Κατηγορία: Ιδεολογικά – Μαρξισμός

Ο Μαρξ και η κριτική της αστικής πολιτικής δημοκρατίας.

blos064b

Του Ραφαήλ Παπαδόπουλου*
Πηγή: rproject

Στόχος της παρούσας μελέτης, είναι η παρουσίαση κι ανάλυση βασικών σημείων της μαρξικής κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, με άξονα την κριτική της αστικής δημοκρατίας και την αναγκαία, δυναμική και δημιουργική σχέση δημοκρατίας-σοσιαλισμού.

Η ανά­λυ­ση θα βα­σι­στεί κυ­ρί­ως σε πρω­το­γε­νείς πηγές (έργα του ίδιου του Μαρξ), αλλά και σε δευ­τε­ρο­γε­νείς (έργα με­τα­γε­νέ­στε­ρων δια­νο­ου­μέ­νων σχε­τι­κά με τον Μαρξ, μαρ­ξι­στών και μη), και θα κλεί­σει με μια ανα­φο­ρά στη χρη­σι­μό­τη­τα της μαρ­ξι­κής σκέ­ψης για την ερ­μη­νεία και την υπέρ­βα­ση της πα­ρού­σας κρί­σης.

1. Ιστο­ρι­κό πλαί­σιο, κοι­νω­νι­κές-ιδε­ο­λο­γι­κές επιρ­ρο­ές της μαρ­ξι­κής σκέ­ψης

     Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883), είναι ίσως ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος στο­χα­στής της νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τας.   Το έργο του δεn μπο­ρεί να χα­ρα­κτη­ρι­στεί αμι­γώς κοι­νω­νι­κό, φι­λο­σο­φι­κό πο­λι­τι­κό ή οι­κο­νο­μι­κό, καθώς εμπε­ριέ­χει και συν­δυά­ζει στοι­χεία όλων των πα­ρα­πά­νω επι­στη­μών. Αυτή η ευ­ρύ­τη­τα εξη­γεί και την κα­θο­ρι­στι­κή επιρ­ροή που άσκη­σε η μαρ­ξι­κή σκέψη, τόσο σε επί­πε­δο οι­κο­νο­μι­κό-πο­λι­τι­κής θε­ω­ρί­ας, όσο και πο­λι­τι­κής πρα­κτι­κής και κρα­τι­κής ορ­γά­νω­σης. Η με­σο­α­στι­κή κα­τα­γω­γή του Μαρξ τον το­πο­θε­τεί με­τα­ξύ των υπε­ρα­σπι­στών των με­γά­λων ιδα­νι­κών του Δια­φω­τι­σμού (ισό­τη­τα, ελευ­θε­ρία, δη­μο­κρα­τία ορθός λόγος), ασκεί όμως πα­ράλ­λη­λα μια αυ­στη­ρή εσω­τε­ρι­κή κρι­τι­κή, αφού πα­ρα­τη­ρεί πως τα ιδα­νι­κά αυτά ακυ­ρώ­νο­νται ή υλο­ποιού­νται ελ­λι­πώς στις συν­θή­κες της αστι­κής κοι­νω­νί­ας (Eagleton, 2011: 292). Είναι μια κρι­τι­κή απο­λύ­τως συμ­βα­τή με το πνεύ­μα και τα προ­βλή­μα­τα του 19ου αιώνα – του αιώνα του «βιο­μη­χα­νι­σμού» και του κοι­νω­νι­κού σχε­δια­σμού – στην πο­λι­τι­κή θε­ω­ρία και πράξη. Βρι­σκό­μα­στε σε μια πε­ρί­ο­δο όπου έχει ολο­κλη­ρω­θεί πλέον η άνο­δος της αστι­κής τάξης στην εξου­σία, τα συμ­φέ­ρο­ντά της έχουν σε με­γά­λο βαθμό κα­το­χυ­ρω­θεί στη Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη, σε επί­πε­δο νο­μο­θε­τι­κό και εκτε­λε­στι­κό (ατο­μι­κή ιδιο­κτη­σία, ελευ­θε­ρία του εμπο­ρί­ου και των συ­ναλ­λα­γών, ελευ­θε­ρο­τυ­πία, κτλ), και αρ­χί­ζουν πλέον να εμ­φα­νί­ζο­νται οι ανι­σό­τη­τες κι οι αντι­φά­σεις της νέας αστι­κής κοι­νω­νί­ας (αστι­κο­ποί­η­ση, ανά­δυ­ση και διό­γκω­ση του βιο­μη­χα­νι­κού κι αγρο­τι­κού προ­λε­τα­ριά­του), οι οποί­ες απαι­τούν μια δια­χεί­ρι­ση σε διοι­κη­τι­κό-τε­χνι­κό κι όχι ιδε­ο­λο­γι­κό επί­πε­δο, ανά­γκη από την οποία πη­γά­ζει και η αυ­ξα­νό­με­νη συ­γκε­ντρο­ποί­η­ση των εξου­σιών των νε­ό­τευ­κτων εθνι­κών κρα­τών κι η επέ­κτα­ση των αρ­μο­διο­τή­των τους.

  Στα πλαί­σια αυτά, του πο­λύ­πλο­κου κι αντι­φα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα των αστι­κών κοι­νω­νιών, δια­μορ­φώ­νε­ται και η σχέση του Μαρξ με τον Δια­φω­τι­σμό, σχέση που τον δια­φο­ρο­ποιεί καί­ρια από τους φι­λε­λεύ­θε­ρους δια­νοη­τές. Συ­γκε­κρι­μέ­να, πα­ρό­λο που θε­ω­ρεί τον ορθό λόγο συ­στα­τι­κό στοι­χείο της αν­θρώ­πι­νης φύσης και η σκέψη του έχει ως κέ­ντρο τον άν­θρω­πο, τις ανά­γκες και τις δυ­να­τό­τη­τές του, όπως συμ­βαί­νει και με τους Δια­φω­τι­στές του 18ου αιώνα, εντού­τοις, δεν θε­ω­ρεί ότι ο ορθός λόγος είναι έμ­φυ­τος στον άν­θρω­πο, με τρόπο που του εγ­γυά­ται μια γραμ­μι­κή πο­ρεία προς την πρό­ο­δο και την ευ­η­με­ρία, αλλά αντί­θε­τα πι­στεύ­ει πως ο αντα­γω­νι­σμός ανά­με­σα στα άτομα πη­γά­ζει από την βιο­λο­γι­κά ατελή φύση τους, και το γε­γο­νός ότι αυτή δυ­σχε­ραί­νει την εξα­σφά­λι­ση των βα­σι­κών βιο­τι­κών υλι­κών αγα­θών. Η αν­θρώ­πι­νη ιστο­ρία είναι κατά βάση μια ιστο­ρία υλι­κών στε­ρή­σε­ων, η εξά­λει­ψη των οποί­ων περνά κυ­ρί­ως μέσα από τη βία και την εκ­με­τάλ­λευ­ση, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό όλων των τα­ξι­κών κοι­νω­νιών. Ο αγώ­νας για επι­βί­ω­ση και οι φυ­σι­κές ατέ­λειες του αν­θρώ­που ωστό­σο, για τον ίδιο λόγο που γεν­νούν βία και αντα­γω­νι­σμό, γεν­νούν και το αντί­θε­τό τους, την ανά­γκη κοι­νω­νι­κής συ­νύ­παρ­ξης και συ­νερ­γα­σί­ας. Επί­σης, για τον Μαρξ είναι πολύ ση­μα­ντι­κό ότι, καθώς ο άν­θρω­πος φτιά­χνει ο ίδιος την ιστο­ρία του, παρά τους δο­μι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς που επι­βάλ­λουν οι τα­ξι­κές σχέ­σεις στη δράση του, έχει την τάση να εξε­γεί­ρε­ται απέ­να­ντι στην αδι­κία και τον αυ­ταρ­χι­σμό. Η οπτι­κή λοι­πόν του Μαρξ για την αν­θρώ­πι­νη φύση, είναι ταυ­το­χρό­νως ρε­α­λι­στι­κή, αφού ξε­κι­νά­ει την ανά­λυ­σή του από τις υφι­στά­με­νες σχέ­σεις βίας και εκ­με­τάλ­λευ­σης, ως ανα­γκαία προ­ϊ­ό­ντα της ιστο­ρι­κής εξέ­λι­ξης, και αι­σιό­δο­ξη, καθώς, απο­δί­δο­ντας τα αρ­νη­τι­κά του πα­ρό­ντος σε κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες, που βρί­σκο­νται εν πολ­λοίς εκτός του ελέγ­χου των με­μο­νω­μέ­νων ατό­μων κι όχι σε στα­θε­ρές κι αιώ­νιες ιδιό­τη­τές τους, πα­ρέ­χει άμεσα τη δυ­να­τό­τη­τα διεκ­δί­κη­σης ενός δι­καιό­τε­ρου μέλ­λο­ντος μέσα από τη συλ­λο­γι­κή πο­λι­τι­κή δράση, με οδηγό την έμ­φυ­τη κοι­νω­νι­κό­τη­τα των αν­θρώ­πων, κι απώ­τε­ρο στόχο την ελεύ­θε­ρη αυ­το­πραγ­μά­τω­ση του κα­θε­νός σε συ­νερ­γα­σία με τους άλ­λους, βα­σι­σμέ­νη στην ισό­τι­μη ικα­νο­ποί­η­ση των βα­σι­κών ανα­γκών της αν­θρώ­πι­νης ζωής για όλους (Eagleton, 2011: 108-125; Heywood, 2007: 213-5).

   Η μαρ­ξι­κή προ­σέγ­γι­ση του Δια­φω­τι­σμού ση­μα­δεύ­ε­ται συ­νε­πώς από έναν «υλι­σμό της πρά­ξης», την πε­ποί­θη­ση δη­λα­δή ότι οι άν­θρω­ποι δη­μιουρ­γούν την ιστο­ρία μέσα από την κα­θη­με­ρι­νή τους έντα­ξη στην πα­ρα­γω­γι­κή δια­δι­κα­σία και τους κοι­νω­νι­κό-πο­λι­τι­κούς αγώ­νες, μα­κριά από τον «χυ­δαίο» υλι­σμό της προ­ε­πα­να­στα­τι­κής αστι­κής δια­νό­η­σης, που αντι­λαμ­βα­νό­ταν μη­χα­νι­στι­κά τον άν­θρω­πο ως απλό σύ­νο­λο βιο­λο­γι­κών δια­δι­κα­σιών (Eagleton, 2011: 176). Ο μαρ­ξι­κός υλι­σμός κα­θο­ρί­ζε­ται με­τα­ξύ άλλων από τρία ση­μα­ντι­κά κλη­ρο­δο­τή­μα­τα του Δια­φω­τι­σμού. Πρώ­τον, την ιδέα ότι ο πλού­τος πα­ρά­γε­ται από τη ζω­ντα­νή ερ­γα­σία, ιδέα κε­ντρι­κή στον Άνταμ Σμιθ, δεύ­τε­ρον, το αμε­σο­δη­μο­κρα­τι­κό κι εξι­σω­τι­κό πρό­τυ­πο της «γε­νι­κής βού­λη­σης», ρουσ­σω­ι­κής έμπνευ­σης, και τρί­τον την εξέ­λι­ξη της ιστο­ρί­ας, μέσω δια­λε­κτι­κών αντι­θέ­σε­ων, όπως τη συ­νέ­λα­βε ο Χέ­γκελ (Μπα­λι­μπάρ, 1999: 17). Με αυτά τα ερ­γα­λεία ο Μαρξ προ­χω­ρά­ει στη ρι­ζο­σπα­στι­κή κρι­τι­κή της αστι­κής αντι­προ­σω­πευ­τι­κής δη­μο­κρα­τί­ας.

2. Η κρι­τι­κή της Χε­γκε­λια­νής οπτι­κής του κρά­τους και της αστι­κής δη­μο­κρα­τί­ας

(περισσότερα…)

Παραγωγική ανασυγκρότηση και παραγωγικές σχέσεις.

riverapinakasergates

Του Ηλία Ιωακείμογλου
Πηγή: rproject.gr

«Παρόλο που εξετάσαμε τη διαδικασία παραγωγής κάτω από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες 1) ως εργασιακή διαδικασία και 2) ως διαδικασία αξιοποίησης, εννοείται ωστόσο ότι πρόκειται για μια μοναδική και αδιαίρετη εργασιακή διαδικασία. Δεν εργαζόμαστε δύο φορές, μια φορά για να δημιουργήσουμε χρήσιμο προϊόν, δηλαδή μια αξία χρήσης, μετασχηματίζοντας τα μέσα παραγωγής σε προϊόντα, και μια δεύτερη φορά για να δημιουργήσουμε αξία και υπεραξία, για να αξιοποιήσουμε την αξία».

Καρλ Μαρξ, «Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής»

Έχει, άραγε, νόημα να συ­ζη­τή­σου­με σή­με­ρα για την πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση, σή­με­ρα που οι δικές μας πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις, είτε αυτές που απο­χώ­ρη­σαν από τον με­ταλ­λαγ­μέ­νο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και ητ­τή­θη­καν στις εκλο­γές είτε αυτές που υιο­θέ­τη­σαν την αποχή ως πο­λι­τι­κή στάση, βρί­σκο­νται πιο μα­κριά όσο ποτέ από την κυ­βερ­νη­τι­κή εξου­σία; Μια τέ­τοια συ­ζή­τη­ση έχει νόημα, επει­δή ανα­φέ­ρε­ται στη γε­νι­κή πο­λι­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση που θα πάρει το υπό κα­τα­σκευή αρι­στε­ρό ρι­ζο­σπα­στι­κό μέ­τω­πο, ήδη από την πρώτη στιγ­μή της ύπαρ­ξής του, στα ζη­τή­μα­τα που αφο­ρούν την ερ­γα­σία, την πα­ρα­γω­γή και τους θε­σμούς που τη συ­νο­δεύ­ουν.

Η γε­νι­κή πο­λι­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση έχει, μέχρι στιγ­μής, εκ­φρα­στεί με τον όρο της «πα­ρα­γω­γι­κής ανα­συ­γκρό­τη­σης», που είναι ένας όρος ο οποί­ος νο­εί­ται με πολ­λούς τρό­πους. Αυτό οφεί­λε­ται στο γε­γο­νός ότι είναι μια πε­ρι­γρα­φι­κή έν­νοια χωρίς θε­ω­ρη­τι­κές αξιώ­σεις, μια έν­νοια «ορ­φα­νή», επει­δή δεν εντάσ­σε­ται σε ένα σύ­στη­μα εν­νοιών αυ­στη­ρά ορι­σμέ­νων και λο­γι­κώς αλ­λη­λε­ξαρ­τώ­με­νων. Δεν είναι μια αφη­ρη­μέ­νη έν­νοια, αλλά μια θολή, ακα­θό­ρι­στη έν­νοια, ένα κενό κέ­λυ­φος που μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να γε­μί­σει με πε­ριε­χό­με­νο της αρε­σκεί­ας του. Για πα­ρά­δειγ­μα, πλή­θος διαρ­θρω­τι­κών αλ­λα­γών που πραγ­μα­το­ποί­η­σε η κυ­βέρ­νη­ση Σα­μα­ρά με τη βο­ή­θεια της τρόι­κας ήδη από το 2012, ξε­κι­νώ­ντας από τους νό­μους για τις ακτές και τις χρή­σεις γης, τις συγ­χω­νεύ­σεις και εξα­γο­ρές εται­ρειών (στις τρά­πε­ζες, ασφά­λειες, κα­τα­σκευ­ές, αε­ρο­με­τα­φο­ρές, τη­λε­πι­κοι­νω­νί­ες, τη­λε­ο­πτι­κά κα­νά­λια κ.λπ.), τις ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις, τις αλ­λα­γές στον τομέα της ενέρ­γειας, τον μα­ζι­κό του­ρι­σμό και την εξο­ρυ­κτι­κή μανία, έως το γε­νι­κευ­μέ­νο dumping (ερ­γα­σια­κό, φο­ρο­λο­γι­κό, πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κό κ.λπ.), και άλλα τόσα ακόμα, κάλ­λι­στα μπο­ρούν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν «πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση». Το ίδιο θα ισχύ­σει κατά τα επό­με­να χρό­νια και για την πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση που θα επι­χει­ρή­σει ο με­ταλ­λαγ­μέ­νος ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Επει­δή εμείς έχου­με ρι­ζι­κά δια­φο­ρε­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό σε σχέση με τις μνη­μο­νια­κές κυ­βερ­νή­σεις και τους ευ­ρω­παϊ­κούς θε­σμούς, δεν είναι σοφό να χρη­σι­μο­ποιού­με ως δεί­κτη των προ­θέ­σε­ών μας έναν όρο που δεν χα­ράσ­σει βαθιά δια­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή ένα­ντι των πο­λι­τι­κών αντι­πά­λων μας. Εκ­κρε­μεί, λοι­πόν, μια θε­ω­ρη­τι­κή και πο­λι­τι­κή δου­λειά για την αντι­κα­τά­στα­ση του όρου της «πα­ρα­γω­γι­κής ανα­συ­γκρό­τη­σης» με κά­ποιον άλλον, αντά­ξιο των προσ­δο­κιών και των ρι­ζο­σπα­στι­κών προ­θέ­σε­ων όσων ανα­φε­ρό­μα­στε στο σο­σια­λι­σμό ή έστω στην αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή δράση και όχι απλώς στην οι­κο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη.

Δύο λαν­θα­σμέ­νες ιδέες

(περισσότερα…)

Το πρόγραμμά μας και η επικαιρότητα του σοσιαλισμού.

left-crop

Του Ηλία Ιωακείμογλου
Πηγή: rproject.gr

Ο σοσιαλισμός είναι σήμερα επίκαιρος: είναι το μοναδικό σχέδιο εξόδου από την κρίση που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις, δηλαδή οι εργαζόμενες τάξεις, οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, και οι πολιτικές, συνδικαλιστικές και ιδεολογικές οργανώσεις τους, για να απαντήσουν στην κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης. Εάν αυτό πράγματι ισχύει και εάν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό, το πρόγραμμά μας οφείλουμε να το χτίσουμε επάνω σε αυτήν τη βάση, της επικαιρότητας του σοσιαλισμού.

Πότε η αστι­κή ηγε­μο­νία κιν­δυ­νεύ­ει

Όταν ο Μαρξ και ο Έν­γκελς δη­μο­σί­ευ­σαν το Κο­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο, είχε πα­ρέλ­θει πε­ρί­που μισός αιώ­νας τα­χύρ­ρυθ­μης κα­πι­τα­λι­στι­κής βιο­μη­χα­νι­κής ανά­πτυ­ξης, γι­γα­ντιαί­ας συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου και τε­χνο­λο­γι­κής και­νο­το­μί­ας, αλλά η κα­τά­στα­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης πα­ρέ­με­νε άθλια. Σε αυτό το ση­μείο, ο Μαρξ θε­ώ­ρη­σε ότι η βα­σι­κή, δο­μι­κή αδυ­να­μία του κα­πι­τα­λι­σμού είχε ανα­δυ­θεί: η θε­α­μα­τι­κή βιο­μη­χα­νι­κή και τε­χνο­λο­γι­κή πρό­ο­δος και οι ιστο­ρι­κά πρω­το­φα­νείς ρυθ­μοί με­γέ­θυν­σης της πα­ρα­γω­γής εμπο­ρευ­μά­των πραγ­μα­το­ποιού­νται με ταυ­τό­χρο­νη συσ­σώ­ρευ­ση πλού­του στον έναν πόλο της κοι­νω­νί­ας, εκεί που βρί­σκο­νται οι κά­το­χοι κε­φα­λαί­ου, και συσ­σώ­ρευ­ση φτώ­χειας στον άλλο πόλο, εκεί όπου βρί­σκο­νται όσοι κα­τέ­χουν μόνο την ικα­νό­τη­τά τους προς ερ­γα­σία (την ερ­γα­σια­κή τους δύ­να­μη). Θε­ώ­ρη­σε ότι αυτή η εκρη­κτι­κή κοι­νω­νι­κή πό­λω­ση θέτει τις βά­σεις για την πο­λι­τι­κή χρε­ο­κο­πία του κα­πι­τα­λι­σμού, για τον εξής λόγο: «Η αστι­κή τάξη είναι ανί­κα­νη να δια­τη­ρή­σει για πολύ τη θέση της κυ­ρί­αρ­χης τάξης (…) επει­δή είναι ανί­κα­νη να εξα­σφα­λί­σει στους δού­λους της την ύπαρ­ξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους τη δου­λεία». Όπως θα λέ­γα­με με ση­με­ρι­νούς όρους, η αστι­κή τάξη δεν μπο­ρεί να δια­τη­ρή­σει την ηγε­τι­κή της θέση στην κοι­νω­νία, η ηγε­μο­νία της βρί­σκε­ται σε κρίση, επει­δή το δικό της ιδιο­τε­λές συμ­φέ­ρον έρ­χε­ται σε ευ­θεία αντί­θε­ση με τη συ­ντή­ρη­ση και την ανα­πα­ρα­γω­γή των κυ­ριαρ­χού­με­νων κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων.

Η επι­στρο­φή του αχα­λί­νω­του κα­πι­τα­λι­σμού

Το ερ­γα­τι­κό, σο­σια­λι­στι­κό και κο­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα της Δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης στοι­χη­μά­τι­σαν, αμέ­σως μετά τον Πό­λε­μο, ότι το σύ­στη­μα μπο­ρού­σε να με­τα­σχη­μα­τι­στεί, να εξαν­θρω­πι­στεί, να δια­τη­ρή­σει τον πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­σμό του απο­βάλ­λο­ντας όμως τη μα­κρο­χρό­νια τάση του να αυ­ξά­νει τις ανι­σό­τη­τες των ει­σο­δη­μά­των κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας. Στοι­χη­μά­τι­σαν ότι μπο­ρεί να στα­μα­τή­σει να συσ­σω­ρεύ­ει πλού­το για τους κα­τό­χους κε­φα­λαί­ου και φτώ­χεια για τους κα­τό­χους ερ­γα­σια­κής δύ­να­μης ‒ και μά­λι­στα στοι­χη­μά­τι­σαν ότι μπο­ρού­σε να ανα­πτύσ­σε­ται με τα­χείς ρυθ­μούς ακρι­βώς επει­δή θα είχε αρ­νη­θεί το αμαρ­τω­λό πα­ρελ­θόν της αν­θρω­πο­φα­γί­ας του, ακρι­βώς επει­δή θα του είχε επι­βλη­θεί να μην αυ­ξά­νει τις ανι­σό­τη­τες. Το στοί­χη­μα φαι­νό­ταν κερ­δι­σμέ­νο για τις δυ­νά­μεις της ερ­γα­σί­ας για τριά­ντα ολό­κλη­ρα χρό­νια, ας πούμε κατά προ­σέγ­γι­ση από το δεύ­τε­ρο μισό της δε­κα­ε­τί­ας του 1940 έως το δεύ­τε­ρο μισό της δε­κα­ε­τί­ας του 1970. Τριά­ντα χρό­νια ήταν αρ­κε­τά για να πι­στέ­ψουν οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός είχε αλ­λά­ξει ορι­στι­κά και αμε­τά­κλη­τα ‒ με δυο λόγια, ότι είχε με­ταλ­λα­χθεί χάρη στο κοι­νω­νι­κό κρά­τος, τη στα­θε­ρό­τη­τα στη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος με­τα­ξύ κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας, τη στα­θε­ρό­τη­τα ή τη μεί­ω­ση των ανι­σο­τή­των, τη μα­ζι­κή πα­ρα­γω­γή σε σύ­ζευ­ξη με τη μα­ζι­κή κα­τα­νά­λω­ση των μι­σθω­τών, όλα αυτά τα οποία συ­γκρο­τού­σαν ένα θαύμα που έμοια­ζε ότι θα διαρ­κέ­σει χίλια χρό­νια. Κοι­τά­ζο­ντας προς τα πίσω, γνω­ρί­ζου­με τώρα ότι οι έκτα­κτες συν­θή­κες της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ριό­δου που επι­βλή­θη­καν στον κα­πι­τα­λι­σμό, και μόνον αυτές, μπο­ρούν να εξη­γή­σουν την πα­ρέκ­κλι­σή του από την αυ­θε­ντι­κή του φύση ‒ που αυτή πα­ρέ­με­νε αναλ­λοί­ω­τη κάτω από τους πε­ριο­ρι­σμούς που της είχαν επι­βλη­θεί από τις δυ­νά­μεις της ερ­γα­σί­ας.

Ύστε­ρα από τριά­ντα πέντε χρό­νια βαθ­μιαί­ας πλην όμως συ­νε­πούς απο­δό­μη­σης του με­τα­πο­λε­μι­κού κοι­νω­νι­κού κρά­τους, από την πρώτη κυ­βέρ­νη­ση Θά­τσερ μέχρι σή­με­ρα, οι δυ­νά­μεις του κε­φα­λαί­ου πραγ­μα­το­ποιούν στη διάρ­κεια της κρί­σης την τε­λευ­ταία επί­θε­ση για να κλεί­σουν μέσα σε μια ιστο­ρι­κή πα­ρέν­θε­ση το κοι­νω­νι­κό κρά­τος, τη μεί­ω­ση των ανι­σο­τή­των, την αυ­ξα­νό­με­νη αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, όχι μόνο το μαρ­ξι­σμό αλλά και τον κεϊν­σια­νι­σμό, την ίδια την αστι­κή δη­μο­κρα­τία, που τε­λι­κά απο­δεί­χθη­κε ότι ήταν ένα επι­κίν­δυ­νο παι­χνί­δι για τους επι­κυ­ρί­αρ­χους. Γνω­ρί­ζου­με τώρα ότι ο κε­φα­λαιο­κρα­τι­κός τρό­πος πα­ρα­γω­γής ρέπει ακα­τά­παυ­στα στην αύ­ξη­ση των ανι­σο­τή­των, στην πό­λω­ση πλού­του και φτώ­χειας, και ότι μόνο εξω­τε­ρι­κοί πα­ρά­γο­ντες, που σπά­νιες ιστο­ρι­κές συν­θή­κες εν­δέ­χε­ται να συ­γκε­ντρώ­σουν, μπο­ρούν να ανα­τρέ­ψουν αυτήν την ακα­τα­νί­κη­τη τάση. Τέ­τοιες σπά­νιες συν­θή­κες όμως δεν υπάρ­χουν σή­με­ρα. Ο κα­πι­τα­λι­σμός στέ­κε­ται και πάλι απέ­να­ντί μας ως η δύ­να­μη του γυ­μνού χρή­μα­τος, του αχα­λί­νω­του κε­φα­λαί­ου που απαι­τεί αν­θρω­πο­θυ­σί­ες για να συ­ντη­ρη­θεί, να ανα­πα­ρα­χθεί και να διο­γκω­θεί ως αξία που αξιο­ποιεί τον ίδιο της τον εαυτό.

Η επι­και­ρό­τη­τα του σο­σια­λι­σμού

Αυτά μας φέρ­νουν σε μια συ­γκυ­ρία όπου προ­κύ­πτουν τα ίδια ερω­τή­μα­τα που έθετε ο Μαρξ στο Κο­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο. Διότι τώρα ισχύ­ει ότι η άρ­χου­σα τάξη δεν μπο­ρεί, ούτε και θέλει, να δια­σφα­λί­σει τους όρους της κοι­νω­νι­κής ανα­πα­ρα­γω­γής, δεν μπο­ρεί να δια­σφα­λί­σει την ανα­πα­ρα­γω­γή των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων επει­δή αυτό έρ­χε­ται σε ευ­θεία αντί­θε­ση με το ιδιο­τε­λές της συμ­φέ­ρον. Είναι ανί­κα­νη να εξα­σφα­λί­σει στις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις την ύπαρ­ξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους την υπο­τα­γή στον κα­πι­τα­λι­σμό ‒ και για το λόγο αυτόν η ηγε­τι­κή της θέση στην κοι­νω­νία τί­θε­ται εκ των πραγ­μά­των σε αμ­φι­σβή­τη­ση. Από την έναρ­ξη της κρί­σης, το 2008, η κρίση ηγε­μο­νί­ας της αστι­κής τάξης είναι ανοι­χτή.

Η συ­γκυ­ρία αυτή σχε­τί­ζε­ται με το γε­γο­νός ότι τώρα, σε αντί­θε­ση με αυτό που συ­νέ­βη στις δύο προη­γού­με­νες με­γά­λες κρί­σεις του κα­πι­τα­λι­σμού, στον 20ό αιώνα, η αστι­κή τάξη δεν δια­θέ­τει κα­νέ­να σχέ­διο εξό­δου από την κρίση. Στη διάρ­κεια της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 ανα­δύ­θη­κε η με­γά­λη εναλ­λα­κτι­κή λύση του κεϊν­σια­νι­σμού και της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής δια­χεί­ρι­σης, ενώ στη δε­κα­ε­τία του 1970 ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός άρ­πα­ξε την ευ­και­ρία για να ηγε­μο­νεύ­σει. Σή­με­ρα, κα­νέ­να τέ­τοιο με­γά­λο σχέ­διο εξό­δου από την κρίση δεν έχει ανα­δυ­θεί, και η άρ­χου­σα τάξη αφή­νε­ται στις αυ­θόρ­μη­τες ορέ­ξεις της, προ­σπα­θεί να αλ­λά­ξει ρι­ζι­κά το συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων κε­φα­λαί­ου-ερ­γα­σί­ας, να αυ­ξή­σει τα κέρδη της αφή­νο­ντας στην τύχη της τη συ­ντή­ρη­ση και την ανα­πα­ρα­γω­γή των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων, να απο­διαρ­θρώ­σει το κοι­νω­νι­κό κρά­τος.

Αυτό γί­νε­ται με τους εξής τρό­πους: Με την ανα­δια­νο­μή του ει­σο­δή­μα­τος, τη φο­ρο­λο­γι­κή πο­λι­τι­κή και την απο­διάρ­θρω­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους ιδιο­ποιεί­ται ένα αυ­ξα­νό­με­νο με­ρί­διο από την αξία που πα­ρά­γου­με κάθε χρο­νιά. Με τη δια­χεί­ρι­ση του δη­μό­σιου χρέ­ους δε­σμεύ­ει για λο­γα­ρια­σμό της ένα με­γά­λο μέρος της μελ­λο­ντι­κής μας ερ­γα­σί­ας. Με τη δια­χεί­ρι­ση του ιδιω­τι­κού χρέ­ους υφαρ­πά­ζει ένα με­γά­λο μέρος από την πα­ρελ­θού­σα ερ­γα­σία μας που έχει απο­κρυ­σταλ­λω­θεί στα πε­ριου­σια­κά στοι­χεία των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων.

Πα­ρού­σα, μελ­λο­ντι­κή και πα­ρελ­θού­σα ερ­γα­σία έχουν τεθεί στη διά­θε­ση της άρ­χου­σας τάξης προ­κει­μέ­νου να δια­σω­θεί το υπερ­συσ­σω­ρευ­μέ­νο κε­φά­λαιο, το κε­φά­λαιο που δεν μπο­ρεί να αξιο­ποι­η­θεί, που πλε­ο­νά­ζει αλλά απαι­τεί επί­μο­να και πάση θυσία την αμοι­βή του. Η αστι­κή τάξη έχει συσ­σω­ρεύ­σει υπερ­βο­λι­κά πολύ κε­φά­λαιο σε σχέση με τον προ­ϊ­όν που πραγ­μα­το­ποιεί­ται με αυτό το κε­φά­λαιο. Έχει δη­λα­δή θε­με­λιώ­σει μια υπερ­βο­λι­κά με­γά­λη απαί­τη­ση επί του προ­ϊ­ό­ντος, τόσο με­γά­λη, ώστε είναι αδύ­να­το με τις υπάρ­χου­σες συν­θή­κες να ικα­νο­ποι­η­θεί. Η προ­σπά­θεια λοι­πόν της τάξης και της εξου­σί­ας των κε­φα­λαιο­κρα­τών να λύ­σουν την κρίση συ­νί­στα­ται στην ανα­δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος μέσω μιας πο­λι­τι­κής που δε­σμεύ­ει για λο­γα­ρια­σμό του κε­φα­λαί­ου ένα αυ­ξα­νό­με­νο με­ρί­διο από το δικό μας ει­σό­δη­μα, από τη δική μας ερ­γα­σία, την πα­ρού­σα, την πα­ρελ­θού­σα και τη μελ­λο­ντι­κή. Αυτή όμως η πο­λι­τι­κή είναι ακρι­βώς εκεί­νη που κα­θι­στά την αστι­κή τάξη «ανί­κα­νη να δια­τη­ρή­σει για πολύ τη θέση της κυ­ρί­αρ­χης τάξης επει­δή είναι ανί­κα­νη να εξα­σφα­λί­σει στους δού­λους της την ύπαρ­ξή τους, ακόμη και μέσα στην ίδια τους τη δου­λεία», με τα λόγια του Μαρξ.

Η κρίση ηγε­μο­νί­ας της αστι­κής τάξης είναι ανοι­χτή σε όλες τις χώρες του ευ­ρω­παϊ­κού κα­πι­τα­λι­σμού, και κάνει την εμ­φά­νι­σή της αλλού πε­ρισ­σό­τε­ρο όπως στο Νότο, αλλού λι­γό­τε­ρο όπως στον ευ­ρω­παϊ­κό Βορρά. Κα­νέ­να πρό­γραμ­μα αρι­στε­ρού πο­λι­τι­κού κόμ­μα­τος, ορ­γά­νω­σης κ.λπ. δεν μπο­ρεί να μην οι­κο­δο­μεί τη λο­γι­κή του και τις προ­τά­σεις του επί αυτού του βα­σι­κού γε­γο­νό­τος της κα­πι­τα­λι­στι­κής κρί­σης. Ο σο­σια­λι­σμός είναι επί­και­ρος ως το μο­να­δι­κό σχέ­διο εξό­δου από την κρίση που δια­θέ­τουν οι υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις, δη­λα­δή οι ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις, οι άνερ­γοι, οι συ­ντα­ξιού­χοι, τα φτωχά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα, και οι πο­λι­τι­κές, συν­δι­κα­λι­στι­κές και ιδε­ο­λο­γι­κές ορ­γα­νώ­σεις τους, για να απα­ντή­σουν στην ηγε­μο­νι­κή κρίση της αστι­κής τάξης.