Κατηγορία: Ιδεολογικά – Μαρξισμός

Εκδήλωση ΜΑΧΩΜΕ: «Οι προϋποθέσεις υπέρβασης της λιτότητας και της Επιτροπείας»

12-14 Γενάρη, Αίθουσα εκδηλώσεων Τ.Ε.Ε (Νίκης 12, Σύνταγμα)

Advertisements

Η Γερμανική Επανάσταση και η τραγωδία του Σπάρτακου

Σαν σήμερα, πριν 99 χρόνια, στις 5 Ιανουαρίου 1919, ξεκίνησε η εξέγερση του Σπάρτακου (βίντεο).

Όταν οι επαναστάτες επέλεγαν συνειδητά την οργάνωση της επανάστασης, χωρίς να περιμένουν αιώνια το αυθόρμητο να αγιάσει.

Του Κώστα Ρουσίτη
Πηγή: avantgarde2009.wordpress.com

Το 1919 η Ευρώπη καταρρέει μετά από 4 χρόνια πολέμου κάτω από τα χτυπήματα της εξέγερσης.

Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρέθηκε μπροστά στη θανάσιμη απειλή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Στη Ρωσία οι εργάτες κατόρθωσαν να στήσουν τη δική τους εξουσία. Η σκυτάλη πέρασε στη γερμανική εργατική τάξη. Όμως, δυστυχώς, η επανάσταση στη Γερμανία ηττήθηκε ενώ οι ηρωικοί ηγέτες της δολοφονήθηκαν. Το κόκκινο ξέφωτο στη σμπαραλιασμένη και παρηκμασμένη καπιταλιστική Ευρώπη άρχισε, από την ήττα εκείνη, να υποχωρεί.

Το πολεμικό σφαγείο έφτανε στο τέλος του. Από τις αρχές του ΄18 προδιαγραφόταν η γερμανική ήττα. Εκατομμύρια φαντάροι και ναύτες, ο ανθός της γερμανική νεολαίας, έδωσαν τη ζωή τους σε έναν άδικο πόλεμο για τα συμφέροντα του πεινασμένου γερμανικού ιμπεριαλισμού και για τη ματωβαμμένη δυναστεία του πρωσικού μιλιταρισμού, τους Χοεντζόλερν.

 Οι πολιτικές οργανώσεις στη Γερμανία

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (ΣΚ) ήταν για δεκαετίες ο μοναδικός εκφραστής της γερμανικής εργατικής τάξης. Στην πάροδο των ετών στο εσωτερικό του είχε αποκρυσταλλωθεί ένα φάσμα πολιτικών τάσεων, από την επανάσταση έως τον ρεφορμισμό. Όπως συνέβη και με ολόκληρη τη σοσιαλδημοκρατία της Δεύτερης Διεθνούς, το ξέσπασμα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου το 1914 έκανε τις αντιφάσεις στο εσωτερικό του να εκραγούν, καθώς στο μεγαλύτερό μέρος της ηγεσίας του πέταξε στην άκρη τις διακηρύξεις για σοσιαλισμό και αγκάλιασε τον εθνικισμό και το μιλιταρισμό της δικής “της” πατρίδας. Το 1918, μετά από 4 χρόνια πολέμου το ΣΚ έχει εξαχρειωθεί εντελώς.

Η συστοίχιση του ΣΚ στην ουρά της αστικής τάξης συνιστούσε τη μεγαλύτερη προδοσία του σοσιαλισμού. Δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Στη Γερμανία, όπως και σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες, οι καπιταλιστές είχαν τη δυνατότητα να εξαγοράζουν ένα κομμάτι της εργατικής τάξης εκμεταλλευόμενοι τα συσσωρευμένα υπερκέρδη από την ιμπεριαλιστική ληστεία. Αυτή η «εργατική αριστοκρατία» με τους παχυλούς μισθούς, την εργασιακή σταθερότητα και διάφορα προνόμια κάθε τύπου, αποτελούσε τη δεξαμενή του μηχανισμού του ΣΚ και των συνδικάτων. Έτσι συνδικαλιστές ηγέτες, βουλευτές, υψηλόβαθμοι υπάλληλοι, με μια λέξη γραφειοκράτες «πάχαιναν την κοιλιά τους» με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι των αφεντικών. Ο φόβος και ο τρόμος των γραφειοκρατών ήταν η επανάσταση γιατί θα έβαζε σε κίνδυνο τη διατήρηση των προνομίων τους. Σ΄ αυτή τη βάση γεννήθηκε ο ρεφορμισμός. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ήταν πολύ καλοί στο να αποκοιμίζουν τους εργάτες τάζοντάς τους το σοσιαλισμό στο μέλλον, αλλά -προς θεού- χωρίς επαναστάσεις, παρά μόνο διευρύνοντας σιγά-σιγά τις κατακτήσεις μέχρις ότου ο καπιταλισμός να μετασχηματιστεί σε σοσιαλισμό. Ωστόσο, ο παρηκμασμένος ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός του 20ου αιώνα δεν επέτρεπε μια σταθερή διεύρυνση των εργατικών κατακτήσεων. Το ζήτημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας μπορούσε να τεθεί μόνο με τη βίαιη απόσπαση της εξουσίας από τα χέρια των καπιταλιστών και την κατάκτησή της από τους εργάτες, δηλ. μόνο από τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Στους κόλπους του ΣΚ και σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, ένα μειοψηφικό τμήμα εναντιώθηκε με τον έναν ή άλλο τρόπο ενάντια στον σωβινισμό και το ρεφορμισμό της ηγεσίας του. Η Ένωση Σπάρτακος δημιουργήθηκε τις αρχές του πολέμου σαν το αριστερό τμήμα του ΣΚ , παραμένοντας όμως οργανωτικά στους κόλπους του, σαν φράξια. Στην ίδρυση του Σπάρτακου πρωτοστάτησαν οι Καρλ Λήμπνεχτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Λέο Γιόγκισες αλλά και ιστορικά στελέχη του ΣΚ σαν τους Κλάρα Τσέτκιν, Φραντς Μέρινγκ. Όλοι τους πολεμούσαν από τα αριστερά τις ρεφορμιστικές αντιλήψεις του ΣΚ, αναγνωρίζοντας την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού σαν το μόνο δρόμο προς τη νίκη. Ο Σπάρτακος κράτησε διεθνιστική στάση στο ζήτημα του πολέμου, υπερασπίζοντας τη διεθνιστική ενότητα των εργατών, καλώντας στη μετατροπή του πολέμου σε επανάσταση, ξεσκεπάζοντας τον άδικο ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σφαγής. Σε όλα τα μικρά και μεγάλα γεγονότα της ταξική πάλης οι σπαρτακιστές βρέθηκαν στη πρωτοπορία. Σε απεργίες, οδομαχίες, αντιπολεμικές εκδηλώσεις, παντού μπροστά.

Μια ακόμη μεγαλύτερη ομάδα στοιχήθηκε γύρω από τις πασιφιστικές θέσεις του Κάουτσκι, που αποτελούσε το κέντρο ανάμεσα στη δεξιά ηγεσία του ΣΚ και την αριστερά του Σπάρτακου. Το 1917 το ΣΚ διασπάστηκε και αποχώρησε το κέντρο και η αριστερά ιδρύοντας το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (Ανεξάρτητοι). Σε αυτούς εντάχθηκε σαν φράξια και η ομάδα του Σπάρτακου. Το κόμμα αυτό ήταν τυπικό των διεργασιών στη γερμανική αριστερά. Ένα κόμμα τυπικά «κεντρίστικο», που παράδερνε ανάμεσα σε πολιτικές ταξικής συνεργασίας και κοινοβουλευτικών λύσεων, την ίδια ώρα που μιλούσε για την ανάγκη της επανάστασης. Μέσα στους κόλπους του μια δεξιά ηγεσία ελάχιστα πιο αριστερά από τη σοσιαλδημοκρατία, που προσπαθούσε να συνεννοηθεί πάντα με το ΣΚ (και τελικά επέστρεψε στο ΣΚ) και μια μαχητική βάση επαναστατών εργατών που προσανατολιζόταν προς τον Σπάρτακο (και ενοποιήθηκε τελικά με αυτόν στο μετέπειτα ΚΚ Γερμανίας).

Έξω από τους ανεξάρτητους υπήρχαν επίσης κάποιες μικρότερες ομάδες με αναφορά στην προλεταριακή επανάσταση. Οι σημαντικότερες ήταν η φιλομπολσεβίκικη Εργατική Πολιτική με δύναμη στη Βρέμη και το Αμβούργο και οι Εργοστασιακοί Αντιπρόσωποι, μια ομάδα επαναστατών συνδικαλιστών στο Βερολίνο με μάλλον μπλανκίστικες απόψεις.

Οι συνθήκες του πολέμου, η καταστολή αλλά και οι έντονες πολιτικές μεταστροφές συνέτειναν σε μια σχετικά ασαφή οργανωτική οριοθέτηση αυτών των ομαδοποιήσεων. Θα μπορούσε ένας εργάτης να συνεργάζεται στο εργοστάσιό του με τους Εργ. Αντιπροσώπους, στη γειτονιά του με του Ανεξάρτητους και ταυτόχρονα να δηλώνει οπαδός του Λήμπκνεχτ και της Ρόζας.

Η επανάσταση του Νοέμβρη

Η άνοδος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του πολέμου άρχισε να εκδηλώνεται ήδη από το 1917 με τη μορφή γερών απεργιών. Τότε παρουσιάστηκαν και τα πρώτα συμβούλια εργατών. Η Γερμανική αστική τάξη απαντά με σκλήρυνση της καταστολής, και φυλακίσεις των στελεχών της αριστεράς, την ίδια στιγμή που επιχειρεί μια “φιλελευθεροποίηση” του καθεστώτος.

Τον Οκτώβρη του 1918 πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο πρίγκιπας Μαξ και σχηματίζει μια πλατιά κυβέρνηση στην οποία για πρώτη φορά μετέχει και το ΣΚ με τον Σάιντεμαν. Το ΣΚ δικαιολογεί την συμμετοχή του στην κυβέρνηση σαν “μια πράξη αναγκαία, καθώς ο λαός και η αυτοκρατορία βρίσκονται μπροστά στον μεγαλύτερο κίνδυνο”, όπως δήλωσε ο Νόσκε, αρχηγός του ΣΚ.

Ο κίνδυνος για τον οποίο μιλούσε ο Νόσκε ήταν η κατάρρευση του μετώπου και η διαγραφόμενη ήττα της Γερμανίας, αλλά και η κοινωνική δυσαρέσκεια στο εσωτερικό που σιγόβραζε. Τα δυο γεγονότα συνδυάζονταν με μεγάλη ταχύτητα στο δρόμο που οδηγούσε στην επανάσταση. Λίγες μόλις μέρες μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης και η Βαλτική φλεγόταν. Οι ναύτες του γερμανικού στόλου στο Κίελο αρνούνται να αποπλεύσουν τα καράβια για μια ακόμη πολεμική επιχείρηση και στασιάζουν. Συγκροτούν συμβούλια και συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής. Μέχρι τις 5 Νοέμβρίου το Κίελο έχει περάσει στην εξουσία των συμβουλίων εργατών και ναυτών. Η εξέγερση των ναυτών ήταν η σπίθα της επανάστασης. Την επόμενη ακολουθεί το Αμβούργο, και στις 7 Νοέμβρη η επανάσταση σαρώνει τις μεγάλες γερμανικές πόλεις. Παντού σχηματίζονταν συμβούλια εργατών και στρατιωτών που έπαιρναν τον έλεγχο όλων των μεγάλων πόλεων. Στις 9 η επανάσταση σαρώνει το Βερολίνο. Η κατάληψη των αστυνομικών τμημάτων και των στρατώνων από τους διαδηλωτές και ο εξοπλισμός τους είναι και το τέλος της δυναστείας των Χοετζόλερν: ο αυτοκράτορας παραιτείται, όταν οι επιτελείς του και η κυβέρνηση τον διαβεβαιούν ότι είναι αδύνατο να κατασταλεί η επανάσταση με τα όπλα.

Μέσα σε αυτό τον καταιγισμό των γεγονότων, η ηγεσία του ΣΚ φανερώνεται πολύ ευέλικτη και ικανή στο να εκτρέψει την επανάσταση και να σώσει τον γερμανικό καπιταλισμό. Αν και δεν είχε συμμετάσχει ούτε στο ελάχιστο στο επαναστατικό ξέσπασμα των μαζών, αν και συμμετείχε στην αυτοκρατορική κυβέρνηση όταν ξέσπασε η επανάσταση και έπαιξε έναν πυροσβεστικό ρόλο, ξαφνικά κάνει μια στροφή 180 μοιρών. Αμέσως μετά την παραίτηση του αυτοκράτορα, οι ηγέτες του ΣΚ Σάιντεμαν και Έμπερτ πείθουν τον πρωθυπουργό Μαξ να παραιτηθεί, και αμέσως ανακηρύσσουν στο Ράιχσταγκ την “Γερμανική Δημοκρατία”. Παράλληλα προτείνουν μια συμμαχία στους Ανεξάρτητους, οι οποίοι τη δέχονται. Διακηρύσσουν πως η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των συμβουλίων των εργατών και των στρατιωτών τα οποία και καλούν να οργανώσουν σύντομα ένα πανεθνικό συνέδριο των συμβουλίων. Μέχρι τότε χρέη κυβέρνησης θα έχει ένα 6μελές όργανο που αποτελείται από 3 στελέχη του ΣΚ (Έμπερτ, Σάιντεμαν και Λάντσμπεργκ) και 3 των Ανεξάρτητων. Η 10η Νοέμβρη ξημερώνει με τον αυτοκράτορα να καταφεύγει στην Ολλανδία και την εξαμελής κυβέρνηση να κηρύσσει τη Γερμανική Δημοκρατία στο όνομα των συμβουλίων.

(περισσότερα…)

Ανιχνεύοντας τον πολιτικό μοντερνισμό του Οκτώβρη (αρχές στρατηγικής)

Το παρόν κείμενο παρουσιάστηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2017, στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων που διοργάνωσε η Αριστερή Ανασύνθεση με θέμα «Ανιχνεύοντας την επικαιρότητα του κόκκινου Οκτώβρη».
Στην ίδια εκδήλωση μίλησαν επίσης ο Κώστας Γούσης, ο Χρίστος Κατσούλας και η Ελένη Πορτάλιου.

Πηγή: ektosgrammis.gr

α. Ο ιστορικός επικαθορισμός του Οκτώβρη

Ο κόκκινος Οκτώβρης δεν υπήρξε μόνο η έμπρακτη απόδειξη ότι οι εκτιμήσεις των κλασικών του μαρξισμού και τα όνειρα των κομμουνάρων του Παρισιού για μια νέα εποχή επαναστάσεων που επρόκειτο να ανατείλει ήταν κάθε άλλο από θεωρητικές ή υπεραριστερές φαντασιοκοπίες. Υπήρξε και η συμπύκνωση πλήθους στοιχείων πολιτικού μοντερνισμού που παρουσιάστηκαν στη Ρωσία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, καθώς, και το αποτέλεσμα της κλιμάκωσης μιας εντελώς πρωτότυπης επαναστατικής τακτικής, μιας μοναδικής επαναστατικής ακολουθίας.

Περισσότερο, όμως, ακόμη υπήρξε το αποτέλεσμα ενός «κατάλληλου» συνδυασμού ανάμεσα στα παραπάνω: του συνδυασμού ανάμεσα σε μια εξαιρετικά πρωτότυπη σύζευξη ιστορικών περιστάσεων, μια κατ’ εξαίρεση κατάσταση, όπως θα την αποκαλέσει ο Αλτουσέρ, σε κάποιες από τις πιο σημαντικές σελίδες που θα γράψει ποτέ, όταν χάριν της θεωρητικής υποστήριξης της έννοιας του επικαθορισμού, θα μιλήσει για την «ενότητα ρήξης» στην οποία συγχωνεύτηκαν οι ιστορικές περιστάσεις κατά την έκρηξη του Οκτώβρη, αφενός, και στην ιδιαίτερη παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα, αφετέρου.

Πρόκειται για τις περιστάσεις που ορίζονται από τον συνδυασμό ανάμεσα στην ογκούμενη δυσαρέσκεια για την πολεμική εμπλοκή της τσαρικής Ρωσίας, την επισιτιστική κρίση και εξαθλίωση των ρωσικών εργατικών και αγροτικών μαζών, αλλά και την αποτυχία της αγροτικής μεταρρύθμισης του 1861. Αυτός ήταν ο ιστορικός επικαθορισμός που συμπύκνωσε το περίφημο «Γη – ψωμί – ειρήνη», επικαθορισμός που οι Μπολσεβίκοι και ο Λένιν, κατάφεραν να αναγνωρίσουν και να εκμεταλλευτούν, μόνο γιατί από τις αρχές του 20ου αιώνα είχαν συμβάλει -ασφαλώς, όχι αποκλειστικά εκείνοι- στην κλιμάκωση της ταξικής πάλης στη Ρωσία: στην ανάδυση τρόπων και όρων οργάνωσης και θέσμισης του κοινωνικού εκείνου μπλοκ δυνάμεων, που θα αποτελέσει αργότερα το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων της επανάστασης. Και, ταυτόχρονα, πρόκειται για την εκδίπλωση μιας ευφυούς όσο επίπονης επαναστατικής τακτικής, επίκεντρο της οποίας ήταν η επιμονή στην επαναστατική ρήξη και τη διεκδίκηση της εξουσίας, ειδικά στους μήνες που μεσολάβησαν από τον Απρίλη στον Οκτώβρη, όταν και υπό το καθεστώς της ανοχής της προσωρινής κυβέρνησης από τα Σοβιέτ, αυτή η επιμονή έδειχνε να δοκιμάζεται αποφασιστικά και να απομονώνει του Μπολσεβίκους, αν όχι τον ίδιο τον Λένιν στο εσωτερικό τους.

Με τους όρους του Μακιαβέλλι, εκ των πατέρων της επιστημονικής θεώρησης του πολιτικού, η Οκτωβριανή επανάσταση υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μοναδικού συνδυασμού ανάμεσα στην τύχη του ηγεμόνα και την ικανότητά του.

Και με την έννοια αυτή, είναι που ο Οκτώβρης, υπήρξε μια καλά ριζωμένη στις αντιθέσεις της ρωσικής κοινωνίας επαναστατική ρήξη. Πρόκειται ασφαλώς, για μια θεώρηση ανυπόφορη για τους διανοούμενους και λοιπούς επιφανείς εκπροσώπους των κυρίαρχων τάξεων, που επιχειρούν εδώ και 100 χρόνια να αμαυρώσουν το ιστορικό, αλλά κυρίως το πολιτικό αποτύπωμα του Οκτώβρη εξαπολύοντας την γνωστή ρητορική περί πραξικοπήματος.

 

β. Προϋποθέσεις μιας επιστροφής

Όμως, σήμερα, δεν προσεγγίζουμε τον Οκτώβρη από την σκοπιά κάποιου φιλολογικού, ιστορικού, επιστημονικού ή άλλου πάθους· τον προσεγγίζουμε από την σκοπιά του μέλλοντός του. Από την σκοπιά της σημασίας και της χρησιμότητάς του για τους δικούς μας σκοπούς, αυτούς των αναγκών ανασύνθεσης μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Με την έννοια αυτή, η επιστροφή μας στον Οκτώβρη σήμερα δεν μπορεί να είναι αποθεωτική: μια επιστροφή υπό την αίσθηση του δέους για ένα ανεπανάληπτο ιστορικό συμβάν, που μπορεί κατ’ εξοχήν να μας καθηλώσει στην εξέτασή του από την απόσταση των εντυπώσεων και των στερεοτύπων για αυτό, παρά από την σκοπιά της μελέτης και της κινητοποίησης.

Και, πολύ περισσότερο, η επιστροφή στον Οκτώβρη σήμερα δεν μπορεί να είναι μιμητική: υπάρχει λόγος για τον οποίον «οι κοινωνικές επαναστάσεις δεν αντλούν την ποίησή τους από το παρελθόν, αλλά μονάχα από το μέλλον», όπως μας προειδοποιούσε ο Μαρξ στην Μπρυμαίρ. Είναι ο ίδιος λόγος που κατανοούσε πολύ καλά ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι, όταν επιχειρούσαν να σκεφτούν για τη δική τους εποχή και τις ανάγκες της, αντί να επιχειρούν απλώς να αντιγράψουν το υπόδειγμα της Κομμούνας – ένα υπόδειγμα άλλωστε που ήταν με τη σειρά του ιστορικά πρωτότυπο σε τέτοιον βαθμό, που οδήγησε τον ίδιο τον Μαρξ να επιστρέψει στο κείμενο του Μανιφέστου, που είχε γραφτεί μέσα στις ιστορικές συνθήκες που γέννησαν τις επαναστάσεις του 1848, για να το «διορθώσει», ενσωματώνοντας θεωρητικά και πολιτικά στο κείμενό του τη νέα κοινωνικοπολιτική αυτή μορφή. Πρόκειται για το γεγονός ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, ότι η ιστορική εξέλιξη γεννά νέες κοινωνικές μορφές και ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται τα επαναστατικά κινήματα να δράσουν είναι πάντοτε, δομικά, πρωτότυπες. Ως εκ τούτου, ο Οκτώβρης σήμερα δεν μπορεί να είναι για εμάς μια εικόνα καθ’ ομοίωση της οποίας θα πρέπει να οργανωθούμε. Δεν μπορεί να είναι ένα εικόνισμα στην μνήμη του οποίου θα αναμένουμε αέναα τις περιστάσεις να αποκτήσουν παρόμοια μορφή και σύμπλεξη. Ο επόμενος Οκτώβρης θα μπορεί να είναι τέτοιος, μόνο με το κόστος κάποιας αυθάδειας στον προηγούμενο.

Όλα τα παραπάνω δεν λέγονται για να αιτιολογήσουν κάποια δήθεν εκ των περιστάσεων αναγκαστική στροφή στον «πολιτικό ρεαλισμό», που ως τέτοια δεν συνιστά τίποτα διαφορετικό από μείζον αποτέλεσμα της κυρίαρχης, αστικής, ιδεολογίας πάνω στην αριστερά. Ούτε, φυσικά, στοχεύουν να δικαιολογήσουν κάποιον πολιτικό αναχωρητισμό, μια ιδιώτευση αντλημένη έστω από τις πραγματικά δύσκολες συνθήκες που έχει να αντιμετωπίσει κάθε άνθρωπος, κίνημα, ή πολιτική οργάνωση που επιμένει σήμερα στην ανάγκη επαναστατικών ρήξεων και ανατροπών ώστε να οδηγηθούμε στη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνικής πορείας.

Ο ίδιος Οκτώβρης δεν μπορεί να επαναληφθεί σήμερα, αλλά ο Οκτώβρης του 1917, η επαναστατική στρατηγική των μπολσεβίκων, οι πολιτικοί και κοινωνικοί νεωτερισμοί της περιόδου εκείνης, έχουν πάρα πολλά να μας μάθουν για σήμερα, για το κίνημά μας. Από τον κόκκινο Οκτώβρη μπορεί να μην μπορούμε να αντλήσουμε ένα παράδειγμα προς αντιγραφή, αλλά μπορούμε να αντλήσουμε στρατηγικές αρχές, όχι βεβαιότητες ή λεπτομέρειες προς αναβίωση, αλλά αρχές πολιτικής πρακτικής για την ανασύνθεση μιας σύγχρονης, επαναστατικής στρατηγικής.

Μιας στρατηγικής που θα εκφεύγει από το όριο ενός αριστερίστικου βερμπαλιστικού αναχωρητισμού, όσο όμως και από το όριο ενός μαχητικού ρεφορμισμού, φυσιογνωμίες και γραμμές που και οι δύο εκχωρούν το στρατηγικό πεδίο της αντιπαράθεσης στον αντίπαλο, διατηρώντας απλώς κάποιου τύπου -την ιδεολογική στη μια περίπτωση, και την πολιτική στην άλλη- ανεξαρτησία από αυτό. Και πολύ περισσότερο, φυσικά, θα εκφεύγει από τα όρια μιας απολογητικής αστικής «φιλολαΐκης» στρατηγικής, η οποία δεν διατηρεί κανενός είδους, έστω και αμυντικού τύπου ανεξαρτησία από το κράτος, αλλά εξυπηρετεί θετικά τις κεντρικές του λειτουργίες και φροντίζει για την εξασφάλιση της πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής του συνέχειας και ομαλότητας.

 

γ. Αρχές στρατηγικής

Ποιο είναι λοιπόν το «μήνυμα στο μπουκάλι» που έστειλε ο Οκτώβρης στο μέλλον; Ποιες είναι αυτές οι περίφημες στρατηγικές αρχές τις οποίες μπορούμε σήμερα να αντλήσουμε από πρακτικές, στόχους, επιτυχίες και αποτυχίες μιας περιόδου τόσο διαφορετικής από τη σημερινή;
(περισσότερα…)

Σεμινάριο με θέμα: «Η Μαρξιστική θεωρία για τις οικονομικές κρίσεις», στην Κομμούνα

Το Ινστιτούτο κοινωνικών και πολιτικών ερευνών «Κομμούνα» διοργανώνει σεμινάριο με θέμα:
Η Μαρξιστική θεωρία για τις οικονομικές κρίσεις.

Το σεμινάριο θα πραγματοποιηθεί στην έδρα του Ινστιτούτου, Ιουλιανού 67, σε δύο 4ώρα το Σάββατο 25 και Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017. Εισηγητής θα είναι ο Σταύρος Τομπάζος, μαρξιστής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Όσοι/όσες θέλουν να δηλώσουν συμμετοχή, να στείλουν τα στοιχεία τους: ονοματεπώνυμο, email και αριθμό τηλεφώνου στη διεύθυνση: commune.institute@gmail.com ή στο τηλέφωνο: 210.82.54.625 (11.00 – 20.00 καθημερινά εκτός Σαββατοκύριακου).
Στους συμμετέχοντες θα διατεθεί κείμενο και σχετική βιβλιογραφία. Η δυνατότητα συμμετοχής θα κριθεί με βάση τη σειρά δήλωσης συμμετοχής.

Επισυνάπτουμε περιγραφή του περιεχομένου του σεμιναρίου από τον εισηγητή:

Διαλέξεις για τη Μαρξιστική θεωρία των οικονομικών κρίσεων
Η παγκόσμια, οικονομική κρίση καθιστά χωρίς αμφιβολία επίκαιρο το Κεφάλαιο. Αν και στον Μαρξ δεν υπάρχει μια ολοκληρωμένη θεωρία των καπιταλιστικών κρίσεων, στους τρεις τόμους του Κεφαλαίου βρίσκει κανείς τα θεωρητικά εργαλεία που επιτρέπουν μια βαθύτερη κατανόηση όχι μόνο των καπιταλιστικών κρίσεων του 19ου αιώνα ή της προπολεμικής περιόδου, αλλά και της μεγάλης οικονομικής ύφεσης της δεκαετίας του 1970, καθώς και της κρίσης που άρχισε το 2008.
Πολλοί μαρξιστές οικονομολόγοι, στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν τις ιστορικές καπιταλιστικές κρίσεις αναφέρονται στα κεφάλαια του τρίτου τόμου που ασχολούνται με την πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους, παραγνωρίζοντας ή υποβαθμίζοντας άλλα κεφάλαια του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου τόμου που, ωστόσο, είναι απολύτως αναγκαία στην ανάλυση της κρίσης που άρχισε το 2008.
Πιο συγκεκριμένα, τα κεφάλαια του πρώτου τόμου που περιγράφουν το βιομηχανικό κύκλο, αυτά του δεύτερου τόμου που αφιερώνονται στην ανάλυση της έννοιας του βιομηχανικού κεφαλαίου και αυτά που καταπιάνονται με τα σχήματα αναπαραγωγής, καθώς και τα κεφάλαια του τρίτου τόμου που αναλύουν το κεφάλαιο-χρήμα είναι απολύτως αναγκαία στην κατανόηση της κρίσης, όπως αυτή εκδηλώνεται σε ένα νεοφιλελεύθερο ρυθμιστικό πλαίσιο.
Οι διαλέξεις θα επικεντρωθούν στην παρουσίαση της προσέγγισης του ίδιου του Μαρξ σχετικά με τις κρίσεις και την παράλληλη αξιοποίησή της για την κατανόηση της συγκεκριμένης οικονομικής κρίσης που άρχισε το 2008. Η διάρθρωση του βιομηχανικού κεφαλαίου με το κεφάλαιο-χρήμα (ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα όπως θα λέγαμε με συνηθέστερους όρους), καθώς και η κατανόησητης κρίσης ως «αρρυθμίας» (ασυμβατότητα ανάμεσα στους τρείς βασικούς ρυθμούς της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, δηλαδή του ρυθμού παραγωγής υπεραξίας στην παραγωγική διαδικασία, του ρυθμού πραγματοποίησης της αξίας στην αγορά και του ρυθμού διευρυμένης αναπαραγωγής του παραγωγικού κεφαλαίου), όπως τις παρουσιάζει ο ίδιος ο Μαρξ, αποτελούν κλειδί στην ανάλυση της παρούσας κρίσης.
Η τελευταία αποτελεί ουσιαστικά την μεταλλαγμένη μορφή της κρίσης της δεκαετίας του 1970, της οποίας αιτία ήταν η πτώση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάζοντας την οικονομική ανάπτυξη και την κρίση της νεοφιλελεύθερης περιόδου όπως αποκρυσταλλώνονται μέσα από τα επίσημα στατιστικά δεδομένα (τα οποία και θα παρουσιάσουμε), θα δείξουμε πως η παρούσα κρίση οφείλεται στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόστηκαν ως καπιταλιστική «απάντηση» ή «θεραπεία» στη δομική κρίση της δεκαετίας του 1970: Αντί οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές να οδηγήσουν σε μια υπέρβαση της δομικής κρίσης της δεκαετίας του 1970, δημιούργησαν τους όρους και τις προϋποθέσεις για μια δομική κρίση ακόμη μεγαλύτερη και οδήγησαν σ’ αυτήν.
Η καπιταλιστική διαχείριση της κρίσης από το 2008 δεν εγγυάται μια νέα μακροχρόνια καπιταλιστική ανάπτυξη. Εξασφάλισε μια επισφαλή σχετική σταθερότητα, με πολύ χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης,  χωρίς να αποκλείονται νέες «εκρήξεις» κατά τα επόμενα χρόνια.

Εκατό χρόνια από τον Οκτώβρη: Η πιο μεγάλη δημοκρατική νίκη στην ιστορία.

Του Σωτήρη Μάρταλη
Πηγή: rproject.gr

Εκατό χρόνια μετά την Επανάσταση στη Ρωσία, οι οπαδοί της άποψης ότι ο καπιταλισμός είναι το κορυφαίο στάδιο στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών, θεωρούν ότι έχουν ξεφορτωθεί την απειλή από το «φάντασμα» του κομουνισμού.

Με την κα­τάρ­ρευ­ση των κα­θε­στώ­των του ανα­το­λι­κού μπλοκ και την αυ­το­διά­λυ­ση του ΚΚΣΕ, λένε, απο­δεί­χθη­κε η «φυ­σι­κή ανω­τε­ρό­τη­τα» της κυ­ριαρ­χί­ας του δί­πο­λου αγο­ρά-αστι­κό κοι­νο­βού­λιο.

Η συ­γκυ­ρία τους βοη­θά­ει: στις τε­λευ­ταί­ες 3-4 δε­κα­ε­τί­ες η ερ­γα­τι­κή τάξη και τα λαϊκά κι­νή­μα­τα, διε­θνώς, δεν έχουν κα­τορ­θώ­σει να θέ­σουν το πρό­βλη­μα της εξου­σί­ας με επα­να­στα­τι­κό τρόπο, με τις εξε­γέρ­σεις «από τα κάτω». Οι κυ­βερ­νή­σεις της Αρι­στε­ράς στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή προ­ήλ­θαν κυ­ρί­ως μέσα από εκλο­γι­κές νίκες και ήδη έχουν μπει σε δια­λυ­τι­κή φάση κρί­σης, ενώ η ελ­πι­δο­φό­ρα έκρη­ξη των αρα­βι­κών εξε­γέρ­σε­ων κρά­τη­σε λίγο και απο­συ­ντέ­θη­κε κάτω από την διπλή πίεση των δυ­τι­κό­φι­λων κα­θε­στώ­των αλλά και την επιρ­ροή του ρεύ­μα­τος των Αδελ­φών Μου­σουλ­μά­νων.

Και όμως. Εκα­τομ­μύ­ρια αγω­νι­στές-στριες που πα­λεύ­ουν διε­θνώς, μέσα στις πιο δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες, εξα­κο­λου­θούν να επι­μέ­νουν και να ανα­ζη­τούν στρα­τη­γι­κή έμπνευ­ση στην ιδε­ο­λο­γι­κή και πο­λι­τι­κή πα­ρά­δο­ση που δη­μιούρ­γη­σε ο Οκτώ­βρης και η «γενιά» των επα­να­στα­τών που ανα­δύ­θη­κε μέσα από το επα­να­στα­τι­κό κύμα του 1917-28.

Ο ίδιος ο Οκτώ­βρης είναι μια απά­ντη­ση στο ζή­τη­μα της χρο­νι­κής «ασυ­νέ­χειας» των επα­να­στα­τι­κών κι­νη­μά­των. Μετά την ήττα της Κομ­μού­νας στο Πα­ρί­σι, το 1871, ακο­λού­θη­σαν 3-4 δε­κα­ε­τί­ες όπου το «φά­ντα­σμα του κομ­μου­νι­σμού» έμοια­ζε να μην είναι και τόσο απει­λη­τι­κό πάνω από την Ευ­ρώ­πη και τον κόσμο. Το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα, με κέ­ντρο της Γερ­μα­νία και το με­γά­λο SPD, έμοια­ζε να έχει πάρει άλλο δρόμο: ο σο­σια­λι­σμός πα­ρέ­με­νε ως στό­χος, αλλά ο στό­χος αυτός θα μπο­ρού­σε/έπρε­πε να διεκ­δι­κη­θεί μέσα από μια κυ­ρί­ως εξε­λι­κτι­κή δια­δι­κα­σία, όπου η ανά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων μαζί με την ανά­πτυ­ξη του «ερ­γα­τι­κού κόμ­μα­τος» (μέσα στη βουλή και στα συν­δι­κά­τα) θα ήταν οι κα­θο­ρι­στι­κοί πα­ρά­γο­ντες, που λει­τουρ­γώ­ντας αθροι­στι­κά θα οδη­γού­σαν «ανα­πό­φευ­κτα» στη σο­σια­λι­στι­κή νίκη.

Η έν­νοια της «τομής», η έν­νοια της επα­νά­στα­σης, έμοια­ζε να έχει υπο­χω­ρή­σει ακόμα και μέσα στα επι­τε­λεία του SPD, ενός κόμ­μα­τος αυ­θε­ντι­κά ερ­γα­τι­κού και πολύ πιο ρι­ζο­σπα­στι­κού από τα ση­με­ρι­νά σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κά ή κε­ντρο­α­ρι­στε­ρά κόμ­μα­τα.

Τη «νύχτα» αυτή φώ­τι­σε στιγ­μιαία η επα­νά­στα­ση του 1905 (που τόσο έχει υπο­τι­μη­θεί και εξα­κο­λου­θεί να υπο­τι­μά­ται), ανα­δει­κνύ­ο­ντας νέες κομ­βι­κές έν­νοιες (σο­βιέτ!) και πυ­ρο­δο­τώ­ντας νέες συ­ζη­τή­σεις που συ­γκλό­νι­σαν τη διε­θνή Αρι­στε­ρά (με τα συ­μπε­ρά­σμα­τα και τα σχε­τι­κά κεί­με­να του Κά­ου­τσκι, της Λού­ξε­μπουργκ, του Μέ­ρινγκ και της Τσέτ­κιν, του Πάρ­βους και του Πά­νε­κουκ, όπως και την ανά­δει­ξη της φουρ­νιάς των νέων Ρώσων επα­να­στα­τών όπως ο Λένιν και ο Τρό­τσκι).

Την τε­λι­κή απά­ντη­ση έδωσε η νι­κη­φό­ρα ερ­γα­τι­κή-σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση του 1917, με την πο­λι­τι­κή ηγε­σία των μπολ­σε­βί­κων και με κο­ρω­νί­δα το σύν­θη­μα «όλη η εξου­σία στα σο­βιέτ».

Ο Α’ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος

Αυτή η ανα­τρο­πή δεν είναι δυ­να­τόν να γίνει κα­τα­νοη­τή αν δεν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με τη φρι­κτή εμπει­ρία του Α’ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου. Όταν οι κα­πι­τα­λι­στές, ανα­ζη­τώ­ντας διέ­ξο­δο στην κρίση του συ­στή­μα­τος και τους αντα­γω­νι­σμούς με­τα­ξύ των ιμπε­ρια­λι­στι­κών δυ­νά­με­ων, δεν δί­στα­σαν να βυ­θί­σουν την αν­θρω­πό­τη­τα στο επί­πε­δο μιας μα­ζι­κής αλ­λη­λο­σφα­γής. Η υπεν­θύ­μι­ση έχει ση­μα­σία, γιατί και σή­με­ρα ο κα­πι­τα­λι­σμός διε­θνώς περ­νά­ει μια βαθιά και πα­ρα­τε­τα­μέ­νη κρίση, όπου όλες οι «λύ­σεις» που συ­ζη­τιού­νται θα απο­δει­χθούν αι­μα­τη­ρές. Είτε με την κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κή έν­νοια, δη­λα­δή με την πλήρη ισο­πέ­δω­ση των ερ­γα­τι­κών και κοι­νω­νι­κών δι­καιω­μά­των. Είτε, ακόμα, και με την κυ­ριο­λε­κτι­κή έν­νοια, γιατί ου­δείς δι­καιού­ται να υπο­τι­μά την αύ­ξη­ση των εξο­πλι­σμών, την έντα­ση των πο­λέ­μων «δι’ αντι­προ­σώ­πων», τα σύν­νε­φα που πυ­κνώ­νουν στην Κορέα ή στη θά­λασ­σα της Ν. Κίνας…

Μέσα στη φρίκη του Α’ Πα­γκό­σμιου Πο­λέ­μου, οι δυ­νά­μεις του κό­σμου μας πιέ­στη­καν να ανα­ζη­τή­σουν τις ακραία ρι­ζο­σπα­στι­κές, τις επα­να­στα­τι­κές απα­ντή­σεις: και η ιμπε­ρια­λι­στι­κή αλυ­σί­δα έσπα­σε στον «αδύ­να­μο κρίκο» της, στην τσα­ρι­κή Ρωσία. Όμως το ρήγμα αφο­ρού­σε τους πά­ντες: δεν είναι τυ­χαίο ότι τα επα­να­στα­τι­κά γε­γο­νό­τα εξα­πλώ­θη­καν μετά το 1917 σε όλο το «κέ­ντρο» του τότε ανα­πτυγ­μέ­νου κό­σμου, στη Γερ­μα­νία, στην Αυ­στρία και στην Ουγ­γα­ρία, στην Ιτα­λία κ.ο.κ., ενώ η κλι­μά­κω­ση των μα­ζι­κών αγώ­νων συ­γκλό­νι­σε όλες –χωρίς εξαί­ρε­ση– τις κα­πι­τα­λι­στι­κές δυ­νά­μεις.

Ένα από τα πιο δη­λη­τη­ριώ­δη επι­χει­ρή­μα­τα των απο­λο­γη­τών του κα­πι­τα­λι­σμού είναι ότι ο Οκτώ­βρης ήταν ένα «κόκ­κι­νο πρα­ξι­κό­πη­μα». Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ήταν η πιο με­γά­λη δη­μο­κρα­τι­κή νίκη στην ιστο­ρία της αν­θρω­πό­τη­τας.

Ένα βαθύ δη­μο­κρα­τι­κό πρό­γραμ­μα (Ψω­μί-Γη-Ει­ρή­νη!) επι­βλή­θη­κε «μο­νο­με­ρώς» και ακα­ριαία, γιατί την υλο­ποί­η­σή του ανέ­λα­βαν οι επα­να­στα­τη­μέ­νες ερ­γα­τι­κές και λαϊ­κές μάζες, που για πρώτη φορά στην ιστο­ρία απά­ντη­σαν στο πρό­βλη­μα της εξου­σί­ας, απαι­τώ­ντας να συ­γκε­ντρω­θεί όλη η εξου­σία στα χέρια των δικών τους ορ­γά­νων, στα χέρια των σο­βιέτ των ερ­γα­τών-αγρο­τών-στρα­τιω­τών. Αυτή η απά­ντη­ση στο πρό­βλη­μα της εξου­σί­ας, απά­ντη­ση που ξέ­φυ­γε μέσα από τις σε­λί­δες του «Κρά­τος κι Επα­νά­στα­ση» κι έγινε ζω­ντα­νή δρα­στη­ριό­τη­τα χι­λιά­δων και χι­λιά­δων απλών αν­θρώ­πων, ήταν η βάση για την πιο καυτή κοι­νω­νι­κή «άνοι­ξη» στην ιστο­ρία. Στους το­μείς της εκ­παί­δευ­σης, της τέ­χνης, της ρύθ­μι­σης των αν­θρώ­πι­νων σχέ­σε­ων (π.χ. στην οι­κο­γέ­νεια και στη σε­ξουα­λι­κό­τη­τα) ο σύγ­χρο­νος κό­σμος, 100 χρό­νια μετά, υστε­ρεί κατά πολύ από τις θε­σμί­σεις και τις κα­τα­κτή­σεις που επι­τεύ­χθη­καν σε μια φτωχή και κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη χώρα, κατά το «Έτος Ένα» της επα­να­στα­τι­κής Ρω­σί­ας.

Γνή­σιο τέκνο αυτής της αυ­θε­ντι­κής ερ­γα­τι­κής επα­νά­στα­σης υπήρ­ξε η 3η Διε­θνής, η θρυ­λι­κή Κο­μι­ντέρν, που στον καιρό του Λένιν, στα 4 πρώτα συ­νέ­δριά της, κα­τα­πιά­στη­κε συ­γκε­κρι­μέ­να με το ζή­τη­μα της επέ­κτα­σης της επα­νά­στα­σης. Χωρίς αυτήν τη διά­στα­ση, χωρίς τον έμπρα­κτο διε­θνι­σμό, είναι επί­σης αδύ­να­το να κα­τα­νο­ή­σου­με το τι επι­χει­ρού­σαν να κά­νουν οι μπολ­σε­βί­κοι. Ο Λένιν και ο Τρό­τσκι, άλ­λω­στε, ποτέ δεν πα­ρέ­λει­παν να υπο­γραμ­μί­ζουν ότι «χωρίς την επα­νά­στα­ση στη Γερ­μα­νία, εί­μα­στε χα­μέ­νοι!». Δεν ήταν ένας τυ­φλός βο­λο­ντα­ρι­σμός, ένας ακραί­ος επα­να­στα­τι­κός «ρο­μα­ντι­σμός»: η επα­νά­στα­ση έγινε στη Γερ­μα­νία. Αλλά, για λό­γους άσχε­τους με τις προ­θέ­σεις των μπολ­σε­βί­κων (αλλά κυ­ρί­ως εξαι­τί­ας του ρόλου που ανέ­λα­βε η σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία, καθώς και των αδυ­να­μιών της γερ­μα­νι­κής επα­να­στα­τι­κής Αρι­στε­ράς) η επα­νά­στα­ση στη Γερ­μα­νία ητ­τή­θη­κε. Οι συ­νέ­πειες ήταν ση­μα­ντι­κές για την Ευ­ρώ­πη και τρα­γι­κές για την επα­να­στα­τη­μέ­νη Ρωσία.

Η υπο­χώ­ρη­ση και ο στα­λι­νι­σμός

Η τε­λευ­ταία υπο­χρε­ώ­θη­κε να αντι­με­τω­πί­σει την ιμπε­ρια­λι­στι­κή ει­σβο­λή, την ανα­σύ­ντα­ξη των αντε­πα­να­στα­τι­κών εσω­τε­ρι­κών δυ­νά­με­ων, έναν άγριο εμ­φύ­λιο πό­λε­μο. Παρά τη στρα­τιω­τι­κή νίκη της, η πο­λιορ­κη­μέ­νη πλέον επα­νά­στα­ση υπο­χρε­ώ­θη­κε σε με­γά­λες υπο­χω­ρή­σεις: το σκλη­ρό κα­θε­στώς του πο­λε­μι­κού κομ­μου­νι­σμού, οι ακρο­βα­σί­ες της πε­ριό­δου της Νέας Οι­κο­νο­μι­κής Πο­λι­τι­κής (ΝΕΠ), η υπο­χώ­ρη­ση των σο­βιέτ, η οχύ­ρω­ση στο «μο­νο­κομ­μα­τι­κό κρά­τος», ήταν «φάρ­μα­κα» με εξί­σου οδυ­νη­ρές και επι­κίν­δυ­νες πα­ρε­νέρ­γειες όσο και οι «ασθέ­νειες» τις οποί­ες επι­χει­ρού­σαν να αντι­με­τω­πί­σουν. Η ίδρυ­ση της πο­λι­τι­κής αστυ­νο­μί­ας (ΤσεΚα), η κα­τα­στο­λή της εξέ­γερ­σης της Κρο­στάν­δης και η κα­τάρ­γη­ση του δι­καιώ­μα­τος των τά­σε­ων στο εσω­τε­ρι­κό του κόμ­μα­τος, είναι μόνο τα πιο γνω­στά από τα ση­μεία που απο­δει­κνύ­ουν την υπο­χώ­ρη­ση της επα­νά­στα­σης και των μπολ­σε­βί­κων, από την κο­ρυ­φή του 1917 και των αρ­χι­κών στό­χων τους.

Ενώ ακόμη ζούσε ο Λένιν, οι μπολ­σε­βί­κοι ηγέ­τες πε­ριέ­γρα­φαν την κα­τά­στα­ση στη χώρα ως ένα γρα­φειο­κρα­τι­κά εκ­φυ­λι­σμέ­νο ερ­γα­τι­κό κρά­τος. Ο γρα­φειο­κρα­τι­κός εκ­φυ­λι­σμός αφο­ρού­σε την υπο­χώ­ρη­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης από την άμεση άσκη­ση της εξου­σί­ας. Ο ερ­γα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας αυτού του κρά­τους οφει­λό­ταν όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο στο ότι το κόμμα που έστε­κε στην κο­ρυ­φή του, οι μπολ­σε­βί­κοι, ήταν η τε­λευ­ταία δύ­να­μη που έμενε πιστή στην κλη­ρο­νο­μιά του Οκτώ­βρη.

Αυτή η ισορ­ρο­πία δεν ήταν δυ­να­τόν να πα­ρα­τα­θεί για πολύ. Η γρα­φειο­κρα­τία ενι­σχυό­ταν και ταυ­τό­χρο­να απο­κτού­σε συ­νεί­δη­ση του δια­κρι­τού ρόλου της. Η «νο­μεν­κλα­τού­ρα» του κόμ­μα­τος, συ­νέ­τρι­ψε τε­λι­κά τον μπολ­σε­βι­κι­σμό, ανέ­τρε­ψε τα τε­λευ­ταία «οχυρά» του Οκτώ­βρη και από το 1928-29 κα­θο­δή­γη­σε συ­νει­δη­τά την ανά­πτυ­ξη του κρα­τι­κού κα­πι­τα­λι­σμού στη Ρωσία.

Το τε­λι­κό επι­χεί­ρη­μα των απο­λο­γη­τών του κα­πι­τα­λι­σμού είναι η ταύ­τι­ση, τάχα ομαλή συ­νέ­χεια, με­τα­ξύ της επα­νά­στα­σης του 1917 και της πε­ριό­δου του στα­λι­νι­σμού. Εμπό­διο σε αυτό το επι­χεί­ρη­μα στέ­κει η τε­λευ­ταία προ­σφο­ρά της με­γά­λης επα­να­στα­τι­κής «γε­νιάς» του ’17: ο Τρό­τσκι, ο Κά­με­νεφ, ο Ζη­νό­βιεφ, ο Μπου­χά­ριν και πίσω τους χι­λιά­δες στε­λέ­χη του Οκτώ­βρη και της Κο­μι­ντέρν, δεν ακο­λού­θη­σαν «ομαλά» το δρόμο του στα­λι­νι­κού εκ­φυ­λι­σμού. Προ­τί­μη­σαν το εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα ή το θά­να­το στις εξο­ρί­ες της Σι­βη­ρί­ας. Υπο­γρά­φο­ντας έτσι με το αίμα τους την από­στα­ση που χω­ρί­ζει τους στό­χους της επα­νά­στα­σης του Οκτώ­βρη με τα έργα και τις ημέ­ρες του στα­λι­νι­σμού. Είναι μια κο­ρυ­φαία δια­φο­ρά με την ντρο­πή των κα­θε­στώ­των που οι­κο­δο­μή­θη­καν πάνω στα συ­ντρίμ­μια της ήττας του Οκτώ­βρη, τα οποία, όταν έφτα­σαν μπρο­στά στην κα­τάρ­ρευ­ση το 1989, δεν βρέ­θη­κε ούτε μια μικρή μειο­ψη­φία για να τα υπε­ρα­σπί­σει…

Στην πείρα του Οκτώ­βρη, στην πείρα του κο­ρυ­φαί­ου επα­να­στα­τι­κού κύ­μα­τος στην ιστο­ρία, οι αγω­νι­στές του σή­με­ρα θα βρουν τα κρι­τή­ρια, θα βρουν τη λο­γι­κή, για να γρά­ψουν οι ίδιοι το ανα­γκαίο επα­να­στα­τι­κό πρό­γραμ­μα στην εποχή μας. Που, 100 χρό­νια μετά, είναι αρ­κε­τά δια­φο­ρε­τι­κή αλλά και αρ­κε­τά ανά­λο­γη με εκεί­νη που κλή­θη­καν να αντι­με­τω­πί­σουν ο Λένιν, ο Τρό­τσκι και η Ρόζα.

*Ανα­δη­μο­σί­ευ­ση από την «Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά» που κυ­κλο­φο­ρεί (φ.394)

Λεφ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν (Λέων Τρότσκι)

Δέχτηκε δολοφονική επίθεση
από σταλινικό πράκτορα
στις 20 Αυγούστου 1940.

Πέθανε την επόμενη μέρα.

Πηγή: xekinima.org

H προετοιμασία για τον Οκτώβρη

Το Ρωσικό προλεταριάτο δεν σχηματίστηκε σιγά σιγά, μέσα σε αιώνες, όπως στην Αγγλία ή τη Γαλλία, μα προχωρώντας με πηδήματα, μέσα από απότομες αλλαγές καταστάσεων, και συγκρούσεις με κάθε τι το χτεσινό. Έτσι οι Ρώσοι εργάτες έγιναν ευαίσθητοι στα πιο τολμηρά πορίσματα της επαναστατικής σκέψης, μ’ ένα ανάλογο τρόπο που η καθυστερημένη ρωσική βιομηχανία ήταν σε θέση να απορροφήσει την τελευταία λέξη της καπιταλιστικής τεχνολογίας και οργάνωσης από τις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης.

Αυτό εξηγεί γιατί η Ρωσία μέσα σε λιγότερο από ένα τέταρτο του αιώνα έδωσε στον κόσμο τρεις επαναστάσεις και δυο απ’ τις μεγαλύτερες επαναστατικές φυσιογνωμίες όλων των εποχών: τον Β. Λένιν και τον Λ. Τρότσκι.

Ο Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν (το πραγματικό όνομα του Λ. Τρότσκι), γεννήθηκε στην νότια Ουκρανία στα 1879, από σχετικά εύπορους αγρότες γονείς. Από τα πρώτα φοιτητικά του χρόνια πέρασε στο επαναστατικό κίνημα που φούντωνε εκείνη την περίοδο σ’ ολόκληρη τη Ρωσία και ήταν από τους ιδρυτές της «Ένωσης Εργατών της Νότιας Ρωσίας», που διοργάνωσε αρκετές απεργίες και διαδηλώσεις στην περιοχή. Γι’ αυτή του τη δράση συνελήφθηκε και πέρασε 4 χρόνια στη φυλακή και στην εξορία, απ’ όπου δραπέτευσε το 1902 και διέφυγε στο εξωτερικό. Την ίδια χρονιά πρωτοσυναντήθηκε με το Λένιν και εντάχθηκε στην ομάδα της «Ίσκρα» (Σπίθα), την εφημερίδα του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (ΣΔΚΡ). Το ΣΔΚΡ ένωνε στις γραμμές του όλους τους επαναστάτες της εποχής και μιλούσε (όπως όλα τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τότε), στο όνομα του Μαρξισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης. Με την στήριξη του Λένιν, ο ΛΤ έγινε μέλος της συντακτικής ομάδας της «Ίσκρα».

Το σχίσμα

Το γρήγορο πλησίασμα της επανάστασης – που ξέσπασε στα 1905 – και τα καινούρια καθήκοντα που έμπαιναν στην ημερήσια διάταξη για το προλεταριάτο δημιούργησαν τριγμούς μέσα στους κόλπους του ΣΔΚΡ. Δύο τάσεις σχηματίστηκαν, που πήραν οργανωτική μορφή στο 2ο συνέδριο του κόμματος, το 1903, όπου και έγινε η διάσπαση ανάμεσα στους Μπολσεβίκους του Λένιν και τους Μενσεβίκους, των Πλεχάνωφ και Μαρτώφ. Πολιτικά, οι Μπολσεβίκοι πίστευαν στην ανεξάρτητη κίνηση της εργατικής τάξης, ενώ οι Μενσεβίκοι, θεωρώντας την επερχόμενη επανάσταση ως αστική, ζητούσαν μια στενή σχέση και συμμαχίες με τους φιλελεύθερους αστούς. Αυτή η διαφορά είχε την αντανάκλασή της και στον οργανωτικό τομέα: Ο Λένιν έβλεπε το κόμμα σαν το εργαλείο για την επανάσταση: έπρεπε να οργανωθεί με πειθαρχία και συγκεντρωτισμό, έτοιμο να δουλέψει στην παρανομία, για όσο καιρό ήταν αυτό απαραίτητο. Αντίθετα, οι Μενσεβίκοι προσανατολίζονταν προς μια πιο χαλαρή κατάσταση, προετοιμάζοντας τους εαυτούς τους για μια «αριστερή» αντιπολίτευση, μέσα σ’ ένα αστικό κοινοβούλιο.

Παρ’ ότι ο ΛΤ πολιτικά ταυτιζόταν πλήρως με τους Μπολσεβίκους, και μάλιστα, όπως θα δούμε πιο κάτω, τραβούσε ακόμη πιο πέρα την ανάλυσή τους, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι το κόμμα έπρεπε να οδηγηθεί στην διάσπαση, εξαιτίας μιας «οργανωτικής» διαφοράς. Συγκρούστηκε μάλιστα με το Λένιν, τον οποίο θεώρησε υπεύθυνο για τη διάσπαση. Πίστευε πως η ενότητα ανάμεσα στα δύο ρεύματα ήταν δυνατή και ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια για την επανασυγκόλληση Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Λένιν θα πει: «ο Τρότσκι κατάλαβε ότι η ένωση με τους μενσεβίκους είναι αδύνατη. Από τότε δεν υπάρχει καλύτερος μπολσεβίκος απ’ αυτόν».

Αν και ο ΛΤ τάχθηκε με τους μενσεβίκους στο συνέδριο, γρήγορα φάνηκε πως οι πολιτικές τους διαφορές ήταν τεράστιες. Λίγους μήνες μόνο μετά, αποχώρησε και τυπικά από τις γραμμές τους, διατηρώντας μια ανεξάρτητη θέση. Ήδη είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό του, στις βασικές της γραμμές, η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης. Το φθινόπωρο του 1904 έγραφε: «Η μόνη διέξοδος είναι μια γενική απεργία, και στη συνέχεια η προλεταριακή εξέγερση, που θα τεθεί επί κεφαλής των λαϊκών μαζών, εναντίον του φιλελευθερισμού».

1905

Από τα τέλη του 1903, ολόκληρη η Ρωσία βρισκόταν σε αναβρασμό. Απεργίες, αγροτικές εξεγέρσεις και αναταραχή στα πανεπιστήμια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος ανέστειλε προσωρινά το κίνημα, όμως η γρήγορη ήττα της Ρωσίας του έδωσε νέα ώθηση.

Στις 9 του Γενάρη του 1905, μια ειρηνική διαδήλωση εργατών προς τα χειμερινά ανάκτορα χτυπιέται άγρια από την αστυνομία. Η «ματωμένη Κυριακή» έδωσε το σύνθημα για τη γενίκευση της πάλης. Ο ΛΤ, μαζί με πολλούς άλλους εξόριστους, γυρίζει παράνομα στην Ρωσία. Για μερικούς μήνες, γράφει άρθρα και παρακολουθεί στενά την πολιτική κατάσταση. Εκείνη την περίοδο αποκρυσταλλώνεται η θεωρία της «Διαρκούς Επανάστασης»: «Η Ρωσία» έγραφε ο Τρότσκι, «βρίσκεται μπροστά σε μια αστικοδημοκρατική επανάσταση (δηλ. μια επανάσταση με στόχο την ανατροπή του φεουδαρχισμού και της Τσαρικής ολιγαρχίας). Στη βάση της, υπάρχει το αγροτικό πρόβλημα. Η τάξη ή το κόμμα που θα τραβήξουν μαζί τους τους χωρικούς, θα κατακτήσουν την εξουσία. Ούτε οι αστοί, ούτε οι δημοκράτες διανοούμενοι μπορούν να το πετύχουν: η ιστορική τους εποχή έχει λήξει. Το επαναστατικό προσκήνιο κατέχεται κιόλας από το προλεταριάτο. Αυτό ανοίγει στην σοσιαλδημοκρατία την προοπτική της κατάκτησης της εξουσίας στη Ρωσία, πριν απ’ τις δυτικές χώρες. Έτσι, το άμεσο καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας είναι η αποπεράτωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Το κόμμα όμως του προλεταριάτου δεν είναι δυνατόν να αυτοπεριοριστεί σ’ ένα δημοκρατικό μόνο πρόγραμμα. Όταν θα κατακτήσει την εξουσία, θα αναγκαστεί να μπει στο δρόμο της εφαρμογής σοσιαλιστικών μέτρων. Το πόσο θα προχωρήσει σ’ αυτή την κατεύθυνση, θα εξαρτηθεί, όχι μόνο απ’ το συσχετισμό των δυνάμεων στη Ρωσία, αλλά κι απ΄ όλη τη διεθνή κατάσταση…»

Στα μέσα του Οκτώβρη, ξέσπασε η πρώτη σ’ ολόκληρο τον κόσμο Γενική Απεργία, με κυρίως πολιτικά αιτήματα, δικαιώνοντας πλήρως τις προβλέψεις του ΛΤ, και δημιουργήθηκαν τα πρώτα Σοβιέτ, αντιπροσωπευτικά επαναστατικά όργανα των εργατών. Τα Σοβιέτ αποτέλεσαν την πρώτη εμβρυακή μορφή εργατικής εξουσίας και αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε πίσω της η επανάσταση του 1905. Πράγματι, κατά τη δεύτερη ρωσική επανάσταση, το Φλεβάρη του 1917, τα Σοβιέτ ξεπήδησαν μ’ έναν απόλυτα φυσικό τρόπο, σαν η συνέχεια του 1905, δείχνοντας τη θέληση των Ρώσων εργατών κι αγροτών να τελειώσουν εκείνο που είχαν αρχίσει 12 χρόνια πριν.

Ο ΛΤ συμμετέχει ενεργά στη ζωή του Σοβιέτ της Πετρούπολης, γράφει όλες σχεδόν τις αποφάσεις και τις διακηρύξεις του, και σύντομα εκλέγεται πρόεδρός του. Όταν κάποιος ανέφερε, παρουσία του Λένιν, ότι ο ΛΤ είχε εξελιχθεί στον πιο ισχυρό άνθρωπο μέσα στο Σοβιέτ, εκείνος απάντησε: «Γιατί όχι; Ο Τρότσκι κατέκτησε αυτή τη θέση με τη λαμπρή κι αδιάκοπη δουλειά του».

Ταυτόχρονα, ο ΛΤ εκδίδει την εφημερίδα «Ρούσκαγια Γκαζέττα» και όταν αυτή κλείνει με απόφαση της τσαρικής αστυνομίας, συνεργάζεται με τους μενσεβίκους στην έκδοση του «Νατσαλό» (Ξεκίνημα), που γρήγορα μετατρέπεται στην πιο δημοφιλή εφημερίδα της επανάστασης. Πρέπει να πούμε ότι στην διάρκεια της Επανάστασης οι διαφορές ανάμεσα στις δυο φράξιες είχαν αμβλυνθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και συνεργάζονταν στενά σχεδόν σε όλα τα ζητήματα. Η έκδοση χαιρετίστηκε από την εφημερίδα των Μπολσεβίκων: «Το πρώτο φύλλο του Νατσαλό κυκλοφόρησε. Συγχαρητήρια στον αγωνιστή σύντροφό μας. Αφήνει εξαιρετική εντύπωση, στο πρώτο αυτό φύλλο, η έξοχη περιγραφή της απεργίας του Νοέμβρη, από το σύντροφο Τρότσκι»

Η ζωή της πρώτης αυτής επανάστασης αποδείχτηκε πολύ σύντομη. Παρ’ ότι είχε επικρατήσει στην πρωτεύουσα, δεν κατάφερε να πάρει ολοκληρωτικά με το μέρος της τη μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών και του στρατού. Πολλά συμπεράσματα ακόμη έπρεπε να βγουν, μέχρι την τελική νίκη. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης, μετά από ζωή 52 ημερών περικυκλώθηκε από στρατό και αναγκάστηκε να παραδοθεί. Ο Τρότσκι περιγράφει την σκηνή της παράδοσης: «…στην αίθουσα των συνεδριάσεων, οι εργάτες άρχισαν να αχρηστεύουν τα όπλα τους, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Με εξασκημένο χέρι, έσπαγαν τα μάουζερ πάνω στα μπράουνινγκ και τα μπράουνινγκ πάνω στα μάουζερ. Στους τριγμούς και τους κρότους των μετάλλων που συντρίβονταν, άκουγες μαζί και το τρίξιμο των δοντιών του προλεταριάτου, που για πρώτη φορά καταλάβαινε πως χρειαζόταν κάτι άλλο, μια δύναμη ισχυρότερη και πιο αδυσώπητη, για να μπορέσεις να αντιμετωπίσεις και να τσακίσεις τον εχθρό».

Ο ΛΤ βγήκε από τα γεγονότα του 1905 με τεράστια δημοτικότητα, στην οποία συντέλεσε και η απολογία του στη δίκη που ακολούθησε και που τη μετέτρεψε σ’ ένα δριμύ κατηγορώ εναντίον του τσαρισμού.

(περισσότερα…)

Ξαναγυρνώντας στον Γκράμσι

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Κατά μια παραπάνω από τραγική σύμπτωση ο Γκράμσι ξεκίνησε να ψυχορραγεί την ώρα που τα ναζιστικά αεροπλάνα άρχισαν να βομβαρδίζουν την Γκερνίκα. Την επόμενη μέρα όντως ο εγκέφαλος του Γκράμσι σταμάτησε να λειτουργεί, θυμίζοντας το ανατριχιαστικό σχετικό αίτημα του εισαγγελέα στη δίκη του: «Πρέπει να κάνουμε αυτόν τον εγκέφαλο να σταματήσει να λειτουργεί». Όμως η σκέψη του Γκράμσι δεν σταμάτησε να λειτουργεί, να είναι ενεργή, δραστική και επιδραστική, και την ίδια στιγμή να παραμένει σε σημαντικές πλευρές της άγνωστη.

Είναι αλήθεια ότι η επικαιρότητα της σκέψης του Αντόνιο Γκράμσι ανακοινώθηκε πολλές φορές τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, ήδη από τις πρώτες μεταπολεμικές εκδόσεις των κειμένων του. Αυτήν επικαλέστηκε ο Τολιάττι όταν θέλησε να δικαιολογήσει τον μεταρρυθμισμό της δικής του πρότασης για έναν «εθνικό δρόμο για τον σοσιαλισμό». Αυτήν επικαλέστηκαν όλες οι παραλλαγές του ευρωκομμουνισμού για να υπερασπιστούν τη δική τους εκδοχή «δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό». Αυτήν επικαλούνται ακόμη και σήμερα όσοι προσπαθούν να παρουσιάσουν ως διέξοδο για την αριστερά μια ορισμένη εκδοχή «αριστερού λαϊκισμού». Την ίδια στιγμή διαπιστώνουμε το παράδοξο όλοι να επικαλούνται έννοιες, πιο σωστά λέξεις, του Γκράμσι, την ίδια ώρα που στην πραγματικότητα αυτός διαβάζεται στον ελάχιστο βαθμό.

Άρα το πρώτο πράγμα είναι όντως μια επιστροφή στο ίδιο το έργο του Γκράμσι, αυτή την εκπληκτική, αναγκαστικά ανολοκλήρωτη συνεισφορά στη ριζική επαναθεμελίωση μιας επαναστατικής πολιτικής στις συνθήκες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, που έγινε μέσα στις τραγικές συνθήκες της φυλάκισης αλλά και με την εντυπωσιακή αυτοκυριαρχία κάποιου που γνωρίζει ότι το γράψιμο είναι και ο τρόπος να αντιπαλέψει τις μοριακές αλλαγές που έφερνε τόσο η φυλάκιση όσο και οι επιπτώσεις της ήττας.

Γιατί αυτή η επιστροφή θα μας δείξει ορισμένα πράγματα. Όχι, ο Γκράμσι δεν είναι ο θεωρητικός της συναίνεσης σε αντιδιαστολή προς την κυριαρχία. Δεν είναι κάποιος που στοχάστηκε τον ειρηνικό δρόμο. Δεν είναι κάποιος που ασχολήθηκε γενικά με τον πολιτισμό ή το εποικοδόμημα και όχι με την οικονομία. Δεν είναι ούτε κάποια παραλλαγή του Λένιν ούτε το ακριβώς αντίθετο.

Τι είναι επομένως ο Γκράμσι; Ένας κομμουνιστής ηγέτης, που είδε την τεράστια δυναμική της κόκκινης διετίας στο Τορίνο αλλά και την άνοδο του φασισμού ως μαζικού κινήματος, συμμετείχε στα όργανα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, πρόλαβε τη Μόσχα των συζητήσεων για το Ενιαίο Μέτωπο και των αναζητήσεων της προλετκούλτ καθώς και την αγωνία του Λένιν για μια «πολιτιστική επανάσταση», είδε εκεί την εκτεταμένη προεπαναστατική και μετεπαναστατική χρήση της έννοιας της ηγεμονίας και επέστρεψε για να αναλάβει την ηγεσία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος για να βρεθεί φυλακισμένος και αποφασισμένος να κάνει ένα έργο für ewig όπως έγραψε το Μάρτιο του 1927 στην Τάνια Ζουχτ (Gramsci 2011, τόμ. 1: 83).

Ποια είναι τα θέματα που τον απασχολούν και γιατί παραμένει επίκαιρος;

Αναμετρήθηκε μέσα από την έννοια της ηγεμονίας με όλη τη συνθετότητα του τρόπου με τον οποίο αρθρώνεται η εξουσία και αναπαράγεται η ταξική κυριαρχία στους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς. Πήρε μια έννοια από τη συζήτηση της ρωσικής αριστεράς, προεπαναστατική αλλά και μετεπαναστατική, την ηγεμονία, και τη διεύρυνε από την απλή αναφορά στην οικοδόμηση συμμαχιών σε ένα πρωτότυπο σχήμα για την άσκηση εξουσίας στην αστική εποχή. Η ηγεμονία στον Γκράμσι δεν είναι απλώς η «συναίνεση» απέναντι στον εξαναγκασμό. Δεν είναι η ιδεολογία σε αντιδιαστολή με την καταστολή. Δεν είναι η πολιτιστική πρωτοκαθεδρία σε αντιδιαστολή με την πολιτική κυριαρχία. Δεν αφορά την κοινωνία των πολιτών σε αντιδιαστολή προς το κράτος. Η ηγεμονία για τον Γκράμσι είναι η προσπάθειά του να προσεγγίσει τις μορφές εξουσίας και κυριαρχίας στον ώριμο καπιταλισμό και σε αυτή τη βάση να στοχαστεί την επαναστατική στρατηγική, τη στρατηγική της προλεταριακής ηγεμονίας. Γι’ αυτό και συνδέεται με την κομβική έννοια του ολοκληρωμένου κράτους (stato integrale) (Thomas 2009), που περιλαμβάνει τόσο τον κρατικό μηχανισμό και την πολιτική κοινωνία όσο και την κοινωνία των πολιτών και παραπέμπει στο πλήρες ξεδίπλωμα των πρακτικών της ηγεμονίας.

Το κράτος είναι το σύνολο των πρακτικών και θεωρητικών δραστηριοτήτων χάρη στις οποίες η τάξη που διευθύνει όχι μόνο δικαιώνει και διατηρεί την κυριαρχία της αλλά πετυχαίνει να αποσπά την ενεργητική συναίνεση των κυβερνώμενων· είναι προφανές ότι όλα τα θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνιολογίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ζητήματα πολιτικής επιστήμης (Gramsci 1975: 1.765 [Q15, §10]).
(περισσότερα…)