Κατηγορία: Ιδεολογικά – Μαρξισμός

Λεφ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν (Λέων Τρότσκι)

Δέχτηκε δολοφονική επίθεση
από σταλινικό πράκτορα
στις 20 Αυγούστου 1940.

Πέθανε την επόμενη μέρα.

Πηγή: xekinima.org

H προετοιμασία για τον Οκτώβρη

Το Ρωσικό προλεταριάτο δεν σχηματίστηκε σιγά σιγά, μέσα σε αιώνες, όπως στην Αγγλία ή τη Γαλλία, μα προχωρώντας με πηδήματα, μέσα από απότομες αλλαγές καταστάσεων, και συγκρούσεις με κάθε τι το χτεσινό. Έτσι οι Ρώσοι εργάτες έγιναν ευαίσθητοι στα πιο τολμηρά πορίσματα της επαναστατικής σκέψης, μ’ ένα ανάλογο τρόπο που η καθυστερημένη ρωσική βιομηχανία ήταν σε θέση να απορροφήσει την τελευταία λέξη της καπιταλιστικής τεχνολογίας και οργάνωσης από τις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης.

Αυτό εξηγεί γιατί η Ρωσία μέσα σε λιγότερο από ένα τέταρτο του αιώνα έδωσε στον κόσμο τρεις επαναστάσεις και δυο απ’ τις μεγαλύτερες επαναστατικές φυσιογνωμίες όλων των εποχών: τον Β. Λένιν και τον Λ. Τρότσκι.

Ο Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν (το πραγματικό όνομα του Λ. Τρότσκι), γεννήθηκε στην νότια Ουκρανία στα 1879, από σχετικά εύπορους αγρότες γονείς. Από τα πρώτα φοιτητικά του χρόνια πέρασε στο επαναστατικό κίνημα που φούντωνε εκείνη την περίοδο σ’ ολόκληρη τη Ρωσία και ήταν από τους ιδρυτές της «Ένωσης Εργατών της Νότιας Ρωσίας», που διοργάνωσε αρκετές απεργίες και διαδηλώσεις στην περιοχή. Γι’ αυτή του τη δράση συνελήφθηκε και πέρασε 4 χρόνια στη φυλακή και στην εξορία, απ’ όπου δραπέτευσε το 1902 και διέφυγε στο εξωτερικό. Την ίδια χρονιά πρωτοσυναντήθηκε με το Λένιν και εντάχθηκε στην ομάδα της «Ίσκρα» (Σπίθα), την εφημερίδα του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (ΣΔΚΡ). Το ΣΔΚΡ ένωνε στις γραμμές του όλους τους επαναστάτες της εποχής και μιλούσε (όπως όλα τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τότε), στο όνομα του Μαρξισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης. Με την στήριξη του Λένιν, ο ΛΤ έγινε μέλος της συντακτικής ομάδας της «Ίσκρα».

Το σχίσμα

Το γρήγορο πλησίασμα της επανάστασης – που ξέσπασε στα 1905 – και τα καινούρια καθήκοντα που έμπαιναν στην ημερήσια διάταξη για το προλεταριάτο δημιούργησαν τριγμούς μέσα στους κόλπους του ΣΔΚΡ. Δύο τάσεις σχηματίστηκαν, που πήραν οργανωτική μορφή στο 2ο συνέδριο του κόμματος, το 1903, όπου και έγινε η διάσπαση ανάμεσα στους Μπολσεβίκους του Λένιν και τους Μενσεβίκους, των Πλεχάνωφ και Μαρτώφ. Πολιτικά, οι Μπολσεβίκοι πίστευαν στην ανεξάρτητη κίνηση της εργατικής τάξης, ενώ οι Μενσεβίκοι, θεωρώντας την επερχόμενη επανάσταση ως αστική, ζητούσαν μια στενή σχέση και συμμαχίες με τους φιλελεύθερους αστούς. Αυτή η διαφορά είχε την αντανάκλασή της και στον οργανωτικό τομέα: Ο Λένιν έβλεπε το κόμμα σαν το εργαλείο για την επανάσταση: έπρεπε να οργανωθεί με πειθαρχία και συγκεντρωτισμό, έτοιμο να δουλέψει στην παρανομία, για όσο καιρό ήταν αυτό απαραίτητο. Αντίθετα, οι Μενσεβίκοι προσανατολίζονταν προς μια πιο χαλαρή κατάσταση, προετοιμάζοντας τους εαυτούς τους για μια «αριστερή» αντιπολίτευση, μέσα σ’ ένα αστικό κοινοβούλιο.

Παρ’ ότι ο ΛΤ πολιτικά ταυτιζόταν πλήρως με τους Μπολσεβίκους, και μάλιστα, όπως θα δούμε πιο κάτω, τραβούσε ακόμη πιο πέρα την ανάλυσή τους, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι το κόμμα έπρεπε να οδηγηθεί στην διάσπαση, εξαιτίας μιας «οργανωτικής» διαφοράς. Συγκρούστηκε μάλιστα με το Λένιν, τον οποίο θεώρησε υπεύθυνο για τη διάσπαση. Πίστευε πως η ενότητα ανάμεσα στα δύο ρεύματα ήταν δυνατή και ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια για την επανασυγκόλληση Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Λένιν θα πει: «ο Τρότσκι κατάλαβε ότι η ένωση με τους μενσεβίκους είναι αδύνατη. Από τότε δεν υπάρχει καλύτερος μπολσεβίκος απ’ αυτόν».

Αν και ο ΛΤ τάχθηκε με τους μενσεβίκους στο συνέδριο, γρήγορα φάνηκε πως οι πολιτικές τους διαφορές ήταν τεράστιες. Λίγους μήνες μόνο μετά, αποχώρησε και τυπικά από τις γραμμές τους, διατηρώντας μια ανεξάρτητη θέση. Ήδη είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό του, στις βασικές της γραμμές, η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης. Το φθινόπωρο του 1904 έγραφε: «Η μόνη διέξοδος είναι μια γενική απεργία, και στη συνέχεια η προλεταριακή εξέγερση, που θα τεθεί επί κεφαλής των λαϊκών μαζών, εναντίον του φιλελευθερισμού».

1905

Από τα τέλη του 1903, ολόκληρη η Ρωσία βρισκόταν σε αναβρασμό. Απεργίες, αγροτικές εξεγέρσεις και αναταραχή στα πανεπιστήμια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος ανέστειλε προσωρινά το κίνημα, όμως η γρήγορη ήττα της Ρωσίας του έδωσε νέα ώθηση.

Στις 9 του Γενάρη του 1905, μια ειρηνική διαδήλωση εργατών προς τα χειμερινά ανάκτορα χτυπιέται άγρια από την αστυνομία. Η «ματωμένη Κυριακή» έδωσε το σύνθημα για τη γενίκευση της πάλης. Ο ΛΤ, μαζί με πολλούς άλλους εξόριστους, γυρίζει παράνομα στην Ρωσία. Για μερικούς μήνες, γράφει άρθρα και παρακολουθεί στενά την πολιτική κατάσταση. Εκείνη την περίοδο αποκρυσταλλώνεται η θεωρία της «Διαρκούς Επανάστασης»: «Η Ρωσία» έγραφε ο Τρότσκι, «βρίσκεται μπροστά σε μια αστικοδημοκρατική επανάσταση (δηλ. μια επανάσταση με στόχο την ανατροπή του φεουδαρχισμού και της Τσαρικής ολιγαρχίας). Στη βάση της, υπάρχει το αγροτικό πρόβλημα. Η τάξη ή το κόμμα που θα τραβήξουν μαζί τους τους χωρικούς, θα κατακτήσουν την εξουσία. Ούτε οι αστοί, ούτε οι δημοκράτες διανοούμενοι μπορούν να το πετύχουν: η ιστορική τους εποχή έχει λήξει. Το επαναστατικό προσκήνιο κατέχεται κιόλας από το προλεταριάτο. Αυτό ανοίγει στην σοσιαλδημοκρατία την προοπτική της κατάκτησης της εξουσίας στη Ρωσία, πριν απ’ τις δυτικές χώρες. Έτσι, το άμεσο καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας είναι η αποπεράτωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Το κόμμα όμως του προλεταριάτου δεν είναι δυνατόν να αυτοπεριοριστεί σ’ ένα δημοκρατικό μόνο πρόγραμμα. Όταν θα κατακτήσει την εξουσία, θα αναγκαστεί να μπει στο δρόμο της εφαρμογής σοσιαλιστικών μέτρων. Το πόσο θα προχωρήσει σ’ αυτή την κατεύθυνση, θα εξαρτηθεί, όχι μόνο απ’ το συσχετισμό των δυνάμεων στη Ρωσία, αλλά κι απ΄ όλη τη διεθνή κατάσταση…»

Στα μέσα του Οκτώβρη, ξέσπασε η πρώτη σ’ ολόκληρο τον κόσμο Γενική Απεργία, με κυρίως πολιτικά αιτήματα, δικαιώνοντας πλήρως τις προβλέψεις του ΛΤ, και δημιουργήθηκαν τα πρώτα Σοβιέτ, αντιπροσωπευτικά επαναστατικά όργανα των εργατών. Τα Σοβιέτ αποτέλεσαν την πρώτη εμβρυακή μορφή εργατικής εξουσίας και αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε πίσω της η επανάσταση του 1905. Πράγματι, κατά τη δεύτερη ρωσική επανάσταση, το Φλεβάρη του 1917, τα Σοβιέτ ξεπήδησαν μ’ έναν απόλυτα φυσικό τρόπο, σαν η συνέχεια του 1905, δείχνοντας τη θέληση των Ρώσων εργατών κι αγροτών να τελειώσουν εκείνο που είχαν αρχίσει 12 χρόνια πριν.

Ο ΛΤ συμμετέχει ενεργά στη ζωή του Σοβιέτ της Πετρούπολης, γράφει όλες σχεδόν τις αποφάσεις και τις διακηρύξεις του, και σύντομα εκλέγεται πρόεδρός του. Όταν κάποιος ανέφερε, παρουσία του Λένιν, ότι ο ΛΤ είχε εξελιχθεί στον πιο ισχυρό άνθρωπο μέσα στο Σοβιέτ, εκείνος απάντησε: «Γιατί όχι; Ο Τρότσκι κατέκτησε αυτή τη θέση με τη λαμπρή κι αδιάκοπη δουλειά του».

Ταυτόχρονα, ο ΛΤ εκδίδει την εφημερίδα «Ρούσκαγια Γκαζέττα» και όταν αυτή κλείνει με απόφαση της τσαρικής αστυνομίας, συνεργάζεται με τους μενσεβίκους στην έκδοση του «Νατσαλό» (Ξεκίνημα), που γρήγορα μετατρέπεται στην πιο δημοφιλή εφημερίδα της επανάστασης. Πρέπει να πούμε ότι στην διάρκεια της Επανάστασης οι διαφορές ανάμεσα στις δυο φράξιες είχαν αμβλυνθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και συνεργάζονταν στενά σχεδόν σε όλα τα ζητήματα. Η έκδοση χαιρετίστηκε από την εφημερίδα των Μπολσεβίκων: «Το πρώτο φύλλο του Νατσαλό κυκλοφόρησε. Συγχαρητήρια στον αγωνιστή σύντροφό μας. Αφήνει εξαιρετική εντύπωση, στο πρώτο αυτό φύλλο, η έξοχη περιγραφή της απεργίας του Νοέμβρη, από το σύντροφο Τρότσκι»

Η ζωή της πρώτης αυτής επανάστασης αποδείχτηκε πολύ σύντομη. Παρ’ ότι είχε επικρατήσει στην πρωτεύουσα, δεν κατάφερε να πάρει ολοκληρωτικά με το μέρος της τη μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών και του στρατού. Πολλά συμπεράσματα ακόμη έπρεπε να βγουν, μέχρι την τελική νίκη. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης, μετά από ζωή 52 ημερών περικυκλώθηκε από στρατό και αναγκάστηκε να παραδοθεί. Ο Τρότσκι περιγράφει την σκηνή της παράδοσης: «…στην αίθουσα των συνεδριάσεων, οι εργάτες άρχισαν να αχρηστεύουν τα όπλα τους, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Με εξασκημένο χέρι, έσπαγαν τα μάουζερ πάνω στα μπράουνινγκ και τα μπράουνινγκ πάνω στα μάουζερ. Στους τριγμούς και τους κρότους των μετάλλων που συντρίβονταν, άκουγες μαζί και το τρίξιμο των δοντιών του προλεταριάτου, που για πρώτη φορά καταλάβαινε πως χρειαζόταν κάτι άλλο, μια δύναμη ισχυρότερη και πιο αδυσώπητη, για να μπορέσεις να αντιμετωπίσεις και να τσακίσεις τον εχθρό».

Ο ΛΤ βγήκε από τα γεγονότα του 1905 με τεράστια δημοτικότητα, στην οποία συντέλεσε και η απολογία του στη δίκη που ακολούθησε και που τη μετέτρεψε σ’ ένα δριμύ κατηγορώ εναντίον του τσαρισμού.

(περισσότερα…)

«Γιατί Σοσιαλισμός»

Σήμερα συμπληρώνονται 64 χρόνια από τον θάνατο
τού κορυφαίου φυσικού και θεμελιωτή τής θεωρίας τής σχετικότητας,
του Άλμπερτ Αϊνστάιν, στις 18 Απριλίου 1955.

Albert Einstein.

Του Νίκου Μπογιόπουλου
Πηγή: enikos.gr

Η σκέψη του Αϊνστάιν δεν «περιοριζόταν» στη φυσική επιστήμη.

Τα αποσπάσματα που παραθέτουμε είναι από το άρθρο του Αϊνστάιν με τίτλο «ΓΙΑΤΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ» που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο 1o τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Monthly Review, το 1949.

«Υπάρχει διέξοδος;

Είναι εύκολο να θέτεις τέτοια ερωτήματα, αλλά είναι δύσκολο να τα απαντήσεις με κάποιο βαθμό βεβαιότητας. Εντούτοις, πρέπει να προσπαθήσω όσο καλύτερα μπορώ, αν και είναι εν γνώσει μου το γεγονός ότι τα συναισθήματα και οι επιδιώξεις μας βρίσκονται πολύ συχνά σε αντίθεση και δεν μπορούν να εκφραστούν με εύκολες και απλές φόρμουλες.

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα μοναχικό και κοινωνικό ον.

Σαν μοναχικό ον προσπαθεί να προστατέψει την ύπαρξή του καθώς και την ύπαρξη αυτών που είναι κοντά του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές του επιθυμίες και να αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές του.

Σαν κοινωνικό ον προσπαθεί να κερδίσει την αναγνώριση και τη στοργή των συνανθρώπων του, να μοιραστεί τις χαρές τους, να τους παρηγορήσει στη θλίψη τους και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής τους.

(…) Η αφηρημένη έννοια «κοινωνία» για ένα άτομο σημαίνει το σύνολο των άμεσων και των έμμεσων σχέσεών του με τους συγχρόνους του, αλλά και με όλους τους ανθρώπους προηγούμενων γενεών.

Το άτομο είναι σε θέση να σκεφτεί, να αισθανθεί, να παλέψει και να εργαστεί για τον εαυτό του. Εξαρτάται τόσο πολύ όμως από την κοινωνία – στη φυσική, διανοητική και συναισθηματική του ύπαρξη – που είναι αδύνατο να διανοηθεί ή να κατανοήσει τον εαυτό του έξω από το πλαίσιο της κοινωνίας.

Είναι η «κοινωνία» που προμηθεύει στον άνθρωπο το φαγητό, την ένδυση, το σπίτι, τα εργαλεία της δουλειάς, τη γλώσσα, τους τύπους σκέψεως και το μεγαλύτερο μέρος των σκέψεών του. Η ζωή του επιτυγχάνεται μέσα από την εργασία και τα επιτεύγματα πολλών εκατομμυρίων και του παρελθόντος και του παρόντος, τα οποία είναι κρυμμένα πίσω από τη λέξη «κοινωνία» (…)

Η ανθρωπότητα αποτελεί σήμερα μια πλανητική κοινότητα παραγωγής και κατανάλωσης.

Έχω τώρα φτάσει σε εκείνο το σημείο, που μπορώ να υποδείξω σύντομα τι κατά τη γνώμη μου αποτελεί την ουσία της κρίσης που αντιμετωπίζει η εποχή μας. Αφορά τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία(…).

Ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή – που είναι σύντομη και επικίνδυνη – μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.

Η κύρια πηγή του κακού, κατά τη γνώμη μου, είναι

η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας (…). Έχουμε μπροστά μας μια τεράστια κοινότητα παραγωγών, τα μέλη της οποίας ακατάπαυστα προσπαθούν να στερήσουν ο ένας από τον άλλο τα φρούτα της ομαδικής εργασίας – όχι διά της βίας, αλλά μέσω μιας πιστής συμμόρφωσης σε ένα σύστημα νομικών κανόνων.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι τα μέσα παραγωγής – δηλαδή ολόκληρη η παραγωγική ικανότητα, η οποία είναι αναγκαία για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, αλλά και επιπρόσθετα απαραίτητα αγαθά – μπορεί νομικώς, και κατά μεγάλο μέρος έτσι είναι, να είναι η ατομική ιδιωτική περιουσία.

(…) Ο κάτοχος των μέσων παραγωγής είναι σε θέση να κυνηγήσει την ικανότητα για εργασία που κατέχει ο εργάτης. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής ο εργάτης δημιουργεί νέα προϊόντα, τα οποία και θα αποτελέσουν περιουσία του κεφαλαιούχου.

Το ουσιαστικό σημείο της διαδικασίας αυτής είναι η σχέση μεταξύ των προϊόντων που παράγει ο εργάτης και της αμοιβής του, που και τα δύο μετρούνται σε πραγματική αξία (…).

Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι ακόμα και θεωρητικά η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία των προϊόντων που έχει παραγάγει.

Το ιδιωτικό κεφάλαιο τείνει να συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια (…).

Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι μια ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου με τεράστια δύναμη, που δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί αποδοτικά, ακόμα και από μια δημοκρατικά πολιτικά οργανωμένη κοινωνία.

Αυτό είναι αλήθεια, αφού τα μέλη των νομοθετικών Σωμάτων εκλέγονται μέσω πολιτικών κομμάτων, τα οποία χρηματοδοτούνται ή επηρεάζονται από το ιδιωτικό κεφάλαιο, το οποίο για πολύ πρακτικούς λόγους διαχωρίζει τους ψηφοφόρους από τους νομοθέτες.

Το αποτέλεσμα είναι οι αντιπρόσωποι του λαού να μην προστατεύουν επαρκώς τα συμφέροντα των λιγότερο προνομιούχων τμημάτων του λαού. Επιπρόσθετα, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες

το ιδιωτικό κεφάλαιο ελέγχει – άμεσα ή έμμεσα – τις κύριες πηγές πληροφόρησης (Τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση).

Για το λόγο αυτό, είναι εξαιρετικά δύσκολο και τις περισσότερες φορές τελείως αδύνατο για έναν πολίτη να εξάγει αντικειμενικά συμπεράσματα και να κάνει έξυπνη χρήση των πολιτικών του δικαιωμάτων (…) σε μια οικονομία που βασίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία του κεφαλαίου (…) τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο) είναι προσωπική ιδιοκτησία και οι κάτοχοί τους τα διαθέτουν όπως οι ίδιοι θέλουν (…).

Η παραγωγή γίνεται για το κέρδος και όχι για το όφελος.

Δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα ότι όλοι όσοι είναι σε θέση και έχουν τη θέληση να δουλέψουν, θα μπορούν πάντοτε να βρουν μια δουλειά.

Ένας «στρατός» από ανέργους υπάρχει σχεδόν πάντοτε. Ο εργάτης διακατέχεται από το συνεχή φόβο ότι μπορεί να χάσει τη δουλειά του. Αφού οι άνεργοι και οι χαμηλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι δεν αποτελούν μια κερδοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών υποχρεωτικά περιορίζεται και η συνέπεια είναι οι μεγάλες δυσκολίες.

Η τεχνολογική ανάπτυξη πολύ συχνά έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των ανέργων, παρά τη διευκόλυνση της εργασίας για όλους.

Το κίνητρο του κέρδους, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαιοκρατών, είναι υπεύθυνο για μια αποσταθεροποίηση στη συσσώρευση και χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, η οποία οδηγεί σε συνεχώς αυξανόμενες και σοβαρές υφέσεις.

Ο χωρίς όρια ανταγωνισμός οδηγεί σε τεράστια απώλεια εργασίας, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται και ένας ακρωτηριασμός της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων.

Θεωρώ ότι αυτός ο ακρωτηριασμός των ατόμων είναι το χειρότερο κακό του καπιταλισμού (…). Είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχει μονάχα ένας δρόμος για την εξάλειψη αυτών των θανατηφόρων κακών.

Είναι η δημιουργία μιας σοσιαλιστικής οικονομίας σε συνδυασμό με ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που θα είναι προσανατολισμένο προς την επίτευξη κοινωνικών στόχων.

Σε μια τέτοια οικονομία, τα μέσα παραγωγής ανήκουν στην ίδια την κοινωνία και χρησιμοποιούνται σε μια σχεδιασμένη φόρμα.

Μια σχεδιασμένη οικονομία, η οποία προσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινότητας, θα διένειμε τη δουλειά που πρέπει να γίνει σε όλους όσοι έχουν την ικανότητα για εργασία και θα εγγυόταν τα προς το ζην σε όλους τους ανθρώπους στις γυναίκες και στα παιδιά.

Η εκπαίδευση του ατόμου, σε συνδυασμό με την προώθηση των ιδιαίτερων ικανοτήτων του, θα προσπαθήσει να αναπτύξει στο άτομο αυτό ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι στον συνάνθρωπό του, αντί του αισθήματος εξύμνησης της δύναμης (…).

Ο σοσιαλισμός κατευθύνεται σ’ ένα κοινωνικό ηθικό άκρο.

Η επιστήμη όμως δεν μπορεί να δημιουργήσει άκρα και ακόμα λιγότερο, να τα ενσταλάξει στα ανθρώπινα όντα. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει η επιστήμη, είναι να παρέχει τα μέσα με τα οποία μπορούν να επιτευχθούν τα άκρα αυτά.

Πρέπει να προσέξουμε, ώστε να μην υπερεκτιμήσουμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους, όταν το ζήτημα αφορά ανθρώπινα προβλήματα.

Και δεν πρέπει να υποθέτουμε ότι οι ειδικοί είναι και οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη σε ζητήματα που επηρεάζουν την οργάνωση της κοινωνίας».

Η ιστορία της 3ης Διεθνούς

Του Αντώνη Νταβανέλου
Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Πριν 100 χρόνια, κάτω από το φως της πρώτης νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης τον Οκτώβρη του 1917, αλλά και κάτω από την πρωτοπόρα επιµονή του κόµµατος αυτής της επανάστασης, των Μπολσεβίκων, ιδρύθηκε η 3η Διεθνής.

Η Κοµιντέρν ερχόταν από µακριά.

Στα χρόνια τους, οι Μαρξ και Ένγκελς επέµειναν στην ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς (1864), υπογραµµίζοντας την ανάγκη πολιτικού συντονισµού και αλληλεγγύης για την ανάπτυξη του εργατικού κινήµατος. Με την ακροτελεύτια φράση του Κοµουνιστικού Μανιφέστου («Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!») εγκατέστησαν το διεθνισµό ως βασικό γνώρισµα του κοµουνιστικού κινήµατος. Η Πρώτη Διεθνής κατέρρευσε (το 1876) µετά το κύµα καταστολής που ακολούθησε την ήττα της Παρισινής Κοµούνας (1871).

Μια νέα εποχή είχε αρχίσει. Η έµφαση δόθηκε στον πολιτικό αγώνα και στη συγκρότηση µεγάλων εργατικών κοµµάτων. Σε αυτή τη βάση ιδρύθηκε η Δεύτερη Διεθνής (1889). Όπως αργότερα έγραψε ο Λένιν, η ίδρυσή της «σηµάδευε µια περίοδο µέσα στην οποία προετοιµάστηκε το έδαφος για την πλατιά, µαζική εξάπλωση του κινήµατος σε µια σειρά χώρες». Όµως οι κατακτήσεις αυτής της περιόδου, που τις απεικονίζει η γιγάντια ανάπτυξη του SPD στη Γερµανία, έκρυβαν ένα καινούργιο πρόβληµα: Μέσα στις γραµµές των µεγάλων εργατικών κοµµάτων αναπτυσσόταν ο οπορτουνισµός που σταδιακά αναπτύχθηκε σε συγκροτηµένο µεταρρυθµισµό. Αυτός ο παράγοντας οδήγησε στην κατάρρευση του «µεγάλου οικοδοµήµατος» της Δεύτερης Διεθνούς, µε τη στάση των µεγάλων τµηµάτων της –και κύρια του SPD– υπέρ του πολέµου, το 1914. Ήταν, όπως υπογραµµίζει ο Λένιν, ένα βαθιά «ντροπιαστικό» γεγονός.

Όπως σωστά δείχνει η ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια της Τρίτης Διεθνούς, τότε «ο ρεφορµισµός γέννησε το σοσιαλσοβινισµό». Αν και στις µέρες µας οφείλουµε να υπογραµµίζουµε και τον αντίστροφο κίνδυνο: οι σοσιαλσοβινιστικές θέσεις οδηγούν σε (επι)στροφή στο ρεφορµισµό.

Σε αυτόν τον εκφυλισµό αντιστάθηκε η αντιπολεµική Αριστερά που για πρώτη φορά συγκεντρώθηκε στη Συνδιάσκεψη του Τσίµερβαλντ. Η αριστερή πτέρυγα του Τσίµερβαλντ –κυρίως οι Ρώσοι Μπολσεβίκοι και οι Γερµανοί Σπαρτακιστές– µπορούν να θεωρηθούν οι «πρόδροµοι» της Τρίτης Διεθνούς. Όµως η τοµή που επιτάχυνε την εξέλιξη ήταν η νίκη της επανάστασης του 1917.

Η ίδρυση

Το 1919 είναι µέσα στο κύµα µεγάλης αισιοδοξίας που εξαπέλυσε η νίκη του Οκτώβρη παγκόσµια. Η επανάσταση στη Γερµανία έχει αρχίσει, η νίκη της θεωρούνταν όχι απλώς εφικτή, αλλά πιθανή και αυτό φαινόταν να δικαιώνει την µπολσεβίκικη πρόβλεψη για γρήγορη επέκταση της εργατικής-σοσιαλιστικής επανάστασης στο κέντρο της Ευρώπης.

Σε αυτές τις συνθήκες οι Μπολσεβίκοι επιµένουν –και σωστά– στην ανάγκη ταχύτατης συγκρότησης των δυνάµεων που διεθνώς υποστηρίζουν τη νίκη των εργατικών συµβουλίων, το κεντρικό σύνθηµα «Όλη η Εξουσία στα Σοβιέτ», σε ρήξη µε τους οπαδούς της ρεφορµιστικής στρατηγικής, που ήδη στη Γερµανία, δια του SPD παίρνουν ανοιχτά τον αντεπαναστατικό δρόµο.

Το κάλεσµα για το 1ο Συνέδριο, µε συγγραφέα τον Τρότσκι, θέτει τους προγραµµατικούς όρους της ρήξης µε τη Δεύτερη Διεθνή, συνοψίζοντας την πείρα του Οκτώβρη. Οι αποδέκτες δεν είναι πολλοί: Στη Μόσχα προσέρχονται 51 αντιπρόσωποι, από 35 οργανώσεις, σε 22 χώρες.

Το συνέδριο οργανώνεται µε µια δηµοκρατική ευαισθησία που αργότερα εξαλείφθηκε από την Κοµιντέρν. Προσκαλούνται αναρχοσυνδικαλιστές (π.χ. το IWW από τις ΗΠΑ), οι «αριστεριστές» που είχαν προηγουµένως συγκρουστεί µε τους Μπολσεβίκους στα πλαίσια της διαδικασίας Τσίµερβαλντ (Ρούτγκερς, Πάνεκουκ, Γκόρτερ), προσκαλείται –αν και δεν µπόρεσε να παραστεί λόγω συλλήψεων της αντιπροσωπείας της– η επαναστατική «φράξια» της Νεολαίας της Δεύτερης Διεθνούς που την καθοδηγούσε ο Βίλυ Μύντσεµπεργκ.

Όταν οι Σπαρτακιστές, δια του Ούγκο Εµπερλάιν (Άλµπερτ), δηλώνουν ότι δεν αποδέχονται την ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς, που τη θεωρούν αναγκαία, αλλά πρόωρη, ο Ζινόβιεφ απαντά εκ µέρους των Μπολσεβίκων: «Διαφωνούµε µε τους Γερµανούς συντρόφους. Για να µην τραυµατιστεί η σχέση µας µε την Ένωση Σπάρτακος, αποσύρουµε την επιµονή µας και δεχόµαστε να µην ονοµαστεί ιδρυτικό Συνέδριο η σηµερινή διαδικασία, αλλά Συνδιάσκεψη, όπως πρότεινε ο σ. Άλµπερτ». Στις συζητήσεις που ακολούθησαν, οι αντιρρήσεις κάµφθηκαν και οι αποφάσεις πάρθηκαν σε κλίµα γενικής συναίνεσης.

Την προγραµµατική «πλατφόρµα» του Συνεδρίου συνέταξε ο Μπουχάριν. Εκ µέρους των Μπολσεβίκων παρέµβηκαν οι Λένιν, Τρότσκι, Ζινόβιεφ, Οσίνσκι. Η Κολοντάι παρουσίασε το ψήφισµα «Για την ανάγκη να κερδηθούν οι γυναίκες στον αγώνα για τον σοσιαλισµό». Ήταν η µοναδική «θεµατική» απόφαση του Συνεδρίου.

Όπως έγραψε ο Λένιν στο άρθρο του «Η Τρίτη Διεθνής και η θέση της στην ιστορία»: Μια νέα εποχή στην παγκόσµια ιστορία είχε αρχίσει.

Συγκρότηση

Στη βάση της κατεύθυνσης που έδινε το 1ο Συνέδριο, άρχισε η σκληρή επιτόπου δουλειά για τη συγκέντρωση των επαναστατικών δυνάµεων για τη συγκρότηση των Κοµουνιστικών Κοµµάτων σε κάθε χώρα. (περισσότερα…)

Σαν σήμερα δημοσιεύθηκε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

marx-engels

Πηγές: kar.org.gr και tvxs.gr

Σαν σήμερα, στις 21 Φεβρουαρίου του 1848, δημοσιεύεται το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Γράφτηκε από τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, και ήταν παραγγελία της Κομμουνιστικής Λίγκας, ενόψει του συνεδρίου της στο Λονδίνο.

Στα ελληνικά μεταφράστηκε μόλις το 1908, από τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, και δημοσιεύθηκε τότε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ο Εργάτης» του Βόλου υπό τον τίτλο «Προκήρυξη του Κοινωνιστικού Κόμματος».

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο σε αρχείο pdf. Για να το διαβάσετε, κάντε κλικ εδώ.

Όταν οι μπολσεβίκοι καταλάμβαναν τις τράπεζες και έσβηναν το χρέος

Αναδημοσίευση από kar.org.gr
Πηγή: imerodromos.gr

Την πρώτη κιόλας μέρα της Οκτωβριανής Επανάστασης, τα ξημερώματα της 25ης Οκτωβρίου, η Κρατική Τράπεζα της Ρωσίας κατελήφθη από τους Κόκκινους Φρουρούς, στο όνομα των Σοβιέτ και της Επανάστασης.  Οι Μπολσεβίκοι, έχοντας την πείρα της Παρισινής Κομμούνας αλλά και την αποφασιστικότητα ενός επαναστατικού κινήματος, πήραν αμέσως στα χέρια τους, την Κρατική Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας.

Το 1871 κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας η εργατική τάξη στο Παρίσι δεν είχε καταλάβει την Κεντρική Τράπεζα. «Η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά, με ιερό σεβασμό μπροστά στις πόρτες της Τράπεζας της Γαλλίας», έγραψε ο Μαρξ τονίζοντας ότι ήταν ένα από τα μεγάλα λάθη των Γάλλων επαναστατών.

Οι Μπολσεβίκοι δεν επανέλαβαν το λάθος. Κατέλαβαν την Κεντρική Κρατική Τράπεζα και ταυτόχρονα απέκτησαν τον έλεγχο του νομίσματος. Όμως δεν στάθηκαν εκεί. Στις 14 Δεκέμβρη 1917 η η εργατική πολιτοφυλακή κατέλαβε όλες τις τράπεζες της χώρας ιδιωτικές και συνεταιριστικές. Την ίδια μέρα δημοσιεύθηκε το Διάταγμα για την κρατικοποίησή τους και την συγχώνευση τους στη Κεντρική Τράπεζα, χωρίς αποζημίωση για τους μεγάλους μετόχους, προστατεύοντας παράλληλα πλήρως τους μικρο-καταθέτες.

Ο Λένιν γράφει στο Σχέδιο Διατάγματος με το οποίο κρατικοποιούνται οι τράπεζες, τον Δεκέμβρη του 1917: «Όλες οι μετοχικές επιχειρήσεις κηρύσσονται ιδιοκτησία του κράτους. Τα μέλη της διοίκησης και οι διευθυντές των μετοχικών εταιρειών, καθώς και όλοι οι μέτοχοι που ανήκουν στις τάξεις των πλουσίων, οφείλουν παραδώσουν όλες τις μετοχές στην κρατική τράπεζα. Τα κρατικά δάνεια, εξωτερικά και εσωτερικά, ακυρώνονται. Τα συμφέροντα των μικρών ομολογιούχων, καθώς και των κατόχων κάθε είδους μετοχών, δηλαδή των κατόχων που ανήκουν στις εργαζόμενες τάξεις του πληθυσμού, εξασφαλίζονται ολοκληρωτικά».

Ταυτόχρονα η νέα Σοβιετική Εξουσία έσπευσε να αντιμετωπίσει και να λύσει το θέμα του χρέους. Οι διεθνείς πιστωτές διεκδικούσαν τα χρήματα που είχαν δανείσει στο τσαρικό καθεστώς το οποίο με τα συγκεκριμένα δάνεια εξοπλίστηκε για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το συνολικό ποσό των τσαρικών χρεών και της αστικής προσωρινής κυβέρνησης στους διεθνείς τοκογλύφους της Αγγλίας, της Γαλλίας, των ΗΠΑ και άλλων χωρών ήταν περίπου 17 δις χρυσά ρούβλια.

Για τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους τα συγκεκριμένα χρέη, οι εργάτες και οι αγρότες δεν έπρεπε να τα αναγνωρίσουν. Δεν ήταν δικά τους. «Το να πληρώνεις τόκους για αυτά τα δάνεια, σημαίνει να πληρώνεις για πολλά χρόνια φόρο υποτέλειας στους καπιταλιστές, γιατί είχαν την καλοσύνη να επιτρέψουν στους εργάτες να αλληλοσκοτώνονται για το μοίρασμα της λείας από τους καπιταλιστές», έγραφε ο Λένιν στο βιβλίο του, «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού».

Αυτό έπραξε. Με το διάταγμα της Προσωρινής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής της 21ης Γενάρη του 1918 (3 Φλεβάρη του 1918 με το νέο ημερολόγιο) όλα τα εξωτερικά δάνεια των τσαρικών κυβερνήσεων και της προσωρινής κυβέρνησης ακυρώθηκαν.

Η επαναστατική κυβέρνηση δεν αναγνώριζε τίποτα. Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Eργαζόμενου Λαού, τον Γενάρη του 1918 αναφερόταν: «Η συντακτική συνέλευση θεωρεί σαν πρώτο χτύπημα ενάντια στο διεθνές τραπεζικό χρηματιστικό κεφάλαιο, το σοβιετικό νόμο για την ακύρωση (σβήσιμο) των δανείων που είχαν συνάψει οι κυβερνήσεις του τσάρου, των τσιφλικάδων και της αστικής τάξης, και εκφράζει την πεποίθηση ότι η σοβιετική εξουσία θα προχωρήσει σταθερά σ’ αυτό το δρόμο ως την πλήρη νίκη της διεθνούς εργατικής εξέγερσης ενάντια στο ζυγό του κεφαλαίου».

Έτσι έλυσαν οι Μπολσεβίκοι το θέμα του εξωτερικού χρέους και του ελέγχου των τραπεζών, προς όφελος του εργαζόμενου λαού.

Υ.Γ: Μαζί με τα δάνεια που ακύρωσαν οι Μπολσεβίκοι σβήστηκε και το χρέος της Ελλάδας προς την Τσαρική κυβέρνηση. Αυτή ήταν και η τελευταία πραγματική διαγραφή χρέους που υπήρξε προς όφελος του ελληνικού λαού.

Σαν σήμερα δημοσιεύθηκε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

marx-engels

Πηγές: kar.org.gr και tvxs.gr

Σαν σήμερα, στις 21 Φεβρουαρίου του 1848, δημοσιεύεται το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Γράφτηκε από τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, και ήταν παραγγελία της Κομμουνιστικής Λίγκας, ενόψει του συνεδρίου της στο Λονδίνο.

Στα ελληνικά μεταφράστηκε μόλις το 1908, από τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, και δημοσιεύθηκε τότε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ο Εργάτης» του Βόλου υπό τον τίτλο «Προκήρυξη του Κοινωνιστικού Κόμματος».

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο σε αρχείο pdf. Για να το διαβάσετε, κάντε κλικ εδώ.

Η Γερμανική Επανάσταση και η τραγωδία του Σπάρτακου

Σαν σήμερα, πριν 99 χρόνια, στις 5 Ιανουαρίου 1919, ξεκίνησε η εξέγερση του Σπάρτακου (βίντεο).

Όταν οι επαναστάτες επέλεγαν συνειδητά την οργάνωση της επανάστασης, χωρίς να περιμένουν αιώνια το αυθόρμητο να αγιάσει.

Του Κώστα Ρουσίτη
Πηγή: avantgarde2009.wordpress.com

Το 1919 η Ευρώπη καταρρέει μετά από 4 χρόνια πολέμου κάτω από τα χτυπήματα της εξέγερσης.

Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρέθηκε μπροστά στη θανάσιμη απειλή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Στη Ρωσία οι εργάτες κατόρθωσαν να στήσουν τη δική τους εξουσία. Η σκυτάλη πέρασε στη γερμανική εργατική τάξη. Όμως, δυστυχώς, η επανάσταση στη Γερμανία ηττήθηκε ενώ οι ηρωικοί ηγέτες της δολοφονήθηκαν. Το κόκκινο ξέφωτο στη σμπαραλιασμένη και παρηκμασμένη καπιταλιστική Ευρώπη άρχισε, από την ήττα εκείνη, να υποχωρεί.

Το πολεμικό σφαγείο έφτανε στο τέλος του. Από τις αρχές του ΄18 προδιαγραφόταν η γερμανική ήττα. Εκατομμύρια φαντάροι και ναύτες, ο ανθός της γερμανική νεολαίας, έδωσαν τη ζωή τους σε έναν άδικο πόλεμο για τα συμφέροντα του πεινασμένου γερμανικού ιμπεριαλισμού και για τη ματωβαμμένη δυναστεία του πρωσικού μιλιταρισμού, τους Χοεντζόλερν.

 Οι πολιτικές οργανώσεις στη Γερμανία

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (ΣΚ) ήταν για δεκαετίες ο μοναδικός εκφραστής της γερμανικής εργατικής τάξης. Στην πάροδο των ετών στο εσωτερικό του είχε αποκρυσταλλωθεί ένα φάσμα πολιτικών τάσεων, από την επανάσταση έως τον ρεφορμισμό. Όπως συνέβη και με ολόκληρη τη σοσιαλδημοκρατία της Δεύτερης Διεθνούς, το ξέσπασμα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου το 1914 έκανε τις αντιφάσεις στο εσωτερικό του να εκραγούν, καθώς στο μεγαλύτερό μέρος της ηγεσίας του πέταξε στην άκρη τις διακηρύξεις για σοσιαλισμό και αγκάλιασε τον εθνικισμό και το μιλιταρισμό της δικής “της” πατρίδας. Το 1918, μετά από 4 χρόνια πολέμου το ΣΚ έχει εξαχρειωθεί εντελώς.

Η συστοίχιση του ΣΚ στην ουρά της αστικής τάξης συνιστούσε τη μεγαλύτερη προδοσία του σοσιαλισμού. Δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Στη Γερμανία, όπως και σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες, οι καπιταλιστές είχαν τη δυνατότητα να εξαγοράζουν ένα κομμάτι της εργατικής τάξης εκμεταλλευόμενοι τα συσσωρευμένα υπερκέρδη από την ιμπεριαλιστική ληστεία. Αυτή η «εργατική αριστοκρατία» με τους παχυλούς μισθούς, την εργασιακή σταθερότητα και διάφορα προνόμια κάθε τύπου, αποτελούσε τη δεξαμενή του μηχανισμού του ΣΚ και των συνδικάτων. Έτσι συνδικαλιστές ηγέτες, βουλευτές, υψηλόβαθμοι υπάλληλοι, με μια λέξη γραφειοκράτες «πάχαιναν την κοιλιά τους» με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι των αφεντικών. Ο φόβος και ο τρόμος των γραφειοκρατών ήταν η επανάσταση γιατί θα έβαζε σε κίνδυνο τη διατήρηση των προνομίων τους. Σ΄ αυτή τη βάση γεννήθηκε ο ρεφορμισμός. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ήταν πολύ καλοί στο να αποκοιμίζουν τους εργάτες τάζοντάς τους το σοσιαλισμό στο μέλλον, αλλά -προς θεού- χωρίς επαναστάσεις, παρά μόνο διευρύνοντας σιγά-σιγά τις κατακτήσεις μέχρις ότου ο καπιταλισμός να μετασχηματιστεί σε σοσιαλισμό. Ωστόσο, ο παρηκμασμένος ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός του 20ου αιώνα δεν επέτρεπε μια σταθερή διεύρυνση των εργατικών κατακτήσεων. Το ζήτημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας μπορούσε να τεθεί μόνο με τη βίαιη απόσπαση της εξουσίας από τα χέρια των καπιταλιστών και την κατάκτησή της από τους εργάτες, δηλ. μόνο από τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Στους κόλπους του ΣΚ και σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, ένα μειοψηφικό τμήμα εναντιώθηκε με τον έναν ή άλλο τρόπο ενάντια στον σωβινισμό και το ρεφορμισμό της ηγεσίας του. Η Ένωση Σπάρτακος δημιουργήθηκε τις αρχές του πολέμου σαν το αριστερό τμήμα του ΣΚ , παραμένοντας όμως οργανωτικά στους κόλπους του, σαν φράξια. Στην ίδρυση του Σπάρτακου πρωτοστάτησαν οι Καρλ Λήμπνεχτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Λέο Γιόγκισες αλλά και ιστορικά στελέχη του ΣΚ σαν τους Κλάρα Τσέτκιν, Φραντς Μέρινγκ. Όλοι τους πολεμούσαν από τα αριστερά τις ρεφορμιστικές αντιλήψεις του ΣΚ, αναγνωρίζοντας την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού σαν το μόνο δρόμο προς τη νίκη. Ο Σπάρτακος κράτησε διεθνιστική στάση στο ζήτημα του πολέμου, υπερασπίζοντας τη διεθνιστική ενότητα των εργατών, καλώντας στη μετατροπή του πολέμου σε επανάσταση, ξεσκεπάζοντας τον άδικο ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σφαγής. Σε όλα τα μικρά και μεγάλα γεγονότα της ταξική πάλης οι σπαρτακιστές βρέθηκαν στη πρωτοπορία. Σε απεργίες, οδομαχίες, αντιπολεμικές εκδηλώσεις, παντού μπροστά.

Μια ακόμη μεγαλύτερη ομάδα στοιχήθηκε γύρω από τις πασιφιστικές θέσεις του Κάουτσκι, που αποτελούσε το κέντρο ανάμεσα στη δεξιά ηγεσία του ΣΚ και την αριστερά του Σπάρτακου. Το 1917 το ΣΚ διασπάστηκε και αποχώρησε το κέντρο και η αριστερά ιδρύοντας το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (Ανεξάρτητοι). Σε αυτούς εντάχθηκε σαν φράξια και η ομάδα του Σπάρτακου. Το κόμμα αυτό ήταν τυπικό των διεργασιών στη γερμανική αριστερά. Ένα κόμμα τυπικά «κεντρίστικο», που παράδερνε ανάμεσα σε πολιτικές ταξικής συνεργασίας και κοινοβουλευτικών λύσεων, την ίδια ώρα που μιλούσε για την ανάγκη της επανάστασης. Μέσα στους κόλπους του μια δεξιά ηγεσία ελάχιστα πιο αριστερά από τη σοσιαλδημοκρατία, που προσπαθούσε να συνεννοηθεί πάντα με το ΣΚ (και τελικά επέστρεψε στο ΣΚ) και μια μαχητική βάση επαναστατών εργατών που προσανατολιζόταν προς τον Σπάρτακο (και ενοποιήθηκε τελικά με αυτόν στο μετέπειτα ΚΚ Γερμανίας).

Έξω από τους ανεξάρτητους υπήρχαν επίσης κάποιες μικρότερες ομάδες με αναφορά στην προλεταριακή επανάσταση. Οι σημαντικότερες ήταν η φιλομπολσεβίκικη Εργατική Πολιτική με δύναμη στη Βρέμη και το Αμβούργο και οι Εργοστασιακοί Αντιπρόσωποι, μια ομάδα επαναστατών συνδικαλιστών στο Βερολίνο με μάλλον μπλανκίστικες απόψεις.

Οι συνθήκες του πολέμου, η καταστολή αλλά και οι έντονες πολιτικές μεταστροφές συνέτειναν σε μια σχετικά ασαφή οργανωτική οριοθέτηση αυτών των ομαδοποιήσεων. Θα μπορούσε ένας εργάτης να συνεργάζεται στο εργοστάσιό του με τους Εργ. Αντιπροσώπους, στη γειτονιά του με του Ανεξάρτητους και ταυτόχρονα να δηλώνει οπαδός του Λήμπκνεχτ και της Ρόζας.

Η επανάσταση του Νοέμβρη

Η άνοδος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του πολέμου άρχισε να εκδηλώνεται ήδη από το 1917 με τη μορφή γερών απεργιών. Τότε παρουσιάστηκαν και τα πρώτα συμβούλια εργατών. Η Γερμανική αστική τάξη απαντά με σκλήρυνση της καταστολής, και φυλακίσεις των στελεχών της αριστεράς, την ίδια στιγμή που επιχειρεί μια “φιλελευθεροποίηση” του καθεστώτος.

Τον Οκτώβρη του 1918 πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο πρίγκιπας Μαξ και σχηματίζει μια πλατιά κυβέρνηση στην οποία για πρώτη φορά μετέχει και το ΣΚ με τον Σάιντεμαν. Το ΣΚ δικαιολογεί την συμμετοχή του στην κυβέρνηση σαν “μια πράξη αναγκαία, καθώς ο λαός και η αυτοκρατορία βρίσκονται μπροστά στον μεγαλύτερο κίνδυνο”, όπως δήλωσε ο Νόσκε, αρχηγός του ΣΚ.

Ο κίνδυνος για τον οποίο μιλούσε ο Νόσκε ήταν η κατάρρευση του μετώπου και η διαγραφόμενη ήττα της Γερμανίας, αλλά και η κοινωνική δυσαρέσκεια στο εσωτερικό που σιγόβραζε. Τα δυο γεγονότα συνδυάζονταν με μεγάλη ταχύτητα στο δρόμο που οδηγούσε στην επανάσταση. Λίγες μόλις μέρες μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης και η Βαλτική φλεγόταν. Οι ναύτες του γερμανικού στόλου στο Κίελο αρνούνται να αποπλεύσουν τα καράβια για μια ακόμη πολεμική επιχείρηση και στασιάζουν. Συγκροτούν συμβούλια και συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής. Μέχρι τις 5 Νοέμβρίου το Κίελο έχει περάσει στην εξουσία των συμβουλίων εργατών και ναυτών. Η εξέγερση των ναυτών ήταν η σπίθα της επανάστασης. Την επόμενη ακολουθεί το Αμβούργο, και στις 7 Νοέμβρη η επανάσταση σαρώνει τις μεγάλες γερμανικές πόλεις. Παντού σχηματίζονταν συμβούλια εργατών και στρατιωτών που έπαιρναν τον έλεγχο όλων των μεγάλων πόλεων. Στις 9 η επανάσταση σαρώνει το Βερολίνο. Η κατάληψη των αστυνομικών τμημάτων και των στρατώνων από τους διαδηλωτές και ο εξοπλισμός τους είναι και το τέλος της δυναστείας των Χοετζόλερν: ο αυτοκράτορας παραιτείται, όταν οι επιτελείς του και η κυβέρνηση τον διαβεβαιούν ότι είναι αδύνατο να κατασταλεί η επανάσταση με τα όπλα.

Μέσα σε αυτό τον καταιγισμό των γεγονότων, η ηγεσία του ΣΚ φανερώνεται πολύ ευέλικτη και ικανή στο να εκτρέψει την επανάσταση και να σώσει τον γερμανικό καπιταλισμό. Αν και δεν είχε συμμετάσχει ούτε στο ελάχιστο στο επαναστατικό ξέσπασμα των μαζών, αν και συμμετείχε στην αυτοκρατορική κυβέρνηση όταν ξέσπασε η επανάσταση και έπαιξε έναν πυροσβεστικό ρόλο, ξαφνικά κάνει μια στροφή 180 μοιρών. Αμέσως μετά την παραίτηση του αυτοκράτορα, οι ηγέτες του ΣΚ Σάιντεμαν και Έμπερτ πείθουν τον πρωθυπουργό Μαξ να παραιτηθεί, και αμέσως ανακηρύσσουν στο Ράιχσταγκ την “Γερμανική Δημοκρατία”. Παράλληλα προτείνουν μια συμμαχία στους Ανεξάρτητους, οι οποίοι τη δέχονται. Διακηρύσσουν πως η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των συμβουλίων των εργατών και των στρατιωτών τα οποία και καλούν να οργανώσουν σύντομα ένα πανεθνικό συνέδριο των συμβουλίων. Μέχρι τότε χρέη κυβέρνησης θα έχει ένα 6μελές όργανο που αποτελείται από 3 στελέχη του ΣΚ (Έμπερτ, Σάιντεμαν και Λάντσμπεργκ) και 3 των Ανεξάρτητων. Η 10η Νοέμβρη ξημερώνει με τον αυτοκράτορα να καταφεύγει στην Ολλανδία και την εξαμελής κυβέρνηση να κηρύσσει τη Γερμανική Δημοκρατία στο όνομα των συμβουλίων.

(περισσότερα…)

Ανιχνεύοντας τον πολιτικό μοντερνισμό του Οκτώβρη (αρχές στρατηγικής)

Το παρόν κείμενο παρουσιάστηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2017, στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων που διοργάνωσε η Αριστερή Ανασύνθεση με θέμα «Ανιχνεύοντας την επικαιρότητα του κόκκινου Οκτώβρη».
Στην ίδια εκδήλωση μίλησαν επίσης ο Κώστας Γούσης, ο Χρίστος Κατσούλας και η Ελένη Πορτάλιου.

Πηγή: ektosgrammis.gr

α. Ο ιστορικός επικαθορισμός του Οκτώβρη

Ο κόκκινος Οκτώβρης δεν υπήρξε μόνο η έμπρακτη απόδειξη ότι οι εκτιμήσεις των κλασικών του μαρξισμού και τα όνειρα των κομμουνάρων του Παρισιού για μια νέα εποχή επαναστάσεων που επρόκειτο να ανατείλει ήταν κάθε άλλο από θεωρητικές ή υπεραριστερές φαντασιοκοπίες. Υπήρξε και η συμπύκνωση πλήθους στοιχείων πολιτικού μοντερνισμού που παρουσιάστηκαν στη Ρωσία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, καθώς, και το αποτέλεσμα της κλιμάκωσης μιας εντελώς πρωτότυπης επαναστατικής τακτικής, μιας μοναδικής επαναστατικής ακολουθίας.

Περισσότερο, όμως, ακόμη υπήρξε το αποτέλεσμα ενός «κατάλληλου» συνδυασμού ανάμεσα στα παραπάνω: του συνδυασμού ανάμεσα σε μια εξαιρετικά πρωτότυπη σύζευξη ιστορικών περιστάσεων, μια κατ’ εξαίρεση κατάσταση, όπως θα την αποκαλέσει ο Αλτουσέρ, σε κάποιες από τις πιο σημαντικές σελίδες που θα γράψει ποτέ, όταν χάριν της θεωρητικής υποστήριξης της έννοιας του επικαθορισμού, θα μιλήσει για την «ενότητα ρήξης» στην οποία συγχωνεύτηκαν οι ιστορικές περιστάσεις κατά την έκρηξη του Οκτώβρη, αφενός, και στην ιδιαίτερη παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα, αφετέρου.

Πρόκειται για τις περιστάσεις που ορίζονται από τον συνδυασμό ανάμεσα στην ογκούμενη δυσαρέσκεια για την πολεμική εμπλοκή της τσαρικής Ρωσίας, την επισιτιστική κρίση και εξαθλίωση των ρωσικών εργατικών και αγροτικών μαζών, αλλά και την αποτυχία της αγροτικής μεταρρύθμισης του 1861. Αυτός ήταν ο ιστορικός επικαθορισμός που συμπύκνωσε το περίφημο «Γη – ψωμί – ειρήνη», επικαθορισμός που οι Μπολσεβίκοι και ο Λένιν, κατάφεραν να αναγνωρίσουν και να εκμεταλλευτούν, μόνο γιατί από τις αρχές του 20ου αιώνα είχαν συμβάλει -ασφαλώς, όχι αποκλειστικά εκείνοι- στην κλιμάκωση της ταξικής πάλης στη Ρωσία: στην ανάδυση τρόπων και όρων οργάνωσης και θέσμισης του κοινωνικού εκείνου μπλοκ δυνάμεων, που θα αποτελέσει αργότερα το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων της επανάστασης. Και, ταυτόχρονα, πρόκειται για την εκδίπλωση μιας ευφυούς όσο επίπονης επαναστατικής τακτικής, επίκεντρο της οποίας ήταν η επιμονή στην επαναστατική ρήξη και τη διεκδίκηση της εξουσίας, ειδικά στους μήνες που μεσολάβησαν από τον Απρίλη στον Οκτώβρη, όταν και υπό το καθεστώς της ανοχής της προσωρινής κυβέρνησης από τα Σοβιέτ, αυτή η επιμονή έδειχνε να δοκιμάζεται αποφασιστικά και να απομονώνει του Μπολσεβίκους, αν όχι τον ίδιο τον Λένιν στο εσωτερικό τους.

Με τους όρους του Μακιαβέλλι, εκ των πατέρων της επιστημονικής θεώρησης του πολιτικού, η Οκτωβριανή επανάσταση υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μοναδικού συνδυασμού ανάμεσα στην τύχη του ηγεμόνα και την ικανότητά του.

Και με την έννοια αυτή, είναι που ο Οκτώβρης, υπήρξε μια καλά ριζωμένη στις αντιθέσεις της ρωσικής κοινωνίας επαναστατική ρήξη. Πρόκειται ασφαλώς, για μια θεώρηση ανυπόφορη για τους διανοούμενους και λοιπούς επιφανείς εκπροσώπους των κυρίαρχων τάξεων, που επιχειρούν εδώ και 100 χρόνια να αμαυρώσουν το ιστορικό, αλλά κυρίως το πολιτικό αποτύπωμα του Οκτώβρη εξαπολύοντας την γνωστή ρητορική περί πραξικοπήματος.

 

β. Προϋποθέσεις μιας επιστροφής

Όμως, σήμερα, δεν προσεγγίζουμε τον Οκτώβρη από την σκοπιά κάποιου φιλολογικού, ιστορικού, επιστημονικού ή άλλου πάθους· τον προσεγγίζουμε από την σκοπιά του μέλλοντός του. Από την σκοπιά της σημασίας και της χρησιμότητάς του για τους δικούς μας σκοπούς, αυτούς των αναγκών ανασύνθεσης μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Με την έννοια αυτή, η επιστροφή μας στον Οκτώβρη σήμερα δεν μπορεί να είναι αποθεωτική: μια επιστροφή υπό την αίσθηση του δέους για ένα ανεπανάληπτο ιστορικό συμβάν, που μπορεί κατ’ εξοχήν να μας καθηλώσει στην εξέτασή του από την απόσταση των εντυπώσεων και των στερεοτύπων για αυτό, παρά από την σκοπιά της μελέτης και της κινητοποίησης.

Και, πολύ περισσότερο, η επιστροφή στον Οκτώβρη σήμερα δεν μπορεί να είναι μιμητική: υπάρχει λόγος για τον οποίον «οι κοινωνικές επαναστάσεις δεν αντλούν την ποίησή τους από το παρελθόν, αλλά μονάχα από το μέλλον», όπως μας προειδοποιούσε ο Μαρξ στην Μπρυμαίρ. Είναι ο ίδιος λόγος που κατανοούσε πολύ καλά ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι, όταν επιχειρούσαν να σκεφτούν για τη δική τους εποχή και τις ανάγκες της, αντί να επιχειρούν απλώς να αντιγράψουν το υπόδειγμα της Κομμούνας – ένα υπόδειγμα άλλωστε που ήταν με τη σειρά του ιστορικά πρωτότυπο σε τέτοιον βαθμό, που οδήγησε τον ίδιο τον Μαρξ να επιστρέψει στο κείμενο του Μανιφέστου, που είχε γραφτεί μέσα στις ιστορικές συνθήκες που γέννησαν τις επαναστάσεις του 1848, για να το «διορθώσει», ενσωματώνοντας θεωρητικά και πολιτικά στο κείμενό του τη νέα κοινωνικοπολιτική αυτή μορφή. Πρόκειται για το γεγονός ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, ότι η ιστορική εξέλιξη γεννά νέες κοινωνικές μορφές και ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται τα επαναστατικά κινήματα να δράσουν είναι πάντοτε, δομικά, πρωτότυπες. Ως εκ τούτου, ο Οκτώβρης σήμερα δεν μπορεί να είναι για εμάς μια εικόνα καθ’ ομοίωση της οποίας θα πρέπει να οργανωθούμε. Δεν μπορεί να είναι ένα εικόνισμα στην μνήμη του οποίου θα αναμένουμε αέναα τις περιστάσεις να αποκτήσουν παρόμοια μορφή και σύμπλεξη. Ο επόμενος Οκτώβρης θα μπορεί να είναι τέτοιος, μόνο με το κόστος κάποιας αυθάδειας στον προηγούμενο.

Όλα τα παραπάνω δεν λέγονται για να αιτιολογήσουν κάποια δήθεν εκ των περιστάσεων αναγκαστική στροφή στον «πολιτικό ρεαλισμό», που ως τέτοια δεν συνιστά τίποτα διαφορετικό από μείζον αποτέλεσμα της κυρίαρχης, αστικής, ιδεολογίας πάνω στην αριστερά. Ούτε, φυσικά, στοχεύουν να δικαιολογήσουν κάποιον πολιτικό αναχωρητισμό, μια ιδιώτευση αντλημένη έστω από τις πραγματικά δύσκολες συνθήκες που έχει να αντιμετωπίσει κάθε άνθρωπος, κίνημα, ή πολιτική οργάνωση που επιμένει σήμερα στην ανάγκη επαναστατικών ρήξεων και ανατροπών ώστε να οδηγηθούμε στη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνικής πορείας.

Ο ίδιος Οκτώβρης δεν μπορεί να επαναληφθεί σήμερα, αλλά ο Οκτώβρης του 1917, η επαναστατική στρατηγική των μπολσεβίκων, οι πολιτικοί και κοινωνικοί νεωτερισμοί της περιόδου εκείνης, έχουν πάρα πολλά να μας μάθουν για σήμερα, για το κίνημά μας. Από τον κόκκινο Οκτώβρη μπορεί να μην μπορούμε να αντλήσουμε ένα παράδειγμα προς αντιγραφή, αλλά μπορούμε να αντλήσουμε στρατηγικές αρχές, όχι βεβαιότητες ή λεπτομέρειες προς αναβίωση, αλλά αρχές πολιτικής πρακτικής για την ανασύνθεση μιας σύγχρονης, επαναστατικής στρατηγικής.

Μιας στρατηγικής που θα εκφεύγει από το όριο ενός αριστερίστικου βερμπαλιστικού αναχωρητισμού, όσο όμως και από το όριο ενός μαχητικού ρεφορμισμού, φυσιογνωμίες και γραμμές που και οι δύο εκχωρούν το στρατηγικό πεδίο της αντιπαράθεσης στον αντίπαλο, διατηρώντας απλώς κάποιου τύπου -την ιδεολογική στη μια περίπτωση, και την πολιτική στην άλλη- ανεξαρτησία από αυτό. Και πολύ περισσότερο, φυσικά, θα εκφεύγει από τα όρια μιας απολογητικής αστικής «φιλολαΐκης» στρατηγικής, η οποία δεν διατηρεί κανενός είδους, έστω και αμυντικού τύπου ανεξαρτησία από το κράτος, αλλά εξυπηρετεί θετικά τις κεντρικές του λειτουργίες και φροντίζει για την εξασφάλιση της πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής του συνέχειας και ομαλότητας.

 

γ. Αρχές στρατηγικής

Ποιο είναι λοιπόν το «μήνυμα στο μπουκάλι» που έστειλε ο Οκτώβρης στο μέλλον; Ποιες είναι αυτές οι περίφημες στρατηγικές αρχές τις οποίες μπορούμε σήμερα να αντλήσουμε από πρακτικές, στόχους, επιτυχίες και αποτυχίες μιας περιόδου τόσο διαφορετικής από τη σημερινή;
(περισσότερα…)