οι κο­μου­νι­στές δεν έχουν την πο­λυ­τέ­λεια να σκέ­φτο­νται για τις προ­ο­πτι­κές τους με όρους «μα­κράς νο­μί­μου υπάρ­ξε­ως», με την αυ­τα­πά­τη ότι θα έχου­με μπρο­στά μια πα­ρα­τε­τα­μέ­νη και σχε­τι­κά ομαλή πε­ρί­ο­δο, όπου μπο­ρού­με να θέ­σου­με ως προ­τε­ραιό­τη­τα την «ωρί­μαν­ση» των κομ­μα­τι­κών δυ­νά­με­ών μας… και μετά βλέ­που­με.

Το ΚΚΕ, επί­σης σωστά, θέτει ως στρα­τη­γι­κό στόχο του σε μια τέ­τοια πε­ρί­ο­δο τη διεκ­δί­κη­ση επα­να­στα­τι­κών ανα­τρο­πών προς την ερ­γα­τι­κή–λαϊ­κή εξου­σία και τον σο­σια­λι­σμό. Αξιο­ποιώ­ντας μά­λι­στα τη μα­ζι­κή εμπει­ρία από την τα­χύ­τα­τη συν­θη­κο­λό­γη­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ μπρο­στά στο «μέ­τω­πο» των δα­νει­στών και της ντό­πιας κυ­ρί­αρ­χης τάξης, υπο­γραμ­μί­ζει ότι οι ανα­τρο­πές θα πρέ­πει να διεκ­δι­κη­θούν χωρίς τη «δια­με­σο­λά­βη­ση των κοι­νο­βου­λευ­τι­κών αυ­τα­πα­τών» και, ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο, χωρίς τις εν­διά­με­σες στρα­τη­γι­κές των «στα­δί­ων» που κα­θό­ρι­σαν την πο­λι­τι­κή του κόμ­μα­τος στις με­γά­λες δε­κα­ε­τί­ες μετά την υιο­θέ­τη­σή τους το 1934 και τις οποί­ες η ση­με­ρι­νή ηγε­σία ταυ­τί­ζει με τον ρε­φορ­μι­σμό.

Όμως σε τι συ­γκε­κρι­μέ­νη πο­λι­τι­κή οδη­γεί αυτός ο κα­λο­δε­χού­με­νος στρα­τη­γι­κός–θε­ω­ρη­τι­κός επα­να­προσ­διο­ρι­σμός; Πώς με­τα­φρά­ζε­ται στο κρί­σι­μο ζή­τη­μα των πο­λι­τι­κών συμ­μα­χιών; Πώς απα­ντά στο ζή­τη­μα της ανα­γκαί­ας συ­γκέ­ντρω­σης δύ­να­μης, ώστε αυτοί οι με­γά­λοι στό­χοι να πα­ρου­σια­στούν στα μάτια των μαζών ως επι­τεύ­ξι­μοι και, κατά συ­νέ­πεια, ως αξιό­πι­στοι;

Εκατό χρό­νια μετά την Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση γνω­ρί­ζου­με ότι οι επα­να­στα­τι­κές ανα­τρο­πές είναι επι­τεύ­ξι­μες και ρε­α­λι­στι­κές, όταν οι ερ­γα­τι­κές μάζες φτά­σουν οι ίδιες, μέσα από την πο­λι­τι­κή εμπει­ρία τους, στην από­φα­ση να συ­γκρου­στούν και να σπά­σουν τον «τοίχο» του κα­πι­τα­λι­σμού. Το κρί­σι­μο ερώ­τη­μα για όσους σωστά επι­μέ­νουν αδιάλ­λα­κτα στην προ­ο­πτι­κή της σο­σια­λι­στι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης είναι το τι κά­νου­με σε συν­θή­κες που δεν είναι (ή δεν είναι ακόμα) άμεσα επα­να­στα­τι­κές, για να συμ­βά­λου­με στην αλ­λα­γή των δια­θέ­σε­ων των μαζών προς τον επα­να­στα­τι­κό δρόμο.

Στο ερώ­τη­μα αυτό η 3η Διε­θνής, στην εποχή του Λένιν, έχει δώσει το κέ­ντρο μιας απά­ντη­σης στο 3ο και στο 4ο Συ­νέ­δριό της: Ενιαίο Μέ­τω­πο, Με­τα­βα­τι­κό Πρό­γραμ­μα και με­τα­βα­τι­κή πο­λι­τι­κή. Είναι εντυ­πω­σια­κό το γε­γο­νός ότι το πο­λυ­σέ­λι­δο κεί­με­νο των «Θέ­σε­ων της ΚΕ» προς το 20ό συ­νέ­δριο του ΚΚΕ δεν έχει στο πα­ρα­μι­κρό να συμ­βά­λει πάνω σε αυτό το κα­θο­ρι­στι­κό ζή­τη­μα, πάνω δη­λα­δή στα ερω­τή­μα­τα που θα κρί­νουν την πα­ρέμ­βα­ση των κο­μου­νι­στών σε μια τέ­τοια καυτή, αλλά και ευ­με­τά­βλη­τη πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κή συ­γκυ­ρία.

Στην εποχή του 3ου και του 4ου Συ­νε­δρί­ου της Κο­μι­ντέρν, υπήρ­ξε εσω­τε­ρι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση απέ­να­ντι στις θέ­σεις του Λένιν και των μπολ­σε­βί­κων για το Ενιαίο Μέ­τω­πο και το Με­τα­βα­τι­κό Πρό­γραμ­μα. Ήταν η αρι­στε­ρί­στι­κη τάση – κυ­ρί­ως της νέας ηγε­σί­ας του γερ­μα­νι­κού ΚΚ – της «θε­ω­ρί­ας της επί­θε­σης». Που είχε πά­ντως την εντι­μό­τη­τα να δο­κι­μά­ζει στην πράξη την άποψή της, κα­λώ­ντας «από τα πάνω» και απρο­ε­τοί­μα­στα σε εξε­γερ­τι­κές γε­νι­κές απερ­γί­ες, που κα­τέ­λη­γαν σε απο­μο­νω­τι­κές ήττες.

«Τρι­το­πε­ριο­δι­σμός»

Το ΚΚΕ – προ­φα­νώς – δεν κι­νεί­ται με τέ­τοια λο­γι­κή. Αντί­θε­τα, στην απερ­για­κή δράση κατά του ασφα­λι­στι­κού του Κα­τρού­γκα­λου επέ­δει­ξε μια κατά πολύ με­γα­λύ­τε­ρη «σω­φρο­σύ­νη» και αυ­το­συ­γκρά­τη­ση απ’ ό,τι απαι­τού­σαν οι συν­θή­κες. Όμως, στην ιστο­ρία του επα­να­στα­τι­κού κι­νή­μα­τος υπάρ­χει μια άλλη «στιγ­μή», όπου συν­δυά­στη­κε ένας ακα­τά­σχε­τος αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κός βερ­μπα­λι­σμός με μια επί της ου­σί­ας προ­κλη­τι­κή πο­λι­τι­κή πα­θη­τι­κό­τη­τα. Είναι η πε­ρί­ο­δος του 1927–1929, όταν η ηγε­σία των Ζι­νό­βιεφ–Στά­λιν στην Κο­μι­ντέρν δή­λω­νε ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός έχει ει­σέλ­θει στην «3η και τε­λευ­ταία πε­ρί­ο­δό του», όπου κάθε πο­λι­τι­κή δράση πέραν της απαί­τη­σης της σο­σια­λι­στι­κής ανα­τρο­πής θα ήταν απα­ρά­δε­κτη και όπου απορ­ρι­πτό­ταν κάθε συμ­μα­χία με άλλα ερ­γα­τι­κά τμή­μα­τα, τα οποία συλ­λή­βδην χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ως «σο­σιαλ­φα­σί­στες».

Τρα­γι­κή συ­νέ­πεια αυτής της πο­λι­τι­κής ήταν ο αφο­πλι­σμός του ΚΚ στη Γερ­μα­νία, που θε­ώ­ρη­σε ότι «μετά τον Χί­τλερ έρ­χε­ται η σειρά μας», απέρ­ρι­ψε την τα­κτι­κή του ενιαί­ου ερ­γα­τι­κού με­τώ­που απέ­να­ντι στην άνοδο των ναζί και έφτα­σε σε μια τα­πει­νω­τι­κή ήττα, από την οποία δεν ανέ­καμ­ψε ποτέ.

Έχου­με την εντύ­πω­ση ότι – τη­ρου­μέ­νων πολ­λών ιστο­ρι­κών ανα­λο­γιών – η πραγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ εμπνέ­ε­ται κυ­ρί­ως από την «τρι­το­πε­ριο­δι­κή» ανά­λυ­ση και στρα­τη­γι­κή. Αξί­ζει να ση­μειώ­σου­με ότι η «τρίτη πε­ρί­ο­δος» υπήρ­ξε ένα σύ­ντο­μο διάλ­λει­μα στην πο­λι­τι­κή της στα­λι­νι­κής Κο­μι­ντέρν, το οποίο ακο­λού­θη­σε μια βίαιη στρο­φή δεξιά, η στρο­φή στα Λαϊκά Μέ­τω­πα, τις αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κές συμ­μα­χί­ες και τε­λι­κά στην εμπέ­δω­ση της στρα­τη­γι­κής των στα­δί­ων, σε όλα δη­λα­δή τα στοι­χεία τα οποία η ση­με­ρι­νή ηγε­σία του ΚΚΕ δη­λώ­νει ότι ανα­γνω­ρί­ζει ως συμ­πτώ­μα­τα του ρε­φορ­μι­σμού.

Αυτή η αί­σθη­ση επι­βε­βαιώ­νε­ται από τις στρο­φές του ΚΚΕ σε κά­ποια «ευαί­σθη­τα» θέ­μα­τα, όπως η ιστο­ρία του κόμ­μα­τος και οι θέ­σεις του για τον κίν­δυ­νο πο­λέ­μου.

Η Ελένη Μπέ­λου, σε άρθρο της στον «Ρι­ζο­σπά­στη» και στην ιστο­σε­λί­δα του ΚΚΕ, υπο­γράμ­μι­σε: «το κο­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα δεν συ­γκρού­στη­κε σε έκτα­ση και βάθος με τον με­του­σιω­μέ­νο σε σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία οπορ­του­νι­σμό για να αντι­με­τω­πί­σει με επα­να­στα­τι­κή ετοι­μό­τη­τα και ωρι­μό­τη­τα τις με­γά­λες οι­κο­νο­μι­κές κρί­σεις της δε­κα­ε­τί­ας του 1930, τους ιμπε­ρια­λι­στι­κούς πο­λέ­μους και την έξοδο από αυ­τούς, διεκ­δι­κώ­ντας την επα­να­στα­τι­κή εξου­σία. Αντί­θε­τα, πολλά κο­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα υπο­τά­χθη­καν χωρίς επα­να­στα­τι­κή στρα­τη­γι­κή και ευ­ε­λι­ξία τα­κτι­κής στα αντι­φα­σι­στι­κά μέ­τω­πα, στή­ρι­ξαν μέσω λαϊ­κών με­τώ­πων και συμ­με­το­χής σε κυ­βερ­νή­σεις συ­νερ­γα­σί­ας την κα­πι­τα­λι­στι­κή με­τα­πο­λε­μι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση».

Είναι μια θέση που εν πολ­λοίς απο­κα­θι­στά την τρο­τσκι­στι­κή κρι­τι­κή στην πο­λι­τι­κή των ΚΚ στα 1930–1940–1950…, λέ­γο­ντας πράγ­μα­τα για τα οποία πολ­λοί αγω­νι­στές/στριες δια­γρά­φτη­καν, συ­κο­φα­ντή­θη­καν και απο­μο­νώ­θη­καν πο­λι­τι­κά. Την ίδια στιγ­μή, όμως, το ΚΚΕ έχει… απο­κα­τα­στή­σει κομ­μα­τι­κά τον Ν. Ζα­χα­ριά­δη, δη­λα­δή τον Γε­νι­κό Γραμ­μα­τέα που έχει την κύρια ευ­θύ­νη για την επι­βο­λή στο ΚΚΕ της γραμ­μής των αντι­φα­σι­στι­κών με­τώ­πων, των λαϊ­κών με­τώ­πων, της συμ­με­το­χής ή ανο­χής σε αστι­κές κυ­βερ­νή­σεις συ­νερ­γα­σί­ας (σύμ­φω­νο Σο­φού­λη-Σκλά­βαι­να) και του δια­χω­ρι­σμού του ζη­τή­μα­τος του πο­λέ­μου από το ζή­τη­μα της διεκ­δί­κη­σης της εξου­σί­ας. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο Άρης Βε­λου­χιώ­της, που αντι­στά­θη­κε έμπρα­κτα σε αυτή τη γραμ­μή στην πιο κρί­σι­μη στιγ­μή, έχει μεν απο­κα­τα­στα­θεί πο­λι­τι­κά, αλλά όχι ακόμα… κομ­μα­τι­κά. Αυτές οι αμ­φι­ση­μί­ες στο έδα­φος της ιστο­ρί­ας, σε συν­δυα­σμό κυ­ρί­ως με την πραγ­μα­τι­κή–κα­θη­με­ρι­νή πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ, ενι­σχύ­ουν την εκτί­μη­ση περί της αστά­θειας, της αβε­βαιό­τη­τας (και της προ­σω­ρι­νό­τη­τας;) στη γε­νι­κή ιδε­ο­λο­γι­κή στρο­φή του.

Πό­λε­μος

Η Κε­ντρι­κή Επι­τρο­πή του ΚΚΕ, σωστά, εντο­πί­ζει ότι η όξυν­ση των ελ­λη­νο­τουρ­κι­κών σχέ­σε­ων εγκυ­μο­νεί τον κίν­δυ­νο πο­λε­μι­κής εμπλο­κής (θέση 12). Επί­σης σωστά εντο­πί­ζει ότι ένας τέ­τοιος πό­λε­μος «έτσι κι αλ­λιώς, όπως και να εκ­δη­λω­θεί, σή­με­ρα θα είναι ιμπε­ρια­λι­στι­κός» (θέση 44). Από αυτές τις εκτι­μή­σεις προ­κύ­πτουν τα κα­θή­κο­ντα: «σε πε­ρί­πτω­ση πο­λε­μι­κής εμπλο­κής της Ελ­λά­δας σε ιμπε­ρια­λι­στι­κό πό­λε­μο… το Κόμμα πρέ­πει… να ηγη­θεί στην ορ­γά­νω­ση της ερ­γα­τι­κής-λαϊ­κής πάλης για να βγει η Ελ­λά­δα από τον πό­λε­μο. Αυτό προ­ϋ­πο­θέ­τει όχι μόνο να ητ­τη­θεί ο όποιος πι­θα­νός ιμπε­ρια­λι­στής ει­σβο­λέ­αςαλλά να ητ­τη­θεί ολο­κλη­ρω­τι­κά και η ίδια η εγ­χώ­ρια αστι­κή τάξη…». Η ΚΕ δη­λώ­νει ότι «απαι­τεί­ται οπωσ­δή­πο­τε ιδιαί­τε­ρη δου­λειά σε μη επα­να­στα­τι­κές συν­θή­κες για την επι­τυ­χή δη­μιουρ­γία των προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων ήττας της εγ­χώ­ριας και ξένης αστι­κής τάξης». Εδώ προ­κύ­πτει ξανά το ερώ­τη­μα: Αυτές οι θέ­σεις πώς με­τα­φρά­ζο­νται στην πραγ­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή του ΚΚΕ, στην προ­πα­γάν­δα του, στην αρ­θρο­γρα­φία του «Ρι­ζο­σπά­στη», στις δη­λώ­σεις βου­λευ­τών και ηγε­τι­κών στε­λε­χών του;

Πώς συν­δυά­ζο­νται με τις θέ­σεις του ΚΚΕ για το Κυ­πρια­κό, που προ­κά­λε­σαν εν­θου­σια­σμό στην εθνι­κι­στι­κή «φι­λο-ενω­τι­κή» ακρο­δε­ξιά και πα­γω­μά­ρα στην Αρι­στε­ρά, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του ΑΚΕΛ; Πώς συν­δυά­ζο­νται με τις δε­κά­δες κα­ταγ­γε­λί­ες της Τουρ­κί­ας για «αμ­φι­σβή­τη­ση της Λω­ζά­νης» στο Αι­γαίο και την ταυ­τό­χρο­νη σιωπή για τις στην πράξη ανα­θε­ω­ρή­σεις της Λω­ζά­νης από την «εγ­χώ­ρια αστι­κή τάξη»; Πώς συν­δυά­ζο­νται με τη σιωπή στα ζη­τή­μα­τα των εξο­πλι­σμών; Πώς συν­δυά­ζο­νται με τις δη­λώ­σεις Κου­τσού­μπα, που διέ­γνω­σε επι­θε­τι­κό­τη­τα εκ μέ­ρους της… Αλ­βα­νί­ας και της… ΠΓΔΜ στα Βαλ­κά­νια; Ποια πραγ­μα­τι­κή γραμ­μή «προ­ε­τοι­μά­ζουν» («σε συν­θή­κες μη επα­να­στα­τι­κές»…) αυτές οι θέ­σεις για το τρα­γι­κό εν­δε­χό­με­νο μιας ελ­λη­νο­τουρ­κι­κής πο­λε­μι­κής σύ­γκρου­σης; Είναι κα­θα­ρό ότι το ΚΚΕ του­λά­χι­στον απέ­χει από τα κα­θή­κο­ντα της ανα­γκαί­ας αντι­πα­ρά­θε­σης με τον εθνι­κι­σμό και της ρήξης με την καλ­λιερ­γού­με­νη «εθνι­κή ομο­ψυ­χία» στα θέ­μα­τα του ελ­λη­νο­τουρ­κι­κού αντα­γω­νι­σμού.

Τα ζη­τή­μα­τα του πο­λέ­μου, τα αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κά κα­θή­κο­ντα, μπο­ρούν να τε­θούν με πραγ­μα­τι­κούς όρους μόνο σε άμεσο συν­δυα­σμό με τα κα­θή­κο­ντα της ανα­τρο­πής της λι­τό­τη­τας, της ανα­τρο­πής του μνη­μο­νια­κού νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, με μέ­τω­πο των ερ­γα­τι­κών–αρι­στε­ρών δυ­νά­με­ων, που θα ανα­με­τρη­θεί με αυτές τις προ­κλή­σεις εδώ και τώρα. Και η συμ­με­το­χή του ΚΚΕ στις πρω­το­βου­λί­ες για τη συ­γκρό­τη­ση ενός τέ­τοιου «στρα­το­πέ­δου» θα ήταν μια από τις πιο χαρ­μό­συ­νες ει­δή­σεις που θα μπο­ρού­σα­με να πε­ρι­μέ­νου­με.

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από την «Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά», φ. 380 (22/3/17)

Η Αριστερά και οι πολιτικές συμμαχίες

Τα καθήκοντα της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς αποκτούν μέσα στο σημερινό τοπίο καθοριστική σημασία.

Του Αντώνη Νταβανέλου
Πηγή: rproject.gr *

Ο κόσμος μας δέχεται μιαν επίθεση καθοριστικής σημασίας. Οργανώνοντας τη μετάβαση προς το Μνημόνιο 4, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν θεσμοθετεί απλώς την υπερλιτότητα. Δεσμεύει μέσα σε αυτήν όλες τις μελλοντικές εξελίξεις: θεσμοθετεί κυριολεκτικά το There is No Alternative. Στο Ασφαλιστικό, στο Φορολογικό, στις εργασιακές σχέσεις, στο υπερταμείο ιδιωτικοποιήσεων, χαράσσεται με τον πιο σκληρό τρόπο ότι η θηλιά της λιτότητας στο λαιμό της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων θα χαλαρώσει μόνον εάν και όταν το αποφασίσουν οι δανειστές και η ντόπια κυρίαρχη τάξη. Η εξυπηρέτηση του χρέους και η πρόσδεση στο ευρώ αναβαθμίζονται σε υπέρτατο νόμο, σε απαραβίαστο πλαίσιο. Εκτός πάλι αν οι δανειστές και η ντόπια κυρίαρχη τάξη αποφασίσουν διαφορετικά.

Τα καθήκοντα της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς αποκτούν μέσα σε αυτό το τοπίο καθοριστική σημασία. Μέσα σε αυτά τα ιδεολογικά, τα πολιτικά, τα οργανωτικά καθήκοντα, ξεχωριστή σημασία έχει το ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών. Γιατί ολοφάνερα συνδέεται με την ικανότητα και τη διάθεση των ευρύτερων εργατικών και λαϊκών μαζών να κλιμακώσουν τους αγώνες αντίστασής τους. Η ενότητα στη δράση της αντιμνημονιακής Αριστεράς είναι η αναγκαία συνθήκη για να ξεπεράσει η κοινωνική αντίσταση τους περιορισμούς της σημερινής συγκυρίας. Αλλά η ενότητα στη δράση δεν αρκεί: το να δημιουργηθεί ξανά ένα κύμα ελπίδας που θα μπορεί να συνεγείρει τους απλούς ανθρώπους προϋποθέτει κάτι πέρα από το να «χτυπάμε μαζί», προϋποθέτει μιαν ευρύτερη και συστηματικότερη πολιτική συνεργασία, προϋποθέτει μια μορφή «μετώπου» της Αριστεράς, που θα στηρίζεται ασφαλώς πάνω σε ένα συγκροτημένο «μεταβατικό πρόγραμμα», αλλά που επίσης θα μπορεί να συγκεντρώσει μια δύναμη αναμετρήσιμη με το καθήκον της επιβολής του προγράμματος αυτού. Αυτές οι απλές σκέψεις, που εύκολα θα συγκέντρωναν την αποδοχή μεγάλου τμήματος των αγωνιστών-τριών του κινήματος, δεν βρίσκουν αυτόματα το δρόμο προς την πρακτική υλοποίησή τους, γιατί η συζήτηση μεταξύ των οργανωμένων δυνάμεων της Αριστεράς αποδεικνύεται πιο περίπλοκη.

Το ΚΚΕ

Το ΚΚΕ, διατηρώντας έναν σημαντικό όγκο οργανωμένων δυνάμεων, δεν μπαίνει καν στη συζήτηση αυτή. Ταυτίζοντας τη μεταβατική πολιτική με την ωρίμανση μιας κάποιας «λαϊκής εξουσίας», καταλήγει να υποτιμά κάθε διεκδίκηση ενδιάμεσων στόχων, που προέκυψαν από την κινηματική εμπειρία των τελευταίων χρόνων.

Ζητήματα όπως η ανατροπή των μνημονίων, η ανατροπή της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού, η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών, η έξοδος από το ευρώ και η σύγκρουση με την Ευρωζώνη και την ΕΕ παραπέμπονται στις συνθήκες όπου θα είναι εφικτή η διεκδίκηση της… εργατικής εξουσίας. Ασφαλώς οι κατακτήσεις της εργατικής τάξης και του λαού είναι εφικτό να διασφαλιστούν και να πάρουν μια πιο οριστική μορφή μόνο μέσω της γενικότερης απελευθέρωσης. Όμως όλη η πείρα των 100 χρόνων που μας χωρίζουν από την Οκτωβριανή Επανάσταση διδάσκει ότι η προσέγγιση της σοσιαλιστικής ανατροπής γίνεται εφικτή μόνο μέσα από το προχώρημα των ίδιων των εργατικών και λαϊκών μαζών, μέσα από την αγωνιστική και πολιτική εμπειρία τους, προς την απόφαση και τη θέληση να πραγματοποιήσουν οι ίδιες αυτό το κολοσσιαίο έργο. Τι κάνουμε λοιπόν στο διάστημα που μεσολαβεί; Ποια είναι τα καθήκοντα, ποιες πρέπει να είναι οι διεκδικήσεις, ποια πρέπει να είναι η τακτική της κομουνιστικής Αριστεράς, μέσα σε εποχές που ο κόσμος μας δέχεται μεγάλες επιθέσεις και –παρ’ όλα αυτά– οι συνθήκες δεν είναι –ή δεν είναι ακόμα…– άμεσα επαναστατικές; Η απάντηση της μαρξιστικής παράδοσης, στηριγμένη στην πείρα της ρωσικής και γερμανικής επανάστασης, δόθηκε στο 3ο και στο 4ο Συνέδριο της Κομουνιστικής Διεθνούς: Ενιαίο Μέτωπο, μεταβατικό πρόγραμμα, μεταβατική πολιτική…

Ασφαλώς δεν πρόκειται για έτοιμη συνταγή: το μεταβατικό πρόγραμμα ήταν και είναι ένα κρίσιμο πρόβλημα συγκεκριμενοποίησης, που η Αριστερά οφείλει να απαντά με την τακτική ευελιξία που επιβάλλει η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, αλλά ταυτόχρονα τη στρατηγική ακαμψία, την προσήλωση στο στόχο της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης (που, π.χ., αποκλείει από τις «συμμαχίες» στο πλαίσιο του Ενιαίου Μετώπου όλες τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από προσδιορισμούς –όπως δημοκρατικές, πατριωτικές κ.ο.κ.– που μπορεί συγκυριακά να τους αποδίδονται…). Το ΚΚΕ, κρατώντας την πολιτική του έξω από αυτήν τη γόνιμη αναζήτηση, δεν μένει χωρίς απάντηση στο ερώτημα «τι να κάνουμε;» μέχρι τη δημιουργία ανατρεπτικών συνθηκών. Μόνο που η απάντησή του είναι κατώτερη των περιστάσεων: περιορίζεται στην έκκληση για την ενίσχυση του κόμματος –την οργανωτική, αλλά κυρίως την εκλογική– όπως και την ενίσχυση των ιδιόμορφων «μετώπων», όπως το ΠΑΜΕ, που το κόμμα δημιουργεί γύρω από τον εαυτό του. Η τακτική αυτή δεν είναι μόνο «σεχταριστική» απέναντι στις άλλες οργανωμένες δυνάμεις της Αριστεράς, είναι κυρίως «σεχταριστική» απέναντι σε ευρύτερες εργατικές και λαϊκές διαθέσεις, είναι διστακτική και άτολμη απέναντι σε ευκαιρίες παρέμβασης και δράσης που όμως προϋποθέτουν ευρύτερη συσπείρωση. Γι’ αυτό, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό στην πραγματική πολιτική του ΚΚΕ δεν είναι ένας μαρξίζων βερμπαλισμός, αλλά ένας βαθύς τακτικός συντηρητισμός, που –σε κρίσιμες στιγμές– απέφυγε και αποφεύγει την πραγματική αντιπαράθεση. Αυτό επικροτούν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις και τα παπαγαλάκια τους στα ΜΜΕ όταν μιλούν για μια παραδοσιακή «σοβαρότητα» του ΚΚΕ.

Η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα την πρότασή της για τα αναγκαία «μέτωπα» μέσα στην περίοδο. Απ’ ό,τι φαίνεται –κυρίως από την αρθρογραφία κεντρικών στελεχών της, που «επεξηγούν» την πρόταση– χωρίζει την πολιτική συμμαχιών σε δύο τομείς: αφενός στο πολιτικό πεδίο, όπου η πρόταση εξαιρεί από τους αποδέκτες της απεύθυνσής της… το ΚΚΕ και τη ΛΑΕ. Μπορεί έτσι να γίνει κατανοητή –κάτι που ελπίζουμε να διαψευστεί– ως μια τακτική προσέλκυσης μικρότερων δυνάμεων, που θα μπορούσαν να συμπληρώνουν μιαν εικόνα «μετώπου» γύρω από τον υπαρκτό κορμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, χωρίς όμως να διαθέτουν τη δύναμη να θέσουν σε αμφισβήτηση τη δεδομένη μέχρι σήμερα πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Πρόκειται για μια ρουτινιάρικη αντίληψη περί μιας κάποιας «διεύρυνσης» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που είναι όμως κατώτερη των περιστάσεων. Αφετέρου στο κινηματικό πεδίο, όπου η πρόταση μοιάζει να απευθύνεται σε όλες τις δυνάμεις. Αυτό το θετικό στοιχείο θα πρέπει να προστατευθεί από μια «συγκεκριμενοποίησή του», που μπορεί να επιστρέφει στη λογική των εξαιρέσεων, μέσω μιας άκαμπτης υποστήριξης ενός «πλαισίου» στόχων και αιτημάτων που, ενώ υποστηρίζεται ως «μεταβατικό», καταλήγει να προϋποθέτει μιαν… εργατική εξέγερση. Το πρόβλημα των στόχων μιας ενότητας στη δράση οφείλει να απαντιέται με βάση τους υπαρκτούς αγώνες των μαζών σήμερα, και το «πλαίσιο» για να αποτελεί βάθρο ενότητας οφείλει να έχει την κεκτημένη συναίνεση ενός σοβαρού τμήματος των κοινωνικών-αγωνιστικών πρωτοποριών. Αλλιώς παίζουμε το blame-game (το παιχνίδι του καταλογισμού της ευθύνης) για την άρνηση της ενότητας στη δράση, στο όνομα της ενότητας στη δράση…

Μιαν ανάλογη πρόταση έχε καταθέσει η «Δικτύωση για τη Ριζοσπαστική Αριστερά». Εμείς ως ΔΕΑ, αλλά και η ΛΑΕ, έχουμε χαιρετίσει και αποδεχτεί την πρόταση αυτή, θεωρώντας ότι ανοίγει έναν θετικό δρόμο προς την ενότητα στη δράση, ακόμα και για την αναγκαία ευρύτερη πολιτική συνεργασία της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς. Πρέπει να υποστηριχθούν όλες οι πρωτοβουλίες που οδηγούν σε έναν κινηματικό συντονισμό και μια κλιμάκωση της αντίστασης. Ταυτόχρονα πρέπει να υποστηριχθούν όλες οι πρωτοβουλίες οργάνωσης της αναγκαίας σήμερα προγραμματικής-πολιτικής συζήτησης, με στόχο την ανάδειξη ενός ενιαίου «μεταβατικού προγράμματος», που εν πολλοίς ενυπάρχει μέσα στις εμπειρίες και τις παρεμβάσεις όλων μας. Όμως αυτή η διαδικασία δεν προκύπτει αυθορμήτως, δεν αναβλύζει αυτονόητα από έναν «από τα κάτω» αυτοματισμό: χρειάζεται κοινές πολιτικές πρωτοβουλίες και αυτές με τη σειρά τους χρειάζονται μιαν ανάλογη πολιτική δέσμευση, που στις σημερινές συνθήκες πρέπει να δηλώνεται και να υποστηρίζεται ανοιχτά.

Ενότητα

Σε ό,τι μας αφορά, έχουμε από καιρό υποστηρίξει την αναφορά σε ένα «φάσμα» δυνάμεων που αρχίζει από το ΚΚΕ και φτάνει στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, περιλαμβάνοντας όλα τα τμήματα που διαχωρίστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ σε αντιμνημονιακή βάση από το καλοκαίρι του 2015. Συμμετέχοντας στη ΛΑΕ, πάντα υποστηρίζαμε ότι η πολιτική συμμαχιών της οφείλει να ταυτίζεται με την πολιτική ενότητας στη δράση των δυνάμεων της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Μπροστά στον καλπασμό προς το 4ο μνημόνιο, οι δυνάμεις αυτές οφείλουν να συγκροτήσουν κινηματικό μέτωπο που θα λογοδοτεί στην κλιμάκωση της αντίστασης του κόσμου μας. Μπροστά στην πολιτική κρίση –που παραμένει βαθύτατη και αδιέξοδη– οι δυνάμεις αυτές –ή, έστω, ένα σοβαρό τμήμα τους– οφείλουν να δείξουν ετοιμότητα, να παρουσιάσουν εναλλακτική πολιτική πρόταση και εναλλακτικό «πόλο» συγκέντρωσης δύναμης απέναντι στο δίπολο Τσίπρας-Μητσοτάκης. Και επειδή ο πολιτικός χρόνος πιθανότατα θα αποδειχθεί βραχύτερος του αναμενομένου, οι αναγκαίες πολιτικές πρωτοβουλίες πρέπει να αναζητηθούν τώρα.

*Αναδημοσίευση από την «Εργατική Αριστερά», φ.379 (8/3/17)