Κατηγορία: Ιδεολογικά – Μαρξισμός

«Γιατί Σοσιαλισμός»

Σήμερα συμπληρώνονται 64 χρόνια από τον θάνατο
τού κορυφαίου φυσικού και θεμελιωτή τής θεωρίας τής σχετικότητας,
του Άλμπερτ Αϊνστάιν, στις 18 Απριλίου 1955.

Albert Einstein.

Του Νίκου Μπογιόπουλου
Πηγή: enikos.gr

Η σκέψη του Αϊνστάιν δεν «περιοριζόταν» στη φυσική επιστήμη.

Τα αποσπάσματα που παραθέτουμε είναι από το άρθρο του Αϊνστάιν με τίτλο «ΓΙΑΤΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ» που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο 1o τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Monthly Review, το 1949.

«Υπάρχει διέξοδος;

Είναι εύκολο να θέτεις τέτοια ερωτήματα, αλλά είναι δύσκολο να τα απαντήσεις με κάποιο βαθμό βεβαιότητας. Εντούτοις, πρέπει να προσπαθήσω όσο καλύτερα μπορώ, αν και είναι εν γνώσει μου το γεγονός ότι τα συναισθήματα και οι επιδιώξεις μας βρίσκονται πολύ συχνά σε αντίθεση και δεν μπορούν να εκφραστούν με εύκολες και απλές φόρμουλες.

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα μοναχικό και κοινωνικό ον.

Σαν μοναχικό ον προσπαθεί να προστατέψει την ύπαρξή του καθώς και την ύπαρξη αυτών που είναι κοντά του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές του επιθυμίες και να αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές του.

Σαν κοινωνικό ον προσπαθεί να κερδίσει την αναγνώριση και τη στοργή των συνανθρώπων του, να μοιραστεί τις χαρές τους, να τους παρηγορήσει στη θλίψη τους και να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής τους.

(…) Η αφηρημένη έννοια «κοινωνία» για ένα άτομο σημαίνει το σύνολο των άμεσων και των έμμεσων σχέσεών του με τους συγχρόνους του, αλλά και με όλους τους ανθρώπους προηγούμενων γενεών.

Το άτομο είναι σε θέση να σκεφτεί, να αισθανθεί, να παλέψει και να εργαστεί για τον εαυτό του. Εξαρτάται τόσο πολύ όμως από την κοινωνία – στη φυσική, διανοητική και συναισθηματική του ύπαρξη – που είναι αδύνατο να διανοηθεί ή να κατανοήσει τον εαυτό του έξω από το πλαίσιο της κοινωνίας.

Είναι η «κοινωνία» που προμηθεύει στον άνθρωπο το φαγητό, την ένδυση, το σπίτι, τα εργαλεία της δουλειάς, τη γλώσσα, τους τύπους σκέψεως και το μεγαλύτερο μέρος των σκέψεών του. Η ζωή του επιτυγχάνεται μέσα από την εργασία και τα επιτεύγματα πολλών εκατομμυρίων και του παρελθόντος και του παρόντος, τα οποία είναι κρυμμένα πίσω από τη λέξη «κοινωνία» (…)

Η ανθρωπότητα αποτελεί σήμερα μια πλανητική κοινότητα παραγωγής και κατανάλωσης.

Έχω τώρα φτάσει σε εκείνο το σημείο, που μπορώ να υποδείξω σύντομα τι κατά τη γνώμη μου αποτελεί την ουσία της κρίσης που αντιμετωπίζει η εποχή μας. Αφορά τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία(…).

Ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή – που είναι σύντομη και επικίνδυνη – μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.

Η κύρια πηγή του κακού, κατά τη γνώμη μου, είναι

η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας (…). Έχουμε μπροστά μας μια τεράστια κοινότητα παραγωγών, τα μέλη της οποίας ακατάπαυστα προσπαθούν να στερήσουν ο ένας από τον άλλο τα φρούτα της ομαδικής εργασίας – όχι διά της βίας, αλλά μέσω μιας πιστής συμμόρφωσης σε ένα σύστημα νομικών κανόνων.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι τα μέσα παραγωγής – δηλαδή ολόκληρη η παραγωγική ικανότητα, η οποία είναι αναγκαία για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, αλλά και επιπρόσθετα απαραίτητα αγαθά – μπορεί νομικώς, και κατά μεγάλο μέρος έτσι είναι, να είναι η ατομική ιδιωτική περιουσία.

(…) Ο κάτοχος των μέσων παραγωγής είναι σε θέση να κυνηγήσει την ικανότητα για εργασία που κατέχει ο εργάτης. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής ο εργάτης δημιουργεί νέα προϊόντα, τα οποία και θα αποτελέσουν περιουσία του κεφαλαιούχου.

Το ουσιαστικό σημείο της διαδικασίας αυτής είναι η σχέση μεταξύ των προϊόντων που παράγει ο εργάτης και της αμοιβής του, που και τα δύο μετρούνται σε πραγματική αξία (…).

Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι ακόμα και θεωρητικά η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία των προϊόντων που έχει παραγάγει.

Το ιδιωτικό κεφάλαιο τείνει να συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια (…).

Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι μια ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου με τεράστια δύναμη, που δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί αποδοτικά, ακόμα και από μια δημοκρατικά πολιτικά οργανωμένη κοινωνία.

Αυτό είναι αλήθεια, αφού τα μέλη των νομοθετικών Σωμάτων εκλέγονται μέσω πολιτικών κομμάτων, τα οποία χρηματοδοτούνται ή επηρεάζονται από το ιδιωτικό κεφάλαιο, το οποίο για πολύ πρακτικούς λόγους διαχωρίζει τους ψηφοφόρους από τους νομοθέτες.

Το αποτέλεσμα είναι οι αντιπρόσωποι του λαού να μην προστατεύουν επαρκώς τα συμφέροντα των λιγότερο προνομιούχων τμημάτων του λαού. Επιπρόσθετα, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες

το ιδιωτικό κεφάλαιο ελέγχει – άμεσα ή έμμεσα – τις κύριες πηγές πληροφόρησης (Τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση).

Για το λόγο αυτό, είναι εξαιρετικά δύσκολο και τις περισσότερες φορές τελείως αδύνατο για έναν πολίτη να εξάγει αντικειμενικά συμπεράσματα και να κάνει έξυπνη χρήση των πολιτικών του δικαιωμάτων (…) σε μια οικονομία που βασίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία του κεφαλαίου (…) τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο) είναι προσωπική ιδιοκτησία και οι κάτοχοί τους τα διαθέτουν όπως οι ίδιοι θέλουν (…).

Η παραγωγή γίνεται για το κέρδος και όχι για το όφελος.

Δεν υπάρχει καμιά βεβαιότητα ότι όλοι όσοι είναι σε θέση και έχουν τη θέληση να δουλέψουν, θα μπορούν πάντοτε να βρουν μια δουλειά.

Ένας «στρατός» από ανέργους υπάρχει σχεδόν πάντοτε. Ο εργάτης διακατέχεται από το συνεχή φόβο ότι μπορεί να χάσει τη δουλειά του. Αφού οι άνεργοι και οι χαμηλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι δεν αποτελούν μια κερδοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών υποχρεωτικά περιορίζεται και η συνέπεια είναι οι μεγάλες δυσκολίες.

Η τεχνολογική ανάπτυξη πολύ συχνά έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των ανέργων, παρά τη διευκόλυνση της εργασίας για όλους.

Το κίνητρο του κέρδους, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαιοκρατών, είναι υπεύθυνο για μια αποσταθεροποίηση στη συσσώρευση και χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, η οποία οδηγεί σε συνεχώς αυξανόμενες και σοβαρές υφέσεις.

Ο χωρίς όρια ανταγωνισμός οδηγεί σε τεράστια απώλεια εργασίας, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται και ένας ακρωτηριασμός της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων.

Θεωρώ ότι αυτός ο ακρωτηριασμός των ατόμων είναι το χειρότερο κακό του καπιταλισμού (…). Είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχει μονάχα ένας δρόμος για την εξάλειψη αυτών των θανατηφόρων κακών.

Είναι η δημιουργία μιας σοσιαλιστικής οικονομίας σε συνδυασμό με ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που θα είναι προσανατολισμένο προς την επίτευξη κοινωνικών στόχων.

Σε μια τέτοια οικονομία, τα μέσα παραγωγής ανήκουν στην ίδια την κοινωνία και χρησιμοποιούνται σε μια σχεδιασμένη φόρμα.

Μια σχεδιασμένη οικονομία, η οποία προσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινότητας, θα διένειμε τη δουλειά που πρέπει να γίνει σε όλους όσοι έχουν την ικανότητα για εργασία και θα εγγυόταν τα προς το ζην σε όλους τους ανθρώπους στις γυναίκες και στα παιδιά.

Η εκπαίδευση του ατόμου, σε συνδυασμό με την προώθηση των ιδιαίτερων ικανοτήτων του, θα προσπαθήσει να αναπτύξει στο άτομο αυτό ένα αίσθημα ευθύνης απέναντι στον συνάνθρωπό του, αντί του αισθήματος εξύμνησης της δύναμης (…).

Ο σοσιαλισμός κατευθύνεται σ’ ένα κοινωνικό ηθικό άκρο.

Η επιστήμη όμως δεν μπορεί να δημιουργήσει άκρα και ακόμα λιγότερο, να τα ενσταλάξει στα ανθρώπινα όντα. Το περισσότερο που μπορεί να κάνει η επιστήμη, είναι να παρέχει τα μέσα με τα οποία μπορούν να επιτευχθούν τα άκρα αυτά.

Πρέπει να προσέξουμε, ώστε να μην υπερεκτιμήσουμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους, όταν το ζήτημα αφορά ανθρώπινα προβλήματα.

Και δεν πρέπει να υποθέτουμε ότι οι ειδικοί είναι και οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη σε ζητήματα που επηρεάζουν την οργάνωση της κοινωνίας».

Advertisements

Η ιστορία της 3ης Διεθνούς

Του Αντώνη Νταβανέλου
Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Πριν 100 χρόνια, κάτω από το φως της πρώτης νικηφόρας σοσιαλιστικής επανάστασης τον Οκτώβρη του 1917, αλλά και κάτω από την πρωτοπόρα επιµονή του κόµµατος αυτής της επανάστασης, των Μπολσεβίκων, ιδρύθηκε η 3η Διεθνής.

Η Κοµιντέρν ερχόταν από µακριά.

Στα χρόνια τους, οι Μαρξ και Ένγκελς επέµειναν στην ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς (1864), υπογραµµίζοντας την ανάγκη πολιτικού συντονισµού και αλληλεγγύης για την ανάπτυξη του εργατικού κινήµατος. Με την ακροτελεύτια φράση του Κοµουνιστικού Μανιφέστου («Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!») εγκατέστησαν το διεθνισµό ως βασικό γνώρισµα του κοµουνιστικού κινήµατος. Η Πρώτη Διεθνής κατέρρευσε (το 1876) µετά το κύµα καταστολής που ακολούθησε την ήττα της Παρισινής Κοµούνας (1871).

Μια νέα εποχή είχε αρχίσει. Η έµφαση δόθηκε στον πολιτικό αγώνα και στη συγκρότηση µεγάλων εργατικών κοµµάτων. Σε αυτή τη βάση ιδρύθηκε η Δεύτερη Διεθνής (1889). Όπως αργότερα έγραψε ο Λένιν, η ίδρυσή της «σηµάδευε µια περίοδο µέσα στην οποία προετοιµάστηκε το έδαφος για την πλατιά, µαζική εξάπλωση του κινήµατος σε µια σειρά χώρες». Όµως οι κατακτήσεις αυτής της περιόδου, που τις απεικονίζει η γιγάντια ανάπτυξη του SPD στη Γερµανία, έκρυβαν ένα καινούργιο πρόβληµα: Μέσα στις γραµµές των µεγάλων εργατικών κοµµάτων αναπτυσσόταν ο οπορτουνισµός που σταδιακά αναπτύχθηκε σε συγκροτηµένο µεταρρυθµισµό. Αυτός ο παράγοντας οδήγησε στην κατάρρευση του «µεγάλου οικοδοµήµατος» της Δεύτερης Διεθνούς, µε τη στάση των µεγάλων τµηµάτων της –και κύρια του SPD– υπέρ του πολέµου, το 1914. Ήταν, όπως υπογραµµίζει ο Λένιν, ένα βαθιά «ντροπιαστικό» γεγονός.

Όπως σωστά δείχνει η ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια της Τρίτης Διεθνούς, τότε «ο ρεφορµισµός γέννησε το σοσιαλσοβινισµό». Αν και στις µέρες µας οφείλουµε να υπογραµµίζουµε και τον αντίστροφο κίνδυνο: οι σοσιαλσοβινιστικές θέσεις οδηγούν σε (επι)στροφή στο ρεφορµισµό.

Σε αυτόν τον εκφυλισµό αντιστάθηκε η αντιπολεµική Αριστερά που για πρώτη φορά συγκεντρώθηκε στη Συνδιάσκεψη του Τσίµερβαλντ. Η αριστερή πτέρυγα του Τσίµερβαλντ –κυρίως οι Ρώσοι Μπολσεβίκοι και οι Γερµανοί Σπαρτακιστές– µπορούν να θεωρηθούν οι «πρόδροµοι» της Τρίτης Διεθνούς. Όµως η τοµή που επιτάχυνε την εξέλιξη ήταν η νίκη της επανάστασης του 1917.

Η ίδρυση

Το 1919 είναι µέσα στο κύµα µεγάλης αισιοδοξίας που εξαπέλυσε η νίκη του Οκτώβρη παγκόσµια. Η επανάσταση στη Γερµανία έχει αρχίσει, η νίκη της θεωρούνταν όχι απλώς εφικτή, αλλά πιθανή και αυτό φαινόταν να δικαιώνει την µπολσεβίκικη πρόβλεψη για γρήγορη επέκταση της εργατικής-σοσιαλιστικής επανάστασης στο κέντρο της Ευρώπης.

Σε αυτές τις συνθήκες οι Μπολσεβίκοι επιµένουν –και σωστά– στην ανάγκη ταχύτατης συγκρότησης των δυνάµεων που διεθνώς υποστηρίζουν τη νίκη των εργατικών συµβουλίων, το κεντρικό σύνθηµα «Όλη η Εξουσία στα Σοβιέτ», σε ρήξη µε τους οπαδούς της ρεφορµιστικής στρατηγικής, που ήδη στη Γερµανία, δια του SPD παίρνουν ανοιχτά τον αντεπαναστατικό δρόµο.

Το κάλεσµα για το 1ο Συνέδριο, µε συγγραφέα τον Τρότσκι, θέτει τους προγραµµατικούς όρους της ρήξης µε τη Δεύτερη Διεθνή, συνοψίζοντας την πείρα του Οκτώβρη. Οι αποδέκτες δεν είναι πολλοί: Στη Μόσχα προσέρχονται 51 αντιπρόσωποι, από 35 οργανώσεις, σε 22 χώρες.

Το συνέδριο οργανώνεται µε µια δηµοκρατική ευαισθησία που αργότερα εξαλείφθηκε από την Κοµιντέρν. Προσκαλούνται αναρχοσυνδικαλιστές (π.χ. το IWW από τις ΗΠΑ), οι «αριστεριστές» που είχαν προηγουµένως συγκρουστεί µε τους Μπολσεβίκους στα πλαίσια της διαδικασίας Τσίµερβαλντ (Ρούτγκερς, Πάνεκουκ, Γκόρτερ), προσκαλείται –αν και δεν µπόρεσε να παραστεί λόγω συλλήψεων της αντιπροσωπείας της– η επαναστατική «φράξια» της Νεολαίας της Δεύτερης Διεθνούς που την καθοδηγούσε ο Βίλυ Μύντσεµπεργκ.

Όταν οι Σπαρτακιστές, δια του Ούγκο Εµπερλάιν (Άλµπερτ), δηλώνουν ότι δεν αποδέχονται την ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς, που τη θεωρούν αναγκαία, αλλά πρόωρη, ο Ζινόβιεφ απαντά εκ µέρους των Μπολσεβίκων: «Διαφωνούµε µε τους Γερµανούς συντρόφους. Για να µην τραυµατιστεί η σχέση µας µε την Ένωση Σπάρτακος, αποσύρουµε την επιµονή µας και δεχόµαστε να µην ονοµαστεί ιδρυτικό Συνέδριο η σηµερινή διαδικασία, αλλά Συνδιάσκεψη, όπως πρότεινε ο σ. Άλµπερτ». Στις συζητήσεις που ακολούθησαν, οι αντιρρήσεις κάµφθηκαν και οι αποφάσεις πάρθηκαν σε κλίµα γενικής συναίνεσης.

Την προγραµµατική «πλατφόρµα» του Συνεδρίου συνέταξε ο Μπουχάριν. Εκ µέρους των Μπολσεβίκων παρέµβηκαν οι Λένιν, Τρότσκι, Ζινόβιεφ, Οσίνσκι. Η Κολοντάι παρουσίασε το ψήφισµα «Για την ανάγκη να κερδηθούν οι γυναίκες στον αγώνα για τον σοσιαλισµό». Ήταν η µοναδική «θεµατική» απόφαση του Συνεδρίου.

Όπως έγραψε ο Λένιν στο άρθρο του «Η Τρίτη Διεθνής και η θέση της στην ιστορία»: Μια νέα εποχή στην παγκόσµια ιστορία είχε αρχίσει.

Συγκρότηση

Στη βάση της κατεύθυνσης που έδινε το 1ο Συνέδριο, άρχισε η σκληρή επιτόπου δουλειά για τη συγκέντρωση των επαναστατικών δυνάµεων για τη συγκρότηση των Κοµουνιστικών Κοµµάτων σε κάθε χώρα. (περισσότερα…)

Σαν σήμερα δημοσιεύθηκε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

marx-engels

Πηγές: kar.org.gr και tvxs.gr

Σαν σήμερα, στις 21 Φεβρουαρίου του 1848, δημοσιεύεται το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Γράφτηκε από τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, και ήταν παραγγελία της Κομμουνιστικής Λίγκας, ενόψει του συνεδρίου της στο Λονδίνο.

Στα ελληνικά μεταφράστηκε μόλις το 1908, από τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, και δημοσιεύθηκε τότε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ο Εργάτης» του Βόλου υπό τον τίτλο «Προκήρυξη του Κοινωνιστικού Κόμματος».

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο σε αρχείο pdf. Για να το διαβάσετε, κάντε κλικ εδώ.

Όταν οι μπολσεβίκοι καταλάμβαναν τις τράπεζες και έσβηναν το χρέος

Αναδημοσίευση από kar.org.gr
Πηγή: imerodromos.gr

Την πρώτη κιόλας μέρα της Οκτωβριανής Επανάστασης, τα ξημερώματα της 25ης Οκτωβρίου, η Κρατική Τράπεζα της Ρωσίας κατελήφθη από τους Κόκκινους Φρουρούς, στο όνομα των Σοβιέτ και της Επανάστασης.  Οι Μπολσεβίκοι, έχοντας την πείρα της Παρισινής Κομμούνας αλλά και την αποφασιστικότητα ενός επαναστατικού κινήματος, πήραν αμέσως στα χέρια τους, την Κρατική Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας.

Το 1871 κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας η εργατική τάξη στο Παρίσι δεν είχε καταλάβει την Κεντρική Τράπεζα. «Η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά, με ιερό σεβασμό μπροστά στις πόρτες της Τράπεζας της Γαλλίας», έγραψε ο Μαρξ τονίζοντας ότι ήταν ένα από τα μεγάλα λάθη των Γάλλων επαναστατών.

Οι Μπολσεβίκοι δεν επανέλαβαν το λάθος. Κατέλαβαν την Κεντρική Κρατική Τράπεζα και ταυτόχρονα απέκτησαν τον έλεγχο του νομίσματος. Όμως δεν στάθηκαν εκεί. Στις 14 Δεκέμβρη 1917 η η εργατική πολιτοφυλακή κατέλαβε όλες τις τράπεζες της χώρας ιδιωτικές και συνεταιριστικές. Την ίδια μέρα δημοσιεύθηκε το Διάταγμα για την κρατικοποίησή τους και την συγχώνευση τους στη Κεντρική Τράπεζα, χωρίς αποζημίωση για τους μεγάλους μετόχους, προστατεύοντας παράλληλα πλήρως τους μικρο-καταθέτες.

Ο Λένιν γράφει στο Σχέδιο Διατάγματος με το οποίο κρατικοποιούνται οι τράπεζες, τον Δεκέμβρη του 1917: «Όλες οι μετοχικές επιχειρήσεις κηρύσσονται ιδιοκτησία του κράτους. Τα μέλη της διοίκησης και οι διευθυντές των μετοχικών εταιρειών, καθώς και όλοι οι μέτοχοι που ανήκουν στις τάξεις των πλουσίων, οφείλουν παραδώσουν όλες τις μετοχές στην κρατική τράπεζα. Τα κρατικά δάνεια, εξωτερικά και εσωτερικά, ακυρώνονται. Τα συμφέροντα των μικρών ομολογιούχων, καθώς και των κατόχων κάθε είδους μετοχών, δηλαδή των κατόχων που ανήκουν στις εργαζόμενες τάξεις του πληθυσμού, εξασφαλίζονται ολοκληρωτικά».

Ταυτόχρονα η νέα Σοβιετική Εξουσία έσπευσε να αντιμετωπίσει και να λύσει το θέμα του χρέους. Οι διεθνείς πιστωτές διεκδικούσαν τα χρήματα που είχαν δανείσει στο τσαρικό καθεστώς το οποίο με τα συγκεκριμένα δάνεια εξοπλίστηκε για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το συνολικό ποσό των τσαρικών χρεών και της αστικής προσωρινής κυβέρνησης στους διεθνείς τοκογλύφους της Αγγλίας, της Γαλλίας, των ΗΠΑ και άλλων χωρών ήταν περίπου 17 δις χρυσά ρούβλια.

Για τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους τα συγκεκριμένα χρέη, οι εργάτες και οι αγρότες δεν έπρεπε να τα αναγνωρίσουν. Δεν ήταν δικά τους. «Το να πληρώνεις τόκους για αυτά τα δάνεια, σημαίνει να πληρώνεις για πολλά χρόνια φόρο υποτέλειας στους καπιταλιστές, γιατί είχαν την καλοσύνη να επιτρέψουν στους εργάτες να αλληλοσκοτώνονται για το μοίρασμα της λείας από τους καπιταλιστές», έγραφε ο Λένιν στο βιβλίο του, «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού».

Αυτό έπραξε. Με το διάταγμα της Προσωρινής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής της 21ης Γενάρη του 1918 (3 Φλεβάρη του 1918 με το νέο ημερολόγιο) όλα τα εξωτερικά δάνεια των τσαρικών κυβερνήσεων και της προσωρινής κυβέρνησης ακυρώθηκαν.

Η επαναστατική κυβέρνηση δεν αναγνώριζε τίποτα. Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Eργαζόμενου Λαού, τον Γενάρη του 1918 αναφερόταν: «Η συντακτική συνέλευση θεωρεί σαν πρώτο χτύπημα ενάντια στο διεθνές τραπεζικό χρηματιστικό κεφάλαιο, το σοβιετικό νόμο για την ακύρωση (σβήσιμο) των δανείων που είχαν συνάψει οι κυβερνήσεις του τσάρου, των τσιφλικάδων και της αστικής τάξης, και εκφράζει την πεποίθηση ότι η σοβιετική εξουσία θα προχωρήσει σταθερά σ’ αυτό το δρόμο ως την πλήρη νίκη της διεθνούς εργατικής εξέγερσης ενάντια στο ζυγό του κεφαλαίου».

Έτσι έλυσαν οι Μπολσεβίκοι το θέμα του εξωτερικού χρέους και του ελέγχου των τραπεζών, προς όφελος του εργαζόμενου λαού.

Υ.Γ: Μαζί με τα δάνεια που ακύρωσαν οι Μπολσεβίκοι σβήστηκε και το χρέος της Ελλάδας προς την Τσαρική κυβέρνηση. Αυτή ήταν και η τελευταία πραγματική διαγραφή χρέους που υπήρξε προς όφελος του ελληνικού λαού.

Σαν σήμερα δημοσιεύθηκε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

marx-engels

Πηγές: kar.org.gr και tvxs.gr

Σαν σήμερα, στις 21 Φεβρουαρίου του 1848, δημοσιεύεται το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Γράφτηκε από τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, και ήταν παραγγελία της Κομμουνιστικής Λίγκας, ενόψει του συνεδρίου της στο Λονδίνο.

Στα ελληνικά μεταφράστηκε μόλις το 1908, από τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, και δημοσιεύθηκε τότε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ο Εργάτης» του Βόλου υπό τον τίτλο «Προκήρυξη του Κοινωνιστικού Κόμματος».

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο σε αρχείο pdf. Για να το διαβάσετε, κάντε κλικ εδώ.