Κατηγορία: Ιδεολογικά – Μαρξισμός

Ξαναγυρνώντας στον Γκράμσι

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Κατά μια παραπάνω από τραγική σύμπτωση ο Γκράμσι ξεκίνησε να ψυχορραγεί την ώρα που τα ναζιστικά αεροπλάνα άρχισαν να βομβαρδίζουν την Γκερνίκα. Την επόμενη μέρα όντως ο εγκέφαλος του Γκράμσι σταμάτησε να λειτουργεί, θυμίζοντας το ανατριχιαστικό σχετικό αίτημα του εισαγγελέα στη δίκη του: «Πρέπει να κάνουμε αυτόν τον εγκέφαλο να σταματήσει να λειτουργεί». Όμως η σκέψη του Γκράμσι δεν σταμάτησε να λειτουργεί, να είναι ενεργή, δραστική και επιδραστική, και την ίδια στιγμή να παραμένει σε σημαντικές πλευρές της άγνωστη.

Είναι αλήθεια ότι η επικαιρότητα της σκέψης του Αντόνιο Γκράμσι ανακοινώθηκε πολλές φορές τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, ήδη από τις πρώτες μεταπολεμικές εκδόσεις των κειμένων του. Αυτήν επικαλέστηκε ο Τολιάττι όταν θέλησε να δικαιολογήσει τον μεταρρυθμισμό της δικής του πρότασης για έναν «εθνικό δρόμο για τον σοσιαλισμό». Αυτήν επικαλέστηκαν όλες οι παραλλαγές του ευρωκομμουνισμού για να υπερασπιστούν τη δική τους εκδοχή «δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό». Αυτήν επικαλούνται ακόμη και σήμερα όσοι προσπαθούν να παρουσιάσουν ως διέξοδο για την αριστερά μια ορισμένη εκδοχή «αριστερού λαϊκισμού». Την ίδια στιγμή διαπιστώνουμε το παράδοξο όλοι να επικαλούνται έννοιες, πιο σωστά λέξεις, του Γκράμσι, την ίδια ώρα που στην πραγματικότητα αυτός διαβάζεται στον ελάχιστο βαθμό.

Άρα το πρώτο πράγμα είναι όντως μια επιστροφή στο ίδιο το έργο του Γκράμσι, αυτή την εκπληκτική, αναγκαστικά ανολοκλήρωτη συνεισφορά στη ριζική επαναθεμελίωση μιας επαναστατικής πολιτικής στις συνθήκες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, που έγινε μέσα στις τραγικές συνθήκες της φυλάκισης αλλά και με την εντυπωσιακή αυτοκυριαρχία κάποιου που γνωρίζει ότι το γράψιμο είναι και ο τρόπος να αντιπαλέψει τις μοριακές αλλαγές που έφερνε τόσο η φυλάκιση όσο και οι επιπτώσεις της ήττας.

Γιατί αυτή η επιστροφή θα μας δείξει ορισμένα πράγματα. Όχι, ο Γκράμσι δεν είναι ο θεωρητικός της συναίνεσης σε αντιδιαστολή προς την κυριαρχία. Δεν είναι κάποιος που στοχάστηκε τον ειρηνικό δρόμο. Δεν είναι κάποιος που ασχολήθηκε γενικά με τον πολιτισμό ή το εποικοδόμημα και όχι με την οικονομία. Δεν είναι ούτε κάποια παραλλαγή του Λένιν ούτε το ακριβώς αντίθετο.

Τι είναι επομένως ο Γκράμσι; Ένας κομμουνιστής ηγέτης, που είδε την τεράστια δυναμική της κόκκινης διετίας στο Τορίνο αλλά και την άνοδο του φασισμού ως μαζικού κινήματος, συμμετείχε στα όργανα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, πρόλαβε τη Μόσχα των συζητήσεων για το Ενιαίο Μέτωπο και των αναζητήσεων της προλετκούλτ καθώς και την αγωνία του Λένιν για μια «πολιτιστική επανάσταση», είδε εκεί την εκτεταμένη προεπαναστατική και μετεπαναστατική χρήση της έννοιας της ηγεμονίας και επέστρεψε για να αναλάβει την ηγεσία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος για να βρεθεί φυλακισμένος και αποφασισμένος να κάνει ένα έργο für ewig όπως έγραψε το Μάρτιο του 1927 στην Τάνια Ζουχτ (Gramsci 2011, τόμ. 1: 83).

Ποια είναι τα θέματα που τον απασχολούν και γιατί παραμένει επίκαιρος;

Αναμετρήθηκε μέσα από την έννοια της ηγεμονίας με όλη τη συνθετότητα του τρόπου με τον οποίο αρθρώνεται η εξουσία και αναπαράγεται η ταξική κυριαρχία στους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς. Πήρε μια έννοια από τη συζήτηση της ρωσικής αριστεράς, προεπαναστατική αλλά και μετεπαναστατική, την ηγεμονία, και τη διεύρυνε από την απλή αναφορά στην οικοδόμηση συμμαχιών σε ένα πρωτότυπο σχήμα για την άσκηση εξουσίας στην αστική εποχή. Η ηγεμονία στον Γκράμσι δεν είναι απλώς η «συναίνεση» απέναντι στον εξαναγκασμό. Δεν είναι η ιδεολογία σε αντιδιαστολή με την καταστολή. Δεν είναι η πολιτιστική πρωτοκαθεδρία σε αντιδιαστολή με την πολιτική κυριαρχία. Δεν αφορά την κοινωνία των πολιτών σε αντιδιαστολή προς το κράτος. Η ηγεμονία για τον Γκράμσι είναι η προσπάθειά του να προσεγγίσει τις μορφές εξουσίας και κυριαρχίας στον ώριμο καπιταλισμό και σε αυτή τη βάση να στοχαστεί την επαναστατική στρατηγική, τη στρατηγική της προλεταριακής ηγεμονίας. Γι’ αυτό και συνδέεται με την κομβική έννοια του ολοκληρωμένου κράτους (stato integrale) (Thomas 2009), που περιλαμβάνει τόσο τον κρατικό μηχανισμό και την πολιτική κοινωνία όσο και την κοινωνία των πολιτών και παραπέμπει στο πλήρες ξεδίπλωμα των πρακτικών της ηγεμονίας.

Το κράτος είναι το σύνολο των πρακτικών και θεωρητικών δραστηριοτήτων χάρη στις οποίες η τάξη που διευθύνει όχι μόνο δικαιώνει και διατηρεί την κυριαρχία της αλλά πετυχαίνει να αποσπά την ενεργητική συναίνεση των κυβερνώμενων· είναι προφανές ότι όλα τα θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνιολογίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ζητήματα πολιτικής επιστήμης (Gramsci 1975: 1.765 [Q15, §10]).
(περισσότερα…)

Η κληρονομιά του 1917

Του Αντώνη Νταβανέλου *
Πηγή: rproject.gr

Πριν από 100 χρόνια, η ορμητική εξέγερση των εργατών, των φτωχών αγροτών, αλλά και των στρατιωτών, που με το όπλο στο χέρι απεικόνιζαν την ισχύ της εργατο-αγροτικής συμμαχίας, ανέτρεπε το καθεστώς του Τσάρου, εκπληρώνοντας ένα καθήκον που οι περισσότεροι, μέχρι τότε, θεωρούσαν σχεδόν ακατόρθωτο.

Είχε προη­γη­θεί μια ιστο­ρι­κής ση­μα­σί­ας «γε­νι­κή δο­κι­μή», η επα­νά­στα­ση του 1905, που, αν και πνί­γη­κε στο αίμα, ξα­να­πιά­νο­ντας το νήμα της Πα­ρι­σι­νής Κο­μού­νας έφερε στο λε­ξι­λό­γιο και στο οπλο­στά­σιο του διε­θνούς ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος ένα νέο «ερ­γα­λείο», τα Σο­βιέτ –τα Ερ­γα­τι­κά Συμ­βού­λια– που έμελ­λε να παί­ξουν κε­ντρι­κό ρόλο στο 1917.

Στη χώρα της αντι­δρα­στι­κής και κα­θυ­στε­ρη­μέ­νης δυ­να­στεί­ας των Ρο­μα­νόφ, η εκ­πλή­ρω­ση των βα­σι­κών δη­μο­κρα­τι­κών κα­θη­κό­ντων πήρε τη ρι­ζο­σπα­στι­κό­τε­ρη μορφή (Ψωμί! Γη! Ει­ρή­νη!) και συν­δυά­στη­κε σχε­δόν ακα­ριαία με τη σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση του Οκτώ­βρη, που με το σύν­θη­μα «Όλη η εξου­σία στα Σο­βιέτ!» συ­γκλό­νι­σε τον 20ό αιώνα.

Σή­με­ρα, μετά τα 30 χρό­νια κυ­ριαρ­χί­ας του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και παρά τη διε­θνή κρίση του κα­πι­τα­λι­σμού, πολ­λοί/ές αγω­νι­στές/στριες της Αρι­στε­ράς εν­στι­κτω­δώς με­τα­το­πί­ζο­νται στην άποψη ότι η Επα­νά­στα­ση δεν είναι πλέον εφι­κτή. Η σύγ­χυ­ση και η ορ­γα­νω­τι­κή διά­λυ­ση που εξα­πλώ­νο­νται μέσα στην πο­λι­τι­κή Αρι­στε­ρά και το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα, μοιά­ζει να επι­βε­βαιώ­νουν αυτό το συ­ναί­σθη­μα. Δεν είναι η πρώτη φορά.

Η κα­τά­στα­ση ήταν ανά­λο­γη στην εποχή πριν το 1917. Η δη­μο­κρα­τι­κή-αστι­κή Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση ήταν πλέον ένα μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν. Οι επα­να­στά­σεις του 1848 και του 1871 είχαν ητ­τη­θεί. Στο κέ­ντρο της Ευ­ρώ­πης, κυ­ρί­ως στη Γερ­μα­νία, το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα έμοια­ζε να προ­ο­δεύ­ει, αλλά με επί­κε­ντρο τη συσ­σώ­ρευ­ση κοι­νο­βου­λευ­τι­κής και συν­δι­κα­λι­στι­κής δύ­να­μης που πα­ρου­σί­α­ζε το SPD και οδη­γού­σε στην ενί­σχυ­ση των με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κών αντι­λή­ψε­ων στο εσω­τε­ρι­κό του. Αυτή η δύ­να­μη που υπο­μο­νε­τι­κά συ­γκε­ντρω­νό­ταν χρόνο με το χρόνο, κα­τέρ­ρευ­σε σαν πύρ­γος από τρα­που­λό­χαρ­τα το 1914, μπρο­στά στο ξέ­σπα­σμα του Α΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου.

Αυτή τη «νύχτα», που είχε προ­σω­ρι­νά φω­τί­σει σαν αστρα­πή το 1905, ήρθε να δια­λύ­σει το 1917, εξα­πο­λύ­ο­ντας το πιο κο­ρυ­φαίο διε­θνές επα­να­στα­τι­κό «κύμα» που έχει μέχρι σή­με­ρα γνω­ρί­σει η αν­θρω­πό­τη­τα.

Αυτό το επα­να­στα­τι­κό κύμα έχει κα­τα­συ­κο­φα­ντη­θεί όσο τί­πο­τε άλλο μέσα από τη συν­δυα­σμέ­νη προ­σπά­θεια των κα­πι­τα­λι­στών, αλλά και από τα πε­πραγ­μέ­να των επι­γό­νων της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης.

Οι ιδε­ο­λο­γι­κοί μη­χα­νι­σμοί των κα­πι­τα­λι­στών χα­ρα­κτη­ρί­ζουν το 1917 ως ένα «μπολ­σε­βί­κι­κο πρα­ξι­κό­πη­μα», ενώ η στα­λι­νι­κή πα­ρά­δο­ση πα­ρου­σιά­ζει την επα­νά­στα­ση να ξε­πη­δά πα­νέ­τοι­μη και πά­νο­πλη από το κε­φά­λι ενός ηγέτη, του Λένιν, και τις γραμ­μές της Κε­ντρι­κής Επι­τρο­πής των Μπολ­σε­βί­κων.

Επα­νά­στα­ση

Αυτή η ει­κό­να δεν έχει σχέση με την ιστο­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τα Ερ­γα­τι­κά Συμ­βού­λια, τα Σο­βιέτ, υπήρ­ξαν ο κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γο­ντας της επα­νά­στα­σης, του­λά­χι­στον κατά τον «Χρόνο Ένα». Το 1917 είναι η χρο­νι­κή στιγ­μή όπου έρ­χε­ται πιο κοντά από ποτέ στην υλο­ποί­η­σή του ο θε­με­λιώ­δης ισχυ­ρι­σμός των Μαρξ-Έν­γκελς ότι «η απε­λευ­θέ­ρω­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης είναι έργο της ίδιας της ερ­γα­τι­κής τάξης».

Η επα­νά­στα­ση του Οκτώ­βρη εγκα­τέ­στη­σε ένα κα­θε­στώς αυ­θε­ντι­κής ερ­γα­τι­κής εξου­σί­ας. Τα Σο­βιέτ ανα­δεί­χθη­καν ως βα­σι­κός θε­σμός μέσω του οποί­ου η ερ­γα­τι­κή τάξη και οι σύμ­μα­χοί της γκρέ­μι­σαν το παλιό κα­θε­στώς και το υπαρ­κτό κρά­τος που το υπη­ρε­τού­σε. Ανα­δεί­χθη­καν ως κυ­ρί­αρ­χη κοι­νω­νι­κή δύ­να­μη και έβα­λαν μπρο­στά τη δια­δι­κα­σία βα­θιών με­τα­σχη­μα­τι­σμών στην κα­τεύ­θυν­ση της σο­σια­λι­στι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης των μαζών που ζού­σαν από τη δου­λειά τους. Στη γλώσ­σα της επο­χής αυτό το νέο κα­θε­στώς ονο­μα­ζό­ταν «δι­κτα­το­ρία του προ­λε­τα­ριά­του», ένας όρος που, αν και έχει δυ­σφη­μι­στεί αρ­κε­τά, ήθελε να το­νί­σει τον επα­να­στα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα της προ­σπά­θειας, υπο­γραμ­μί­ζο­ντας το στοι­χείο του κα­τα­να­γκα­σμού σε βάρος των μέχρι χθες κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων.

Όμως ταυ­τό­χρο­να, το 1917 υπήρ­ξε η κο­ρυ­φαία στην ιστο­ρία στιγ­μή πραγ­μα­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, εφαρ­μο­σμέ­νης δη­μο­κρα­τί­ας, για το σύ­νο­λο των αν­θρώ­πων που ζουν από την ερ­γα­σία τους.

Το διά­ταγ­μα των Σο­βιέτ για τη γη κα­τάρ­γη­σε την ιδιο­κτη­σία των αρι­στο­κρα­τών και μοί­ρα­σε τα κτή­μα­τά τους στους αγρό­τες. Στο έδα­φος της Τσα­ρι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, αυτής της με­γά­λης φυ­λα­κής των λαών, ανα­γνω­ρί­στη­κε το δι­καί­ω­μα των εθνών στην αυ­το­διά­θε­ση, μέχρι και του ελεύ­θε­ρου απο­χω­ρι­σμού τους. Κα­το­χυ­ρώ­θη­κε αμέ­σως η πλή­ρης ανε­ξι­θρη­σκεία, το δι­καί­ω­μα να πι­στεύ­ει κα­νείς ελεύ­θε­ρα σε οποιον­δή­πο­τε, ή σε κα­νέ­να, Θεό.

Η σο­βιε­τι­κή εξου­σία θε­ώ­ρη­σε πρώ­τι­στο κα­θή­κον την εξα­σφά­λι­ση της ισό­τη­τας στο εσω­τε­ρι­κό των κα­τα­πιε­σμέ­νων λαϊ­κών μαζών. Στις γυ­ναί­κες ανα­γνω­ρί­στη­κε αμέ­σως το δι­καί­ω­μα στο δια­ζύ­γιο και μόνο με την αί­τη­σή τους, οι εκτρώ­σεις νο­μι­μο­ποι­ή­θη­καν ως δι­καί­ω­μα επι­λο­γής, οι νόμοι που ποι­νι­κο­ποιού­σαν την ομο­φυ­λό­φι­λη σε­ξουα­λι­κό­τη­τα κα­ταρ­γή­θη­καν για πρώτη φορά στη σύγ­χρο­νη ιστο­ρία. Το διά­ταγ­μα για τις κοι­νο­τι­κές κου­ζί­νες και τα κοι­νο­τι­κά πλυ­ντή­ρια επι­χει­ρού­σε να ενι­σχύ­σει τις υλι­κές βά­σεις για την εξά­σκη­ση της ισό­τη­τας: για να βγει η γυ­ναί­κα από τη φυ­λα­κή του νοι­κο­κυ­ριού και να προ­ω­θη­θεί η αντί­λη­ψη ότι η ανα­τρο­φή των παι­διών είναι υπό­θε­ση της κοι­νω­νί­ας και όχι της οι­κο­γέ­νειας…

Το ζή­τη­μα της ει­ρή­νης υπήρ­ξε μια κα­θο­ρι­στι­κή υπό­σχε­ση και μια κα­θο­ρι­στι­κή δο­κι­μα­σία της επα­νά­στα­σης. Τα Σο­βιέτ ψή­φι­σαν αμέ­σως την κα­τάρ­γη­ση όλων των νόμων που δια­σφά­λι­ζαν τη Μυ­στι­κή Δι­πλω­μα­τία και έθε­σαν όλες τις κρί­σι­μες απο­φά­σεις μπρο­στά στα μάτια των αγω­νι­ζό­με­νων μαζών. Η θέση του Λένιν –ότι η σο­βιε­τι­κή εξου­σία θα έπρε­πε μο­νο­με­ρώς να τερ­μα­τί­σει την πό­λε­μο, ακόμα και με κα­κούς όρους, ακόμα και με τον κίν­δυ­νο να στρα­φεί το πα­τριω­τι­κό αί­σθη­μα ενά­ντια στην επα­νά­στα­ση– επι­κρά­τη­σε. Στο Μπρεστ Λι­τόφσκ, τον Μάρτη του 1918, η επα­να­στα­τι­κή Ρωσία απο­σύρ­θη­κε από τον πό­λε­μο, χά­νο­ντας ένα με­γά­λο μέρος των εδα­φών της, το 50% των βιο­μη­χα­νι­κών υπο­δο­μών της και το 90% των αν­θρα­κω­ρυ­χεί­ων της. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστο­ρία που οι λαϊ­κές μάζες μιας χώρας κα­τόρ­θω­ναν να στα­μα­τή­σουν ένα με­γά­λο πό­λε­μο, που είχαν απο­φα­σί­σει οι αφέ­ντες τους. Λί­γους μήνες μετά, το συ­γκλο­νι­στι­κό τους πα­ρά­δειγ­μα έφερε απο­τε­λέ­σμα­τα. Η εξέ­γερ­ση των στρα­τιω­τών και των ερ­γα­τών στη Γερ­μα­νία ανέ­τρε­πε τον Κάι­ζερ και τερ­μά­τι­ζε το σφα­γείο του Α΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου.

Σε κα­τα­κτή­σεις σαν αυτές πά­τη­σε η διε­θνής και πα­ρα­τε­τα­μέ­νη αίγλη του 1917. Σε αυτές στη­ρί­ζε­ται η «δυ­να­μι­κή της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης» που είτε άμεσα, είτε δια­θλα­σμέ­να κα­θό­ρι­σε τον 20ό αιώνα.

Κί­νη­μα και Κόμμα

Είναι αλή­θεια ότι η αυ­θόρ­μη­τη κί­νη­ση των ερ­γα­τι­κών και λαϊ­κών μαζών υπήρ­ξε ο βα­σι­κός «κι­νη­τή­ρας» σε αυτό το κο­λοσ­σιαίο έργο. Όμως είναι εξί­σου αλή­θεια ότι το «κα­θα­ρό» αυ­θόρ­μη­το δεν υπάρ­χει στην ιστο­ρία. Πίσω από τις μα­ζι­κές κι­νή­σεις, πίσω ακόμα και από τις εν­στι­κτώ­δεις με­τα­κι­νή­σεις των μαζών, βρί­σκε­ται η πο­λι­τι­κή πείρα που συσ­σω­ρεύ­ει η δράση σε προη­γού­με­νες, δια­φο­ρε­τι­κές και συ­νή­θως πολύ πιο δύ­σκο­λες συν­θή­κες, που στη­ρί­ζε­ται στην ορ­γα­νω­μέ­νη δράση των επα­να­στα­τών. Και όχι τυ­χαία, στην προ­ε­πα­να­στα­τι­κή πε­ρί­ο­δο αυτός ο πα­ρά­γο­ντας, η δράση των επα­να­στα­τών, έφτα­σε στη Ρωσία σε κο­ρυ­φαίο επί­πε­δο.

Κάτω από τα χτυ­πή­μα­τα της άκαμ­πτης κα­τα­σταλ­τι­κής πο­λι­τι­κής του τσα­ρι­σμού, όλα τα «ρεύ­μα­τα» υπο­χρε­ώ­θη­καν να με­τα­το­πι­στούν στο ρι­ζο­σπα­στι­κό άκρο των ιδεών, της δρά­σης και της ορ­γα­νω­τι­κό­τη­τάς τους. Οι Αρι­στε­ροί Εσέ­ροι, η Αρι­στε­ρά των Μεν­σε­βί­κων και κυ­ρί­ως οι Μπολ­σε­βί­κοι ήταν το «απο­τέ­λε­σμα» μιας σκλη­ρής ορ­γα­νω­μέ­νη πάλης που, μέσα σε 20 πε­ρί­που χρό­νια, πέ­ρα­σε από τα «σχο­λεία» των φυ­λα­κών και των εξο­ριών και από το «πα­νε­πι­στή­μιο» δύο μα­ζι­κών επα­να­στά­σε­ων και ενός πα­γκο­σμί­ου πο­λέ­μου.

Απ’ αυτά τα υλικά φτιά­χτη­κε η «δρα­κο­γε­νιά» (προ­φα­νώς με την ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κή έν­νοια…) που το 1917 υπήρ­ξε η ρα­χο­κο­κα­λιά του μα­ζι­κού ρεύ­μα­τος «Όλη η εξου­σία στα Σο­βιέτ!». Ο Τρό­τσκι, που έζησε όλα τα προ­ε­πα­να­στα­τι­κά χρό­νια έξω από τις γραμ­μές των Μπολ­σε­βί­κων, γρά­φει με ευ­θύ­τη­τα ότι πι­θα­νόν η επα­νά­στα­ση του 1917 θα μπο­ρού­σε να έχει γίνει ακόμα και αν δεν υπήρ­χαν οι Μπολ­σε­βί­κοι, αλλά είναι εξαι­ρε­τι­κά απί­θα­νο ότι θα μπο­ρού­σε να νι­κή­σει, αν δεν υπήρ­χαν οι Μπολ­σε­βί­κοι.

Ο μαρ­ξι­στής ιστο­ρι­κός Λαρς Τ. Λιχ που, έχο­ντας το προ­νό­μιο της γνώ­σης της ρω­σι­κής γλώσ­σας, έχει ει­δι­κευ­τεί στη με­λέ­τη της ιστο­ρί­ας των Μπολ­σε­βί­κι­κων ορ­γα­νώ­σε­ων στο εσω­τε­ρι­κό της προ­ε­πα­να­στα­τι­κής Ρω­σί­ας, έχει πα­ρου­σιά­σει μια «βιο­γρα­φία» του συν­θή­μα­τος «Όλη η εξου­σία στα Σο­βιέτ!». Δια­χω­ρί­ζο­ντας τρία συ­στα­τι­κά του, ισχυ­ρί­ζε­ται ότι: α) Τα «Σο­βιέτ» υπήρ­ξαν «παιδί» του 1905. β) Η συμ­με­το­χή των Σο­βιέτ στην «Εξου­σία» υπήρ­ξε επί­τευγ­μα του Φλε­βά­ρη του 1917. γ) Η ιστο­ρι­κή συμ­βο­λή των Μπολ­σε­βί­κων συ­νί­στα­ται μόνο (μόνο!) στο ότι ένω­σαν τα πα­ρα­πά­νω συ­στα­τι­κά με το «Όλη», απο­δει­κνύ­ο­ντας πει­στι­κά ότι τα «Σο­βιέτ» από τη φύση τους δεν μπο­ρού­σαν να μοι­ρα­στούν την «Εξου­σία» με καμιά άλλη δύ­να­μη και ότι αν απέ­φευ­γαν να κα­τα­λά­βουν «όλη» την εξου­σία, θα συ­ντρί­βο­νταν ανα­πό­φευ­κτα από μια βίαιη και αι­μα­τη­ρή αντε­πα­νά­στα­ση.

Πόσο εύ­κο­λη ακού­γε­ται στα λόγια η δια­τύ­πω­ση αυτού του συ­γκλο­νι­στι­κού διλ­λή­μα­τος που ξε­κα­θα­ρί­ζει την επα­να­στα­τι­κή στρα­τη­γι­κή της γε­νιάς του 1917! Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οι Μπολ­σε­βί­κοι μπό­ρε­σαν να αντα­πο­κρι­θούν σε αυτόν τον ιστο­ρι­κό ρόλο μόνο επει­δή στα προη­γού­με­να χρό­νια αντι­με­τώ­πι­σαν με επι­τυ­χία μι­κρό­τε­ρες προ­κλή­σεις, μέσα από τις οποί­ες εμπέ­δω­σαν το βα­σι­κό γνώ­ρι­σμά τους: τη στρα­τη­γι­κή ακαμ­ψία και την προ­σή­λω­ση στη σο­σια­λι­στι­κή απε­λευ­θέ­ρω­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης, σε συν­δυα­σμό με την τα­κτι­κή ευ­ε­λι­ξία, τη σύν­δε­σή τους με το συ­γκε­κρι­μέ­νο επί­πε­δο του αγώνα σε κάθε φάση του. Ήταν το απο­τέ­λε­σμα που έφε­ραν: Ο έγκαι­ρος ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κός δια­χω­ρι­σμός τους από τους Μεν­σε­βί­κους με­ταρ­ρυθ­μι­στές αρ­χι­κά από το 1903. Η απόρ­ρι­ψη του σε­χτα­ρι­σμού και η απο­φυ­γή μιας ορι­στι­κής διά­σπα­σης του κόμ­μα­τος με τις επα­νε­νώ­σεις (με τους Μεν­σε­βί­κους), τις νέες ρή­ξεις, τις μι­σο-ενώ­σεις κ.ο.κ. μέχρι –του­λά­χι­στον– το 1912 (ή κατά άλ­λους μέχρι και μετά το 1917…). Το άνοιγ­μα των γραμ­μών του κόμ­μα­τος για να ταυ­τι­στεί με την πλα­τιά ερ­γα­τι­κή πρω­το­πο­ρία, που πα­ρή­γα­γε το 1905. Το «κλεί­σι­μο» του κόμ­μα­τος ξανά, για να αντι­με­τω­πι­στεί η με­τέ­πει­τα εποχή της βάρ­βα­ρης κα­τα­στο­λής. Η αξιο­ποί­η­ση ακόμα της πα­ρα­μι­κρής δυ­να­τό­τη­τας «νό­μι­μης» δρά­σης (εκλο­γές υπό τον Τσάρο…) σε συν­δυα­σμό με τη δια­τή­ρη­ση της ορ­γα­νω­τι­κής δυ­να­τό­τη­τας για πα­ρά­νο­μη δράση. Ο επα­να­προ­σα­να­το­λι­σμός του κόμ­μα­τος μετά τον Φλε­βά­ρη, με τη στρο­φή από τη «δη­μο­κρα­τι­κή δι­κτα­το­ρία του προ­λε­τα­ριά­του και της αγρο­τιάς» στις «Θέ­σεις του Απρί­λη». Η τα­κτι­κή του Ενιαί­ου Με­τώ­που με­τα­ξύ Φλε­βά­ρη και Οκτώ­βρη. Η απο­φα­σι­στι­κή προ­σπά­θεια να κρα­τη­θούν μέσα στην επα­να­στα­τι­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση οι Αρι­στε­ροί Εσέ­ροι και η Αρι­στε­ρά των Μεν­σε­βί­κων μετά τον Οκτώ­βρη κ.ο.κ.

Αυτή η θυ­ελ­λώ­δης δια­δρο­μή έχει τυ­πο­ποι­η­θεί από τους στα­λι­νι­κούς επι­γό­νους σε μια υπο­τι­θέ­με­νη «αντί­λη­ψη του Λένιν για το κόμμα» που γα­λού­χη­σε γε­νιές και γε­νιές κο­μου­νι­στών διε­θνώς. Μια πα­πα­γα­λία κά­ποιων ση­μεί­ων του «Τι να κά­νου­με», απο­σπα­σμέ­νων από το ιστο­ρι­κό υπό­βα­θρο του 1903, κλη­ρο­δο­τεί έναν Λένιν πολύ πιο κοντά σε έναν Για­κω­βί­νο συ­νω­μό­τη, παρά τον σο­σια­λι­στή επα­να­στά­τη του κο­ρυ­φαί­ου ερ­γα­τι­κού ξε­ση­κω­μού στην ιστο­ρία. Έναν Λένιν που επι­χει­ρεί, τάχα, να φέρει την επα­να­στα­τι­κή συ­νεί­δη­ση στην ερ­γα­τι­κή τάξη «απ’ έξω» και μά­λι­στα μέσω της αστι­κής ή μι­κρο­α­στι­κής ιντε­λι­γκέν­τσιας. Που προ­τι­μά εκ πε­ποι­θή­σε­ως τη συ­νω­μο­τι­κή δράση σε βάρος του ανοι­χτού πο­λι­τι­κού αγώνα. Που, κατά συ­νέ­πεια, έχει ροπή προς τον συ­γκε­ντρω­τι­σμό, τον ελι­τι­σμό και την υπο­κα­τά­στα­ση των μαζών. Που βρί­σκε­ται σε αντί­θε­ση αρχών με τη Ρόζα Λού­ξε­μπουργκ και τους άλ­λους επα­να­στά­τες της επο­χής του και όχι σε δια­φο­ρά τα­κτι­κών επι­λο­γών μέσα στο πραγ­μα­τι­κό πεδίο δρά­σης του κα­θε­νός από αυ­τούς…

Αυτός ο Λένιν, ο Λένιν που πε­ριέ­γρα­φαν τα Κο­μου­νι­στι­κά Κόμ­μα­τα από τη δε­κα­ε­τία του 1930 και μετά, δεν έχει καμία σχέση με τον Λένιν του 1905, με τον Λένιν του Απρί­λη, με τον Λένιν του Οκτώ­βρη, με τον Λένιν του «Κρά­τος και Επα­νά­στα­ση»… (για πε­ρισ­σό­τε­ρα, βλ. στο «Ο μύθος του ελι­τι­σμού του Λένιν» στις σε­λί­δες που ακο­λου­θούν).

Αντι­κα­πι­τα­λι­σμός και Διε­θνι­σμός

Μια άλλη πλευ­ρά της στα­λι­νι­κής τυ­πο­ποί­η­σης της πα­ρά­δο­σης του 1917 αφορά, κυ­ρί­ως, στην επα­να­στα­τι­κή στρα­τη­γι­κή. Ο χα­ρα­κτή­ρας της επα­νά­στα­σης, λέει, υπα­γο­ρεύ­ε­ται άκαμ­πτα από το επί­πε­δο ανά­πτυ­ξης των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων, που με τη σειρά τους κα­θο­ρί­ζουν το εφι­κτό ή ανέ­φι­κτο επί­πε­δο των πα­ρα­γω­γι­κών σχέ­σε­ων. Έτσι, η σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση «αρ­μό­ζει» μόνο στις κα­πι­τα­λι­στι­κά ανα­πτυγ­μέ­νες χώρες, στις κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες χώρες οφεί­λει να προη­γη­θεί το «στά­διο» μιας αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κής επα­νά­στα­σης, που θα δια­σφα­λί­σει πρώτα την «ανά­πτυ­ξη», ενώ στις αποι­κί­ες θα όφει­λε να γίνει μια αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση με στόχο την εγκα­θί­δρυ­ση της εθνι­κής ανε­ξαρ­τη­σί­ας, που θα ανοί­γει μια «εποχή» ομα­λής οι­κο­νο­μι­κής και πο­λι­τι­κής ζωής, μέσα στην οποία θα δη­μιουρ­γού­νταν στα­δια­κά οι δυ­να­τό­τη­τες για ένα «πέ­ρα­σμα» στον σο­σια­λι­σμό.

Από πολ­λούς, μά­λι­στα, γί­νε­ται η προ­σπά­θεια να προ­βλη­θεί προς τα πίσω αυτή η «τυ­πο­ποί­η­ση» που προ­έ­κυ­ψε στα μέσα της δε­κα­ε­τί­ας του ’30, να πα­ρου­σια­στεί ως η κυ­ρί­αρ­χη εκ­δο­χή μαρ­ξι­σμού στη Β΄Διε­θνή, κατά την πριν το 1914 πε­ρί­ο­δο (ο «οι­κο­νο­μι­σμός» της Β΄ Διε­θνούς, που με­τα­λα­μπα­δεύ­τη­κε τάχα στην Κο­μι­ντέρν…). Σή­με­ρα που το πλή­θος των αρ­χεί­ων είναι δια­θέ­σι­μο, γνω­ρί­ζου­με ότι δεν ήταν ακρι­βώς έτσι: το βι­βλίο των Ρί­τσαρντ Ντέι και Ντά­νιελ Γκάι­ντο, «Witnesses on Permanent Revolution», πα­ρου­σιά­ζει την προ του 1905 συ­ζή­τη­ση με­τα­ξύ των Καρλ Κά­ου­τσκι, Χίλ­φερ­ντινγκ, Ρ. Λού­ξε­μπουργκ, Φ. Μέ­ρινγκ, Πάρ­βους, Πά­νε­κουκ, Πλε­χά­νοφ, Τρό­τσκι κ.ά, όπου απο­δει­κνύ­ε­ται ότι η ιδέα της ανα­τρο­πής του τσά­ρου από μια σο­σια­λι­στι­κή και όχι από μια αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κή επα­νά­στα­ση δεν ήταν ξένη, του­λά­χι­στον σε ένα στρώ­μα ηγε­τι­κών στε­λε­χών της Β΄Διε­θνούς στην προ του 1914 πε­ρί­ο­δό της. (Το βι­βλίο των Ρ.Ντέι και Ντ.Γκάι­ντο πρό­κει­ται να εκ­δο­θεί από τις εκ­δό­σεις Red Marks, στο πλαί­σιο του εκ­δο­τι­κού προ­γράμ­μα­τός μας για το 1917).

Παρ’ όλα αυτά η ιδέα αυτή ήταν μειο­ψη­φι­κή. Ήταν κυ­ρί­ως μια υπό­θε­ση ερ­γα­σί­ας στις συ­ζη­τή­σεις με­τα­ξύ των ηγε­τι­κών στε­λε­χών του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος στην Ευ­ρώ­πη. Η «τομή» στη συ­ζή­τη­ση αυτή προ­έ­κυ­ψε από την επε­ξερ­γα­σία της εμπει­ρί­ας του 1905. Η εμ­φά­νι­ση των Σο­βιέτ στην κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη και οπι­σθο­δρο­μι­κή Ρωσία ήταν ένα συ­γκλο­νι­στι­κό γε­γο­νός. Ο Τρό­τσκι, αξιο­ποιώ­ντας τις προ­ερ­γα­σί­ες του Πάρ­βους, δια­τυ­πώ­νει τότε τη θε­ω­ρία της Διαρ­κούς Επα­νά­στα­σης.

Στη βάση της εμπει­ρί­ας του Φλε­βά­ρη, ο Λένιν τρο­πο­ποί­η­σε τις προη­γού­με­νες επε­ξερ­γα­σί­ες των Μπολ­σε­βί­κων και με τις «Θέ­σεις του Απρί­λη» υιο­θέ­τη­σε τον στόχο της με­τα­τρο­πής της επα­νά­στα­σης σε σο­σια­λι­στι­κή, απο­δε­χό­με­νος το θε­ω­ρη­τι­κό σχήμα της Διαρ­κούς Επα­νά­στα­σης. Αυτή είναι η βάση (μαζί με την απα­ραί­τη­τη αυ­το­κρι­τι­κή εκ μέ­ρους του Τρό­τσκι για τις προη­γού­με­νες ορ­γα­νω­τι­κές επι­λο­γές του) για την προ­σχώ­ρη­ση του Τρό­τσκι στους Μπολ­σε­βί­κους, όπου γί­νε­ται δε­κτός άμεσα σε ηγε­τι­κό επί­πε­δο, ενώ του ανα­τί­θε­νται στη συ­νέ­χεια απο­λύ­τως κρί­σι­μα κα­θή­κο­ντα.

Όμως θα ήταν απο­λύ­τως λάθος να επι­χει­ρή­σει κα­νείς να κα­τα­νο­ή­σει αυτές τις με­τα­στρο­φές, πε­ριο­ρι­ζό­με­νος στις με­τα­κι­νή­σεις της σκέ­ψης και των από­ψε­ων των κο­ρυ­φαί­ων στε­λε­χών. Που ζώ­ντας, ανα­γκα­στι­κά, είτε στην εμι­γκρά­τσια είτε στις φυ­λα­κές και στις εξο­ρί­ες του τσά­ρου, είχαν πε­ριο­ρι­σμέ­νες δυ­να­τό­τη­τες να επη­ρε­ά­ζουν εκ του συ­στά­δην τις υπαρ­κτές ορ­γα­νώ­σεις, τα ζω­ντα­νά δί­κτυα των επα­να­στα­τών που δρού­σαν μέσα στη Ρωσία. Η νε­ό­τε­ρη γενιά των μαρ­ξι­στών ιστο­ρι­κών, που επι­χει­ρεί να «δια­βά­σει» ξανά «σε βάθος» την ιστο­ρία της Ρώ­σι­κης Επα­νά­στα­σης, κα­τα­λή­γει να υπο­γραμ­μί­ζει τη με­γά­λη ση­μα­σία των ορ­γα­νώ­σε­ων στο εσω­τε­ρι­κό της Ρω­σί­ας. Κυ­ρί­ως οι Μπολ­σε­βί­κοι, αλλά σε με­γά­λο βαθμό οι αρι­στε­ροί Μεν­σε­βί­κοι του Μαρ­τόφ, ακόμα και οι αρι­στε­ροί Εσέ­ροι, είχαν μπο­λια­στεί με την πε­ποί­θη­ση ότι όφει­λαν να προ­χω­ρή­σουν στην επα­να­στα­τι­κή ανα­τρο­πή του τσα­ρι­κού κα­θε­στώ­τος, παρά την άρ­νη­ση των δυ­νά­με­ων του αστι­σμού να συμ­με­τά­σχουν σε αυτό το κα­θή­κον και –όλο και συ­χνό­τε­ρα μετά το 1905– κυ­ρί­ως οι Μπολ­σε­βί­κοι σε ανει­ρή­νευ­τη σύ­γκρου­ση μαζί τους.

Αυτή η σύν­θε­τη προ­ερ­γα­σία είναι η μόνη βάση που μπο­ρεί να ερ­μη­νεύ­σει το φαι­νό­με­νο της γρή­γο­ρης, ενιαί­ας και χωρίς κρί­σεις με­τα­στρο­φής όλου του κόμ­μα­τος των Μπολ­σε­βί­κων κατά τη «στιγ­μή» όπου ο Λένιν με τις «Θέ­σεις του Απρί­λη» προ­τεί­νει την κα­τά­λη­ψη «όλης» της εξου­σί­ας από τα Σο­βιέτ. Είναι η μόνη βάση που μπο­ρεί να ερ­μη­νεύ­σει τη δυ­να­τό­τη­τα των Μπολ­σε­βί­κων να παί­ξουν ηγε­μο­νι­κό ρόλο, κα­θο­δη­γώ­ντας ένα ολό­κλη­ρο κί­νη­μα προς την πρώτη νι­κη­φό­ρα σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση.

Όμως αυτή η αντί­λη­ψη δεν είχε τί­πο­τα κοινό με μια τσαρ­λα­τά­νι­κη «υπερ-αι­σιο­δο­ξία», ένα βο­λο­ντα­ρι­σμό απο­σπα­σμέ­νο από τις ιστο­ρι­κές δυ­να­τό­τη­τες. Το στοι­χείο που με­τα­τρέ­πει σε ρε­α­λι­στι­κό τον σκλη­ρό αντι­κα­πι­τα­λι­σμό των Ρώσων επα­να­στα­τών ήταν ο διε­θνι­σμός.

Εί­δα­με ήδη το πα­ρά­δειγ­μα του Μπρεστ Λι­τόφσκ. Όπου απο­δεί­χθη­κε ότι η τρα­γω­δία του Α΄ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου δεν είχε υπο­νο­μεύ­σει κα­θο­ρι­στι­κά μόνο τον Τσάρο στη Ρωσία, αλλά και τον Κάι­ζερ στη Γερ­μα­νία. Μετά τη νίκη της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης, απο­δεί­χθη­κε στην πράξη ότι το «κύμα» του 1917 ήταν διε­θνές. Η Γερ­μα­νία, η Αυ­στρία, η Ουγ­γα­ρία, η Ιτα­λία, μπή­καν σε πα­ρα­τε­τα­μέ­νη πε­ρί­ο­δο προ­ε­πα­να­στα­τι­κής-επα­να­στα­τι­κής κρί­σης. Στο Βέλ­γιο, στη Γαλ­λία, στα Βαλ­κά­νια κ.ο.κ. οι αγώ­νες μπή­καν σε κά­θε­τα ανο­δι­κή πο­ρεία και οι «τα­ρα­χές» έγι­ναν κα­θη­με­ρι­νό φαι­νό­με­νο. Η τσα­ρι­κή Ρωσία ήταν ο «αδύ­να­μος κρί­κος» στην ιμπε­ρια­λι­στι­κή αλυ­σί­δα, που όμως, ολο­φά­νε­ρα, έμπαι­νε σε δο­κι­μα­σία αντο­χής και σε πολλά άλλα ση­μεία.

Οι επα­να­στά­τες στη Ρωσία, προ­χω­ρώ­ντας στο σπά­σι­μο του «αδύ­να­μου κρί­κου», δεν κυ­ριαρ­χού­νταν από ου­το­πι­κό πρω­το­γο­νι­σμό. Γνώ­ρι­ζαν ότι η οι­κο­δό­μη­ση του σο­σια­λι­σμού, η δια­τή­ρη­ση μιας βαθιά δη­μο­κρα­τι­κής εξου­σί­ας των Σο­βιέτ, η δια­τή­ρη­ση στη ζωή της συμ­μα­χί­ας με­τα­ξύ των ερ­γα­τών και των φτω­χών αγρο­τών, προ­ϋ­πέ­θε­ταν ένα επί­πε­δο υλι­κών πόρων που δεν υπήρ­χε στην κα­τα­στραμ­μέ­νη από τον Α΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, αλλά έτσι κι αλ­λιώς κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη, τσα­ρι­κή Ρωσία. Υπο­λό­γι­ζαν ότι το πρό­βλη­μα αυτό θα μπο­ρού­σε να λυθεί με την επέ­κτα­ση της επα­νά­στα­σης στην Ευ­ρώ­πη, με τη συ­νερ­γα­σία της νε­α­ρής σο­βιε­τι­κής εξου­σί­ας με το νέο κα­θε­στώς που θα προ­έ­κυ­πτε από τη νίκη της επα­νά­στα­σης στη Γερ­μα­νία.

Ο υπο­λο­γι­σμός αυτός απο­δεί­χθη­κε ότι δεν ήταν ου­το­πι­κός. Η επα­νά­στα­ση επε­κτά­θη­κε στη Γερ­μα­νία και σε άλλες πε­ριο­χές στην Ευ­ρώ­πη. Αλλά, τε­λι­κά, ητ­τή­θη­κε. Αυτή η κα­τά­λη­ξη ήταν κα­θο­ρι­στι­κή για τις με­τέ­πει­τα εξε­λί­ξεις στην Ευ­ρώ­πη, αλλά, επί­σης, και για τη μοίρα της Επα­νά­στα­σης στη Ρωσία.

Η πο­λιορ­κη­μέ­νη επα­νά­στα­ση που ητ­τή­θη­κε

Η σχε­τι­κή στα­θε­ρο­ποί­η­ση του κα­πι­τα­λι­σμού στην Ευ­ρώ­πη έδωσε την ευ­και­ρία για την ιμπε­ρια­λι­στι­κή ει­σβο­λή των στρα­τών 14 χωρών στη σο­βιε­τι­κή Ρωσία. Με τη βο­ή­θεια των δυ­τι­κών Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων, οι εσω­τε­ρι­κές δυ­νά­μεις του πα­λιού κα­θε­στώ­τος, οι στρα­τιές των Λευ­κών, ανα­συ­ντά­χθη­καν και ακο­λού­θη­σε ο τρο­με­ρός τριε­τής Εμ­φύ­λιος Πό­λε­μος.

Όλες οι δυ­νά­μεις της Επα­νά­στα­σης υπο­τά­χθη­καν υπο­χρε­ω­τι­κά στο κα­θή­κον της στρα­τιω­τι­κής νίκης στον Εμ­φύ­λιο. Δεν υπήρ­χε καμιά ει­ρη­νι­κή ή δη­μο­κρα­τι­κή εναλ­λα­κτι­κή. Ο Τρό­τσκι γρά­φει ότι η ήττα του Κόκ­κι­νου Στρα­τού θα είχε ως απο­τέ­λε­σμα ένα λου­τρό αί­μα­τος. Η αν­θρω­πό­τη­τα θα γνώ­ρι­ζε το να­ζι­σμό ή το φα­σι­σμό με ρω­σι­κό όνομα αντί του γερ­μα­νι­κού ή του ιτα­λι­κού.

Η νίκη των επα­να­στα­τών επι­τεύ­χθη­κε, αλλά με τρο­με­ρό αντί­τι­μο. Όχι μόνο στους υλι­κούς πό­ρους και στις υπο­δο­μές, αλλά επί­σης στη ζω­ντα­νή δύ­να­μη που ήταν στο κέ­ντρο του 1917, στην ερ­γα­τι­κή τάξη. Που μειώ­θη­κε πε­ρί­που κατά 50% –μέσα σε 3 χρό­νια– είτε λόγω των απω­λειών στα μέ­τω­πα, είτε λόγω της μα­ζι­κής εγκα­τά­λει­ψης των πό­λε­ων και της ανα­γκα­στι­κής επι­στρο­φής στην ύπαι­θρο…

Αυτά συ­νι­στούν την υλική βάση για την υπο­χώ­ρη­ση της σο­βιε­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας. Ο Λένιν στην τε­λευ­ταία πε­ρί­ο­δο πριν τον θά­να­τό του (βλ. το πο­λύ­τι­μο βι­βλίο του Μοσέ Λεβίν: «Η τε­λευ­ταία μάχη του Λένιν») πε­ρι­γρά­φει την ΕΣΣΔ ως ένα «ερ­γα­τι­κό κρά­τος, αλλά με γρα­φειο­κρα­τι­κές πα­ρα­μορ­φώ­σεις». Τα Σο­βιέτ δεν λει­τουρ­γούν πλέον και ο ερ­γα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας του κρά­τους στη­ρί­ζε­ται όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο στο γε­γο­νός ότι στην κο­ρυ­φή του κρά­τους εξα­κο­λου­θεί να βρί­σκε­ται το κόμμα –οι Μπολ­σε­βί­κοι– που πα­ρα­μέ­νει πιστό στις πα­ρα­κα­τα­θή­κες του Οκτώ­βρη. Όμως ακόμα και αυτό το τε­λευ­ταίο «οχυρό» έχει αρ­χί­σει να υπο­σκά­πτε­ται. Αφε­νός οι σχέ­σεις του με τα άλλα σύμ­μα­χα κόμ­μα­τα της επο­χής του Οκτώ­βρη –τους Εσέ­ρους και τους αρι­στε­ρούς Μεν­σε­βί­κους– έχουν ρα­γδαία επι­δει­νω­θεί. Αφε­τέ­ρου, η «γρα­φειο­κρα­τι­κο­ποί­η­ση» του κρά­τους αντα­να­κλά­ται στα­δια­κά όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο στο εσω­τε­ρι­κό του μπολ­σε­βί­κι­κου κόμ­μα­τος.

Σε όλη αυτή την αντί­στρο­φα «με­τα­βα­τι­κή» πε­ρί­ο­δο, όλα τα ση­μα­ντι­κά στε­λέ­χη της μπολ­σε­βί­κι­κης ηγε­σί­ας υπο­στη­ρί­ζουν μεν τα ανα­γκαία οι­κο­νο­μι­κά και πο­λι­τι­κά μέτρα για την επι­βί­ω­ση του «ερ­γα­τι­κού κρά­τους», αλλά σπεύ­δουν να τα χα­ρα­κτη­ρί­σουν ως ανα­γκα­στι­κές υπο­χω­ρή­σεις, σε πλήρη αντί­θε­ση με την άποψή τους για το πώς θα μπο­ρού­σε –γε­νι­κά και δια­χρο­νι­κά– να ορ­γα­νώ­νε­ται μια σο­σια­λι­στι­κή δη­μο­κρα­τία. Προ­σπα­θούν να κρα­τή­σουν το κε­φά­λι έξω από το νερό, πε­ρι­μέ­νο­ντας αγω­νιω­δώς την ενί­σχυ­σή τους απέξω. Σε αυτό το διά­στη­μα πλη­θαί­νουν με­τα­ξύ των Μπολ­σε­βί­κων ηγε­τών οι δια­τυ­πώ­σεις, όπως του Λένιν: «χωρίς την επα­νά­στα­ση στη Γερ­μα­νία, εί­μα­στε προ­ο­ρι­σμέ­νοι να χα­θού­με…».

Αυτή η υπο­γράμ­μι­ση έχει ση­μα­σία και η ποιό­τη­τα αυτών των ηγε­τι­κών στε­λε­χών, η ταύ­τι­σή τους με την ερ­γα­τι­κή τάξη, επι­βε­βαιώ­θη­κε με τη μοίρα τους στα χρό­νια που ακο­λού­θη­σαν. Όμως σή­με­ρα, σε τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες και έναν αιώνα μετά, δεν έχου­με κα­νέ­να λόγο για να ανά­γου­με σε επα­να­στα­τι­κή αρετή είτε τα λάθη που γί­νη­καν σε αυτήν την πε­ρί­ο­δο, είτε ακόμα και τις «ανα­γκα­στι­κές υπο­χω­ρή­σεις».

Στα 100 χρό­νια από τον Οκτώ­βρη επι­λέ­ξα­με να εκ­δώ­σου­με το βι­βλίο του Βι­κτόρ Σερζ «Το έτος ένα της Ρω­σι­κής Επα­νά­στα­σης». Η αξία του βι­βλί­ου του Σερζ είναι ότι υπο­γραμ­μί­ζει το ρόλο των Σο­βιέτ ως κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη στην Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση. Όμως, επί­σης, δεν δι­στά­ζει –παρά την ανά­λυ­ση του δυ­σμε­νούς πλαι­σί­ου και της σκλη­ρό­τη­τας του συ­σχε­τι­σμού των δυ­νά­με­ων που έκανε κά­ποιες πι­κρές επι­λο­γές ανα­γκαί­ες– να «δεί­ξει» την Κρο­στάν­δη, την ίδρυ­ση της ΤσεΚά, τη στα­δια­κή απα­γό­ρευ­ση των άλλων ερ­γα­τι­κών κομ­μά­των, την κα­τάρ­γη­ση των τά­σε­ων μέσα στον μπολ­σε­βι­κι­σμό κ.ο.κ. ως «πλη­γές» που από μόνες τους γί­νο­νταν επι­κίν­δυ­νες.

Με την από­στα­ση των 100 χρό­νων από τα γε­γο­νό­τα, μπο­ρού­με να πούμε ότι οφεί­λου­με πλέον να κά­νου­με κα­θα­ρά τη διά­κρι­ση ανά­με­σα στις από­ψεις για τον σο­σια­λι­σμό ως ερ­γα­τι­κή δη­μο­κρα­τι­κή εξου­σία και την ανα­πα­ρα­γω­γή αντι­λή­ψε­ων που ξε­κι­νά­νε από τα πα­ρα­δείγ­μα­τα στην εποχή του εκ­φυ­λι­σμού της επα­νά­στα­σης και κα­τα­λή­γουν να κα­τα­νο­ούν τον σο­σια­λι­σμό ως μο­νο­κομ­μα­τι­κή εξου­σία μιας (φω­τι­σμέ­νης) ηγε­σί­ας.

Στην εποχή του θα­νά­του του Λένιν κυ­κλο­φο­ρούν με­τα­ξύ των Μπολ­σε­βί­κων ηγε­τών ιδιαί­τε­ρα απαι­σιό­δο­ξες προ­βλέ­ψεις. Υπο­γραμ­μί­ζε­ται ο κίν­δυ­νος της ανα­τρο­πής των Μπολ­σε­βί­κων είτε από μια νέα ιμπε­ρια­λι­στι­κή ει­σβο­λή, είτε από μια νέα εξέ­γερ­ση ανα­ζω­ο­γο­νη­μέ­νων Λευ­κών δυ­νά­με­ων. Δεν έγινε τί­πο­τα από τα δύο. Αντί­θε­τα, η ενί­σχυ­ση της γρα­φειο­κρα­τί­ας, υπό την ηγε­σία του Στά­λιν, έπνι­ξε το κόμμα, κα­τέ­στρε­ψε τον ομ­φά­λιο λώρο που κρα­τού­σε ζω­ντα­νή τη σύν­δε­σή του με τον Οκτώ­βρη.

Δεν είναι στό­χος του πα­ρό­ντος άρ­θρου η ανά­λυ­ση της στα­λι­νι­κής αντε­πα­νά­στα­σης, πα­ρό­λο που αυτό οφεί­λει να είναι ένα από τα κε­ντρι­κά ζη­τή­μα­τα που θα πρέ­πει να απα­ντή­σει η συ­ζή­τη­ση για τα 100 χρό­νια από τη Ρώ­σι­κη Επα­νά­στα­ση.

Η άποψή μας είναι ότι η στα­δια­κή ενί­σχυ­ση της γρα­φειο­κρα­τί­ας μέσα στη δε­κα­ε­τία του ’20, συν­δυά­ζε­ται με τη στα­δια­κή από­κτη­ση της συ­νεί­δη­σης ότι απο­τε­λεί μια ανε­ξάρ­τη­τη πλέον εκ­με­ταλ­λεύ­τρια και κα­τα­πιέ­στρια δύ­να­μη και ότι η Ρωσία από το 1928-1929 και μετά δεν μπο­ρεί παρά να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως Κρα­τι­κός Κα­πι­τα­λι­σμός. Η από­στα­ση που χώ­ρι­ζε αυτό το νέο κα­θε­στώς από την επα­νά­στα­ση του ’17 δεν θα μπο­ρού­σε να ανα­δει­χθεί παρά με εξαι­ρε­τι­κά άγριο, με πραγ­μα­τι­κά κτη­νώ­δη τρόπο. Και αυτό έγινε με τις «εκ­κα­θα­ρί­σεις» του 1930.

Οι εκτε­λε­σμέ­νοι:
«Προς τις μελ­λο­ντι­κές γε­νιές στε­λε­χών…»

Το τε­λευ­ταίο τμήμα της «κλη­ρο­νο­μιάς» του Οκτώ­βρη –αλλά όχι το μι­κρό­τε­ρο σε ση­μα­σία– είναι ότι οι «άν­θρω­ποι» του 1917 –η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των ηγε­τι­κών στε­λε­χών του μπολ­σε­βι­κι­σμού, χι­λιά­δες «εν­διά­με­σα» στε­λέ­χη του, δε­κά­δες χι­λιά­δες μέλη του κόμ­μα­τος της επο­χής του 1917-1928– δεν συμ­βι­βά­στη­καν με τον εκ­φυ­λι­σμό και τε­λι­κά με την ανα­τρο­πή της επα­να­στα­τι­κής κα­τεύ­θυν­σης του Οκτώ­βρη. Όταν έφτα­σαν μπρο­στά στην τε­λι­κή επι­λο­γή, αυτήν της έντα­ξης στη «νέα κα­τά­στα­ση», πήραν το δρόμο προς το εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα ή τον αργό (και κά­πο­τε λι­γό­τε­ρο αργό) θά­να­το στην εξο­ρία και τα στρα­τό­πε­δα στη Σι­βη­ρία.

Αυτό ίσχυ­σε στα­δια­κά για όλες τις πτέ­ρυ­γες του μπολ­σε­βί­κι­κου κόμ­μα­τος. Για την Αρι­στε­ρή Αντι­πο­λί­τευ­ση του Τρό­τσκι, για το «Κέ­ντρο» των Ζι­νό­βιεφ-Κά­με­νεφ, για τη λε­γό­με­νη «Δεξιά» υπό τον Μπου­χά­ριν. Στις δια­βό­η­τες Δίκες της Μό­σχας το στε­λε­χι­κό δυ­να­μι­κό του κόμ­μα­τος και του στρα­τού, που έδωσε τις μάχες του Εμ­φυ­λί­ου, εξο­ντώ­θη­κε με ατι­μω­τι­κές κα­τη­γο­ρί­ες.

Ας δώ­σου­με το λόγο στον Μπου­χά­ριν, στον κατά τον Λένιν «λα­μπρό­τε­ρο θε­ω­ρη­τι­κό νου» των Μπολ­σε­βί­κων και «αγα­πη­μέ­νο παιδί του κόμ­μα­τος», που την πα­ρα­μο­νή της εκτέ­λε­σης έγρα­ψε στη γυ­ναί­κα του:

«Η ζωή μου τε­λειώ­νει εδώ, σκύβω το κε­φά­λι κάτω από το τσε­κού­ρι του δή­μιου, που δεν είναι το τσε­κού­ρι του προ­λε­τα­ριά­του, που και αυτό πρέ­πει να είναι ανε­λέ­η­το, αλλά χωρίς καμιά κη­λί­δα. Αι­σθά­νο­μαι πλήρη αδυ­να­μία μπρο­στά σε αυτή την κα­τα­χθό­νια μη­χα­νή, που χρη­σι­μο­ποιώ­ντας χωρίς καμιά αμ­φι­βο­λία με­σαιω­νι­κές με­θό­δους, απέ­κτη­σε γι­γά­ντια δύ­να­μη και μπο­ρεί να κα­τα­σκευά­ζει αλυ­σι­δω­τές συ­κο­φα­ντί­ες… Εάν όχι μία, αλλά πολ­λές φορές λά­θε­ψα στην επι­λο­γή των με­θό­δων που έπρε­πε να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν για την οι­κο­δό­μη­ση του σο­σια­λι­σμού, οι επερ­χό­με­νες γε­νιές ας μη με κρί­νουν αυ­στη­ρό­τε­ρα απ’ ό,τι με έκρι­νε ο Βλα­δί­μη­ρος Ίλιτς. Προ­χω­ρού­σα­με για έναν και τον αυτό σκοπό, για πρώτη φορά στην ιστο­ρία, και ο δρό­μος δεν είχε ακόμα χα­ρα­χτεί. Άλλοι και­ροί, άλλα ήθη. Τότε η «Πρά­βδα» αφιέ­ρω­νε ολό­κλη­ρες σε­λί­δες στις συ­ζη­τή­σεις: Ο κό­σμος όλος συ­ζη­τού­σε, ερ­χό­ταν σε σύ­γκρου­ση και μετά όλοι συμ­φι­λιώ­νο­νταν και προ­χω­ρού­σα­με ενω­μέ­νοι. Απευ­θύ­νο­μαι σ’ εσάς, στη μελ­λο­ντι­κή γενιά των κομ­μα­τι­κών στε­λε­χών, που θα έχετε το ιστο­ρι­κό κα­θή­κον να κά­νε­τε την αυ­το­ψία του τε­ρα­τώ­δους σύν­νε­φου των εγκλη­μά­των που εξα­πλώ­νο­νται σε αυτή την τρο­μα­κτι­κή εποχή και φου­ντώ­νει σαν φλόγα να πνί­ξει το κόμμα. Απευ­θύ­νο­μαι σε όλα τα μέλη του κόμ­μα­τος».

Κά­ποιοι απ’ αυ­τούς «ομο­λό­γη­σαν». Κάτω από τα φρι­κτά βα­σα­νι­στή­ρια, τις απει­λές εξό­ντω­σης των προ­σφι­λών τους προ­σώ­πων, αλλά και την ελ­πί­δα ότι πι­θα­νώς να κά­νουν λάθος οι ίδιοι, τη σχε­δόν με­τα­φυ­σι­κή ανα­ζή­τη­ση μιας τε­λευ­ταί­ας πι­θα­νό­τη­τας να δι­καιω­θεί το «κόμμα». Σε όσους τόλ­μη­σαν την πο­λυ­τέ­λεια να ει­ρω­νευ­τούν ή να χλευά­σουν τους εκτε­λε­σμέ­νους που προη­γού­με­να ομο­λό­γη­σαν, έδωσε την αρ­μό­ζου­σα απά­ντη­ση ο Τρό­τσκι, λίγο πριν τη δο­λο­φο­νία του στο Με­ξι­κό, γρά­φο­ντας για τους Ζι­νό­βιεφ-Κά­με­νεφ, παρά τις προη­γού­με­νες σκλη­ρές συ­γκρού­σεις με­τα­ξύ τους:

«Η αντί­στα­ση των υλι­κών με­τριέ­ται με την ενέρ­γεια των κα­τα­στρο­φι­κών δυ­νά­με­ων. Άκου­σα φι­λή­συ­χους μι­κρο­α­στούς να ανα­φω­νούν: “Αδύ­να­τον να κα­τα­λά­βει κα­νείς τον Ζι­νό­βιεφ… Πόση έλ­λει­ψη χα­ρα­κτή­ρα!”. Έχετε με­τρή­σει, απά­ντη­σα, την πίεση που δέ­χτη­καν ολό­κλη­ρα χρό­νια; Επί δέκα χρό­νια ζού­σαν μέσα στα βαριά σύν­νε­φα της πλη­ρω­μέ­νης συ­κο­φα­ντί­ας. Επί δέκα χρό­νια τα­λα­ντεύ­ο­νταν ανά­με­σα στη ζωή και στο θά­να­το. Στην αρχή με την πο­λι­τι­κή ση­μα­σία της λέξης, ύστε­ρα με την ηθική, τέλος με τη φυ­σι­κή. Θα μπο­ρού­σε να βρει κα­νείς σε όλη την ιστο­ρία πολλά πα­ρα­δείγ­μα­τα εξό­ντω­σης τόσο ρα­φι­να­ρι­σμέ­νης, τόσο συ­στη­μα­τι­κής των ικα­νο­τή­των αντί­στα­σης των νεύ­ρων, όλων των ινών της ψυχής; Από χα­ρα­κτή­ρα, ο Ζι­νό­βιεφ και ο Κά­με­νεφ, θα ’χαν να που­λή­σουν και στους άλ­λους σε καιρό ει­ρή­νης… Και οι δυο τους ήταν βαθιά και πέρα ως πέρα αφο­σιω­μέ­νοι στο σο­σια­λι­σμό…».

Αν και είναι γε­γο­νός ότι το σύ­νο­λο των «τά­σε­ων» του μπολ­σε­βι­κι­σμού της επο­χής του Οκτώ­βρη (ακόμα και οι «μι­κρό­τε­ρες» ομά­δες όπως η φρά­ξια του Δη­μο­κρα­τι­κού Συ­γκε­ντρω­τι­σμού) δια­χω­ρί­στη­καν, μέ­χρις αί­μα­τος, από το ρεύμα του στα­λι­νι­σμού, είναι επί­σης γε­γο­νός ότι ανά­με­σά τους ξε­χω­ρί­ζει η τάση που συ­σπει­ρώ­θη­κε γύρω από τον Τρό­τσκι. Ας δώ­σου­με το λόγο στον Λέ­ο­πολντ Τρέ­περ, έναν αγω­νι­στή που πήρε μέρος στον αντι­φα­σι­στι­κό αγώνα υπό τη στα­λι­νι­κή ηγε­σία, ως επι­κε­φα­λής του πα­ρά­νο­μου δι­κτύ­ου κα­τα­σκο­πί­ας στην Ευ­ρώ­πη κατά τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, του δι­κτύ­ου που έμει­νε στην ιστο­ρία ως «Κόκ­κι­νη Ορ­χή­στρα». Στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο του «Το Με­γά­λο Παι­χνί­δι», γρά­φει:

«Όλοι αυτοί που δεν αντι­στά­θη­καν στο στα­λι­νι­κό μη­χα­νι­σμό είναι υπεύ­θυ­νοι, συλ­λο­γι­κά υπεύ­θυ­νοι. Δεν απο­τε­λώ εξαί­ρε­ση σε αυτήν την ετυ­μη­γο­ρία. Αλλά ποιοι δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν εκεί­νη την εποχή; Ποιοι ύψω­σαν τη φωνή τους γι’ αυτά τα αίσχη; Οι τρο­τσκι­στές μπο­ρούν να διεκ­δι­κή­σουν αυτή την τιμή. Ακο­λου­θώ­ντας το πα­ρά­δειγ­μα του ηγέτη τους, που αντα­μεί­φθη­κε για την επι­μο­νή του με ένα δο­λο­φο­νι­κό χτύ­πη­μα από ορει­βα­τι­κή αξίνα, πο­λέ­μη­σαν τον στα­λι­νι­σμό μέ­χρις εσχά­των και ήταν οι μόνοι που το έκα­ναν. Μετά από τις με­γά­λες εκ­κα­θα­ρί­σεις, μπο­ρού­σαν να φω­νά­ζουν την ενα­ντί­ω­σή τους μόνο στις πα­γω­μέ­νες στέ­πες, όπου είχαν στα­λεί για να εξο­ντω­θούν. Στα στρα­τό­πε­δα, η συ­μπε­ρι­φο­ρά τους ήταν αξιο­θαύ­μα­στη. Αλλά οι φωνές τους χά­νο­νταν μέσα στην τούν­δρα. Σή­με­ρα, οι τρο­τσκι­στές έχουν το δι­καί­ω­μα να κα­τη­γο­ρούν αυ­τούς που κά­πο­τε ούρ­λια­ζαν μαζί με τους λύ­κους. Ας μην ξε­χνά­με όμως ότι είχαν ένα τε­ρά­στιο πλε­ο­νέ­κτη­μα σε σχέση με εμάς, ένα συ­γκρο­τη­μέ­νο πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα ικανό να αντι­κα­τα­στή­σει τον στα­λι­νι­σμό. Είχαν κάτι για να στη­ρι­χθούν μέσα στη βαθιά απο­γο­ή­τευ­σή τους, βλέ­πο­ντας να προ­δί­δε­ται η επα­νά­στα­ση. Δεν “ομο­λό­γη­σαν”, γιατί ήξε­ραν ότι οι ομο­λο­γί­ες τους δεν θα εξυ­πη­ρε­τού­σαν ούτε το κόμμα, ούτε το σο­σια­λι­σμό…» (υπο­γραμ­μί­σεις δικές μου).

Εδώ ο Τρέ­περ, με το έμπει­ρο μάτι του «ψη­μέ­νου» στη δράση αγω­νι­στή, ξε­χω­ρί­ζει δύο στοι­χεία:

α) Την «αξιο­θαύ­μα­στη» στάση μπρο­στά στον δήμιο ή μέσα στην απο­μό­νω­ση των στρα­το­πέ­δων. Αυτό το «ηθικό» στοι­χείο χα­ρα­κτη­ρί­ζει ένα ευ­ρύ­τε­ρο φάσμα των αντι­πο­λι­τευό­με­νων. Είναι ένα πο­λύ­τι­μο στοι­χείο της κλη­ρο­νο­μιάς του ’17. Με­τα­ξύ της επα­νά­στα­σης του Οκτώ­βρη και της στα­λι­νι­κής πε­ριό­δου υπάρ­χει δια­χω­ρι­σμός, υπάρ­χει «πο­τά­μι αί­μα­τος».

β) Το ζή­τη­μα της ανά­λυ­σης, το «συ­γκρο­τη­μέ­νο πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα, ικανό να αντι­κα­τα­στή­σει τον στα­λι­νι­σμό» του­λά­χι­στον στη σκέψη και στον προ­σα­να­το­λι­σμό στε­λε­χών που είχαν βρε­θεί σε θέση απο­μό­νω­σης, αυτό το «τε­ρά­στιο πλε­ο­νέ­κτη­μα» σε σχέση με αυ­τούς που υπο­τά­χθη­καν. Γιατί πέρα από το ζή­τη­μα της αξιο­θαύ­μα­στης ηθι­κής στά­σης, η με­γά­λη προ­σφο­ρά των «αντι­πο­λι­τευό­με­νων» και κυ­ρί­ως του Τρό­τσκι ήταν η συ­νέ­χεια της μαρ­ξι­στι­κής ανά­λυ­σης της συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τά­στα­σης που είχε δια­μορ­φω­θεί. Η «Προ­δο­μέ­νη Επα­νά­στα­ση» είναι η προ­δρο­μι­κή, η πο­λύ­τι­μη μαρ­ξι­στι­κή εκτί­μη­ση για τον στα­λι­νι­σμό, που κρά­τα­γε ζω­ντα­νή τη συ­νέ­χεια με τον μπολ­σε­βι­κι­σμό και επι­χει­ρού­σε να πε­ρά­σει τη σκυ­τά­λη στα χέρια της «επό­με­νης γε­νιάς στε­λε­χών»…

Δεν ήταν εύ­κο­λο. Η αίγλη της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης δη­μιουρ­γού­σε την αυ­θόρ­μη­τη τάση της υπο­στή­ρι­ξης της συ­νέ­χειας του πρώ­του σο­βιε­τι­κού κρά­τους. Ο μη­χα­νι­σμός της Γ΄ Διε­θνούς, με τις εκ­στρα­τεί­ες κατά του «τρο­τσκι­σμού», αλλά και του «λου­ξε­μπουρ­γκι­σμού» (όροι που επι­νο­ή­θη­καν στα τέλη της δε­κα­ε­τί­ας του ’20), με­τα­τρά­πη­κε σε μη­χα­νι­σμό με­τάλ­λα­ξης και ευ­θυ­γράμ­μι­σης με τον στα­λι­νι­σμό όλων των ΚΚ διε­θνώς. Στην τρο­με­ρή δε­κα­ε­τία του ’30, η επι­κρά­τη­ση του να­ζι­σμού στη Γερ­μα­νία, οι «εκ­κα­θα­ρί­σεις» στη Ρωσία και στη Διε­θνή, η ήττα της επα­νά­στα­σης στην Ισπα­νία (με τις τε­ρά­στιες ευ­θύ­νες της στα­λι­νι­κής πο­λι­τι­κής και της δι­πλω­μα­τί­ας της), η στρο­φή στα Λαϊκά Μέ­τω­πα και στη συ­νέ­χεια το Σύμ­φω­νο Μο­λό­τοφ-Ρί­μπε­ντροπ, δη­μιούρ­γη­σαν τη βάση για μια ρι­ζι­κή «ανα­σύν­θε­ση» της μαρ­ξι­στι­κής πα­ρά­δο­σης. Οι από­ψεις των επα­να­στα­τών του με­γά­λου «κύ­μα­τος» του 1917-1928 πιέ­στη­καν προς το πε­ρι­θώ­ριο. Αρ­γό­τε­ρα δια­φυ­λά­χθη­καν πλέον στις βι­βλιο­θή­κες και κυ­ρί­ως στις μι­κρές ορ­γα­νώ­σεις της επα­να­στα­τι­κής Αρι­στε­ράς της επο­χής, που όμως οδη­γή­θη­καν στην απο­μό­νω­ση από το μα­ζι­κό και ορ­γα­νω­μέ­νο ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα. Και ως γνω­στόν η απο­μό­νω­ση είναι σκλη­ρό έδα­φος. Μέσα σε αυτή γί­νο­νται εύ­κο­λα με­γά­λα πο­λι­τι­κά λάθη, που οδη­γούν σε… με­γα­λύ­τε­ρη απο­μό­νω­ση. Ο φαύ­λος κύ­κλος έμοια­ζε τέ­λειος.

Παρ’ όλα αυτά ο φαύ­λος κύ­κλος ποτέ δεν έγινε τέ­λειος. Στο εσω­τε­ρι­κό των ΚΚ, η μαρ­ξι­στι­κή πα­ρά­δο­ση και η ανά­μνη­ση των «με­γά­λων συ­ζη­τή­σε­ων» του 1920-1930 δη­μιουρ­γού­σαν απει­θαρ­χί­ες, κρί­σεις, δια­σπά­σεις που κα­τευ­θύ­νο­νταν προς τα αρι­στε­ρά. Κυ­ρί­ως όμως τα νέα μα­ζι­κά ξε­σπά­σμα­τα, οι αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κές επα­να­στά­σεις του 1950-1960 και ο κύ­κλος ερ­γα­τι­κών και νε­ο­λαι­ί­στι­κων αγώ­νων του διε­θνούς Μάη του ’68 έφερ­ναν ξανά στην επι­φά­νεια την αυ­θε­ντι­κή πα­ρά­δο­ση του ’17. Ο Λένιν, ο Τρό­τσκι, η Ρόζα, ο Γκράμ­σι, ο Μπου­χά­ριν, η Τσέτ­κιν κ.ά. έβγαι­ναν από το Μαυ­σω­λείο, συ­να­ντού­σαν τον Τσε και τον Μάλ­κολμ Χ, αλλά και χι­λιά­δες και χι­λιά­δες νέους αγω­νι­στές/στριες, για να διεκ­δι­κή­σουν ξανά τη συ­νέ­χεια του Οκτώ­βρη.

Στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες, η πα­ρά­δο­ση του 1917 δεν συ­νι­στά, ασφα­λώς, ένα έτοι­μο πρό­γραμ­μα. Συ­νι­στά όμως την ιδε­ο­λο­γι­κή βάση για την ανα­γκαία επε­ξερ­γα­σία αυτού του προ­γράμ­μα­τος, τη βάση που στο κέ­ντρο της έχει την τρο­με­ρή απε­λευ­θε­ρω­τι­κή κραυ­γή της Πε­τρού­πο­λης και της Μό­σχας έναν αιώνα πριν: Όλη η εξου­σία στα Σο­βιέτ!

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από το τεύ­χος Νο 7 του πε­ριο­δι­κού «Κόκ­κι­νο»

Πέθανε ο Λένιν;

Συμπλήρωμα στην ανάρτησή μας
της 21ης Ιανουαρίου.

f898ff95cfdae90e19a4ad5a8ae58d2d_xl

Του Νίκου Μπογιόπουλου
Πηγή: Iskra.gr
από ThePressProject.gr

Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από τον κόσμο όπου 8 μόλις άτομα κατέχουν πλούτο που ισούται με τα υπάρχοντα 3,5 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, δηλαδή το 50% του πληθυσμού της Γης.

Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από τον κόσμο των 3 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που «ζουν» με 1,5 δολάρια την ημέρα.

Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από την Ευρώπη των 120 εκατομμυρίων φτωχών και απόκληρων.

Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από την Ελλάδα της καταχνιάς, της κατάθλιψης, της αιθαλομίχλης και των 2.460 αυτοκτονιών το διάστημα 2010-2014: «Τι να κάνουμε;»…

Στις αρχές του περασμένου αιώνα, σε άλλες (;) συνθήκες το ερώτημα είχε τεθεί και είχε απαντηθεί από τον άνθρωπο που σήμερα συμπληρώνονται 93 χρόνια από τον θάνατό του, στις 21 Γενάρη 1924: Τον Λένιν.
Κατ’ αρχάς, όμως, τι σόι άνθρωπος, τι σόι τύπος ήταν ο Λένιν, ώστε να αξίζει να δώσουμε βάση στην άποψή του για το «τι να κάνουμε» εμείς σήμερα;

«Λένιν, ο πιο ανθρώπινος άνθρωπος», έγραφε μετά τον θάνατό του ο Μαγιακόφσκι. Αλλά ο Μαγιακόφσκι λάτρευε τον Λένιν και ίσως δεν θα μπορούσε να είναι αντικειμενικός στην κρίση του.

Είναι σημαντικότερο, επομένως, να μας περιγράψει την προσωπικότητά του κάποιος που οι σχέσεις του μαζί του υπήρξαν, το λιγότερο, πολυκύμαντες:

«Ο Λένιν – γράφει ο Τρότσκι – ανεχόταν την νεροποντή από εγκώμια με τον τρόπο που ένας ανυπόμονος πεζός υπομένει τη βροχή κάτω από μια ξώπορτα».

Και ως πολιτικός, ως ηγέτης; Ο Τρότσκι πάλι αναφέρει:
«Δεν επέβαλε το σχέδιό του στις μάζες. Βοηθούσε τις μάζες να συλλάβουν και να πραγματοποιήσουν τα δικά τους σχέδια».

Αλλά δεν έχει λιγότερη σημασία να δει κανείς πώς μιλούσαν για τον Λένιν οι ίδιοι οι ταξικοί του αντίπαλοι:

«Ο Λένιν ήτο η επιφανεστέρα των προσωπικοτήτων που ανέδειξεν ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος»
σημείωναν σε άρθρο τους οι Τάιμς της Νέας Υόρκης την επόμενη του θανάτου του, ενώ οι Τάιμς του Λονδίνου έκαναν λόγο για«το σιδερένιο θάρρος του, την ακλόνητη αποφασιστικότητα του και την ολοκληρωτική έλλειψη κάθε ιδιοτελούς συμφέροντος μέσα στον αγώνα».

Όσο για τα παρακάτω δεν τα έγραψε κάποιος «όποιος κι όποιος». Και κυρίως δεν τα ισχυρίζεται κάποιος που πάσχει από μαρξιστικές και λενινιστικές «παρωπίδες». Ο ύμνος στον Μαρξ και τον Λένιν προέρχεται από έναν υπουργό Οικονομικών του… Ρίγκαν! Τον Πολ Κρεγκ Ρόµπερτς. Έγραψε:

«Αν ο Μαρξ και ο Λένιν ήταν σήµερα ζωντανοί, θα ήταν βασικοί διεκδικητές του βραβείου Νόµπελ για την οικονοµία. Ο Μαρξ προέβλεψε την προϊούσα εξαθλίωση των εργαζοµένων και ο Λένιν προείδε την υποταγή της υλικής παραγωγής στη συσσώρευση κερδών του χρηµατοπιστωτικού κεφαλαίου. Οι προβλέψεις τους είναι κατά πολύ ανώτερες από τα “οικονοµικά µοντέλα” που σήµερα βραβεύονται µε Νόµπελ και από τις προβλέψεις των κεντρικών τραπεζιτών, των υπουργών Οικονοµικών και των νοµπελιστών οικονοµολόγων…» (1)
Φυσικά ο Λένιν δεν θα πάρει ποτέ το βραβείο Νόμπελ. Παρότι είναι ο άνθρωπος που με διεξοδικό τρόπο προσδιόρισε αυτό που ζούμε (και) σήμερα: Δηλαδή τον ζυγό του «αποικιακού» και «τοκογλυφικού ιµπεριαλισµού» (2). Ο Λένιν, αντίθετα, θα συνεχίσει να βαφτίζεται «ξεπερασμένος» από τους αδαείς. Αλλά θα είναι πάντα εκείνος που ανέλυσε ότι:

«Χαρακτηριστικό του καπιταλισµού γενικά είναι ότι χωρίζει την ιδιοκτησία του κεφαλαίου από την χρησιµοποίηση του κεφαλαίου στην παραγωγή, ότι χωρίζει το χρηµατικό κεφάλαιο από το βιοµηχανικό ή το παραγωγικό (…). Ο ιµπεριαλισµός ή η κυριαρχία του χρηµατιστικού κεφαλαίου είναι η ανώτατη εκείνη βαθµίδα καπιταλισµού όπου ο χωρισµός αυτός παίρνει πελώριες διαστάσεις. Η υπεροχή του χρηµατιστικού κεφαλαίου πάνω σε όλες τις υπόλοιπες µορφές κεφαλαίου σηµαίνει κυρίαρχη θέση του εισοδηµατία και της χρηµατιστικής ολιγαρχίας, σηµαίνει ξεχώρισµα µερικών κρατών που κατέχουν τη χρηµατιστική δύναµη, απ’ όλα τα υπόλοιπα» (3).

Ο Λένιν δεν θα πάρει ποτέ το Νόμπελ. Βλέπετε όσα είχε να μας πει (από τότε!) για την κυρία… Μέρκελ και για τα «χαϊδεμένα παιδιά» των εκάστοτε «Μέρκελ» που είναι σπαρμένα στις «μισοαποικίες» των μεγάλων Δυνάμεων, είναι ενοχλητικά. Έγραφε:

«Το κεφάλαιο έγινε διεθνές και μονοπωλιακό. Ο κόσμος είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε μια χούφτα μεγάλες Δυνάμεις, δηλαδή Δυνάμεις που έχουν επιτυχίες στη μεγάλη καταλήστευση και καταπίεση των εθνών (…) η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία έχουν τοποθετήσεις στο εξωτερικό όχι μικρότερες από 70 δισεκατομμύρια ρούβλια. Για να εισπράττουν το «θεμιτό» εισοδηματάκι τους από το στρογγυλούτσικο αυτό ποσό – ένα εισοδηματάκι που ξεπερνάει τα τρία δισεκατομμύρια ρούβλια το χρόνο – υπάρχουν οι εθνικές επιτροπές των εκατομμυριούχων, που ονομάζονται κυβερνήσεις, που διαθέτουν στρατό και πολεμικό στόλο και «τοποθετούν» στις αποικίες και στις μισοαποικίες τα χαϊδεμένα παιδιά και τα αδέλφια «του κυρίου δισεκατομμυρίου» σαν αντιβασιλείς, προξένους, πρεσβευτές, κάθε λογής υπαλλήλους, παπάδες και άλλες βδέλλες» (4).

Παρόλα αυτά,το ερώτημα παραμένει: Έχει να πει κάτι ο Λένιν στους εργαζόμενους και στους άνεργους, σήμερα; Έχουν νόημα τα λόγια του στην εποχή του Wi – Fi; Μπορούν να ακουστούν μέσα σε όλη αυτή την οχλαγωγία από το σαφάρι των Πόκεμον; Και κυρίως: Τι προοπτική, τι διδάγματα μπορεί να προσφέρει η πολιτική δράση του εκατό χρόνια μετά, τώρα που επήλθε πια το «Τέλος της Ιστορίας»και το εγχείρημα της Οκτωβριανής Επανάστασης ανατράπηκε;

Μια σκέψη είναι αυτή που διατυπώθηκε από τον Σαρτρ: «Ο μαρξισμός», έλεγε ο Γάλλος φιλόσοφος,«είναι αξεπέραστος διότι δεν ξεπεράστηκαν οι συνθήκες που τον ανέδειξαν».

Και ο Λένιν δεν εκπροσωπεί τίποτα λιγότερο από αυτό: Τον μαρξισμό στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Δηλαδή την εποχή της απόλυτης κυριαρχίας των μονοπωλίων στον κόσμο. Ή μήπως σήμερα, επί «Ζήμενς» και «Κρούπ», επί Novartisκαι Ντόιτσε Μπανκ, επί τραπεζιτών και εργολάβων, ζούμε σε κάποια άλλη εποχή;

Αν πάλι ο Σαρτρ δεν ακούγεται και τόσο πειστικός στα αυτιά ορισμένων, τότε τους προτείνουμε να λάβουν τοις μετρητοίς τον κ.Σαμαρά και τον κ.Τσίπρα. Αυτοί είναι που επί πρωθυπουργίας του πρώτου μνημόνευαν τον Λένιν στη Βουλή συχνότερα κι από το ΚΚΕ. Ας πάρουν τοις μετρητοίς και τον κ.Στουρνάρα. Αυτός (!) ήταν που επαναλάμβανε ότι διαβάζει τον Λένιν. Ανελλιπώς μάλιστα, όπως έλεγε από τη θέση του υπουργού Οικονομικών.

Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, μετά από κάθε του υπογραφή κάτω από κόφτες και μνημόνια, είναι σύνηθες να βγαίνει και κάποιος «αριστερούλης» του (πρώτος διδάξας ο κ.Τσίπρας αμέσως μετά την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου) για να ξεπλύνει την ξεφτίλα του – πώς; – απαγγέλλοντας Λένιν.

Οι μαρτυρίες όλων των παραπάνω όσο να ‘ναι μια κάποια πιστοποίηση της επικαιρότητας της λενινιστικής παρακαταθήκης προσφέρουν. Ειδικά αν αναλογιστούμε όσα διαπράττουν. Γεγονός που πείθει ότι ο λόγος που αναφέρονται στον Λένιν και ξεπατικώνουν τσιτάτα του, είναι για να κάνουν τα ακριβώς αντίθετα…

«Τι να κάνουμε;», συνεπώς. Αλλά όχι κατά τους παραχαράκτες του Λένιν, μα σύμφωνα με τον ίδιο τον μπολσεβίκο ηγέτη;

Χρέος

Για παράδειγμα, στην Ελλάδα που λιμοκτονεί υπό το βάρος των χρεών έχει ο Λένιν να μας πει κάτι; Έχει να προτείνει κάτι στους Έλληνες του μόχθου που – ως μη όφειλαν – έχουν πληρώσει αυτά τα χρέη χίλιες φορές, αλλά τους επιβάλλουν να τα πληρώσουν άλλες χίλιες;

«…νομίζουμε – έλεγε ο Λένιν απευθυνόμενος στους λαούς της Ευρώπης και όλου του κόσμου – πως για την ακύρωση των χρεών θα αναγκαστούν (σσ: οι λαοί) να περιμένουν κάτι άλλο και να δουλέψουν σε κάποια άλλη κατεύθυνση, χωρίς να υπολογίζουν στη «γενναιοψυχία» των κυρίων καπιταλιστών».

Τι έκανε λοιπόν ο Λένιν που δεν επαφίετο στην «γενναιοδωρία» των τοκογλύφων και των κερδοσκόπων και φυσικά δεν «διαπραγματευόταν» μαζί τους;

Το Γενάρη του 1918, η σοβιετική κυβέρνηση, με διάταγμα υπογεγγραμμένο από τον Λένιν, ακύρωσε τα εσωτερικά και εξωτερικά δάνεια που είχε συνάψει η τσαρική και η Προσωρινή κυβέρνηση. Τέλος!

Όμως, οι Μπολσεβίκοι, επειδή ακριβώς ήταν κομμουνιστές, δηλαδή και πατριώτες και διεθνιστές, την ώρα που οι πολιτικοί προπάτορες του ελληνικού αστικού πολιτικού κόσμου έστελναν στρατό εναντίον τους, εκείνοι, όσον αφορά την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό, να τι έκαναν:

«Ένα άλλο οικονομικό μέτρο της σοβιετικής κυβέρνησης στον εξωτερικό τομέα ήταν η παραίτησή της από το Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (ΔΟΕ), που επέβαλαν το 1897, μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, οι Μεγάλες Δυνάμεις στην Ελλάδα (…) από την Οχτωβριανή Επανάσταση η Ελλάδα απεκόμισε οικονομικά οφέλη. Η νεαρή Σοβιετική Δημοκρατία, με απόφαση του Δεύτερου Συνεδρίου των Σοβιέτ, απάλλαξε την Ελλάδα από το χρέος που όφειλε στη Ρωσία και ανερχόταν στα 100 εκατομμύρια χρυσά γαλλικά φράγκα. Ακόμα, η σοβιετική κυβέρνηση παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της στο Άγιο Όρος, καθώς και από τις ιδιοκτησίες του τσαρικού κράτους σε διάφορα ευαγή ιδρύματα στην Ελλάδα (…)» (Κώστας Αυγητίδης, «Η στρατιωτική επέμβαση των καπιταλιστικών χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920)», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Έτσι αντιμετώπισαν, λοιπόν, οι Μπολσεβίκοι και ο Λένιν τα θέματα του χρέους.

Κυβερνήσεις

Και για τους εκάστοτε «σωτήρες» μας; Έχει να πει κάτι ο Λένιν που να εξηγεί τον ρόλο τους; Η άποψή του δεν μας φαίνεται και πολύ παράταιρη:

«Σε μια κοινωνία – έλεγε – που βασίζεται (…) στην υποδούλωση των εκατομμυρίων φτωχών και εργαζομένων από μια χούφτα πλουσίων, η κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να είναι ο πιο πιστός φίλος και σύμμαχος των εκμεταλλευτών, ο πιο πιστός φρουρός της εξουσίας τους. Και για να είναι σίγουρος φρουρός, δεν αρκούν στον καιρό μας τα κανόνια, οι ξιφολόγχες και ο βούρδουλας: Πρέπει να φροντίσεις να υποβάλλεις στα θύματα της εκμετάλλευσης την ιδέα ότι η κυβέρνηση στέκεται πάνω από τις τάξεις, ότι δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ευγενών και της αστικής τάξης, αλλά τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, ότι φροντίζει να προστατεύει τους αδύναμους και τους φτωχούς από τους πλούσιους και τους ισχυρούς».

Τα διδάγματα της κρίσης

Μήπως ο Λένιν, που φυσικά δεν θα πάρει ποτέ το Νόμπελ – πράγμα που προφανώς ουδόλως θα τον ενδιέφερε και θα τον απασχολούσε – έχει να μας πει κάτι για την κρίση;

Είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον για μας, τους βουλιαγμένους στις «μισοαποικίες» και στις «μητροπόλεις», τα θύματα των τοκογλύφων ιμπεριαλιστών, τα υποζύγια των «χαιδεμένων παιδιών» της ολιγαρχίας, να πάρουμε υπόψη μας τις σκέψεις του Λένιν για «Τα διδάγματα της κρίσης». Και –κυρίως – να σκεφτούμε την άποψη του μεγαλύτερου επαναστάτη του 20ου αιώνα γύρω από τα πολιτικά συμπεράσματα που απορρέουν από την κρίση. Ο Λένιν έγραφε:
«Για να βγει κέρδος από μια επιχείρηση, πρέπει να πουληθούν τα εμπορεύματα, να βρεθούν αγοραστές. Και αγοραστής πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην όλη η μάζα του πληθυσμού, γιατί οι τεράστιες επιχειρήσεις παράγουν βουνά ολόκληρα από προϊόντα. Σ’ όλες όμως τις κεφαλαιοκρατικές χώρες τα εννιά δέκατα του πληθυσμού αποτελούνται από φτωχούς: από εργάτες που παίρνουν ένα πενιχρότατο μεροκάματο, από αγρότες που, στη μεγάλη τους μάζα, ζουν χειρότερα κι από τους εργάτες.

Και να που, όταν η μεγάλη βιομηχανία σε περίοδο άνθησης παίρνει φόρα για να παράγει όσο το δυνατό περισσότερα, ρίχνει στην αγορά τόσο μεγάλη ποσότητα προϊόντων, που δεν είναι σε θέση να τα πληρώσει η φτωχή πλειονότητα του λαού. Αυξάνει ολοένα ο αριθμός των μηχανών, των εργαλείων, των αποθηκών, των σιδηροδρόμων κτλ., όμως, από καιρό σε καιρό διακόπτεται αυτή η αύξηση, γιατί η μάζα του λαού, για την οποία, σε τελευταία ανάλυση, προορίζονται όλοι αυτοί οι βελτιωμένοι τρόποι παραγωγής, παραμένει σε φτώχεια τέτοια, που φτάνει τα όρια της εξαθλίωσης.

Η κρίση δείχνει ότι η σύγχρονη κοινωνία θα μπορούσε να παράγει ασύγκριτα περισσότερα προϊόντα για την καλυτέρευση της ζωής όλου του εργαζόμενου λαού, αν δεν είχαν αρπαχτεί η γη, τα εργοστάσια, οι μηχανές κ.τ.λ. από μια χούφτα ατομικούς ιδιοχτήτες, που βγάζουν εκατομμύρια από τη λαϊκή εξαθλίωση.

Η κρίση δείχνει ότι οι εργάτες δεν μπορούν να περιοριστούν μόνο στην πάλη για μερικές παραχωρήσεις από μέρους των κεφαλαιοκρατών: στην περίοδο της αναζωογόνησης της βιομηχανίας μπορούν να καταχτηθούν τέτοιες παραχωρήσεις (…) όμως επέρχεται η κρίση και οι κεφαλαιοκράτες όχι μόνο παίρνουν πίσω τις παραχωρήσεις που έκαναν, αλλά και επωφελούνται από την αδυναμία των εργατών για να κατεβάσουν ακόμα πιο πολύ τα μεροκάματα. Κι αυτό θα συνεχίζεται αναπότρεπτα, ώσπου οι στρατιές του σοσιαλιστικού προλεταριάτου να γκρεμίσουν την κυριαρχία του κεφαλαίου (…)» (5).

Εκτός από λόγια, όμως, ο Λένιν συνήθιζε να κάνει και πράξεις. Οι οποίες συμβάδιζαν με τα λόγια του. Ως εκ τούτου, πιστός στις θέσεις του να μην επαφίεται στην «γενναιοδωρία» των δημίων του λαού, πιστός στην θέση του για το ξεπέρασμα της κρίσης υπέρ των πολλών, πιστός στη θέση του ότι οι κυβερνήσεις του λαού δεν στέκονται «πάνω από τάξεις» αλλά εκπροσωπούν την τάξη των καταπιεσμένων, φρόντισε:

1) Στις 26 Οκτώβρη 1917 – την επόμενη κιόλας μέρα της Επανάστασης –να υπογράψει το Διάταγμα για την Ειρήνη με το οποίο έβγαζε τη Ρωσία έξω από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και έξω από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν είχε υπογράψει, δηλαδή, κανένα κείμενο με το οποίο να αναγνωρίζει την παραμονή της Ρωσίας σε κανένα «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι» με τους ιμπεριαλιστές ούτε κανένα κείμενο που έθετε την εσωτερική πολιτική στη Ρωσία υπό την «αξιολόγηση», την «εποπτεία» και την «επιτήρηση» των ιμπεριαλιστών.

2) Την ίδια μέρα (26 Οκτώβρη 1917 – την επόμενη κιόλας μέρα της Επανάστασης) είχε ήδη υπογράψει το Διάταγμα για τη Γη με το οποίο καταργήθηκε – χωρίς καμία αποζημίωση – η ιδιοκτησία της γης από τους τσιφλικάδες, συμπεριλαμβανομένης της αυτοκρατορικής και της μοναστηριακής. Δεν είχε δηλαδή υπογράψει τίποτα που να μιλά για επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων, για το ξεπούλημα του λιμανιού στην Cosco, των αεροδρομίων στη Fraport, του ΟΣΕ στους Ιταλούς και του Ελληνικού στον Λάτση.

3) Πάλι την ίδια μέρα (26 Οκτώβρη 1917 – την επόμενη κιόλας μέρα της Επανάστασης) είχε ήδη υπογράψει το Νομοσχέδιο για τον Εργατικό έλεγχο στις βιομηχανικές, εμπορικές και τραπεζικές επιχειρήσεις.

4) Λίγες μέρες μετά την Επανάσταση είχε ήδη υπογράψει (στις 14 Δεκέμβρη 1917) τον νόμο για την Εθνικοποίηση των Τραπεζών. Δεν είχε δηλαδή υπογράψει κανένα κείμενο που να λέει ότι οι τραπεζίτες θα συνέχιζαν να πίνουν το αίμα του λαού μέσω τραπεζών που θα συνέχιζαν να ανακεφαλαιοποιούνται με λεφτά του λαού.

5) Λίγες μέρες μετά την Επανάσταση είχε ήδη υπογράψει (στις 18 Γενάρη 1918) την Εθνικοποίηση του εμπορικού στόλου. Δεν πήγαινε δηλαδή στην Ένωση Εφοπλιστών μοιράζοντας φοροαπαλλαγές στους εφοπλιστές μαζί με υποκλίσεις στον «πατριωτισμό» τους.

6) Λίγες μέρες μετά την Επανάσταση (στις 9 Γενάρη 1918) υπέγραψε – επαναλαμβάνουμε – το Διάταγμα Ακύρωσης όλων των Εσωτερικών και Εξωτερικών Δανείων που είχε υπογράψει η τσαρική και η προηγούμενη αστική κυβέρνηση. Αρνήθηκε, δηλαδή, να πληρώνει εγχώριους και ξένους κλέφτες, ληστές, κερδοσκόπους και τοκογλύφους, τους είπε αν θεωρούν πως έχουν λαμβάνειν να πάνε να τα πάρουν από εκείνους που τα είχαν ξεκοκαλίσει και όχι από το ρώσικο λαό, και φυσικά ουδέποτε υπέγραψε κείμενο όπως αυτό:«Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα»…

Οι μετρ του εξυπνακισµού, φυσικά, επιμένουν: «Ναι», θα µας πουν ειρωνικά, «αλλά όση “σοφία” κι αν κρύβουν τα παραπάνω λόγια του Λένιν, όση αποφασιστικότητα κι αν δείχνουν οι πράξεις του, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι τα “καθεστώτα’’ που δημιουργήθηκαν από τον Λένιν και τους οµοίους του κατέρρευσαν».

Από τέτοιες τοποθετήσεις του συρµού άλλο τίποτα. Αυτού του τύπου οι αναγνώσεις της Ιστορίας είναι τόσο «εμβριθείς», ώστε να µην προκαλεί πια καµία εντύπωση ότι παραγνωρίζουν ακόµη και τα στοιχειώδη:

Πρώτον, ότι μετά από την ήττα που επέφεραν στο όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης οι εξελίξεις στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», η αλήθεια που περιέχεται στη σκέψη του Όσκαρ Ουάιλντ γίνεται ακόμα πιο επίκαιρη: «Ένας χάρτης του κόσµου που δεν περιέχει την Ουτοπία δεν αξίζει να τον κοιτάξεις καν, γιατί αφήνει έξω τη µόνη χώρα όπου η Ανθρωπότητα πάντα θα προσγειώνεται. Κι όταν προσγειωθεί, κοιτάζει πέρα και, βλέποντας µια καλύτερη χώρα, ξεκινάει για εκεί. Πρόοδος είναι η υλοποίηση της µιας µετά την άλλη Ουτοπίας».

Δεύτερον, ότι ο Λένιν – και εδώ μιλάμε για τον Λένιν – είχε ξεκαθαρίσει πολύ νωρίς στους επιγόνους του: «Κανένας στον κόσμο δεν μπορεί να μας τσακίσει αν δεν κάνουμε καμιά υπερφυσική ανοησία», έγραφε. Το να χρησιμοποιείς τις μεθόδους του καπιταλισμού στο όνομα της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού» είναι προφανώς περισσότερο κι από την «υπερφυσική ανοησία», για την οποία προειδοποιούσε ο Λένιν.

Τρίτον, ότι στο πανανθρώπινο αίτημα να «ξελασπώσουμε το μέλλον» δεν υπάρχει άλλος δρόμος από εκείνον που περιέγραφε ο Μαρξ αμέσως μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας: «Πέθανε η Επανάσταση. Ζήτω η Επανάσταση»!

Ο Λένιν, λοιπόν, εκείνο που πάνω απ’ όλα συμβολίζει, για μας φυσικά, είναι η αστείρευτη δύναμη που περικλείεται στην μετατροπή του κοινωνικού δίκιου σε πολιτική δράση.
Συμβολίζει εκείνη την ακατάβλητη ζωντάνια της σκέψης και της θεωρίας που δεν γίνεται «πατρόν», δεν γίνεται «δόγμα», αλλά εργαλείο και καθοδήγηση για δράση στην προοπτική ενός κόσμου χωρίς ίχνος δεσποτισμού, όπου

«η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός συνιστά προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».

Αυτός είναι και ο λόγος της «αθανασίας» του Λένιν αλλά και ο λόγος που κανένας – κομμουνιστής τουλάχιστον – δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει με τα λόγια του Μαγιακόφσκι:

«Επιμένουμε: Μην κάνετε τον Λένιν στάμπες/ Μην τυπώνετε το πορτρέτο του σε πλακάτ,/κερόπανα, πιάτα, ποτήρια, ταμπακέρες./ Μην κάνετε τον Λένιν μπρούντζο./ Μην του αφαιρείτε το ζωντανό του βάδισμα/ και το ανθρώπινό του πρόσωπο/ που ο ίδιος μπόρεσε να διαφυλάξει/ ποδηγετώντας την ιστορία./ Ακόμα ο Λένιν είναι της γενιάς μας άνθρωπος/ ζωντανός με τους ζωντανούς/ αφήστε τον να είναι ζωντανός, όχι πεθαμένος./ Δια ταύτα – κάνετε τον Λένιν δάσκαλό σας/ αλλά μην τον αγιοποιήσετε./ Θρησκεία μην κάνετε τ’ όνομα ενός ανθρώπου/ που σ’ όλη του τη ζωή πολέμαγε όλες τις θρησκείες/ μην τον κάνετε σκεύος λατρείας για να το ρίξτε στο εμπόριο – μην εμπορευτείτε τον Λένιν»
***
(1) Πολ Κρεγκ Ρόµπερτς, υπουργός Οικονοµικών των ΗΠΑ επί προεδρίας Ρίγκαν, περιοδικό CounterPunch, Τα Νέα, 9.10.2010.
(2) Λένιν, Άπαντα, τόµος 27, σελ. 367, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
(3) Λένιν, Άπαντα, τόµος 27, σελ. 362, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
(4) Λένιν, Άπαντα, τόμος 26, σελ. 360 – 363, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
(5) Λένιν, απόσπασμα από το άρθρο «Τα διδάγματα της κρίσης», δημοσιεύτηκε στην «Ίσκρα» τον Αύγουστο του 1901, «Άπαντα», τόμος 5ος, σελ. 85 – 86, έκδοση «Σύγχρονη Εποχή»).

Η δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ.

«Ήταν και παραμένει ένας αετός. Και όχι μόνο η μνήμη της θα είναι πάντα ιερή για τους κομμουνιστές όλου του κόσμου, μα και η βιβλιογραφία της και η πλήρης συλλογή των έργων της θα είναι ένα διδακτικότατο μάθημα, που θα διαπαιδαγωγεί πολλές γενιές κομμουνιστών σε όλο τον κόσμο.»
Β.Ι.Λένιν

karl-roza

Του Γ. Πετρόπουλου
Δημοσιεύθηκε στον Ριζοσπάστη 21-1-2001

«Οι μάζες είναι ο αποφασιστικός συντελεστής, αυτές είναι βράχος που πάνω του θα θεμελιωθεί της επανάστασης η τελική νίκη.

Οι μάζες στάθηκαν στο ύψος τους, την «ήττα» αυτή την έκαναν πραγματικά έναν κρίκο στην αλυσίδα των ιστορικών εκείνων ηττών που είναι η δόξα και η δύναμη του διεθνούς σοσιαλισμού.

Και γι’ αυτό μέσ’ απ’ αυτή την «ήττα» θα βλαστήσει η μελλοντική νίκη.

«Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο»! Ηλίθιοι δήμιοι! Η «τάξη» σας είναι χτισμένη πάνω στην άμμο. Η επανάσταση αύριο «θα υψώσει τη βροντερή φωνή της ως τους ουρανούς».

Τρομαγμένοι θ’ ακούσετε το νικητήριό της σάλπισμα:

– Ήμουν, είμαι και θα είμαι» (1)

Στις 13 Γενάρη του 1919, το δημοσιογραφικό όργανο των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών «Vorwarts» δημοσίευσε ένα ποίημα του ποιητή-συνεργάτη του Άρθουρ Ζίκλερ, που τελείωνε ως εξής:
«Εκατοντάδες στη σειρά οι σκοτωμένοι προλετάριοι.
Ο Καρλ, η Ρόζα, ο Ράντεκ κι η συντροφιά τους
δεν είναι ανάμεσα στους νεκρούς, προλετάριοι».

Τρεις μέρες αργότερα, στις 16 του μηνός, ένα επίσημο ανακοινωθέν πληροφορούσε πως ο Καρλ Λίμπκνεχτ είχε συλληφθεί, αλλά σκοτώθηκε ενώ επιχειρούσε να αποδράσει, και η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε λιντσαριστεί από εξαγριωμένο πλήθος (2). Ασφαλώς η έμμεση, αρχικά, απειλή θανάτου για τις δύο ηγετικές φυσιογνωμίες της γερμανικής και παγκόσμιας Επανάστασης και η επιβεβαίωση του τραγικού γεγονότος λίγες μέρες αργότερα, δεν ήταν τυχαία γεγονότα. Ο Καρλ και η Ρόζα, ύστερα μάλιστα από την ήττα της γερμανικής επανάστασης, το Γενάρη του ’19, ήταν προγραμμένοι από το αστικό καθεστώς και τη σοσιαλδημοκρατία, που διεύθυνε τις πολιτικές υποθέσεις της γερμανικής μπουρζουαζίας. Πώς όμως έγινε δυνατή η συνάντησή τους με το θάνατο; Ο Πάουλ Φρέλιχ περιγράφει (3):

19017«Στις 15 Γενάρη το βράδυ, κατά τις 9 η ώρα, Ο Καρλ και η Ρόζα συνελήφθησαν μαζί με τον Πικ, στο τελευταίο τους καταφύγιο στη Βίλμερσντορφ, προάστιο στα δυτικά του Βερολίνου, στον αριθ. 53 της οδού Μανχάιμ, από μια ομάδα στρατιωτών με επικεφαλής τον υπολοχαγό Λίντερ και τον ξενοδόχο Μέριγκ, μέλος του συμβουλίου των πολιτών της Βίλμερσντορφ. Ο Καρλ και η Ρόζα διαμαρτυρηθήκανε και δείξανε ψεύτικες ταυτότητες, αλλά ένας χαφιές που είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του Λίμπκνεχτ αποκάλυψε ποιοι πραγματικά ήταν. Ο Καρλ οδηγήθηκε πρώτα στο γενικό επιτελείο του συμβουλίου των πολιτών και κατόπιν στο ξενοδοχείο Έντεν. Αμέσως κατόπιν η Ρόζα και ο Πικ φτάσανε επίσης εκεί με ισχυρή στρατιωτική συνοδεία.
Στο ξενοδοχείο Έντεν η δολοφονία του Καρλ και της Ρόζας είχε ήδη αποφασιστεί και οργανωθεί υπό τη διεύθυνση του λοχαγού Παμπστ».

Η δολοφονία και οι δολοφόνοι

Όταν ο Λίμπκνεχτ έφτασε στο ξενοδοχείο δέχτηκε χτυπήματα, με υποκόπανο όπλου, στο κεφάλι, ενώ η Λούξεμπουργκ και ο Πικ έγιναν δεχτοί με ουρλιαχτά και βρισιές. «Ενώ ο Πικ φρουρούνταν σε μια γωνιά του διαδρόμου – συνεχίζει ο Φρέλιχ – η Ρόζα και ο Καρλ σύρθηκαν μπροστά στο λοχαγό Παμπστ για να υποστούν μιαν «ανάκριση». Λίγο κατόπιν πήραν τον Καρλ. Βγαίνοντας από το κτίριο ένας ναύτης τον έριξε κάτω με χτυπήματα υποκόπανου. Κατόπιν τον ρίξανε σε ένα αυτοκίνητο μέσα στο οποίο ανέβηκαν ο υπολοχαγός Χορστ φον Πφλουγκ-Χάρτουνγκ, ο λοχαγός Χάιντς φον Πφλουγκ-Χάρτουνγκ, οι υπολοχαγοί Λίτμαν φον Ρίτεγκεν, Στρίγγε και Σουλτζ και ο ιππέας Φρίντριχ. Στο Νόιερ Σέε μέσα στο Τιέργκαρντεν (4) βγάλανε από το αυτοκίνητο μισολιπόθυμο τον Λίμπκνεχτ, τον τράβηξαν μερικά βήματα και τον δολοφόνησαν. Το πτώμα του το παρέδωσαν κατόπιν σε ένα σταθμό πρώτων βοηθειών με τη δήλωση ότι πρόκειται για το πτώμα αγνώστου.

19018Λίγο κατόπιν μετά τον Λίμπκνεχτ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ σύρθηκε έξω από το ξενοδοχείο από τον υπολοχαγό Φόγκελ. Μπροστά στην πόρτα την περίμενε ο υπολοχαγός Ρούγκε, ένας πνευματικά έκφυλος, που είχε πάρει διαταγή από τους υπολοχαγούς Φόγκελ και Πφλουγκ-Χάρτουνγκ να χτυπήσει τη Ρόζα. Με δυο χτυπήματα του υποκόπανου έσπασε το κρανίο τη Ρόζας. Σχεδόν άπνους ρίχτηκε μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Μερικοί αξιωματικοί πηδήσανε στο όχημα. Ένας χτύπησε τη Ρόζα με τη λαβή του περιστρόφου του. Ο υπολοχαγός Φόγκελ την πυροβόλησε στο κεφάλι. Το πτώμα μεταφέρθηκε μέσω του Τιέργκαρντεν και από εκεί ρίχτηκε από ψηλά, από τη γέφυρα του Λιχτενστάιν στο κανάλι Λάνβεχρ. Το Μάη του 1919 το πτώμα βγήκε στην όχθη».
Η κηδεία του Καρλ Λίμπκνεχτ που έγινε στις 25 Γενάρη και της Ρόζας Λούξεμπουργκ που έγινε στις 13 Ιούνη του 1919 μετατράπηκαν σε λαϊκές διαδηλώσεις που πήραν μέρος εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί εργαζόμενοι (5). Ο λαός τίμησε με κάθε τρόπο τους νεκρούς ηγέτες του. Αλλά και η γερμανική αστική τάξη δεν ξέχασε τα μίσθαρνα όργανά της.
«Η κυβέρνηση – γράφει ο Βόλφγκανγκ Ρούγκε (6) – αρνήθηκε να δικαστούν οι ένοχοι από ένα έκτακτο δικαστήριο, με τον ισχυρισμό ότι θα ήταν «αδικαιολόγητη ανάμειξη» στις υποθέσεις της στρατιωτικής δικαιοσύνης, και έτσι παρουσιάστηκαν σε ένα δικαστήριο του δικού τους τάγματος, δηλαδή του δολοφονικού σώματος. Οι περισσότεροι από αυτούς που πήραν μέρος στη δολοφονία, ανάμεσά τους κι εκείνοι που εισέπραξαν ένα μέρος της αμοιβής των 100.000 μάρκων, που είχαν οριστεί για τη δολοφονία του Λίμπκνεχτ και της Λούξεμπουργκ, αφέθηκαν ελεύθεροι «λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων». Μόνο δύο αξιωματικοί καταδικάστηκαν για «απόπειρα δολοφονίας», σε χαμηλές ποινές φυλάκισης. Μια βδομάδα όμως αργότερα κατάφεραν να δραπετεύσουν από τη φυλακή».

Δυο ανυπέρβλητες επαναστατικές φυσιογνωμίες

Η δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ υπήρξε χωρίς αμφιβολία ισχυρότατο πλήγμα για το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα εκείνης της εποχής, ανεξίτηλο στίγμα για τη γερμανική και διεθνή σοσιαλδημοκρατία, αλλά και η απόδειξη για τον πραγματικό χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας. Λίγες μέρες μετά το στυγερό γεγονός, στις 19 Γενάρη του 1919, ο Λένιν έδωσε με ακρίβεια την πολιτική του σημασία: «Σήμερα στο Βερολίνο – είπε μιλώντας σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας (7) – η αστική τάξη και οι σοσιαλπροδότες πανηγυρίζουν. Κατάφεραν να δολοφονήσουν τον Κ. Λίμπκνεχτ και τη Ρ. Λούξεμπουργκ. Ο Έμπερτ και ο Σάιντεμαν, που τέσσερα ολόκληρα χρόνια έσπρωχναν τους εργάτες στο σφαγείο για ληστρικά συμφέροντα, ανέλαβαν τώρα το ρόλο δημίων των προλεταριακών ηγετών. Το παράδειγμα της επανάστασης στη Γερμανία μας πείθει ότι η «δημοκρατία» δεν είναι παρά ένα προκάλυμμα της αστικής καταλήστευσης και της πιο άγριας βίας». Το Μάρτη του ιδίου έτους, αναπτύσσοντας, στο ιδρυτικό συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τις περίφημες θέσεις του για την αστική δημοκρατία και τη δικτατορία του προλεταριάτου, ο Λένιν θα πει (8): «Η δολοφονία του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ αποτελεί γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας, όχι μόνο γιατί βρήκαν τραγικό θάνατο οι καλύτεροι άνθρωποι και ηγέτες της πραγματικά προλεταριακής, της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά και γιατί αποκαλύφθηκε πέρα για πέρα η ταξική ουσία ενός κράτους προηγμένου σε ευρωπαϊκή κλίμακα – μπορούμε να πούμε δίχως υπερβολή σε παγκόσμια κλίμακα. Αν κάτω από μια κυβέρνηση σοσιαλπατριωτών οι αξιωματικοί και οι καπιταλιστές μπόρεσαν να δολοφονήσουν ατιμώρητα κρατούμενους, δηλ. ανθρώπους που η κρατική εξουσία τους είχε θέσει κάτω από τη φρούρησή της, βγαίνει το συμπέρασμα πως η ρεπουμπλικανική δημοκρατία στην οποία μπόρεσε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα δεν είναι παρά δικτατορία της αστικής τάξης».
Η επαναστατική προσφορά και δράση της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ ασφαλώς υπήρξε τεράστια, ακόμη και πριν το ξέσπασμα της γερμανικής επανάστασης, όταν το γερμανικό και το παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα, σιγά αλλά σταθερά υποχωρούσε στον οπορτουνισμό και μεταλλασσόταν σε άρνηση του εαυτού του. Τότε, η Λούξεμπουργκ ήταν από τις λίγες προσωπικότητες διεθνώς που ύψωσαν επαναστατικό θεωρητικό λόγο και πράξη. Έχει, επομένως, απόλυτο δίκιο ο Μ. Πορφυρογένης όταν σημειώνει με έμφαση (9): «Για τους διανοούμενους η ζωή της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι ένα ολόφωτο άστρο. Δείχνει τι πρέπει να ‘ναι ένας διανοούμενος. Δείχνει πως ο αγώνας του προλεταριάτου δεν έχει ανάγκη από καλοβαλμένα μυαλά, μα από μυαλά που να καθοδηγούν καλοβαλμένες γροθιές!».
Αλλά και για τον Λίμπκνεχτ, που ήταν περισσότερο πρακτικός, κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει πως όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος ήταν ο μόνος από την κοινοβουλευτική ομάδα των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών που καταψήφισε τις πολεμικές πιστώσεις. Ο γνωστός ηγέτης της Γερμανικής Επανάστασης, και φίλος του, Καρλ Ράντεκ γράφει γι’ αυτό το ιστορικό γεγονός (10): «Ο Λίμπκνεχτ έμεινε μόνος. Τα χαρακτηριστικά του σκλήρυναν, μια πικρή πτυχή περιτριγύρισε το στόμα του. Αποφάσισε να δράσει μοναχός του παρά τις συμβουλές των φίλων. Την ώρα εκείνη είδα πως στον Λίμπκνεχτ διαλύονταν οι τελευταίες αμφιβολίες, πως έφευγε η τελευταία απλότητα, πως ξεχύνονταν μέσα του η μεγάλη ηθική δύναμη που δεν τον εγκατέλειψε ως το θάνατο: Η σιδερένια αποφασιστικότητα να ανοίξει το δρόμο για ένα νέο ξύπνημα του σοσιαλισμού, κι αν ακόμα θα επρόκειτο το δικό του στήθος να δεχτεί όλες τις κοντακιές».
Για τη στάση αυτή του Λίμπκνεχτ ο Λένιν είχε γράψει με θαυμασμό (11): «Το όνομα του Καρλ Λίμπκνεχτ είναι γνωστό στους εργάτες όλων των χωρών. Παντού, και ιδιαίτερα στις χώρες της Αντάντ, το όνομα αυτό είναι σύμβολο αφοσίωσης ενός αρχηγού στα συμφέροντα του προλεταριάτου, σύμβολο πίστης στη σοσιαλιστική επανάσταση».
Για δε τη Ρόζα Λούξεμπουργκ ο ηγέτης της Οκτωβριανής Επανάστασης είχε σημειώσει χαρακτηριστικά (12): «Ήταν και παραμένει ένας αετός. Και όχι μόνο η μνήμη της θα είναι πάντα ιερή για τους κομμουνιστές όλου του κόσμου, μα και η βιβλιογραφία της και η πλήρης συλλογή των έργων της […] θα είναι ένα διδακτικότατο μάθημα, που θα διαπαιδαγωγεί πολλές γενιές κομμουνιστών σε όλο τον κόσμο».
Τι περισσότερο να προσθέσει κανείς;
Σ’ ένα άρθρο του δημοσιευμένο το 1934 ο δικός μας ο Γ. Ζέβγος σημείωνε για τις δύο αυτές εξέχουσες μορφές της προλεταριακής επανάστασης (13): «Και η Ρόζα, όπως και ο Λίμπκνεχτ, πρόσφεραν άπειρες επαναστατικές υπηρεσίες στο προλεταριακό κίνημα».
Πολύ απλά διατυπωμένο συμπέρασμα ίσως παρατήσει κανείς και όχι άδικα. Όμως οι μεγάλοι επαναστάτες έτσι απλά κατακτάνε το μυαλό και την ψυχή μας. Κι όταν αναφερόμαστε σ’ αυτούς δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε μια πολύ απλή διαπίστωση του Λένιν (14):
«Το αίμα των καλύτερων ανθρώπων της παγκόσμιας προλεταριακής Διεθνούς, των αξέχαστων ηγετών της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης θα ατσαλώσει καινούριες μάζες εργατών για αγώνα ζωής και θανάτου. Και ο αγώνας αυτός θα οδηγήσει στη νίκη».

1. Ρ. Λούξεμπουργκ: «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο…», πρόκειται για το τελευταίο άρθρο της γραμμένο στις 14/1/1919. Ολόκληρο το άρθρο στο, Ρ. Λούξεμπουργκ: «Η Εργατική τάξη και ο Πόλεμος», εκδόσεις Κοροτζή, σελ. 76-77
2. Μ. Πορφυρογένη: «Ρόζα Λούξεμπουργκ», περιοδικό «ΝΕΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ», τεύχος 2, Γενάρης 1932, σελ. 49
3. Πάουλ Φρέλιχ: «Ρόζα Λούξεμπουργκ», εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, σελ. 369-370
4. Πρόκειται για πάρκο στο Βερολίνο
5. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», εκδόσεις Μέλισσα, τόμος Η, σελ. 199
6. Βόλφγκανγκ Ρούγκε: «Η επανάσταση του Νοέμβρη 1918 στη Γερμανία», εκδόσεις ΣΕ σελ. 159
7. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 37, σελ. 434
8. στο ίδιο, σελ. 497
9. Μ. Πορφυρογένη: «Ρόζα Λούξεμπουργκ», περιοδικό «ΝΕΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ», τεύχος 2, Γενάρης 1932, σελ. 49
10. Καρλ Ράντεκ: «Καρλ Λίμπκνεχτ», περιοδικό «ΝΕΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ», τεύχος 2, Γενάρης 1932, σελ. 45
11. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 37, σελ. 458
12. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 44, σελ. 422
13. Γ. Ζέβγου (Γ. Ζ.): «Ρόζα Λούξεμπουργκ – Καρλ Λίμπκνεχτ». ΚΟΜΕΠ, αριθ. 2/99, 15 Γενάρη 1934, σελ. 5-7
14. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 37, σελ. 460

Hasta siempre, comandante! Viva la revolución!

Fidel Castro in his own words

«Η επανάσταση είναι σαν το ποδήλατο. Αν σταματήσουμε να κάνουμε πεντάλ, θα πέσουμε.»

«200 εκατομύρια παιδιά θα κοιμηθούν στους δρόμους απόψε και κανένα από αυτά δεν θα ‘ναι από την Κούβα.
Καταδικάστε με, δεν έχει σημασία, η Ιστορία θα με δικαιώσει.»

«Ποτέ δεν είδα κάποια αντίφαση ανάμεσα στις ιδέες που πιστεύω και στις ιδέες αυτού του συμβόλου, αυτής της εξαιρετικής φυσιογνωμίας, του Ιησού Χριστού.»

 «Δεν γεννήθηκα φτωχός! Ο πατέρας μου κατείχε χιλιάδες εκτάρια γης. Με τη νίκη της Επανάστασης, αυτή η γη μοιράστηκε στους εργάτες και στους αγρότες.
Έχω την τιμή να μπορώ να λέω ότι δεν έχω περιουσία, ούτε ενός δολαρίου. Όλη μου η περιουσία, κύριε Μπους, χωράει στο τσεπάκι του πουκαμίσου σας!»

«Άρχισα την επανάσταση με 82 άτομα. Θα το ξανάκανα, ακόμη και με 10 ή 15, και με ακλόνητη πίστη. Δεν έχει σημασία πόσο μικρός είσαι, αν έχεις πίστη και σχέδιο δράσης.»

Η Οκτωβριανή Επανάσταση

7 Νοεμβρίου 1917

– 25 Οκτωβρίου με το παλαιό ημερολόγιο –

A gigantic painting of Lenin addressing the crowd upon his return to Russia during the Russian Revolution. Note the disaffected bourgeoisie, military officers, and priests in the lower right. The painting hangs in the Museum of Political History.

1905: Μια ειρηνική διαδήλωση στις 9 του Γενάρη χτυπιέται άγρια από την αστυνομία και το στρατό, δίνοντας έτσι το σύνθημα για γενικευμένη εξέγερση. Δημιουργούνται για πρώτη φορά τα «Σοβιέτ», επιτροπές εργατών και στρατιωτών που διεκδικούν άμεσα την εξουσία. Τελικά, η επανάσταση ηττήθηκε, επειδή οι αγροτικές περιοχές δεν ήταν ακόμη έτοιμες να την ακολουθήσουν. Ωστόσο, η επανάσταση του 1905 χαρακτηρίσθηκε «η πρόβα τζενεράλε του 1917».

1914: Ξεσπάει ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος, που θα διαρκέσει ως το 1918. Η Ρωσία παίρνει το μέρος της Αγγλίας και της Γαλλίας, εναντίον της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας. Οι ήττες της διαδέχονται η μία την άλλη.

1917, 23 Φεβρουαρίου: Στη διεθνή μέρα της Γυναίκας (οι ημερομηνίες ακολουθούν το παλιό ημερολόγιο, 13 μέρες πίσω), 90.000 εργάτριες της Αγίας Πετρούπολης, αψηφώντας τις εκκλήσεις όλων των κομμάτων για «αυτοσυγκράτηση», κατεβαίνουν σε απεργία και διαδήλωση. Ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, το κίνημα εξαπλώνεται αμέσως.

25 Φεβρουαρίου: Η απεργία εξελίσσεται σε ένοπλη εξέγερση. Μεγάλες μονάδες του στρατού περνούν με το μέρος των διαδηλωτών.

28 Φεβρουαρίου: Η επανάσταση επικρατεί σ’ ολόκληρη την περιοχή της πρωτεύουσας και ο τσάρος συλλαμβάνεται.

Μάρτιος: Σχηματίζεται προσωρινή κυβέρνηση, αποτελούμενη αποκλειστικά από αστούς και ευγενείς. Ταυτόχρονα όμως, ξαναδημιουργούνται τα Σοβιέτ. Πρώτα στην Αγία Πετρούπολη και πολύ γρήγορα σ’ ολόκληρη τη χώρα. Εμφανίζεται έτσι το φαινόμενο της «διαρχίας». Ενώ τυπικά η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της κυβέρνησης, στην πραγματικότητα βρίσκεται εξ ολοκλήρου στα χέρια των Σοβιέτ, όπου όμως κυριαρχούν τα αριστερά κόμματα των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών (ΣΕ), που δεν έχουν καμία διάθεση ν’ ασκήσουν την εξουσία αυτή. Οι Μπολσεβίκοι αποτελούν ακόμη μια πολύ μικρή μειοψηφία και η πολιτική της ηγεσίας τους (Κάμενεφ και Στάλιν) ελάχιστα διαφέρει απ’ αυτή των υπόλοιπων αριστερών κομμάτων.

3 Απριλίου: Ο Λένιν επιστρέφει στην Αγία Πετρούπολη από την εξορία και παρουσιάζει τις «Θέσεις του Απρίλη», όπου για πρώτη φορά βάζει το ζήτημα του περάσματος όλης της εξουσίας στα Σοβιέτ και της μετατροπής της επανάστασης σε σοσιαλιστική. Αρχικά δεν βρίσκει καθόλου συμμάχους στην ηγεσία των Μπολσεβίκων. Στα τέλη του μήνα ωστόσο, καθώς απευθύνεται στη βάση του κόμματος, καταφέρνει να κερδίσει την πλειοψηφία.

18 Απριλίου: Η προσωρινή κυβέρνηση διατάζει γενική επίθεση σ’ όλα τα μέτωπα, αλλά οι στρατιώτες αρνούνται να υπακούσουν. Ξεσπούν βίαιες διαδηλώσεις στην Αγία Πετρούπολη, από υποστηρικτές και των δύο στρατοπέδων. Τελικά η προσωρινή κυβέρνηση καταρρέει και σχηματίζεται νέα, όπου και πάλι κυριαρχούν οι αστοί (10 από τους 16 υπουργούς).

4 Μαΐου: Ο Τρότσκι επιστρέφει στη Ρωσία, αφού οι Άγγλοι, που τον κρατούσαν αιχμάλωτο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στον Καναδά, αναγκάζονται να τον αφήσουν ελεύθερο. Αμέσως τάσσεται στο πλευρό των Μπολσεβίκων και ξεκινάει διαδικασίες συγχώνευσης της «Διαχτιδικής Οργάνωσης» στην οποία ανήκε και που περιλάμβανε περίπου 4.000 μέλη και αρκετά γνωστά στελέχη της διεθνιστικής Αριστεράς, με το κόμμα του Λένιν. Η επίσημη ένταξη θα γίνει τον Ιούλη, στο 6ο Συνέδριο του κόμματος.

3 Ιουνίου: Αρχίζει το 1ο Συνέδριο των Σοβιέτ στην Αγία Πετρούπολη. Οι Μπολσεβίκοι και οι σύμμαχοί τους ήδη κατέχουν το 20% των συνέδρων. Στην πραγματικότητα η επιρροή τους είναι ακόμη μεγαλύτερη, αφού αυξάνεται μέρα με την ημέρα.

Ο λόγος γι’ αυτή τη ραγδαία άνοδο του Μπολσεβικισμού βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι τα «σοσιαλιστικά» κόμματα των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών, τρομοκρατημένα από την ίδια τους τη δύναμη, περνούν όλο και περισσότερο στις θέσεις των αντιπάλων της επανάστασης. Το Συνέδριο, με προτροπή του Κερένσκι που είχε αναλάβει το υπουργείο στρατιωτικών, παίρνει απόφαση για νέα επίθεση, για να «τιμηθούν οι συμφωνίες της Ρωσίας με τους συμμάχους της». Τα πράγματα τείνουν προς το σημείο του βρασμού.

18 Ιουνίου: Το Σοβιέτ αποφασίζει την πραγματοποίηση διαδήλωσης, στο όνομα της «υπεράσπισης της Δημοκρατίας». Εκατοντάδες χιλιάδες εργατών και στρατιωτών παρελαύνουν. Τα πανώ με τα συνθήματα των Μπολσεβίκων «Κάτω ο πόλεμος», «Κάτω οι 10 αστοί υπουργοί» και «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» κυριαρχούν συντριπτικά.

2 – 5 Ιουλίου: Η φρουρά και οι εργάτες της Αγίας Πετρούπολης εξεγείρονται ενάντια στην κυβέρνηση, που ήταν φανερό ότι όχι μόνο δεν προωθούσε καμιά από τις βασικές διεκδικήσεις της επανάστασης, αλλά αντίθετα προσπαθούσε να «επαναφέρει την τάξη» με κάθε τρόπο. Οι Μπολσεβίκοι αρχικά διστάζουν αλλά αργότερα αποφασίζουν ν’ αναλάβουν την ευθύνη της εξέγερσης, παρ’ ότι έβλεπαν ότι αυτή είχε ξεσπάσει πολύ πρόωρα. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας βρισκόταν ακόμη πίσω από τις διαθέσεις που επικρατούσαν στην Αγία Πετρούπολη και τη Μόσχα. Μπαίνουν ωστόσο επικεφαλής, προσπαθώντας να δώσουν μια συντεταγμένη κατεύθυνση στην εξέγερση και στην πραγματικότητα να ελαχιστοποιήσουν τις αρνητικές της επιπτώσεις. Πράγματι το κίνημα εξασθενεί γρήγορα, όταν μονάδες στρατού από άλλες περιοχές φτάνουν στην πρωτεύουσα και «ακλόνητα» στοιχεία παρουσιάζονται που δείχνουν ότι οι Μπολσεβίκοι ήταν πράκτορες της Γερμανίας. Ωστόσο,  πετυχαίνουν τον αντικειμενικό τους στόχο: Οι δυνάμεις των εξεγερμένων δεν δέχονται συντριπτική ήττα και η αιματοχυσία περιορίζεται όσο αυτό ήταν δυνατό.

Ιούλιος: Ο μήνας της μεγάλης συκοφαντίας. Οι Μπολσεβίκοι τίθενται εκτός νόμου, τα τυπογραφεία τους σφραγίζονται και πολλοί από τους ηγέτες οδηγούνται στις φυλακές (Τρότσκι, Κάμενεφ) ή αναγκάζονται να κρυφτούν για ν’ αποφύγουν τη σύλληψη (Λένιν, Ζηνόβιεφ). Η αντικειμενική κατάσταση ωστόσο είναι τέτοια, που θ’ ανατρέψει πολύ σύντομα τις εξελίξεις αυτές. Στα τέλη του μήνα, μέσα σε συνθήκες ημιπαρανομίας, συγκαλείται το 6ο Συνέδριο του Κόμματος των Μπολσεβίκων.

Αύγουστος: Καθώς, μετά το πρώτο σοκ, οι δυνάμεις του μπολσεβικισμού αρχίζουν και πάλι να αυξάνονται, η αντίδραση αποφασίζει πως οι μέρες της μετριοπάθειας έχουν περάσει κι αποφασίζει να παίξει το τελευταίο της χαρτί: τη στρατιωτική δικτατορία. Για τον ρόλο του δικτάτορα επιλέγεται ο τσαρικός στρατηγός Κορνίλοβ. Παρά την πλήρη υποστήριξή του από το Επιτελείο και την αστική τάξη, το πραξικόπημα καταλήγει σε οπερέτα: Οι εργάτες οχυρώνουν μέσα σε λίγες ώρες την πρωτεύουσα, οι σιδηροδρομικοί χαλάνε κι αλλάζουν τις γραμμές των τρένων, οι ταχυδρομικοί κατακρατούν τις επικοινωνίες των πραξικοπηματιών και τις μεταβιβάζουν στην επιτροπή άμυνας του Σοβιέτ, τα στρατεύματα του Κορνίλοβ μόλις πληροφορούνται από τους συναδέλφους τους τον πραγματικό του σκοπό περνούν κι αυτά με το μέρος της επανάστασης.

Οι Μπολσεβίκοι παίζουν τον πρώτο ρόλο σ’ αυτή την προσπάθεια. Όλοι, του Κερένσκι – που στο μεταξύ έχει γίνει πρωθυπουργός – συμπεριλαμβανομένου, απευθύνονται σ’ αυτούς, που ήταν υποτίθεται «προδότες της πατρίδας» και εκτός νόμου, για να οργανώσουν την άμυνα ενάντια στην αντεπανάσταση. Χωρίς να σταματήσουν ούτε λεπτό την κριτική τους ενάντια στην Προσωρινή Κυβέρνηση, ενώνουν τις δυνάμεις τους μ’ αυτή, προκειμένου ν’ αντιμετωπισθεί ο άμεσος κίνδυνος. Είναι το πρώτο παράδειγμα της εφαρμογής της πολιτικής του «Ενιαίου Μετώπου» στην πράξη.

Σεπτέμβριος: Με τη στάση τους αυτή, οι Μπολσεβίκοι κερδίζουν οριστικά την πλειοψηφία όχι μόνο στα Σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης και της Μόσχας αλλά και των περισσοτέρων μεγάλων πόλεων. Ο Τρότσκι, όπως και το 1905, αναλαμβάνει Πρόεδρος του Σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης.

Οι Μπολσεβίκοι μποϋκοτάρουν το Προκοινοβούλιο που δημιουργείται, καθώς η κατάσταση έχει πια ωριμάσει, όχι για το πισωγύρισμα σε μια αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία αλλά για το πέρασμα στην επόμενη φάση της επανάστασης: την εγκαθίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας των Σοβιέτ. Ο Λένιν μ’ όλες του τις δυνάμεις προσπαθεί να πείσει το κόμμα να προχωρήσει στην εξέγερση.

9 Οκτωβρίου: Με πρόταση των Μενσεβίκων, δημιουργείται η «Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή», που σαν καθήκον της θα είχε την υπεράσπιση της πρωτεύουσας με τη βοήθεια εργατικών πολιτοφυλακών. Η ΕΣΕ θα αποτελέσει το όργανο της μάχης για την κατάληψη της εξουσίας. Ο Λέων Τρότσκι, σαν Πρόεδρος του Σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης, αναλαμβάνει την αρχηγία της ΕΣΕ.

10 Οκτωβρίου: Η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων παίρνει απόφαση για την εξέγερση. Οι Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ που διαφωνούν, αποκαλύπτουν τα σχέδια αυτά στον Τύπο. Ο Λένιν τους καταγγέλλει σαν απεργοσπάστες και προτείνει την άμεση διαγραφή τους από το κόμμα.

23 – 24 Οκτωβρίου: Η κυβέρνηση του Κερένσκι προσπαθεί για τελευταία φορά να αντιδράσει. Η ΕΣΕ κηρύσσεται παράνομη, οι εφημερίδες των Μπολσεβίκων σφραγίζονται και πάλι. Όμως ο κύβος έχει πια ριφθεί. Τα στρατεύματα που καλούνται στην πρωτεύουσα από την κυβέρνηση περνούν ολοκληρωτικά με το μέρος της εξέγερσης.

25 Οκτωβρίου: Την ημέρα που είχε οριστεί για την έναρξη του 2ου Συνεδρίου των Σοβιέτ, τα κυριότερα σημεία της πρωτεύουσας πέφτουν στα χέρια των εξεγερμένων χωρίς να πέσει ούτε μια ντουφεκιά. Το μοναδικό άξιο λόγου στρατιωτικό επεισόδιο έχει να κάνει με την άμυνα των Χειμερινών Ανακτόρων του τσάρου, όπου είχαν καταφύγει κάποια από τα μέλη της κυβέρνησης και των δημοτικών αρχών. Λίγες ώρες μετά την έναρξη του Συνεδρίου, τα ανάκτορα καταλαμβάνονται με αιφνιδιαστική έφοδο.

Μια καινούρια εποχή ξεκινούσε.

 

Διαβάστε την περσινή μας ανάρτηση με τέσσερα ενδιαφέροντα κείμενα των Τ. Μαστρογιαννόπουλου, Α. Κλόκε, Ε. Φίσερ και Κ. Ράντεκ από τη συλλογή «Ο Οκτώβρης και η Εποχή μας»  εδώ.

80 χρόνια από τις Δίκες της Μόσχας.

12-13-1-8-thumb-large

Του Δ. Κατσορίδα
Πηγή: efsyn.gr

Οι Δίκες της Μόσχας, οι οποίες ξεκίνησαν τον Αύγουστο του 1936, έμειναν γνωστές στην ιστορία επειδή οδήγησαν στην καταδίκη και την εκτέλεση εκατοντάδων χιλιάδων ατόμων από το 1936 μέχρι το 1938 στην Σοβιετική Ένωση.

Με­τα­ξύ των κα­τα­δι­κα­σθέ­ντων ήταν και πολλά πα­λαιά μέλη και κο­ρυ­φαία στε­λέ­χη του Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος (μπολ­σε­βί­κων), οι οποί­οι έπαι­ξαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρόλο κατά τη διάρ­κεια της ρω­σι­κής Οκτω­βρια­νής Σο­σια­λι­στι­κής Επα­νά­στα­σης το 1917 και στον εμ­φύ­λιο πό­λε­μο.

Όμως, πριν ανα­φερ­θού­με στις δίκες της Μό­σχας, είναι ανα­γκαίο να επι­ση­μά­νου­με ότι η ρω­σι­κή επα­νά­στα­ση ήταν το απο­τέ­λε­σμα της εξα­θλί­ω­σης και της τρο­μο­κρα­τί­ας που είχε επι­βάλ­λει το τσα­ρι­κό κα­θε­στώς σε ευ­ρύ­τε­ρες λαϊ­κές μάζες. Η επα­νά­στα­ση απο­τέ­λε­σε τη μόνη επι­λο­γή που είχε η ερ­γα­τι­κή τάξη και τα λαϊκά στρώ­μα­τα για να επι­λύ­σουν τα προ­βλή­μα­τά τους, δη­λα­δή να πά­ρουν την τύχη στα χέρια τους, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας την εξου­σία. Επι­προ­σθέ­τως, ένα από τα θε­τι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης είναι ότι εμ­φα­νί­στη­καν και ενι­σχύ­θη­καν τα εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά κι­νή­μα­τα, απο­συ­ντέ­θη­κε η αποι­κιο­κρα­τία και ξε­κί­νη­σαν μια σειρά από με­ταρ­ρυθ­μί­σεις στις ανε­πτυγ­μέ­νες κα­πι­τα­λι­στι­κές χώρες.

Παρ’ όλα αυτά, η Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση έμει­νε ημι­τε­λής. Το κα­θε­στώς που επι­κρά­τη­σε μετά τον θά­να­το του Λένιν, ενώ στη θε­ω­ρία δια­κή­ρυσ­σε τον σο­σια­λι­σμό, στην πράξη δυ­σφη­μού­σε τα ιδα­νι­κά του σο­σια­λι­σμού. Κα­τήρ­γη­σε τις πο­λι­τι­κές και συν­δι­κα­λι­στι­κές ελευ­θε­ρί­ες, την εξου­σία σφε­τε­ρί­στη­κε η γρα­φειο­κρα­τία αφαι­ρώ­ντας την από την ερ­γα­τι­κή τάξη, απο­στε­ώ­θη­καν τα σο­βιέτ, κα­ταρ­γή­θη­κε το δι­καί­ω­μα των εθνών στην αυ­το­διά­θε­ση, το κό­στος της υπο­χρε­ω­τι­κής κο­λε­κτι­βο­ποί­η­σης και εκ­βιο­μη­χά­νι­σης ήταν υπερ­βο­λι­κό, ενώ υπήρ­ξε γι­γά­ντω­ση του κρά­τους και μα­ζι­κή κα­τα­στο­λή. Και όλα αυτά, επεν­δύ­θη­καν με την αντι­μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρία που ανέ­πτυ­ξε ο Στά­λιν, του «σο­σια­λι­σμού σε μια μόνο χώρα». Ήταν αυτές οι εσω­τε­ρι­κές αντι­φά­σεις που το 1989 οδή­γη­σαν στην κα­τάρ­ρευ­ση της ΕΣΣΔ και των άλλων κρα­τών του λε­γό­με­νου υπαρ­κτού σο­σια­λι­σμού.

Από τα προ­α­να­φερ­θέ­ντα μπο­ρού­με κατ’ αρχάς να δια­πι­στώ­σου­με πόσο ορθή ήταν η κρι­τι­κή που άσκη­σε η Αρι­στε­ρή Αντι­πο­λί­τευ­ση και ο Τρό­τσκι στις πα­ρα­πά­νω πρα­κτι­κές. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, το κρι­τή­ριο που έθεσε όσον αφορά την οι­κο­δό­μη­ση του σο­σια­λι­σμού στην ΕΣΣΔ, είναι η διαρ­κής αύ­ξη­ση των σο­σια­λι­στι­κών στοι­χεί­ων στην κοι­νω­νία, η οποία προ­έ­κυ­πτε από την ανά­γκη να ενι­σχυ­θεί η εκ­βιο­μη­χά­νι­ση, έτσι ώστε να δυ­να­μώ­σει η βάση της ερ­γα­τι­κής εξου­σί­ας στη Σο­βιε­τι­κή Ένωση. Δη­λα­δή, έβλε­πε την επα­νά­στα­ση εκτε­τα­μέ­νη σε με­γά­λη χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο, μέ­χρις ότου δη­μιουρ­γη­θούν οι σο­σια­λι­στι­κές βά­σεις στην κοι­νω­νία (υλι­κο­τε­χνι­κή υπο­δο­μή, πο­λι­τι­στι­κό επί­πε­δο, ανά­πτυ­ξη της ερ­γα­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας). Όμως, αυτό θα γι­νό­ταν μ’ έναν τρόπο στα­δια­κό και πάνω απ’ όλα, κάτω από τη δη­μο­κρα­τι­κή εξου­σία των ερ­γα­ζο­μέ­νων.

Αντί­θε­τα, η λύση που εφαρ­μό­στη­κε με το πρώτο Πε­ντά­χρο­νο Πλάνο, την άνοι­ξη του 1929, προ­έ­βλε­πε έναν αρ­κε­τά υψηλό ρυθμό βιο­μη­χα­νι­κής ανά­πτυ­ξης άνω του 20%. Έτσι, το φθι­νό­πω­ρο του ίδιου έτους ο Στά­λιν επι­βάλ­λει την πο­λι­τι­κή της εντα­τι­κής εκ­βιο­μη­χά­νι­σης και της βί­αι­ης κο­λε­κτι­βο­ποί­η­σης της γε­ωρ­γί­ας με την εξα­φά­νι­ση των πλού­σιων αγρο­τών (κου­λά­κων) ως τάξης. Όπως ήταν επό­με­νο, η εν λόγω πο­λι­τι­κή δεν μπο­ρού­σε παρά να συ­νο­δεύ­ε­ται από με­γά­λη χρήση κα­τα­να­γκα­σμού και βίας απέ­να­ντι σε ολό­κλη­ρο τον πλη­θυ­σμό. Από εκεί απορ­ρέ­ει και η θέση του Στά­λιν περί ανα­πό­φευ­κτης εντα­τι­κο­ποί­η­σης της τα­ξι­κής πάλης και ότι όσοι ασκούν αντι­πο­λί­τευ­ση είναι τα­ξι­κοί εχθροί.

Οι δια­βό­η­τες Δίκες της Μό­σχας, την πε­ρί­ο­δο 1936-38, ήταν το απο­κο­ρύ­φω­μα του στα­λι­νι­σμού να κόψει κάθε δεσμό με τις μπολ­σε­βί­κι­κες πα­ρα­δό­σεις. Και στις τρεις δίκες, ο βα­σι­κός κα­τη­γο­ρού­με­νος, αν και απών, ήταν ο Τρό­τσκι, που χρη­σί­μευε στον Στά­λιν ως πρό­σχη­μα για τις διώ­ξεις. Η δαι­μο­νο­ποί­η­ση των αντι­πά­λων του Στά­λιν και ει­δι­κά των τρο­τσκι­στών εξα­πλώ­θη­κε σε όλη τη χώρα.

Σε αυτές τις δίκες κα­τη­γο­ρή­θη­κε για προ­δο­σία και εκτε­λέ­στη­κε όλη η παλιά γενιά και ηγε­σία των μπολ­σε­βί­κων που συμ­με­τεί­χε στην Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση: Ζη­νό­βιεφ, Κά­με­νεφ, Μπου­χά­ριν, Ρίκοφ, Τόμ­σκι, Ρά­ντεκ, Ρα­κόφ­σκι, Πια­τα­κόφ, Σμιρ­νόφ, Κίροφ, Αντό­νοφ-Οβ­σέ­γεν­κο, ο στρα­τάρ­χης Του­χα­τσέφ­σκι και πολ­λοί άλλοι, με απο­κο­ρύ­φω­μα τη δο­λο­φο­νία του Τρό­τσκι στο Με­ξι­κό το 1940. Στους κα­τη­γο­ρού­με­νους συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νταν όλα τα μέλη του Πο­λι­τι­κού Γρα­φεί­ου επί επο­χής Λένιν. Το 1937 κα­τα­δι­κά­στη­καν και εκτε­λέ­στη­καν οι ανώ­τα­τοι αξιω­μα­τι­κοί και θα­να­τώ­θη­καν σχε­δόν όλοι οι στρα­τάρ­χες, διοι­κη­τές στρα­τιών και οι ναύ­αρ­χοι. Ο ει­σαγ­γε­λέ­ας Βι­σίν­σκι, ο οποί­ος μέχρι το 1921 ανήκε στη δεξιά πτέ­ρυ­γα του κόμ­μα­τος των Μεν­σε­βί­κων, έστει­λε στο εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα χι­λιά­δες αγω­νι­στές, με μόνο κα­τη­γο­ρη­τή­ριο τις ψεύ­τι­κες ομο­λο­γί­ες, οι οποί­ες απο­σπά­στη­καν κα­τό­πιν άσκη­σης φυ­σι­κής και ψυ­χο­λο­γι­κής βίας. Ακόμη και στε­νοί συ­νερ­γά­τες του Στά­λιν, όπως ο Ορ­τζο­νι­κί­τζε που οδη­γή­θη­κε στην αυ­το­κτο­νία, στις 18-2-1937, αφού προη­γου­μέ­νως ο Στά­λιν είχε του­φε­κί­σει τον αδελ­φό του. Επι­πλέ­ον, εξο­ντώ­θη­κε το 70% των μελών της Κε­ντρι­κής Επι­τρο­πής (98 σε σύ­νο­λο 139 μελών), που είχε εκλε­γεί στο 17ο Συ­νέ­δριο του ΚΚΣΕ, τον Ια­νουά­ριο του 1934, το επο­νο­μα­ζό­με­νο και «συ­νέ­δριο των νι­κη­τών», καθώς και 1.108 αντι­πρό­σω­ποι του εν λόγω συ­νε­δρί­ου σε σύ­νο­λο 2.066 συ­νέ­δρων. Δο­λο­φο­νή­θη­καν επί­σης οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Λαϊ­κοί Επί­τρο­ποι (υπουρ­γοί), ενώ στις αρχές του 1937 υπήρ­χαν πάνω από 1.500.000 παλιά μέλη του κόμ­μα­τος που είχαν δια­γρα­φεί από το 1922 και μετά, κυ­ρί­ως κατά τη δε­κα­ε­τία του 1930. Στις 4 Φε­βρουα­ρί­ου 1940 εκτε­λέ­στη­κε ο στε­νός συ­νερ­γά­της του Στά­λιν, ο Νι­κο­λάι Γιε­ζόφ, το όνομα του οποί­ου συν­δέ­θη­κε με την πε­ρί­ο­δο των μα­ζι­κών διώ­ξε­ων, ενώ μαζί του εξα­φα­νί­στη­καν όλοι οι άν­δρες της NKVD (Υπουρ­γείο Εσω­τε­ρι­κών Υπο­θέ­σε­ων) που διεκ­πε­ραί­ω­σαν τις εκτε­λέ­σεις τα προη­γού­με­να δύο χρό­νια. Τέλος, διώ­χτη­καν σαν «πρά­κτο­ρες ξένων δυ­νά­με­ων» μέλη ξένων κομ­μου­νι­στι­κών κομ­μά­των και αντι­φα­σί­στες που είχαν βρει κα­τα­φύ­γιο στη Σο­βιε­τι­κή Ένωση, καθώς και πολλά μέλη εθνι­κών μειο­νο­τή­των.

Έτσι, η εκ­κα­θά­ρι­ση του κόμ­μα­τος άνοι­ξε τον δρόμο σε μια νέα γενιά της γρα­φειο­κρα­τί­ας, η οποία όχι μόνο δεν είχε καμιά σχέση με τις μπολ­σε­βί­κι­κες πα­ρα­δό­σεις και την Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση, αλλά διεύ­ρυ­νε σε όλα τα επί­πε­δα της κοι­νω­νί­ας τις ανα­τρο­πές που γέν­νη­σε η βίαιη εκ­βιο­μη­χά­νι­ση και κο­λε­κτι­βο­ποί­η­ση. Όταν, λοι­πόν, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε το 18ο Συ­νέ­δριο του κόμ­μα­τος, το 1939, αυτό έγινε στα ερεί­πια του πα­λιού μπολ­σε­βί­κι­κου κόμ­μα­τος. Από τα 1.589.000 μέλη, μόνο το 0,3% από αυτά, δη­λα­δή πε­ρί­που 5.000 μέλη είχαν προ­σχω­ρή­σει πριν από το 1917 στο κόμμα, ενώ 1% (δη­λα­δή, 16.000 μέλη) προ­σχώ­ρη­σαν το 1917 και ένα 10% των μελών προ­σχώ­ρη­σαν τα έτη 1918-1920 (Πηγή: Jean-Jacques Marie, Στά­λιν, εκ­δό­σεις Οδυσ­σέ­ας, σελ. 447-548).

Σύμ­φω­να με πηγές που ανα­κοι­νώ­θη­καν το 1990, κα­τα­δι­κά­στη­καν τις δε­κα­ε­τί­ες 1930-40, για «αντε­πα­να­στι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες», 3.777.234 άτομα. Από αυ­τούς εκτε­λέ­στη­καν οι 789.098. Μέχρι το 1990 είχαν επα­νε­ξε­τα­στεί 856.582 φά­κε­λοι κα­τα­δι­κα­σθέ­ντων και από αυ­τούς απο­κα­τα­στά­θη­καν μετά θά­να­τον οι 844.740 (Β. Αγ­τζί­δης).

Το συ­μπέ­ρα­σμα είναι ότι ο σο­σια­λι­σμός δεν δη­μιουρ­γεί­ται με δια­τα­γές, ούτε από «τα πάνω», αλλά προ­κύ­πτει μέσα από την κοι­νω­νι­κή αυ­το­δια­χεί­ρι­ση. Αυτό με τη σειρά του προ­ϋ­πο­θέ­τει την ελευ­θε­ρία ύπαρ­ξης και λει­τουρ­γί­ας δια­φο­ρε­τι­κών κομ­μά­των, ορ­γα­νώ­σε­ων, τά­σε­ων και συν­δι­κά­των, καθώς επί­σης του δι­καιώ­μα­τος στην απερ­γία και την κα­το­χύ­ρω­ση της ελευ­θε­ρί­ας του Τύπου. Το κρά­τος δεν ταυ­τί­ζε­ται με την κοι­νω­νία, διότι από τη φύση του είναι όρ­γα­νο κυ­ριαρ­χί­ας και εξα­να­γκα­σμού. Αντί­θε­τα, ο σο­σια­λι­σμός είναι έργο ζω­ντα­νό και δη­μιουρ­γι­κό των«από κάτω» και γι’ αυτό είναι απα­ραί­τη­τη η πλή­ρης ελευ­θε­ρία στη δράση τους.