Κατηγορία: Ευρωβουλή

Λαϊκή Ενότητα – Ν. Χουντής: Μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου οι συμβάσεις, απαντά η Ευρωπαία Επίτροπος

Τα Ελληνικά δικαστήρια μπορούν στην περίπτωση των διαδοχικών συμβάσεων να μετατρέψουν τις συμβάσεις σε αόριστου χρόνου στο δημόσιο σύστημα υγείας, απαντά με σημερινή ανακοίνωση η Ευρωπαία Επίτροπος σε ερώτηση του Ευρωβουλευτή της Λαϊκής Ενότητας – Μέτωπο Ανατροπής Νίκου Χουντή. Η απάντηση αυτή καταρρίπτει τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς περί αδυναμίας μετατροπής των συμβάσεων και αποκαλύπτει ότι παράνομα χρησιμοποιούν τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου για πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε ο Ευρωβουλευτής της Λαϊκής Ενότητας – Μέτωπο Ανατροπής Νίκος Χουντής αναφέρει:

  • Τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόσουν την ευρωπαϊκή νομοθεσία και να δικαιώσουν τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου με διαδοχικές συμβάσεις στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας
    · Απάντηση Κομισιόν σε Νίκο Χουντή
    Τα ελληνικά δικαστήρια να επιβάλουν τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της ΕΕ, που προβλέπει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, μετά από 24μηνο, για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας.
    Αυτή την ενθαρρυντική απάντηση στο αίτημα χιλιάδων συμβασιούχων που εργάζονται στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας της χώρας, απέστειλε σήμερα, 24.5.2019, η Επίτροπος κ. Thyssen, μετά από ερώτηση του ευρωβουλευτή της Λαϊκής Ενότητας και υποψήφιου με τη «Λαϊκή Ενότητα-Μέτωπο Ανατροπής», Νίκου Χουντή.
    Στην ερώτησή του, ο Νίκος Χουντής, τόνιζε ότι, «Τα τελευταία χρόνια, λόγω της απαγόρευσης των προσλήψεων,  ο αριθμός των εργαζομένων στο δημόσιο σύστημα υγείας έχει μειωθεί κατά 25%, και θέσεις εργασίας που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αντί με μόνιμο προσωπικό, καλύπτονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου» και σημείωνε ότι, «στο προσωπικό που σήμερα εργάζεται με συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας περιλαμβάνονται:
    1200 επικουρικοί εργαζόμενοι, οι  οποίοι εργάζονται από 24 μήνες έως 5 συνεχόμενα έτη·
    3.700 εργαζόμενοι μέσω προγραμμάτων ΟΑΕΔ, που όμως καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και έχουν υπερβεί το 24μηνο·
    αδιευκρίνιστος αριθμός εργαζομένων μέσω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε καθαριότητα, φύλαξη και εστίαση νοσοκομείων, οι οποίοι επίσης έχουν υπερβεί το 24μηνο, χρόνος που αποτελεί προϋπόθεση για την μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, βάσει εθνικής νομοθεσίας (Π.Δ. 186/2003)».
    Καταλήγοντας στην ερώτησή του, ο Έλληνας ευρωβουλευτής καλούσε την Κομισιόν «να βεβαιώσει ότι, σε περίπτωση παραβίασης της νομοθεσίας, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου πρέπει να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν η εθνική νομοθεσία το απαγορεύει»
    Στην απάντησή της, η Ευρωπαία Επίτροπος τονίζει, μεταξύ άλλων ότι, «Η ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου περιορίζει την προσφυγή σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζοντας ορισμένες ελάχιστες προστατευτικές διατάξεις τις οποίες πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της μέγιστης συνολικής διάρκειας των συμβάσεων αυτών.
    Η διάταξη στην ελληνική νομοθεσία για τη θέσπιση μέγιστης διάρκειας 24 μηνών για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μετά την οποία ανατίθεται σύμβαση αορίστου χρόνου, εφαρμόζει τη ρήτρα 5. Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με την εν λόγω διάταξη».Η πλήρης ερώτηση και απάντηση έχουν ως εξής:
    Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-001510/2019
    προς την Επιτροπή
    Άρθρο 130 του Κανονισμού
    Nikolaos Chountis (GUE/NGL)
    Θέμα: Παράνομες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο σύστημα υγείας της Ελλάδας
    Τα τελευταία χρόνια, λόγω της απαγόρευσης των προσλήψεων,  ο αριθμός των εργαζομένων στο δημόσιο σύστημα υγείας έχει μειωθεί κατά 25%, και θέσεις εργασίας που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αντί με μόνιμο προσωπικό, καλύπτονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
    Πιο συγκεκριμένα, στο προσωπικό που σήμερα εργάζεται με συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας περιλαμβάνονται:
    1200 επικουρικοί εργαζόμενοι, οι  οποίοι εργάζονται από 24 μήνες έως 5 συνεχόμενα έτη·
    3.700 εργαζόμενοι μέσω προγραμμάτων ΟΑΕΔ, που όμως καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και έχουν υπερβεί το 24μηνο·
    αδιευκρίνιστος αριθμός εργαζομένων μέσω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε καθαριότητα, φύλαξη και εστίαση νοσοκομείων, οι οποίοι επίσης έχουν υπερβεί το 24μηνο, χρόνος που αποτελεί προϋπόθεση για την μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, βάσει εθνικής νομοθεσίας (Π.Δ. 186/2003).
    Με δεδομένα τα  ανωτέρω, την οδηγία 1999/70 περί καταχρήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού  Δικαστηρίου , ερωτάται η Επιτροπή:
    1. Μπορεί να βεβαιώσει ότι, σε περίπτωση παραβίασης της νομοθεσίας, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου πρέπει να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν η εθνική νομοθεσία το απαγορεύει;
    2. Τι μέτρα προτίθεται να λάβει, προκειμένου η ελληνική κυβέρνηση να μετατρέψει τις ανωτέρω συμβάσεις σε αορίστου χρόνου και να καταργήσει τον θεσμό των συμβασιούχων;E-001510/2019Απάντηση από την κα Thyssenεξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής(24.5.2019)
    Σύμφωνα με το προοίμιο της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη με την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, οι υπογράφοντες κοινωνικοί εταίροι αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή εργασιακής σχέσης.
    Η ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου περιορίζει την προσφυγή σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζοντας ορισμένες ελάχιστες προστατευτικές διατάξεις τις οποίες πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της μέγιστης συνολικής διάρκειας των συμβάσεων αυτών.
    Η διάταξη στην ελληνική νομοθεσία για τη θέσπιση μέγιστης διάρκειας 24 μηνών για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μετά την οποία ανατίθεται σύμβαση αορίστου χρόνου, εφαρμόζει τη ρήτρα 5. Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με την εν λόγω διάταξη.
    Η συμφωνία πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση στα κράτη μέλη να προβλέπουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Ωστόσο, το Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε ότι η εν λόγω μετατροπή μπορεί να αποτελέσει επαρκές μέσο προσφυγής για κατάχρηση κατά τη ρήτρα 5.

    Το Γραφείο Τύπου
    24.05.2019

Advertisements

Απάντηση Κομισιόν σε N.Χουντή για διαδοχικές συμβάσεις στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας

Τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόσουν την ευρωπαϊκή νομοθεσία και να δικαιώσουν τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου με διαδοχικές συμβάσεις στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας

Τα ελληνικά δικαστήρια να επιβάλουν τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της ΕΕ, που προβλέπει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, μετά από 24μηνο, για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας.

Αυτή την ενθαρρυντική απάντηση στο αίτημα χιλιάδων συμβασιούχων που εργάζονται στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας της χώρας, απέστειλε σήμερα, 24.5.2019, η Επίτροπος κ. Thyssen, μετά από ερώτηση του ευρωβουλευτή της Λαϊκής Ενότητας και υποψήφιου με τη «Λαϊκή Ενότητα-Μέτωπο Ανατροπής», Νίκου Χουντή.

Στην ερώτησή του, ο Νίκος Χουντής, τόνιζε ότι, «Τα τελευταία χρόνια, λόγω της απαγόρευσης των προσλήψεων,  ο αριθμός των εργαζομένων στο δημόσιο σύστημα υγείας έχει μειωθεί κατά 25%, και θέσεις εργασίας που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αντί με μόνιμο προσωπικό, καλύπτονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου» και σημείωνε ότι, «στο προσωπικό που σήμερα εργάζεται με συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας περιλαμβάνονται:

1200 επικουρικοί εργαζόμενοι, οι  οποίοι εργάζονται από 24 μήνες έως 5 συνεχόμενα έτη·

3.700 εργαζόμενοι μέσω προγραμμάτων ΟΑΕΔ, που όμως καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και έχουν υπερβεί το 24μηνο·

αδιευκρίνιστος αριθμός εργαζομένων μέσω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε καθαριότητα, φύλαξη και εστίαση νοσοκομείων, οι οποίοι επίσης έχουν υπερβεί το 24μηνο, χρόνος που αποτελεί προϋπόθεση για την μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, βάσει εθνικής νομοθεσίας (Π.Δ. 186/2003)».

Καταλήγοντας στην ερώτησή του, ο Έλληνας ευρωβουλευτής καλούσε την Κομισιόν «να βεβαιώσει ότι, σε περίπτωση παραβίασης της νομοθεσίας, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου πρέπει να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν η εθνική νομοθεσία το απαγορεύει»

Στην απάντησή της, η Ευρωπαία Επίτροπος τονίζει, μεταξύ άλλων ότι, «Η ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου περιορίζει την προσφυγή σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζοντας ορισμένες ελάχιστες προστατευτικές διατάξεις τις οποίες πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της μέγιστης συνολικής διάρκειας των συμβάσεων αυτών.

Η διάταξη στην ελληνική νομοθεσία για τη θέσπιση μέγιστης διάρκειας 24 μηνών για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μετά την οποία ανατίθεται σύμβαση αορίστου χρόνου, εφαρμόζει τη ρήτρα 5. Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με την εν λόγω διάταξη».

Η πλήρης ερώτηση και απάντηση έχουν ως εξής:

Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-001510/2019

προς την Επιτροπή

Άρθρο 130 του Κανονισμού

Nikolaos Chountis (GUE/NGL)

Θέμα:         Παράνομες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο σύστημα υγείας της Ελλάδας

Τα τελευταία χρόνια, λόγω της απαγόρευσης των προσλήψεων,  ο αριθμός των εργαζομένων στο δημόσιο σύστημα υγείας έχει μειωθεί κατά 25%, και θέσεις εργασίας που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αντί με μόνιμο προσωπικό, καλύπτονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Πιο συγκεκριμένα, στο προσωπικό που σήμερα εργάζεται με συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας περιλαμβάνονται:

1200 επικουρικοί εργαζόμενοι, οι  οποίοι εργάζονται από 24 μήνες έως 5 συνεχόμενα έτη·

3.700 εργαζόμενοι μέσω προγραμμάτων ΟΑΕΔ, που όμως καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και έχουν υπερβεί το 24μηνο·

αδιευκρίνιστος αριθμός εργαζομένων μέσω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε καθαριότητα, φύλαξη και εστίαση νοσοκομείων, οι οποίοι επίσης έχουν υπερβεί το 24μηνο, χρόνος που αποτελεί προϋπόθεση για την μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, βάσει εθνικής νομοθεσίας (Π.Δ. 186/2003).

Με δεδομένα τα  ανωτέρω, την οδηγία 1999/70 περί καταχρήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού  Δικαστηρίου[1] [2], ερωτάται η Επιτροπή:

  1. Μπορεί να βεβαιώσειότι, σε περίπτωση παραβίασης της νομοθεσίας, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου πρέπει να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν η εθνική νομοθεσία το απαγορεύει;
  2. Τι μέτρα προτίθεται να λάβει, προκειμένου η ελληνική κυβέρνηση να μετατρέψει τις ανωτέρω συμβάσεις σε αορίστου χρόνου και να καταργήσει τον θεσμό των συμβασιούχων;

E-001510/2019

Απάντηση από την κα Thyssen

εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

(24.5.2019)

Σύμφωνα με το προοίμιο της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη με την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου[3], οι υπογράφοντες κοινωνικοί εταίροι αναγνωρίζουν ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή εργασιακής σχέσης.

Η ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου περιορίζει την προσφυγή σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ορίζοντας ορισμένες ελάχιστες προστατευτικές διατάξεις τις οποίες πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της μέγιστης συνολικής διάρκειας των συμβάσεων αυτών.

Η διάταξη στην ελληνική νομοθεσία για τη θέσπιση μέγιστης διάρκειας 24 μηνών για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μετά την οποία ανατίθεται σύμβαση αορίστου χρόνου, εφαρμόζει τη ρήτρα 5. Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με την εν λόγω διάταξη.

Η συμφωνία πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση στα κράτη μέλη να προβλέπουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου[4]. Ωστόσο, το Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε ότι η εν λόγω μετατροπή μπορεί να αποτελέσει επαρκές μέσο προσφυγής για κατάχρηση κατά τη ρήτρα 5.[5]

 

[1]     Υπόθ. C-16/15, 14 Σεπτέμβριος 2016.

[2]     Υπόθ. C-331/17, Οκτώβριος 2018.

[3]     Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για την εφαρμογή της συμφωνίας πλαισίου για με την εργασία ορισμένου χρόνου, ΕΕ L 175 της 10.7.1999.

[4]     Για παράδειγμα, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo and Others, C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C- 418/13, σκέψη 80.

[5]     Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2018 στην υπόθεση Sciotto, C-331/17, σκέψη 59 και εξής.

Πρωτιά Νίκου Χουντή (ΛΑΕ) στην υπεράσπιση τού περιβάλλοντος

Στην πρώτη θέση μεταξύ των Ελλήνων ευρωβουλευτών ο Νίκος Χουντής, της Λαϊκής Ενότητας, στην υπεράσπιση τού περιβάλλοντος, με βάση έρευνα τού Πανευρωπαϊκού Δικτύου Δράσης ενάντια στην Κλιματική Αλλαγή (CAN Europe).

Πού κατατάσσονται τα ελληνικά κόμματα στην Ευρωβουλή.

«Υπερασπιστές», «Αργοπορημένοι» ή «Δεινόσαυροι»;

Μια ξεχωριστή πρωτιά κατέκτησε ο Νίκος Χουντής, ευρωβουλευτής και εκ νέου υποψήφιος ευρωβουλευτής με τη Λαϊκή Ενότητα – Μέτωπο Ανατροπής, σύμφωνα με πανευρωπαϊκή έρευνα του Δικτύου Δράσης ενάντια στην Κλιματική Αλλαγή (CAN Europe), κατατάσσοντάς τον ως τον καλύτερο Έλληνα ευρωβουλευτή όσον αφορά την υπεράσπιση του περιβάλλοντος.

Πιο συγκεκριμένα, το Πανευρωπαϊκό Δίκτυο ενάντια στην Κλιματική Αλλαγή (CAN Europe) αξιολόγησε την συμπεριφορά όλων των ευρωβουλευτών σε σημαντικές ψηφοφορίες για το περιβάλλον, όπως την Οδηγία για τις εκπομπές ρύπων, τον Κανονισμό για την κλιματική αλλαγή, τον Κανονισμό για τις χρήσεις γης, την Οδηγία για την ενεργειακή απόδοση, τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, κ.α., κατατάσσοντας τα μέλη του Ευρωκοινοβουλίου σε τρεις κατηγορίες: Υπερασπιστές, Αργοπορημένους και Δεινόσαυρους.

Σύμφωνα με την κατάταξη του CAN Europe ο Νίκος Χουντής κατατάσσεται στην πρώτη θέση των Υπερασπιστών του Περιβάλλοντος, αναγνωρίζοντας την συνεπή πολιτική δράση της Λαϊκής Ενότητας και στο Ευρωκοινοβούλιο, στα θέματα της υπεράσπισης του περιβάλλοντος.

Στον παρακάτω σύνδεσμο θα βρείτε όλες τις λεπτομέρειες της έρευνας του CAN Europe και τις θέσεις που κατέλαβαν τα υπόλοιπα ελληνικά κόμματα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο:

http://www.caneurope.org/docman/climate-energy-targets/3476-defenders-delayers-dinosaurs-ranking-of-eu-political-groups-and-national-parties-on-climate-change/file

Η δική μας Ευρώπη είναι η Ανυπότακτη!

Του Άλκη Αντωνιάδη,
υποψήφιου ευρωβουλευτή με τη Λαϊκή Ενότητα-Μέτωπο Ανατροπής

Στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραδοσιακά, η ατζέντα των ευρωεκλογών επηρεάζονταν κυρίαρχα από τις εξελίξεις της εθνικής πολιτικής και οικονομίας. Το κριτήριο της ψήφου δεν αφορούσε τόσο την προοπτική της Ευρώπης αλλά αντανακλούσε στην εσωτερική κατάσταση. Τα τελευταία, ωστόσο, χρόνια,  ιδιαίτερα στις χώρες του Νότου, που υπέστησαν μνημόνια το «εθνικό» ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με το ευρωπαϊκό. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πια ένα  απομακρυσμένο πεδίο που απλώς θέτει τους γενικότερους κανόνες αλλά ένας μηχανισμός, που στην περίπτωση της χώρας μας, μαζί με τις μνημονιακές κυβερνήσεις, ρυθμίζει μέχρι και τις τελευταίες λεπτομέρειες του συνόλου της οικονομικο-πολιτικής ζωής. Με την έννοια αυτή ψηφίζοντας στις ευρωεκλογές του Μαΐου για τα εθνικά κόμματα, στην πραγματικότητα αποφασίζουμε άμεσα αν αποδεχόμαστε  ή όχι τις πολιτικές της λιτότητας και των μνημονίων που η Ένωση μας έχει επιβάλει.

Με το πέρασμα των χρόνων, και σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζονται οι θιασώτες της «ευρωπαϊκής ιδέας» ότι ο ρόλος της Ε.Ε στις εξελίξεις είναι περιορισμένος , η παρέμβαση των ευρωπαϊκών θεσμών  στα κράτη και τις κοινωνίες γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτική. Από τη νεοφιλελεύθερη  συνθήκη του Μάαστριχτ μέχρι εκείνη της Λισαβόνας και από το Σύμφωνο Σταθερότητας μέχρι την επιβολή μνημονίων σε Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία στα χρόνια της κρίσης, η Ένωση, επιχειρεί να ορίσει, μέσω των κομματικών-κυβερνητικών της εκπροσώπων, ολοένα και περισσότερο τις τύχες των λαών  επιβάλλοντας σκληρή λιτότητα.

Όμως, η οικονομική  κρίση του 2008, που εξελίχθηκε με διαφορά φάσης και έντασης από χώρα σε χώρα, εκτός από τη φτωχοποίηση και την κοινωνική ερήμωση που προκάλεσε φανέρωσε και τα όρια της αυταπάτης των γκουρού του φιλευθερισμού περί «αέναης πορείας του ευρωπαϊκού εγχειρήματος προς την ευημερία των πολιτών» και εκτίναξε τη λαϊκή δυσφορία απέναντι στη θηλειά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δυσφορία αυτή  εκφράστηκε τόσο με μαζικές κινητοποιήσεις (πλατείες της Ισπανίας και της Ελλάδας) όσο και με μεγάλη μείωση του ποσοστού εμπιστοσύνης των πολιτών προς την Ένωση.

Ως συνέπεια των παραπάνω, η εναντίωση των ευρωπαϊκών λαών στο νεοφιλελευθερισμό της Ε.Ε και των εθνικών κυβερνήσεων εκφράστηκε και εκφράζεται εδώ και μία περίπου δεκαετία σε μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων ή δημοψηφισμάτων όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση εισπράττει άμεσα ή έμμεσα την απόρριψη των πολιτών. Το ελληνικό, το ιταλικό και το βρετανικό δημοψήφισμα καθώς και μια σειρά εκλογικών αποτελεσμάτων που οδήγησαν στη συντριβή σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων αλλά και κομμάτων της ευρωπαϊκής δεξιάς μαρτυρούν ως προς αυτό. Με άλλα λόγια η οικονομική κρίση στην Ευρώπη έχει εξελιχθεί σε πολιτική κρίση και κρίση πολιτικής εκπροσώπησης του παραδοσιακού κομματικού συστήματος.

Με βάση, επομένως, τις εκλογικές ανακατατάξεις των τελευταίων χρόνων στην Ευρώπη γίνεται ορατό ότι ο παλιός κραταιός δικομματισμός σοσιαλδημοκρατών-δεξιάς όχι μόνο κλυδωνίζεται αλλά μοιάζει να αποτελεί ανάμνηση του παρελθόντος. Έτσι, κόμματα είτε της ριζοσπαστικής αριστεράς, είτε της ακροδεξιάς, είτε μεταπολιτικής ιδεολογικής ταυτότητας έρχονται να καλύψουν το κενό.

Η έκβαση της σύγκρουσης των κομμάτων αυτών στις εκλογές του Μάϊου θα αποτυπώσει και τους νέους συσχετισμούς που θα είναι εξαιρετικά κρίσιμοι για το μέλλον. Οι διαφορετικές κατηγορίες αυτών των κομμάτων εκφράζουν, ταυτόχρονα, και διαφορετικά πολιτικά σχέδια για την Ευρώπη και για την κάθε χώρα ξεχωριστά. Τρία είναι τα κυρίαρχα :

  • Το σχέδιο της αποδοχής του ρόλου και των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αντίθεση με τα τεχνάσματα του Πρωθυπουργού που προσπαθεί να θέσει το τεχνητό δίπολο πρόοδος vs συντήρηση, κεντρο-αριστερά vs κεντρο-δεξιά, ΣΥΡΙΖΑ vs ΝΔ, η πραγματικότητα είναι ότι τόσο τα παραδοσιακά κόμματα (Σοσιαλδημοκράτες, Φιλελεύθεροι, Δεξιά), όσο τα κόμματα μεταπολιτικής (Κόμμα του Μακρόν), όσο και τα «αριστερά» τους δεκανίκια, τύπου ΣΥΡΙΖΑ, συμφωνούν και συμπορεύονται, με μηδαμινές μεταξύ τους διαφορές, στην κεντρική κατεύθυνση της αποδοχής του νεοφιλελεύθερου μοντέλου της Ε.Ε. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον πασιφανώς ορατό ότι όχι μόνο ενσωματώθηκε στο κυρίαρχο μοντέλο αλλά ότι πλέον αποτελεί έναν από τους πιο γνήσιους εκπροσώπους του.
  • Το σχέδιο της ακροδεξιάς εκμετάλλευσης της κρίσης. Η απειλή για τους ευρωπαϊκούς λαούς είναι πλέον πιο ορατή από το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Η ακροδεξιά, σε όλες τις μορφές, από την ανοιχτά φασιστική μέχρι την πιο θεσμική, επιχειρεί να διευρύνει την πρόσβασή της στα κοινωνικά στρώματα που πλήττονται από την κρίση.Ένα σχέδιο που εκπορεύεται από τον αρρωστημένο εθνικισμό και που μια ενδεχόμενη επικράτηση του σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα σήμαινε ένα απλό πράγμα : τους ανεξέλεγκτους εθνικούς ανταγωνισμούς και πολύ πιθανά νέες πολεμικές αναμετρήσεις.
  • Το σχέδιο των δυνάμεων της ριζοσπαστικής, ανυπότακτης Αριστεράς για ρήξη με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού. Τμήμα αυτών των δυνάμεων αποτελεί και η Λαϊκή Ενότητα που αγωνίζεται για τη ρήξη με την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι με στόχο την επιστροφή στους εθνικούς ανταγωνισμούς αλλά για μια άλλη Ευρώπη, των λαών και της αλληλεγγύης, που μπορεί να είναι εφικτή μόνο ύστερα από το γκρέμισμα της σημερινής Ε.Ε.

Ο δικός μας αγώνας είναι, ταυτόχρονα, τοπικός και διεθνής και στοχεύει να πείσει τους εργαζόμενους και τη νέα γενιά, αφενός στη χώρα μας ότι η αγανάκτηση για τις πολιτικές ΣΥΡΙΖΑ-Νέας Δημοκρατίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης χρειάζεται να πάρει αριστερή κατεύθυνση και αφετέρου να συνεισφέρει στην προσπάθεια της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής αριστεράς στην Ευρώπη να ορθώσει και πάλι το ανάστημά της απέναντι στα κόμματα της αστικής τάξης και την ακροδεξιά απειλή.

Ο δικός μας αγώνας ταυτίζεται με τις μεγάλες κινηματικές παραδόσεις των ευρωπαϊκών λαών και με τους αγώνες της εργατικής τάξης και της νεολαίας για μια Ευρώπη με ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη. Εμπνέεται από τις ελληνικές και τις ισπανικές πλατείες, από τη δυναμική των «κίτρινων γιλέκων», από τα κινήματα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, από τις κινητοποιήσεις για την προστασία της λαϊκής κατοικίας, από την αλληλεγγύη στους πρόσφυγες του πολέμου, από τις διαχρονικές διεκδικήσεις της νέας γενιάς και του φοιτητικού κινήματος,  από τα κινήματα για τη γυναικεία χειραφέτηση, για τα δικαιώματα των LGBTQ ατόμων, για το σταμάτημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη και τη φιλική προς το περιβάλλον ανάπτυξη.

Η δική μας Ευρώπη είναι η ανυπότακτη Ευρώπη που δεν χωράει μέσα στο πλαίσιο των αντικοινωνικών πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αντιστέκεται στο δρόμο και στην κάλπη απέναντι στις ευρωπαϊκές ελίτ και στους πολιτικούς της εκπροσώπους, που βάζει τις βάσεις για τα δικαιώματα των πολλών και όχι της ολιγαρχίας.

Γι’ αυτή την Ευρώπη θα ζητήσουμε την ψήφο του ελληνικού λαού στις πιο κρίσιμες ευρωεκλογές από το 1979. Γιατί σ΄ αυτές τις ευρωεκλογές η ψήφος μας έχει περισσότερο νόημα από ποτέ.

Γιατί συνεργάζομαι με τη ΛΑ.Ε – Μέτωπο Ανατροπής στις Ευρωεκλογές.

Του Βασίλη Μαυρέλου

Ο καλύτερος τρόπος να πεις κάτι, είναι να το κάνεις. Δεν θα γράψουμε τη ζωή με ήττα! Λαϊκή Ενότητα – Μέτωπο Ανατροπής ‘’για τις άκοπες σελίδες μας’’.

” Η δική μου αριστερά ξεχώριζε πάντα για την επιμονή της στις ιδέες της. Η δική μου αριστερά δεν θέλησε τις θέσεις και τα αξιώματα. Προτίμησε το είναι από το έχειν. Γι’ αυτό και είναι ταπεινά υπερήφανη για την ανιδιοτελή προσφορά της. Η δική μου αριστερά ήταν ρηξικέλευθη, ανατρεπτική, αιρετική, μα πάνω απ’ όλα δημιουργική, ακόμη κι όταν αστοχούσε. Η δική μου αριστερά αγαπούσε τον τόπο μου και μοχθούσε γι’ αυτόν. Για ένα καλύτερο μέλλον. Η δική μου αριστερά είναι σαν τον ορίζοντα, όσο τον πλησιάζεις τόσο απομακρύνεται. Σε κάνει, παρόλα αυτά, να προχωράς πάντα μπροστά.” Τάσος Λειβαδίτης

Η οικονομική-συστημική κρίση στην Ε.Ε κι η περίοδος των τριών μνημονίων, που ακολούθησε στην χώρα, με τις αντιλαϊκές-νεοφιλελεύθερες συνταγές απ’ όλο το κυβερνητικό φάσμα, έχουν διαρρήξει τον κοινωνικό ιστό. Έστρωσαν τον δρόμο για την άνοδο της ακροδεξιάς και την φασιστική απειλή.Το πολιτικό κατεστημένο εκμεταλλεύεται και καπηλεύεται τους υπαρκτούς φόβους,τις ανησυχίες και τις αγωνίες της κοινωνικής πλειοψηφίας σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Απέναντι σ’ αυτόν τον ζόφο, στη συντηρητική, κυνική και ισοπεδωτική αντίληψη ότι ”όλοι ίδιοι είναι” και ”τίποτα δεν αλλάζει ”, η στήριξη και η ενίσχυση της πολιτικής συμμαχίας και εκλογικής συνεργασίας των δυνάμεων Λαϊκή Ενότητα – Μέτωπο Ανατροπής είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαία και επιβεβλημένη.

Ένα πολιτικό και εκλογικό μέτωπο συνεργασίας αριστερών, αντισυστημικών, δημοκρατικών, προοδευτικών αντιμνημονιακών, λαϊκών δυνάμεων που θα είναι η φωνή κι ο γνήσιος εκφραστής των αγώνων, των ελπίδων και των οραμάτων μας.

Με αισθητή ριζοσπαστική παρέμβαση και δράση για την ανατροπή των αντιλαϊκών νεοφιλελεύθερων και σοσιαλφιλελεύθερων πολιτικών, του ”ακραίου κέντρου” και της ”κεντροαριστεράς”. Για να πείσει πως αυτές οι πολιτικές δεν αποτελούν μονόδρομο.

Για τη δημοκρατία, τη ζωή και το μέλλον δίνουμε μαζί την κρίσιμη μάχη των Ευρωεκλογών στις 26 Μάη με το ψηφοδέλτιο Λαϊκή Ενότητα – Μέτωπο Ανατροπής. Και θα τα καταφέρουμε.

” Είμαι πεισμένος πως, ακόμα κι όταν όλα έχουν χαθεί ή μοιάζουν να έχουν χαθεί, πρέπει ήρεμα να ξαναρχίζουμε το έργο μας από την αρχή. Είμαι πεισμένος πως πρέπει πάντα να στηριζόμαστε στον εαυτό μας και στις δικές μας δυνάμεις. Να μην περιμένουμε τίποτα από κανέναν και έτσι να μη συσσωρεύουμε απογοητεύσεις. Πως πρέπει να προγραμματίζουμε, να κάνουμε αυτό που ξέρουμε και μπορούμε να κάνουμε, και να ακολουθήσουμε τον δρόμο μας.” Αντόνιο Γκράμσι

Βασίλης Μαυρέλος
υποψήφιος στις ευρωεκλογές με το ψηφοδέλτιο ”Λαϊκή Ενότητα – Μέτωπο Ανατροπής”

Γεννήθηκε το 1964 στη Λαγκάδα της Χίου. Εντάχθηκε στο χώρο της Αριστεράς από το 1981. Σπούδασε παιδαγωγικά στο Ηράκλειο το 1983.

Μετεκπαιδεύτηκε στην Ειδική Αγωγή στην Αθήνα το 1996 και εκλέχθηκε στη διοίκηση του Μαρασλείου Διδασκαλείου το 1997-1998 ως εκπρόσωπος των δασκάλων.

Υπηρέτησε στη δημόσια εκπαίδευση σε σχολεία της περιφέρειας Αττικής από το 1987.Την ίδια χρονιά συμμετείχε ενεργά στο συνδικαλιστικό κίνημα και στη συνέχεια εκλέχθηκε σε Συλλόγους Εκπαιδευτικών: πρόεδρος, αντιπρόεδρος, γ.γραμματέας, αντιπρόσωπος στη ΔΟΕ και στην ΑΔΕΔΥ μέχρι το 2014.

Το 1995, 2004 και το 2007 εκλέχθηκε στη Διοίκηση της ΑΔΕΔΥ.

Από το 2007 με πολιτική και κινηματική δράση στη Χίο.

Νίκος Χουντής: Παρανομεί η κυβέρνηση που δεν μετατρέπει σε αορίστου χρόνου τις συμβάσεις χιλιάδων εργαζομένων στην Υγεία

Ο Έλληνας ευρωβουλευτής της Λαϊκής Ενότητας Νίκος Χουντής, σε ερώτηση που κατέθεσε προς την Κομισιόν, αναφέρει ότι «τα τελευταία χρόνια, λόγω της απαγόρευσης των προσλήψεων, ο αριθμός των εργαζομένων στο δημόσιο σύστημα υγείας έχει μειωθεί κατά 25% και οι θέσεις εργασίας που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αντί να καλύπτονται με μόνιμο προσωπικό, καλύπτονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου», ΚΑΙ σημειώνει ότι, αυτή τη στιγμή, στο δημόσιο σύστημα υγείας εργάζονται 1200 επικουρικοί εργαζόμενοι, 3.700 εργαζόμενοι μέσω προγραμμάτων ΟΑΕΔ, αλλά και αδιευκρίνιστος αριθμός εργαζομένων μέσω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε καθαριότητα, φύλαξη και εστίαση νοσοκομείων.

Στη συνέχεια της ερώτησής του, ο Νίκος Χουντής τονίζει ότι, όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι «έχουν υπερβεί το 24μηνο, χρόνος που αποτελεί προϋπόθεση για την μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, βάσει εθνικής νομοθεσίας (Π.Δ. 186/2003)» και σημειώνει ότι, με βάση την οδηγία 1999/70, αλλά και τις πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (Υπόθ. C-16/15, 14 Σεπτέμβριος 2016, Υπόθ. C-331/17, Οκτώβριος 2018), «οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου πρέπει να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν η εθνική νομοθεσία το απαγορεύει».

Τέλος, καλεί την Κομισιόν να πράξει τα δέοντα, «προκειμένου η ελληνική κυβέρνηση να μετατρέψει τις ανωτέρω συμβάσεις σε αορίστου χρόνου και να καταργήσει το θεσμό των συμβασιούχων».

Η πλήρης ερώτηση του Νίκου Χουντή, έχει ως εξής:

Θέμα: Παράνομες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο σύστημα υγείας της Ελλάδας

Τα τελευταία χρόνια, λόγω της απαγόρευσης των προσλήψεων, ο αριθμός των εργαζομένων στο δημόσιο σύστημα υγείας έχει μειωθεί κατά 25% και θέσεις εργασίας που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αντί με μόνιμο προσωπικό, καλύπτονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Πιο συγκεκριμένα, στο προσωπικό που σήμερα εργάζεται με συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας περιλαμβάνονται:

α. 1200 επικουρικοί εργαζόμενοι, οι οποίοι εργάζονται από 24 μήνες έως 5 συνεχόμενα έτη.

β. 3.700 εργαζόμενοι μέσω προγραμμάτων ΟΑΕΔ, που όμως καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και έχουν υπερβεί το 24μηνο.

γ. Αδιευκρίνιστος αριθμός εργαζομένων μέσω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε καθαριότητα, φύλαξη και εστίαση νοσοκομείων, οι οποίοι επίσης έχουν υπερβεί το 24μηνο, χρόνος που αποτελεί προϋπόθεση για την μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, βάσει εθνικής νομοθεσίας (Π.Δ. 186/2003).

Με δεδομένα τα ανωτέρω, την Οδηγία 1999/70 περί καταχρήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου[1][2]

Ερωτάται η Κομισιόν:

Μπορεί να βεβαιώσει ότι σε περίπτωση παραβίασης της νομοθεσίας, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου πρέπει να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν η εθνική νομοθεσία το απαγορεύει;

Τι μέτρα προτίθεται να λάβει η Κομισιόν, προκειμένου η ελληνική κυβέρνηση να μετατρέψει τις ανωτέρω συμβάσεις σε αορίστου χρόνου και να καταργήσει το θεσμό των συμβασιούχων;