Κατηγορία: Ιστορικά

Ύψωμα 731, εκεί που τσακίστηκε η ιταλική επίθεση στην Πίνδο

Ο ήρωας ταγματάρχης που οι εθνικόφρονες έστειλαν εξορία

Του Βενιζέλου Λεβεντογιάννη
Πηγή: topontiki.gr

Τις πρώτες δυόμισι ώρες της επίθεσης ρίχτηκαν 100.000 βόμβες στο μικρό ύψωμα. Κάθε δευτερόλεπτο, έπεφταν 11 βλήματα. Στο τέλος της επίθεσης το «Ύψωμα 731» είχε φαγωθεί κατά πέντε μέτρα. Είχε γίνει «Ύψωμα 726».

Γραφείο Μπενίτο Μουσολίνι, Ρώμη, αρχές Μαρτίου 1941

Ο «Ντούτσε» έκλεισε με δύναμη το μαύρο βαρύ ακουστικό τού τηλεφώνου του. Τα χέρια του έτρεμαν από την ένταση. Σηκώθηκε από το τεράστιο δρύινο γραφείο του και πήγε προς το παράθυρο. Προέταξε με τον γνωστό του τρόπο το πηγούνι του, πήρε βαθιά αναπνοή και φούσκωσε, όπως έκανε στις ομιλίες του στο πλήθος. Ύστερα, εντελώς ξαφνικά, σαν να είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι, ξεφούσκωσε, οι ώμοι του βάρυναν και περπάτησε άλλη μια φορά γύρω από το γραφείο του. Κάθισε βαριά στην καρέκλα. Χαμήλωσε το κεφάλι του και πέρασε τις παλάμες του επάνω από το φαλακρό κρανίο του, που είχε αρχίσει να ιδρώνει. Μόλις είχε δώσει μια βαριά υπόσχεση στον σύμμαχό του, Αδόλφο Χίτλερ: «Μέχρι το τέλος της άνοιξης θα κάνω παρέλαση στην Αθήνα».

Όταν κόπασε λίγο η οργή του, πάτησε το κουμπί ενδοσυνεννόησης με τη γραμματεία του και σε κλάσματα δευτερολέπτου ένας μελανοχίτωνας φρουρός χτύπησε την πόρτα και μπήκε μέσα. «Φραντσέσκο, πες να μου φέρουν έναν εσπρέσο. Ααα και πού είσαι; Πες να ετοιμάσουν το αεροπλάνο μου». Σε λίγες ώρες ο Μπενίτο Μουσολίνι, ο φασίστας, ο νέος Καίσαρας, ο άνθρωπος που οραματιζόταν τη Μεσόγειο σαν «Mare Nostrum», πετούσε με προορισμό τις ιταλικές θέσεις στα σύνορα της Αλβανίας με την Ελλάδα.

Ύψωμα 731, αμπρί διοικήσεως 

Ο ταγματάρχης Δημήτρης Κασλάς, με περγαμηνές από τον μικρασιατικό πόλεμο, καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Κάτι δεν του άρεσε. Η ξαφνική σιγή των Ιταλών τον είχε βάλει σε σκέψεις. Χωρίς να φορέσει το πανωφόρι του, βγήκε έξω από το αμπρί του και άρχισε να επιθεωρεί τις θέσεις άμυνας στο ύψωμα.

Το βουνό βρισκόταν 20 χιλιόμετρα βόρεια της Κλεισούρας και είχε καταληφθεί από τον Ελληνικό Στρατό τον χειμώνα του 1941. Το συγκεκριμένο ύψωμα ήταν ένα καρφί στο «μάτι» της ιταλικής πολεμικής μηχανής. Όσο παρέμενε σε ελληνικά χέρια κάθε προσπάθεια των Ιταλών ήταν καταδικασμένη. Εάν έπεφτε, τότε άνοιγε ο δρόμος για την υπόλοιπη Ελλάδα. Είχε υψόμετρο 731 μέτρα και όπως είθισται η γεωγραφική υπηρεσία το είχε ονομάσει «Ύψωμα 731».

Ο ταγματάρχης φώναξε δυο λοχαγούς του και άρχισε να δείχνει με το δάχτυλό του διάφορα σημεία και να δίνει οδηγίες. Εκείνοι, που δεν είχαν καταλάβει για τι πράγμα μιλούσε, απλά σημείωναν και κουνούσαν καταφατικά το κεφάλι τους. «Θέλω να ενισχυθεί η άμυνα σε αυτό το αντέρεισμα. Σε αυτή τη ραχούλα να στηθεί ένα πολυβόλο που θα διασταυρώνει πυρά με εκείνο το πολυβόλο μας. Εδώ και εδώ να βάλλουν οι όλμοι μας. Και όλοι, μα όλοι να σκάψουν ορύγματα βάθους 80 εκατοστών και να μπουν μέσα για να είναι προφυλαγμένοι…».

Ο ταγματάρχης Κασλάς είχε δημιουργήσει στο μυαλό του ένα περίφημο σχέδιο άμυνας και τώρα το έστηνε όχι επί χάρτου, αλλά στην πραγματικότητα. Γνώριζε ότι οι φαντάροι και οι αξιωματικοί του ήταν διαλυμένοι και καταβεβλημένοι, όπως και εκείνος, αλλά πολύ περισσότερο γνώριζε ότι το ύψωμα δεν έπρεπε να πέσει ακόμη και εάν όλοι οι υπερασπιστές του σκοτώνονταν.

Ο ταγματάρχης Κασλάς εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Έφαγε μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες σαν απλός φαντάρος και στη συνέχεια κλείστηκε στο αμπρί του και μελέτησε τους χάρτες. Σχεδίασε κάθε πιθανό σενάριο, καλό ή κακό, προκειμένου να μην πέσει το ύψωμα. Έφτιαξε στο μυαλό του κάθε εναλλακτική λύση για να αποτρέψει την ιταλική επίθεση. Πριν ακόμη χαράξει, βγήκε έξω σαν να ήθελε να αποτυπώσει στο μυαλό του όλη εκείνη την απίστευτη ομορφιά της πλάσης.

Λίγα λεπτά αργότερα, ξεκινούσε η περίφημη ιταλική «Εαρινή Επίθεση» με τον ίδιο τον Μουσολίνι να επιβλέπει. Τα ιταλικά κανόνια άρχισαν να ξερνούν φωτιά. Οι ελληνικές θέσεις δέχονταν ένα πρωτόγνωρο σφυροκόπημα. Θύμιζε τα «μπαράζ» του πυροβολικού στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κάθε ένα δευτερόλεπτο που περνούσε επάνω στο βουνό έσκαγαν 11 βλήματα. Καπνός, σκόνη, ουρλιαχτά, διαμελισμένα κορμιά, μυρωδιά από καμένη σάρκα, μπαρούτι, συνέθεταν ένα σκηνικό κολάσεως.

Ο Κασλάς δίπλα στον ασυρματιστή του ούρλιαζε για να ακουστεί: «Στείλε: Δεχόμαστε σφοδράν επίθεσιν. Αντέχουμε». Ο ταγματάρχης ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει τους Ιταλούς να πατήσουν στο «731». Κατάμαυρος από την κάπνα και τις λάσπες φώναξε τους αξιωματικούς του και στα γρήγορα, μέσα στο αμπρί του, έδωσε τη διαταγή του προς τους διοικητές των λόχων του 5ου τάγματος Πεζικού Τρικάλων: «Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρις εσχάτων. Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω. Εμψυχώσατε άνδρας σας και τονώσατε το ηθικόν των. Προμηνύεται λυσσώδης επίθεσις του εχθρού, η οποία οπωσδήποτε θα αποκρουσθή και θα συντριβή. Τηρήσατέ με ενήμερον τακτικής καταστάσεως. Επαναλαμβάνω, τότε μόνον θα διέλθη ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας».

Οι στιγμές, τα λεπτά, οι ώρες του σφοδρού βομβαρδισμού περνούσαν βασανιστικά αργά. Μέσα στα ορύγματα οι φαντάροι σιωπηλοί, δεν μπορούσαν να αντιδράσουν στις βόμβες που έσκαγαν δίπλα τους. Τα βλήματα σκορπούσαν τον θάνατο και τη θλίψη. Οι στρατιώτες έβλεπαν τους συναδέλφους και φίλους τους να κομματιάζονται, ένιωθαν το αίμα τους καυτό να τους πιτσιλάει. Και όσο συνέβαινε αυτό, τόσο η οργή τους ξεχείλιζε και έσφιγγαν περισσότερο το όπλο τους.

Ο Ιταλός διοικητής Πυροβολικού, Καβαλέρο, από την Τρεμπεσίνα, όπου ήταν τα κανόνια, σίγουρος πλέον ότι δεν είχε μείνει άνθρωπος ζωντανός έπειτα από τέτοιο βομβαρδισμό, έγνεψε στον Ντούτσε, που παρακολουθούσε από κοντά, ότι πλέον το Πεζικό μπορεί να καταλάβει το ύψωμα. Οι Ιταλοί στρατιώτες καθώς πλησίαζαν αντίκρισαν ένα θέαμα που τους έκανε να μείνουν με το στόμα ανοιχτό. Το γεμάτο δέντρα βουνό είχε μείνει φαλακρό. Τα συρματοπλέγματα είχαν καταστραφεί, τα χαρακώματα δεν υπήρχαν. Ήταν πλέον και εκείνοι σίγουροι ότι θα καταλάμβαναν εύκολα το ύψωμα.

Την ίδια στιγμή μέσα στο αμπρί του ταγματάρχη, ο ασυρματιστής, του έδωσε να διαβάσει το τηλεγράφημα από τον συνταγματάρχη Κετσέα: «Επί των θέσεών σας θ’ αμυνθήτε μέχρις εσχάτων. Η Πατρίς, η Ανωτάτη Διοίκησις απαιτεί να κρατήσητε ψηλά την τιμήν των όπλων».

Ο Δημήτρης Κασλάς, που δεν σταμάτησε να δίνει διαταγές, έγνεψε στον ασυρματιστή του: «Στείλε: οτιδήποτε και αν συμβή δεν θα εγκαταλείψωμεν το 731 και έχω πεποίθησιν ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί».

Η πεποίθησή του έγινε πραγματικότητα. Αν και είχαν καταστραφεί τα ελληνικά κανόνια επάνω στο ύψωμα, αν και είχαν καταστραφεί τα πυροβόλα, οι όλμοι και τα βαριά όπλα, ο Κασλάς έδωσε διαταγή προς τους φαντάρους να μην κουνηθούν από τις θέσεις τους και να μην πυροβολήσουν τους σχεδόν ακάλυπτους Ιταλούς μέχρι το σύνθημά του. Και όταν οι Ιταλοί έφτασαν κοντά, ο ταγματάρχης φώναξε «πυρ» και μια δεύτερη πύλη της κολάσεως άνοιξε, αυτή τη φορά για εκείνους.

Με χειροβομβίδες, πολυβόλα, αυτόματα, οι Έλληνες φαντάροι θέριζαν τους Ιταλούς που ακάλυπτοι δεν είχαν πού να κρυφτούν. Ήταν μια πραγματική σφαγή για τους άνδρες του Μουσολίνι. Τα νεύρα είχαν τεντωθεί τόσο, που κάποιες ομάδες Ιταλών που σήκωναν τα χέρια για να παραδοθούν εκτελέστηκαν την ίδια στιγμή.

Ο ταγματάρχης Κασλάς υπερασπίστηκε με τους στρατιώτες του το «Ύψωμα 731» με αυταπάρνηση. Η «Εαρινή Επίθεση» του Μουσολίνι έσπασε στους βράχους ενός βουνού που είχε ύψος 731 μέτρα. Τα βράδια ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν επάνω από το καραφλό βουνό και έριχναν προκηρύξεις. Ο Κασλάς έγραψε στο ημερολόγιό του: «Προς το εσπέρας νομίζουν ότι θα κλονίσουν το ηθικόν των στρατιωτών μας, ρίπτουν δι’ αεροπλάνων χιλιάδας προκηρύξεις, καλούν τους στρατιώτας μας να ρίψουν τα όπλα και να σπεύσουν να παραδοθούν. Αι προκηρύξεις αυταί μόνον γέλωτα προσέφερον εις τους ηρωικούς οπλίτας». Ο Μουσολίνι έφευγε ταπεινωμένος. Σε λίγες εβδομάδες θα χρειαζόταν ο σύμμαχός του, ο Χίτλερ, να επέμβει για να τον σώσει από την καταστροφή.

Στον ταγματάρχη Κασλά, που κράτησε το «Ύψωμα 731» και απέκρουσε μέσα σε τρεις μέρες 18 μεγάλες επιθέσεις από Πυροβολικό, Αεροπορία, άρματα μάχης και επίλεκτες ιταλικές μονάδες πεζικού, απονεμήθηκαν τα εξής: Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας, Πολεμικός Σταυρός Γ’ Τάξεως, Αργυρούς Σταυρός του Β’ Τάγματος, Μετάλλειον στρατιωτικής αξίας Δ’ Τάξεως. Οι Ιταλοί άφησαν στους πρόποδες του υψώματος 12.000 νεκρούς.

Καλοκαίρι 1943, Βόλος, χωριό Πουρί 

Ο ήρωας ταγματάρχης του «731» είχε επιστρέψει στην ησυχία τού χωριού του. Καθημερινά ασχολούνταν με τις αγροτικές δουλειές, αλλά κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να κοιμηθεί και να ησυχάσει. «Πρέπει να βγω στο βουνό. Πρέπει να πολεμήσω τους κατακτητές», σκεφτόταν και μια μέρα παρουσιάστηκε στον ΕΛΑΣ. Εντάχθηκε στη XVI Μεραρχία. Οι οργανωτικές του ικανότητες, η οξύνοιά του, το θάρρος του και η τακτική του στις μάχες δεν άργησαν να τον φέρουν ως στρατιωτικό διοικητή του 52ου Συντάγματος.

Οι μάχες που έδωσε φορώντας το… δίκοχο του ΕΛΑΣ ήταν πολλές. Έδρασε κυρίως στην περιοχή της κοιλάδας του Σπερχειού και σε κάθε σύγκρουση που είχε με τα γερμανικά στρατεύματα άφηνε πίσω του μόνο νεκρούς στρατιώτες που φορούσαν τις στολές με τη νεκροκεφαλή και τους δυο κεραυνούς στο πέτο.

Μερικές από αυτές εναντίον του κατακτητή αλλά και των ντόπιων συνεργατών του: στο Βλάσδο (Μοσχάτο) Καρδίτσης στις 7 Μαρτίου 1944, στον Μεσενικόλα Καρδίτσης στις 18 Μαρτίου 1944, στο Παλιούρι Φθιώτιδος στις 12 Απριλίου 1944, στην περιοχή Μακρακώμης – Σπερχειάδος από τις 11-14 Ιουνίου και στις 18 Ιουνίου 1944. Απέκρουσε με πείσμα και έκανε να πληρώσουν ακριβά οι Γερμανοί τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τους εναντίον των ανταρτών, στην κοιλάδα του Σπερχειού στις 7-20 Αυγούστου 1944. Έλαβε μέρος στη μάχη στο Λιανοκλάδι την 1η Σεπτεμβρίου 1944 και στις μάχες στην περιοχή Δομοκού στις 18-20 Οκτωβρίου 1944.

Επίσης οργάνωσε διάφορα σαμποτάζ κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε την Αθήνα με τη Βόρεια Ελλάδα, σε συνεργασία με Άγγλους κομάντος υπό τον Άγγλο ταγματάρχη Τζον Μόλγκαν από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο του 1944.

19 Δεκεμβρίου 1944, Πάρνηθα, Χασιά Αττικής

Το κρύο περνούσε τα πανωφόρια και τα αμπέχονα, και έφτανε μέχρι το κόκαλο. Οι άνδρες του 52ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ βρίσκονταν κρυμμένοι με πλήρη εξάρτυση και πολεμοφόδια στο δάσος της Πάρνηθας. Ήταν όλοι τους μπαρουτοκαπνισμένοι και ετοιμοπόλεμοι. Περίμεναν απλά τη διαταγή από το αρχηγείο και θα κατέβαιναν από το Περιστέρι και τις άλλες δυτικές συνοικίες. Η κατάληψη της Αθήνας και η εξολόθρευση όλων των συνεργατών των Γερμανών που απολάμβαναν την κάλυψη της κυβέρνησης και κοιμόντουσαν σε ξενοδοχεία, δίχως να τους ενοχλεί κανείς, θα ήταν ζήτημα ωρών.

Ο στρατιωτικός διοικητής του 52ου Δημήτρης Κασλάς κοίταζε από ψηλά τα φώτα της πόλης που άναβαν και τους καπνούς από τις διάφορες συνοικίες όπου μαίνονταν οι μάχες. «Μα είναι δυνατόν. Μας έχουν εδώ από τις 30 Νοεμβρίου και αντί να μας αμολήσουν, αφήνουν τον εφεδρικό ΕΛΑΣ και την ΕΠΟΝ της Αθήνας να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Μα τι κάνουν; Κοιμούνται τέλος πάντων; Δεν βλέπουν ότι μας πετσοκόβουν εκεί κάτω; Τι κάνουμε εδώ;». Ο λοχαγός του ΕΛΑΣ που κάπνιζε το τσιγάρο του δίπλα από τον Κασλά δεν περίμενε απάντηση. Την ήξερε. Έσβησε την καύτρα με το σαλιωμένο δάχτυλό του και γύρισε πίσω.

Μια απλή διαταγή και η ροή της ιστορίας θα είχε αλλάξει. Μια διαταγή που δεν δόθηκε στην ώρα της. Όταν έφτασε στον Κασλά και σε άλλους μπαρουτοκαπνισμένους διοικητές του ΕΛΑΣ, οι Άγγλοι είχαν γίνει ήδη κύριοι των κομβικών σημείων της πόλης, αποβίβαζαν συνέχεια στρατό από τον Πειραιά και την Ελευσίνα, και η ρομαντική περιπέτεια του βασανισμένου λαού για δημοκρατία είχε λάβει τέλος. Εκείνος ο πόλεμος ήταν προδιαγεγραμμένο από την αρχή να χαθεί.

Επίλογος

Ο ήρωας ταγματάρχης του «731», ο άνθρωπος που απέκρουσε τα στρατεύματα της Ιταλίας στο ύψωμα που δεν έπρεπε να πέσει, δεν ήταν ήρωας. Η «εθνικόφρων κυβέρνηση» τον θεώρησε προδότη, Βούλγαρο, συμμορίτη, κατσαπλιά. Οι συνεργάτες των Γερμανών, αλλά και οι άκαπνοι στρατιωτικοί που περνούσαν τον χρόνο τους στα μπορντέλα και τα καφενεία της Μέσης Ανατολής, όταν ο Κασλάς πολεμούσε τους κατακτητές, επέστρεψαν με τη βοήθεια των συμμάχων στα πράγματα και τον έκριναν ως «ανεπαρκή». Το υπουργείο Στρατιωτικών ζήτησε από τον Κασλά να απολογηθεί και να αποκηρύξει τη δράση του στον ΕΛΑΣ. Δεν το έκανε. Δεν πρόδωσε τους νεκρούς στρατιώτες του. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας ο ταγματάρχης Δημήτρης Κασλάς υπάχθηκε στον β’ πίνακα των αξιωματικών, χαρακτηρισμένος ως «επικίνδυνος με υποψία ότι θα στελέχωνε τον ΔΣΕ». Ο δρόμος που έπρεπε να πάρει ήταν ένας: Εξορία.

Τον αποστράτευσαν «αυτεπαγγέλτως». Του ξήλωσαν τα γαλόνια. Ο Κασλάς ουδέποτε υπέγραψε δήλωση μετάνοιας. Έμεινε στην εξορία επί τρία χρόνια. Το 1948 αφέθηκε υπό περιοριστικούς όρους ελεύθερος.

Τρίκαλα, 1950 

Στην πλατεία Ρήγα Φεραίου της πόλης κυκλοφορούσε άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Δυο καλοντυμένοι θαμώνες του ιστορικού καφενείου «Πανελλήνιον», που απολάμβαναν τον καφέ τους, τον είδαν να περνά και δεν του έδωσαν σημασία. Μια παρέα νεαρών, όμως, σηκώθηκε από το τραπέζι της και λίγο έλειψε να πετάξει κάτω τους καφέδες και τα νερά. Έτρεξε προς τον άγνωστο άνδρα και του έκλεισε τον δρόμο.

«Κύριε ταγματάρχα, εσείς;» του είπε ο ψηλότερος της παρέας. «Κύριε ταγματάρχα μας, κύριε Κασλά, πολεμήσαμε μαζί στο ‘‘731’’» του είπαν οι τρεις φίλοι με μια φωνή και στάθηκαν προσοχή μπροστά του. «Μας σώσατε τη ζωή. Σας ευγνωμονούμε για όσα κάνατε για εμάς. Πάντα θα σας ευγνωμονούμε. Και εμείς και τα παιδιά μας».

Ένας αραμπάς πέρασε από δίπλα τους και έκαναν στην άκρη. Ο άγνωστος άνδρας, τους κοίταξε βαθιά και τους τρεις. Ήθελε να τους χαιρετίσει, να τους αγκαλιάσει. Δεν το έκανε. Σήκωσε τον γιακά από το παλτό του, και τους είπε ευγενικά: «Συγγνώμη, κύριοι, δεν καταλαβαίνω τι λέτε. Μάλλον με μπερδεύετε με κάποιον άλλον. Κάνετε κάποιο λάθος. Καλή σας ημέρα» και απομακρύνθηκε.

Ο άγνωστος με τον υψωμένο γιακά και το καπέλο, όταν έστριψε στην πρώτη γωνία που βρήκε μπροστά του, κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα. Έκλαψε βουβά, με αναφιλητά. Ύστερα σκούπισε τα δάκρυά του και συνέχισε τον δρόμο του. Ο άγνωστος άνδρας πέθανε το 1966. Τον πρόδωσε η καρδιά του στα 65 του χρόνια, όπως τον πρόδωσε η πατρίδα του…

Το 1985 ο Δημήτριος Κασλάς, μετά θάνατον, προήχθη σε ταξίαρχο.

Το φωτογραφικό υλικό είναι από το ψηφιακό αρχείο για τον Δημήτρη Κασλά, www.Kaslas.blogspot.gr 

Τσε Γκεβάρα

52 χρόνια από την δολοφονία του.

Του Νίκου Μπογιόπουλου
Πηγή: enikos.gr

Σήμερα συμπληρώνονται 48 χρόνια (σημείωση δική μας: το άρθρο είναι του 2015) από την αιχμαλωσία και την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, στις 8 προς 9 Οκτώβρη 1967, στη Βολιβία.

Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε να τον εκτελέσει ήταν ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν.

Ο Μάριο Τεράν, ο δολοφόνος του Τσε, το 2006 υποβλήθηκε σε εγχείρηση από Κουβανούς γιατρούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της «Επιχείρησης Θαύμα» και προσφέρουν – δωρεάν – τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο Τεράν έπασχε από καταρράκτη. Οι επεμβάσεις καταρράκτη δεν είναι και τόσο απλό πράγμα για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αμερική.

Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συμπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε  σε εφημερίδα της Βολιβίας ευχαριστήριο μήνυμα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του. Του δολοφόνου, δηλαδή, του (και) γιατρού Τσε Γκεβάρα…

«Θυμηθείτε αυτό το όνομα – Μάριο Τεράν – ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώνει, μπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύματός του»,

ήταν το ρεπορτάζ με το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφημερίδα «Γκράνμα» της Κούβας.

Λίγο πριν τη δολοφονία του, ο Τσε είχε στείλει στα παιδιά του ένα γράμμα:

«Αγαπημένα μου Ιλδίτα, Αλεϊδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο,

Αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράμμα, θα πει πως πια δεν είμαι ανάμεσά σας. Σχεδόν δε θα με θυμάστε πια και τα πιο μικρά θα μ’ έχουν ξεχάσει.

Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκεφτόταν, και που σίγουρα ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του (….).

Να μελετάτε πολύ, για να μπορέσετε να κυριαρχήσετε στην τεχνική, που θα σας επιτρέψει να κυριαρχήσετε στη φύση (…). Να ‘στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά μπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ’ οποιονδήποτε, σ’ οποιαδήποτε χώρα του κόσμου (…). Πάντα, παιδιά μου, θα ελπίζω να σας ξαναδώ.

Ένα μεγάλο και δυνατό φιλί απ’ τον Μπαμπά».

Δεν είδε ποτέ ξανά τα παιδιά του. Στις 8 προς 9 Οκτώβρη του 1967 ο κομαντάντε Τσε Γκεβάρα θα περνούσε στο πάνθεον των «αθανάτων» της Ιστορίας με διαβατήριο την πίστη του στις πεποιθήσεις του. Χτυπήθηκε από δυο σφαίρες στο σβέρκο. Πισώπλατα.

Οι δολοφόνοι του, αν και αιχμάλωτος, δεν είχαν το κουράγιο να τον κοιτούν στα μάτια ούτε καν τη στιγμή που τον εκτελούσαν.

Οι δολοφόνοι του μοίρασαν ανά την υφήλιο τη φωτογραφία του νεκρού Τσε πιστεύοντας ότι έτσι θα σφράγιζαν και θα έκλειναν τους λογαριασμούς τους μαζί του.

Έκαναν λάθος. Μια άλλη φωτογραφία ήταν εκείνη που έμελλε να μείνει στην Ιστορία.

«Υπήρξε από τους πιο οικείους, από τους πιο θαυμαστούς, από τους πιο αγαπητούς, και, δίχως αμφιβολία, ο πιο εξαίρετος από τους επαναστάτες συντρόφους μας (…).

Ξεχείλιζε από ένα βαθύ πνεύμα μίσους και περιφρόνησης προς τον ιμπεριαλισμό (…).

Ικανός αρχηγός, αυθεντία, δεξιοτέχνης του επαναστατικού πολέμου. Κι όμως, με τον ηρωικό και δοξασμένο θάνατό του, κάποιοι επιχειρούν να αρνηθούν την ισχύ ή την αξία των αντιλήψεων και των αντάρτικων ιδεών του. Μπορεί να πεθάνει ο δεξιοτέχνης, κύρια όταν η τέχνη του είναι τόσο επικίνδυνη όσο η επαναστατική πάλη, αλλά εκείνο που με κανέναν τρόπο δε θα πεθάνει είναι η τέχνη στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του και την ευφυΐα του (…).

Επέδρασε σημαντικά στη στάση του η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της ιστορίας δε σταματά, ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…).

Άνθρωποι σαν κι αυτόν είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν (…)».

Με αυτά τα λόγια αποχαιρετούσε ο Φιντέλ Κάστρο, στον επικήδειο που εκφώνησε στην Πλατεία της Επανάστασης, στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Τον Τσε.

Συχνά επανέρχεται το ερώτημα: Τι ήταν εκείνο που οδήγησε έναν από τους ηγέτες μιας από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα να προσφέρει τόσο αφειδώλευτα –  και κατά άλλους τόσο «απερίσκεπτα» και τόσο «τυχοδιωκτικά» – την ίδια του τη ζωή στο πεδίο των μαχών για την κοινωνική απελευθέρωση;

Στη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή επέδρασε σημαντικά αυτό που περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο. Η αντίληψη, δηλαδή «ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δεν σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…)».

Αυτός ήταν ο Τσε. Ασταμάτητος. Αλύγιστος. Παθιασμένος. Αμετανόητος. Τέτοιος ήταν ο Τσε και αυτός ήταν ο λόγος που συγκαταλέγεται σε εκείνους τους ελάχιστους που κατάφεραν να μετατρέψουν το θάνατό τους σε ένα τόσο στέρεο σκαλοπάτι για να ανυψωθεί το αίτημα για ζωή, για ανθρώπινη ζωή, ακόμη ψηλότερα.

Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δεν θα μπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του. Πόσο μάλλον να την εξοντώσουν.

Το έγκλημα, αντί να σβήσει τα ίχνη αυτού του ασθματικού γιατρού από την Αργεντινή, μετατράπηκε σε βαθιά, σε ζωογόνα και ελπιδοφόρα ανάσα για τους αδικημένους, για τους λαούς όλου του κόσμου.

Ό,τι  δεν κατάφεραν με τον Τσε  εκείνοι που τον δολοφόνησαν, νόμισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να τον μετατρέψουν σε μια ακίνδυνη στάμπα πάνω σε μπλουζάκια και «μοδάτα» αξεσουάρ.

Ούτε αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. Δεν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ: «Η ζωή του Τσε» – έλεγε ο Σαρτρ – «είναι η ιστορία του πληρέστερου ανθρώπου της εποχής μας».

Αυτή η «πλήρης Ιστορία», που ο Τσε την έγραψε και την διηγήθηκε με τη ζωή και το θάνατό του, είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Τσε συνεχίζει να ζει».

Όσοι προσπαθούν να εξαντλήσουν την εξήγηση αυτής της «αθανασίας», εστιάζοντας στην εικόνα του Τσε σαν «γητευτή των φοιτητικών ονείρων», ξεχνούν ότι ο Τσε των εργατών και των αγροτών, ο Τσε των ταπεινών και καταφρονεμένων, ο Τσε της νεολαίας, δε μας άφησε κληρονομιά μόνο το απίστευτο βλέμμα του.

Ένα βλέμμα που κοιτάζει μακριά αλλά στέρεα προς το φαινομενικά αδύνατο.

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Τσε και οι σύντροφοί του στην Κούβα έγιναν η απόδειξη της νίκης απέναντι στην καταπίεση, στη διαφθορά, στο φασισμό, στον ιμπεριαλισμό.

Δεν ήταν μόνο ότι ο Τσε αρνήθηκε μια «στρωμένη» και άνετη ζωή, πριν την κουβανέζικη επανάσταση, ότι δεν θαμπώθηκε από τις τιμές, τα πόστα, την αναγνώριση, μετά την επικράτηση της επανάστασης.

Στην περίπτωση του Τσε ο τίτλος του «συμβόλου» δεν του χαρίστηκε μετά θάνατον. Ήταν ένας τίτλος που ως καθοδηγητής και ως σύντροφος, ως οδηγός και ως κομαντάντε στην ανειρήνευτη πάλη του ενάντια σε αυτήν την αδικία, τον είχε κατακτήσει ήδη.

Ο Τσε ουδέποτε αισθάνθηκε ότι ήταν «άγιος», έστω κι αν είχε ήδη θεοποιηθεί από πολλούς ανθρώπους. Δεν άφησε ποτέ περιθώρια για «αγιοποίηση». Τελικά, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Που έκανε ό,τι πίστευε. Και πίστευε ό,τι έκανε.

«Δεν είμαι απελευθερωτής (libertador). Δεν υπάρχουν libertadores. Οι ίδιοι οι άνθρωποι απελευθερώθηκαν μόνοι τους», έλεγε ο Τσε.

Όλα αυτά μαζί συνθέτουν κομμάτια από τον «μύθο» του Τσε. Αλλά και πάλι δεν είναι αρκετά να εξηγήσουν το γιατί ο Τσε Γκεβάρα «ζει».

Γιατί, τελικά, εκείνο που στην πραγματικότητα κρατά «ζωντανό» τον Τσε είναι ότι παραμένουν τραγικά ζωντανά και δραματικά επίκαιρα όλα όσα τον «δημιούργησαν».

Ο πραγματικός λόγος που ο Τσε  παραμένει «ζωντανός» είναι ότι παραμένουν ζωντανά όλα όσα τον «γέννησαν».

Ο Τσε «ζει» γιατί, ως πολεμιστής και ως πολιτικός, ήταν ο κομαντάντε μιας υπόθεσης που και ως θεωρία και ως πράξη θα βρει την ολοκλήρωσή της, μόνο όταν καταργηθεί κάθε μορφής εκμετάλλευση.

Ο μαρξισμός και το κομμουνιστικό ιδεώδες είναι πλήρως εξαγνισμένο μέσα μου, έλεγε ο Τσε, προσθέτοντας με απόλυτη σαφήνεια:

«Δεν υπάρχει για μας κανείς άλλος ορισμός του σοσιαλισμού, πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο».

Ο Τσε θα παραμένει «ζωντανός» για όσο το βλέμμα του θα δείχνει ότι είναι ρεαλιστικό το όραμά του για έναν κόσμο ελεύθερο, δημοκρατικό, χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς καταπίεση.

«Αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, είσαι σύντροφός μου», έλεγε ο Τσε.

Για όσο στον κόσμο η αδικία θα εξακολουθεί το έργο της, όσο οι έννοιες «τιμή» και «αξιοπρέπεια» θα υπάρχουν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων,  ο Τσε θα είναι «ζωντανός».

Γιατί

«ο άνθρωπος  έλεγε ο Τσε – πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιμή».

78 χρόνια από την ίδρυση τού ΕΑΜ: Το ιδρυτικό κείμενο

Πηγή: alfavita.gr

Σαν σήμερα, 27 Σεπτέμβρη του 1941, συμπληρώνονται 78 χρόνια απο το εναρκτήριο σάλπισμα της εποποιίας της Εθνικής Αντίστασης

Aπ’ τους πρώτους μήνες της γερμανικής κατοχής, ο λαός ξεκίνησε την αντίστασή του ενάντια στον κατακτητή. Mέσα σε δύσκολες συνθήκες σκληρής καταπίεσης και με τον εφιάλτη της πείνας, δίνει το δικό του αγώνα, δημιουργεί το έπος της Eαμοελασίτικης Aντίστασης.

Oι πολιτικές διαβουλεύσεις που ξεκινούν το καλοκαίρι του 1941, καταλήγουν στις 27 Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς στην ίδρυση του EAM.

Tη νύχτα της 27 Σεπτέμβρη υπογράφηκε το ιδρυτικό του EAM. O εργαζόμενος λαός της χώρας, όλοι οι Έλληνες πατριώτες οργανωμένοι στο Eθνικό Aπελευθερωτικό Mέτωπο, άρχισαν την αδυσώπητη πάλη ενάντια στον χιτλερικό κατακτητή με ένοπλο φορέα της πάλης αυτής τον Eλληνικό Λαϊκό Aπελευθερωτικό Στρατό (EΛAΣ). Mια καινούργια σελίδα αρχίζει στη νεοελληνική ιστορία. Kάτω από την καθοδήγηση του EAM, με σπονδυλική του στήλη το KKE, ο λαός μας ανέπτυξε έναν σκληρότατο και πολυσήμαντο αγώνα για την κατάκτηση της λευτεριάς του.

Έγιναν μεγάλες αντιφασιστικές κινητοποιήσεις, δόθηκε η μάχη της επιβίωσης, τσακίστηκαν τα σχέδια του φασίστα κατακτητή για την πολιτική επιστράτευση. Tο EAM δημιούργησε το λαϊκό στρατό, τον EΛAΣ, και τη νεολαία του, την EΠON. Tο EAM έδωσε τη μάχη ενάντια στον κατακτητή σ’ όλα τα επίπεδα.

Tο EAM έκφρασε την παλλαϊκή θέληση να διώξει το φασίστα κατακτητή, να συντρίψει τους προδότες του εσωτερικού που συνεργάστηκαν μαζί του, να καθαρίσει την Eλλάδα από τα φασιστικά υπολείμματα της 4ης Aυγούστου και να δημιουργήσει ένα ελεύθερο δημοκρατικό κράτος, με το λαό αφέντη στον τόπο του.

Το Ιδρυτικό Κείμενο

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1941 υπογράφτηκε το ιδρυτικό του ΕΑΜ

1. Από τους αντιπροσώπους των κάτωθι υπογραφομένων κομμάτων ιδρύεται το Εθνικόν Απελευθερωτικόν Μέτωπο της Ελλάδας (ΕΑΜ).

Εις το ΕΑΜ γίνεται ισοτίμως δεκτόν και παν άλλο κόμμα ή οργάνωσις που δέχεται τας αρχάς του παρόντος Ιδρυτικού ώς και να εργασθή δια την επιτυχίαν των σκοπών του ΕΑΜ.
Προκειμένου να γίνει δεκτή εις το ΕΑΜ οιαδήποτε οργάνωσις, δεν εξετάζεται το παρελθόν ή αι αντιλήψεις των σχετικώς με την μελλοντικήν ανασυγκρότησιν της ελευθέρας και ανεξαρτήτου Ελλάδος, αλλά η πίστις των εις την ανάγκην του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνος, η τιμιότης των απέναντι αυτού και η αποδοχή των αρχών του ΕΑΜ που περιλαμβάνονται εις το παρόν Ιδρυτικόν.

2. Σκοπός του Εθνικού Μετώπου είναι:

α) Η απελευθέρωσις του Έθνους μας από τον σημερινόν ξένον ζυγόν και η απόκτησις της πλήρους ανεξαρτησίας της χώρας μας.

β) Ο σχηματισμός προσωρινής κυβερνήσεως του ΕΑΜ αμέσως μετά την εκδίωξιν των ξένων κατακτητών, μοναδικός σκοπός της οποίας θα είναι η προκήρυξις εκλογών δια συντακτικήν εθνοσυνέλευσιν, με βάσιν την αναλογικήν ίνα ο λαός αποφανθή κυριαρχικώς επί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του.

γ) Η κατοχύρωσις του κυριαρχικού τούτου δικαιώματος του Ελληνικού Λαού, όπως αποφανθή περί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του, από πάσαν αντιδραστικήν απόπειραν, ήτις θα τείνη να επιβάλη εις τον λαόν λύσεις αντιθέτους προς τας επιθυμίας του και η εκμηδένισις δι’ όλων των μέσων του ΕΑΜ και των οργάνων που το αποτελούν, πάσης τοιαύτης αποπείρας.

3. Δια την πραγματοποίησιν των ως άνω σκοπών του το ΕΑΜ θα ασχοληθή:

α) Με όλα τα ζητήματα που απασχολούν καθημερινώς τον Ελληνικόν Λαόν υπό τας συνθήκας της ξενικής κατοχής και με την καθοδήγησιν του αγώνος του Ελληνικού Λαού εις την διεκδίκησιν των πάσης φύσεως αιτημάτων του, καθώς και την αντιμετώπισιν της εις βάρος του ασκούμενης ληστείας από τους ξένους κατακτητάς.

β) Με την διατήρησιν ακμαίου του απελευθερωτικού πνεύματος του Ελληνικού Λαού.

γ) Με την συνεχή αποκάλυψην του ρόλου της σημερινής κυβερνήσεως των προδοτών ή κάθε άλλης αντιστοίχου εις το μέλλον.

δ) Με την εξασφάλισιν κατά το δυνατόν μιας συνεργασίας με τους άλλους λαούς, οι οποίοι αγωνίζονται κατά των δυνάμεων του Άξονος και του συντονισμού του αγώνος του Ελληνικού Λαού με τον αγώνα των άλλων ως άνω Λαών.

ε) Με την οργάνωσιν των λαϊκών δυνάμεων επί τη βάσει του εσωτερικού οργανισμού-κανονισμού, ο οποίος αποτελεί παράρτημα του παρόντος ιδρυτικού.

στ) Με την ενέργειαν εράνων, είσπραξιν συνδρομών κλπ. από τους Έλληνας πατριώτας προς τον σκοπόν να εξασφαλίση τα αναγκαία δια την διεξαγωγήν του θνικοαπελευθερωτικού αγώνος μέσα.

4. Τα υπογράφοντα το παρόν ιδρυτικόν κόμματα ή τα προσχωρούντα εις αυτό, αναλαμβάνουν να υποστηρίξουν δι’ όλων των δυνάμεων τον αγώνα του ΕΑΜ και την πραγματοποίησιν των σκοπών του.

5. Το ΕΑΜ χωρίς να παύση να τείνη εις το να συγκεντρώση πέριξ αυτού ολόκληρον τον Ελληνικόν Λαόν δια της συγκεντρώσεως εντός των κόλπων του όλων των οργανώσεων που εκπροσωπούν καθ’ οιονδήποτε τρόπον τμήματα του Ελληνικού Λαού, συγκροτείται επί τη βάσει των πλέον αυστηρών συνωμοτικών κανόνων. Τούτο σημαίνει:

α) Ότι τηρείται αυστηρώς μυστική η συμμετοχή των οιωνδήποτε κομμάτων ή οργανώσεων που το αποτελούν ή προσχωρούν εις αυτό.

β) Ότι τα πρόσωπα που αποτελούν την Κεντρικήν του Επιτροπήν, τας κατά τόπους επιτροπάς πόλεων, συνοικισμών, επαγγελμάτων, επιχειρήσεων κλπ. καθώς και τας ομάδας της βάσεως, δεν γίνονται εις ουδένα άλλον γνωστά, πλην των μελών τα οποία συμμετέχουν εις εκάστην Επιτροπήν.

γ) Ότι το ΕΑΜ διεξάγει συνεχώς και δια παντός μέσου αγώνα εναντίον πάσης παραβάσεως των συνωμοτικών κανόνων και λαμβάνει εκάστοτε τα επιβαλλόμενα μέτρα εναντίον εκείνων, οίτινες παραβιάζουν τα συνομωτικά μέτρα. Ούτω το ΕΑΜ παρουσιάζεται δημόσια και πάντοτε απρόσωπον και ως απλούς εκφραστής των Εθνικοαπελευθερωτικών επιδιώξεων και καθοδηγητής των αντιστοίχων αγώνων του Ελληνικού Λαού.

6. Εις ουδένα αντιπρόσωπον κόμματος ή οργανώσεως, με τον οποίον το ΕΑΜ διαπραγματεύεται την προσχώρησιν της οργανώσεώς του ίνα αντιπροσωπευθή εις το ΕΑΜ ανακοινούνται οτιδήποτε σχετικώς με τας οργανώσεις, κόμματα κλπ. άτινα μετέχουν εις το ΕΑΜ προ της ανακοινώσεως εκ μέρους του ως άνω αντιπροσώπου ότι η οργάνωσίς του προσχωρεί εις το ΕΑΜ και ότι αυτός δέχεται να συμμετάσχει εις το αντίστοιχον όργανον του ΕΑΜ δι’ ό προορίζεται.

7. Μεταξύ των κομμάτων και οργανώσεων αίτινες συνεργάζονται εις το ΕΑΜ διατηρείται δι’ όλον το διάστημα του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνος η μεγαλυτέρα αλληλοβοήθεια και αλληλοϋποστήριξις δια παν ζήτημα το οποίον σχετίζεται με τον γενικόν απελευθερωτικόν αγώνα και τον ειδικώτερον εθνικοαπελευθερωτικόν αγώνα κάθε χωριστού κόμματος. Επίσης και αι συνεργαζόμεναι ως άνω οργανώσεις χρησιμοποιούν τας αντιστοίχους επιρροάς των δια την άμβλυσιν κάθε μέτρου που στρέφεται κατά του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνος από τους εχθρούς του Έθνους, εντοπίους προδότας ή ξένους κατακτητάς.

Εν Αθήναις τη 28η Σεπτεμβρίου 1941
Δια το ΚΚΕ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Δια το ΣΚΕ ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ
Δια την ΕΛΔ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ
Δια το Αγρ. Κόμ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ

 

Tο αντάρτικο τραγούδι

Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τη ναζιστική κατοχή και την εθνική αντίσταση, το EAM-EΛAΣ. Kαι αρκετές φορές υπενθυμίζεται η πάλη του λαού μας ενάντια στο χιτλεροφασίστα κατακτητή. Όμως μια βασική πλευρά αυτού του αγώνα, που έχει να κάνει με τα τραγούδια του, χάνεται στη δίνη των πολιτιστικών υποπροϊόντων εδώ και αρκετά χρόνια. Kι αν μετά τον Iούλη του 1974 τα αντάρτικα τραγούδια ξανακούστηκαν (παλαιότερα η εκτελεσή τους σε δημόσιο χώρο συνιστούσε πολιτικό αδίκημα) σήμερα ακούγονται ελάχιστα. Έχει αποδειχθεί όμως πως η συλλογική μνήμη ενός λαού είναι ικανή να φυλάει τις πολιτιστικές του παραδόσεις για μεγάλα διαστήματα, ακόμη και για αιώνες ολόκληρους. Kαι βέβαια στην περίπτωση των τραγουδιών της αντίστασης δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με πολιτιστική κληρονομιά αλλά με ένα πολύτιμο πολιτικό και ιδεολογικό θησαυρό, που πρέπει ασφαλώς να διατηρηθεί.

Nα πώς περιγράφει παλιός αντάρτης έναν τρόπο με τον οποίο γίνονταν αυτά τα τραγούδια από τους ίδιους τους αντάρτες. «Mόλις μπαίναμε σε κάποιο χωριό, παρατασσόμασταν στην πλατεία, τραγουδούσαμε δυο τρία τραγούδια, κάναμε το ίδιο και όταν φεύγαμε. Eπίσης πολλές φορές τα βράδια οργανώναμε βραδιές ψυχαγωγίας, όπου τραγουδούσε η χορωδία μας ή παίζαμε διάφορα σκετς. Eκεί οι ίδιοι οι κάτοικοι, οι γριές, οι νέοι και οι νέες με λίγο ψωμί, κρασί κι ό,τι έβρισκαν, έτρεχαν για να δουν και να ακούσουν». Έτσι τα τραγούδια γίνονται κοινό κτήμα, περνώντας από στόμα σε στόμα, προσθέτοντας ή αφαιρώντας ο καθένας το δικό του.

Σε όλη τη διάρκεια της αντίστασης καμία δραστηριότητά της δεν έμεινε που να μην τραγουδήθηκε. Όλοι τραγουδούσαν για όλα, για το EAM, τον EΛAΣ, τον EΛAN, την Eθνική Aλληλεγγύη, το KKE, την OKNE, το Zαχαριάδη, το Γοργοπόταμο…

Aπ’ ό,τι φαίνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα, που στάθηκαν φρούρια του αγώνα, αυτά τα τραγούδια τραγουδιόντουσαν κρυφά αν και ορισμένα από αυτά τα τραγούδια, τα επώνυμα όπως λέγονται, γράφτηκαν εκεί, όπως «Στ’ άρματα στ’ άρματα» (Στίχοι N. Kαρβούνη, Mουσική Aσταπόγιαννου), ο ύμνος του EΛAΣ «Eμπρός EΛAΣ για την Eλλάδα (στίχοι Σοφίας Mαυροειδή-Παπαδάκη, Mουσική N. Tσάκωνα), το τραγούδι του EAM (στίχοι και μουσική του Bασίλη Pώτα) κ.λπ. Στις μεγάλες πόλεις λοιπόν τραγουδήθηκαν τα λεγόμενα συνθηματικά τραγούδια στα διάφορα «πάρτι» της εποχής, που οργανώνονταν από την EΠON και μάζευαν χρήματα για τον αγώνα. Στα τραγούδια του αγώνα πρέπει να λογαριάζονται και τα μοιρολόγια της Aντίστασης. Στον καιρό της κατοχής και του εμφύλιου στη Mάνη ειπώθηκαν μοιρολόγια που δεν υστερούσαν σε τίποτε από τα καλύτερα του είδους, όπως επίσης και σατυρικά τραγούδια των οποίων ένα μικρό μέρος διασώθηκε και περιγράφει το «βίο και την πολιτεία» των ταγματασφαλιτών. Γενικά ο λαός μας τραγούδησε τον αγώνα του από την αρχή ως το τέλος σε όλες του τις εκφάνσεις.Aκόμη και στη Mέση Aνατολή δημιουργήθηκαν τα Mεσανατολικά τραγούδια. Oι Mεσανατολίτες αγωνιστές που πήραν μέρος στο κίνημα της Mέσης Aνατολής, εγύρισαν από την έρημο, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, το «σύρμα», μαζί με τον ποιητή τους τον Φώτη Aγγουλέ και τα αντιστασιακά ποιήματά του όπως το «Στίγμα», η «Έρημος», «η Bαρσοβία».

Eκατοντάδες τελικά είναι τα τραγούδια που έχουν γραφτεί στις απελευθερωμένες περιοχές, στις συγκεντρώσεις, στην παρανομία, στη φυλακή, στη Mέση Aνατολή και τον Eμφύλιο.

Tο να εκφράζεται με το αντιστασιακό τραγούδι ο αγώνας για την ελευθερία ενός λαού είναι όπως φαίνεται μια άτεγκτη νομοτέλεια. O Bασίλης Pώτας, ιστορώντας τις ημέρες που το «θεατρικό σπουδαστήριο γύριζε στα ελεύθερα βουνά δίνοντας παραστάσεις» λέει: «Eκεί πολλά έγιναν, πολλά που έμοιαζαν με θάματα και ανάμεσα στα πολλά έκαμε και τέχνη το θάμα της. Mέσα στις σάλες των σχολείων, σε αυλές, σε αλώνια, σε περιστοιχισμένες μάνδρες, σε χοιροστάσια, μπροστά σε εκκλησίες είδαμε αυτοσχέδιους χορούς και ακούσαμε τραγούδια λαϊκά παλιότερα και συγκαιρινά…»

Όμως αυτό το αναπόσπαστο τμήμα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, τα αντάρτικα τραγούδια δεν ακούγονται πια. Πολλοί είναι οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτή την πραγματικότητα. Aπό τη μια η κυριαρχία της παγκόσμιας υποκουλτούρας και από την άλλη η κατάσταση του λαϊκού κινήματος επέδρασαν καταλυτικά έτσι ώστε αυτά τα τραγούδια να είναι μια γλυκιά ανάμνηση. Πού και πού, σε ορισμένες συντροφιές, σκόρπια ακούγονται με νοσταλγία. Παρ’ όλα αυτά το αντάρτικο τραγούδι θα επιζήσει παρά τις σκοπιμότητες, θα αναγεννηθεί και θα τραγουδιέται ξανά από τη νέα γενιά, από τις καινούργιες γενιές της αντίστασης, της αντίστασης στον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο. Δεν θα πάψουν ποτέ να αντηχούν μια συγκεκριμένη εποχή και να είναι φορείς λαϊκής μνήμης, να λειτουργούν σαν ντοκουμέντα και στοιχεία για τη μελέτη της εαμοελασίτικης αντίστασης και του εμφύλιου.

 

2 Σεπτέμβρη 1944: Το Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη – Ο ρόλος του διαβόητου ναζί εγκληματία Φριτς Σούμπερτ (Πέτρου Κωνσταντινίδη)

Υπόλογοι του εγκλήματος είναι τόσο οι Γερμανοί, όσο και οι Βρετανοί και ο «ανθός της εθνικοφροσύνης», οι «έντιμοι» συμπολίτες μας, που χρηματοδότησαν εκκολάψανε και καθοδήγησαν τα Τάγματα Ασφαλείας.

Πηγή: katiousa.gr

Στις 2 του Σεπτέμβρη 1944 δυο δεκαοχτάχρονοι μαχητές του ΕΛΑΣ, ο Γιώργος Φαρσακίδης και ο Σταύρος Δήμου (Σταύρακας), κατόπιν εντολής του καπετάν Χορτιάτη, στήνουν ενέδρα στο Ρωμαϊκό Υδραγωγείο του Χορτιάτη και χτυπάνε ένα γερμανικό αυτοκίνητο.

Ο οδηγός του αυτοκινήτου τραυματίζεται βαριά, όμως οι άλλοι δύο Γερμανοί, ύστερα από ανταλλαγή πυρών, καταφέρνουν να διαφύγουν. Τα δυο ανατρτόπουλα στέλνουν τον τραυματία για περίθαλψη και καίνε το αυτοκίνητο.

Το χτύπημα του αναγνωριστικού αυτοκινήτου αποδείχτηκε σωτήριο για εκατοντάδες κατοίκους του Χορτιάτη οι οποίοι, υπακούοντας στις προτροπές της οργάνωσης, κατάφεραν να διαφύγουν. Τα πάνω από 145 άτομα, κυρίως γυναικόπαιδα, δίνοντας πίστη στα λόγια του ιερέα και του προέδρου του χωριού, που διατηρούσαν «καλές σχέσεις» με τους Γερμανούς, σφαγιάστηκαν η κάηκαν ζωντανά.

Ο διαβόητος ναζί εγκληματίας Φριτς  Σούμπερτ* έχει επιστρέψει από την Κρήτη στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης στις 31 του Αυγούστου, για να πρωτοστατήσει στις 2 του Σεπτέμβρη στις σφαγές του Χορτιάτη. Εκτός από τους 80 περίπου ‘Ελληνες εθελοντές «Σουμπερταίους», που θα κάνουν τις εκτελέσεις, σαν φρουρά θα συμμετάσχουν περίπου και 400 Γερμανοί. Τη μέρα εκείνη, 145 γυναικόπαιδα, από δυόμισι μηνών μωρά μέχρι 81 ετών, κάηκαν ζωντανά, πυροβολήθηκαν, σφαγιάστηκαν, διαμελίστηκαν. Κοντά 300 σπίτια λεηλατήθηκαν και μετά πυρπολήθηκαν.

Το χωριό περικυκλώθηκε και όλοι οι κάτοικοι διατάχθηκαν να συγκεντρωθούν στην κεντρική πλατεία και στο καφενείο του προέδρου X. Μπαμπάτσιου, που προσπαθούσε να εξηγήσει στους Γερμανούς ότι «…το χωριό του είχε προσφέρει βοήθεια στο παρελθόν και στους Γερμανούς και στα ελληνικά τάγματα…»

Περισσότερα από 80 γυναικόπαιδα, την ώρα που οδηγούνταν από το καφενείο στον φούρνο του Στ. Γκουραμάνη για να καούν ζωντανά, μαζί με την εξαμελή οικογένεια του ιδιοκτήτη του φούρνου, τα «ψυχαγωγούσε» ένας «Σουμπερταίος» παίζοντας στο βιολί του έναν εύθυμο σκοπό. Ο Σούμπερτ ουρλιάζοντας διέταξε τους φρουρούς να πυροβολούν όποιον θα τόλμαγε να ξεφύγει. Ένας ταγματασφαλίτης άρπαξε το μωρό της Δ. Γιαννούδη, το κομμάτιασε χτυπώντας το πάνω στον βράχο και στη συνέχεια σκότωσε τη μάνα. «Βιασμούς μετά φόνων» διέπραξαν και άλλοι στο σώμα του Σούμπερτ.

Ο ίδιος ο Σούμπερτ «ηνάγκασε εις ασέλγειαν την Μαρίαν Γιαννακούδη, μεταχειριζόμενος σωματικήν βίαν κατ’ αυτής και μετά την εφόνευσε…»

Η Ελληνική Επίσημη Ιστοριογραφία ελάχιστα έχει ασχοληθεί με την πυρπόληση του Χορτιάτη. Και το βολικό παραμύθι για τους «κακούς αντάρτες» και τα γερμανικά αντίποινα για τον φόνο ενός ανύπαρκτου Γερμανού γιατρού(!), είχε για χρόνια παραπληροφορήσει τον κόσμο.

Το ολοκαύτωμα, σαν συμβάν, απουσιάζει παντελώς τόσο από τα, κατά τα άλλα σχολαστικά στην καταγραφή, γερμανικά, όσο και τα βρετανικά αρχεία. Κι αναρωτιέται κανείς, συγκαλύπτοντας άραγε ποιους μεγαλόσχημους συνεργούς εγκλημάτων πολέμου, ποιες πολιτικές ατιμίες και προδοσίες, έχει διαγραφεί αυτή η σελίδα;

Τον Αύγουστο του 1944, κατά μαρτυρία ανώτατων Γερμανών αξιωματούχων, όπως του Γκέμπελς, (που μετείχε κι ο ίδιος) του Φον Όβεν, του Γιόντλ και του Σπέερ, κλείστηκε μεταξύ Βρετανών και Γερμανών μια μυστική «Συμφωνία Κυρίων» που προέβλεπε την ανενόχλητη, από τους Βρετανούς, αποχώρηση από την Ελλάδα των Γερμανικών στρατευμάτων. Σε αντάλλαγμα οι Γερμανοί, με την βοήθεια των γερμανοεξοπλισμένων Ταγμάτων Ασφαλείας, εξουδετερώνοντας το Εαμικό Κίνημα, θα παραχωρούσαν τη Θεσσαλονίκη στους Άγγλους.

Μετά το τέλος του πολέμου η Επαίσχυντη Συμφωνία, που πρόδιδε τον κοινό Συμμαχικό αγώνα, δημοσιοποιήθηκε από τους Γερμανούς, αλλά όπως ήταν επόμενο, σαν πράξη πολιτικής ατιμίας, παραμένει από τους Βρετανούς μέχρι σήμερα «εν κρυπτώ».

* Ο Φρίτς Σούμπερτ (ή Πέτρος Κωνσταντινίδης), τον Σεπτέμβριο του 1943, στην Κρήτη, συγκροτεί (κυρίως από επιλεγμένα από τις φυλακές εγκληματικά στοιχεία) απόσπασμα. Οι «Σσυμπερταίοι» φορούν γερμανικές στολές και στο ενεργητικό τους, μόνον από τον Αύγουστο μέχρι το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, καταγράφονται 200 εκτελέσεις αμάχων. Το δυνάμωμα του ΕΑΜικού απελευθερωτικού κινήματος είχε οδηγήσει τους Γερμανούς στην αποδοχή οποιασδήποτε βοήθειας των εξοπλισμένων τμημάτων, των οποίων η φήμη δεν οφειλόταν στη στρατιωτική τους αξιοσύνη, αλλά στις ικανότητες του σφαγέα.

(Κείμενο από και βασισμένο στο βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη “Μια επαίσχυντη συμφωνία και το ολοκαύτωμα του Χορτιάτη”, Θεσσαλονίκη, 2011)

Συμπεράσματα και διαπιστώσεις

Πάνω από μισό αιώνα μετά το Ολοκαύτωμα, με βάση και τα καινούργια στοιχεία, μπορούμε να συμπεράνουμε με αρκετή σιγουριά αυτά που συνέβησαν.

Τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν στο έγκλημα του ολοκαυτώματος δεν θα μπορούσαν να γίνουν κατανοητά, όσο έπρεπε, αν δεν υπήρχε ένας συσχετισμός με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Μετά την αποκάλυψη της Αγγλογερμανικής Συμφωνίας για την εξουδετέρωση της ΕΑΜικής παρουσίας και την μεταβίβαση της Γερμανικής Κατοχικής εξουσίας στους Βρετανούς, γίνεται φανερός ο λόγος για τον οποίον ο πρωτομάχος Χορτιάτης έπρεπε να πάψει να αποτελεί απειλή.

Με τη δημοσιοποίηση της «Συμφωνίας Κυριών» των Άγγλων με τους Ναζί, γίνονται φανερά και τα κίνητρα της όλης προσπάθειας να συσκοτισθούν και να αποσιωπηθούν οι πραγματικοί λόγοι που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα, αλλά και να μην αποκαλυφθούν οι υψηλά ιστάμενοι δωσίλογοι αυτουργοί του εγκλήματος.

Από τα γερμανικά αρχεία έχουν γίνει γνωστά τα στοιχεία της προειλημμένης απόφασης για την καταστροφή του χωριού. Έχει γίνει γνωστή και η διαφοροποίηση, μέσα στον Αύγουστο 1944, της μορφής των αντίποινων που οδήγησαν στη γενίκευση της σφαγής (Κάτι που φυσικά δεν το γνώριζαν ο ιερέας και ο πρόεδρος του Χορτιάτη).

Σήμερα ξέρουμε ότι η φρουρά των 400 Γερμανών που συμμετείχαν, μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στο Ασβεστοχώρι από την προηγούμενη μέρα ή το πρωινό της ίδιας ημέρας. Πως το γερμανικό αυτοκίνητο που χτυπήσαμε μια ώρα περίπου προτού κινήσει η φάλαγγα, δεν ήταν παρά το αναγνωριστικό-προπομπός όπως γίνεται πάντα.

Όσο για τους δυο Γερμανούς πιθανόν τραυματίες που είχαν ξεφύγει, κρίνοντας την απόσταση των εφτά χιλιομέτρων, δεν θα είχαν καν προλάβει να φτάσουν στο Ασβεστοχώρι, προτού αρχίσει να κατεβαίνει η φάλαγγα των αυτοκινήτων.

«…Τα δε γερμανικά τμήματα μετά την επιδρομή», όπως μας πληροφορούν τα αρχεία, «επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη…»

Μετά τη δημοσίευση των αρχείων του καπετάν Χορτιάτη, έγινε μπορετό να εντοπιστεί, σε σημαντικό βαθμό, η πηγή της παραπληροφόρησης για τον κατά φαντασία «Γερμανό γιατρό», τα αντίποινα και το μπέρδεμα ανάμεσα στις δύο διαφορετικές ενέδρες, που στήθηκαν με διαφορά μιας ώρας στο ίδιο σημείο.

Η τραγωδία του Χορτιάτη υπήρξε ένα από τα επακόλουθα μιας Επαίσχυντης Συμφωνίας. Υπόλογοι του εγκλήματος είναι τόσο οι Γερμανοί, όσο και οι Βρετανοί και ο «ανθός της εθνικοφροσύνης», οι «έντιμοι» συμπολίτες μας, που χρηματοδότησαν εκκολάψανε και καθοδήγησαν τα Τάγματα Ασφαλείας.

(Γιώργος Φαρσακίδης, “Μια επαίσχυντη συμφωνία και το ολοκαύτωμα του Χορτιάτη”, Θεσσαλονίκη, 2011)

Η ματωμένη απεργία του Αυγούστου του 1923

Στις 23 Αυγούστου του 1923 στρατός και αστυνομία
επιτίθενται σε συγκεντρωμένους απεργούς στο Πασαλιμάνι.
11 εργάτες νεκροί, 100 τραυματίες, περίπου 500 συλλήψεις.

Πηγή: inred.gr

Ιούνιος του 1923. Στην εξουσία βρίσκεται η λεγόμενη «Επαναστατική Κυβέρνησις», των Πλαστήρα, Γονατά, με πρωθυπουργό τον Στυλιανό Γονατά. Στην πράξη πρόκειται για μια στρατιωτική κυβέρνηση, η οποία παρά τις όποιες διακηρύξεις της περί προοδευτισμού, αστικού εκσυγχρονισμού του τόπου και αριστεροσύνης, δεν έπαυε να ήταν μια κοινή στρατιωτική χούντα, με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός καπιταλιστικού κράτους «έκτακτης ανάγκης».

Ένα ιδιαίτερο γνώρισμα του συγκεκριμένου κυβερνητικού σώματος είναι ότι για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία απουσιάζουν παντελώς τα προσχήματα περί ταξικής ουδετερότητας του κράτους. Ταυτίζονται ανοικτά και απροκάλυπτα το αστικό κράτος με τα εργοδοτικά συμφέροντα, το αστικό κράτος με την αστική τάξη. Υπουργός Οικονομικών της «Επανάστασης», καθώς και υπεύθυνος για ζητήματα εργατικής πολιτικής, ήταν ο συνειδητοποιημένος για τα συμφέροντα της τάξης του, ο μεγαλοβιομήχανος Ανδρέας Χατζηκυριάκος. Ένας άνθρωπος, που ήταν φανατικά εχθρός κάθε συνδικαλιστικής και πολιτικής δραστηριότητας των εργαζομένων.

Οι διαχρονικές και πάντα ίδιες μεγαλοστομίες περί πατριωτικού καθήκοντος, οι φανφαρονισμοί περί της εθνικής προσπάθειας για την οικονομική ανόρθωση του τόπου μετά τα κατακλυσμιαία γεγονότα που ακολούθησαν την περιπέτεια του ελληνικού κράτους στην Μικρά Ασία, απλά έκρυβαν την βασική επιδίωξη των καπιταλιστών: Την αύξηση της κερδοφορίας τους.

Η ύπαρξη στην ελληνική επικράτεια δεκάδων χιλιάδων εξαθλιωμένων προσφύγων έδινε από την αρχή στην ελληνική αστική τάξη ένα σημαντικό πλεονέκτημα, προκειμένου να ξεκινήσει μια γιγάντια επίθεση ενάντια στο προλεταριάτο. Οι χιλιάδες άστεγοι, ενδεείς και εξαντλημένοι πρόσφυγες, θα προσέφεραν μια μοναδική ευκαιρία στους καπιταλιστές, στο να μειώσουν το κόστος εργασίας και να πάρουν πίσω τις αυξήσεις των ημερομισθίων που έδωσαν στους Ελλαδίτες εργάτες μετά την πρώτη επιτυχημένη πανελλαδική απεργία της ΓΣΕΕ πριν από τέσσερα χρόνια.

Η αφορμή δεν θα αργήσει να δοθεί. Μετά από κάποια κερδοσκοπικά παιχνίδια στα χρηματιστήρια του εξωτερικού, η συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής με την αγγλική λίρα άλλαξε, με μεγάλη άνοδο της δραχμής. Οι συνέπειες αυτής της αλλαγής είναι ευνόητες. Τα ελληνικά προϊόντα γίνονταν ακριβότερα και λιγότερο ανταγωνιστικά στο εξωτερικό, δημιουργώντας προβλήματα στην κερδοφορία της ελληνικής βιομηχανίας.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν αυτήν την συναλλαγματική μεταβολή, δεν είναι δύσκολο να τα μαντέψει κανείς. Είναι πάντα ίδια: Η πατρίδα κινδυνεύει, όταν υπάρχει πιθανότητα μείωση των κερδών της μπουρζουαζίας.

Με έναν εκπληκτικά παρόμοιο με τις ημέρες που ζούμε τρόπο, ξεκίνησε μια απίστευτη εκστρατεία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης με πρωτοπόρο τον αστικό τύπο της εποχής. Φόβοι για επικείμενη ανεπανόρθωτη καταστροφή και για ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας εκδηλώθηκαν. Πανικός για μελλοντική και μη αναστρέψιμη ύφεση της οικονομίας μας. Δημοσιογράφοι, οικονομικοί αναλυτές, κυβερνητικά στελέχη, τυχάρπαστοι διανοούμενοι που υπηρετούσαν τους βιομηχάνους, επιστρατεύθηκαν για την αντιμετώπιση του νέου εθνικού κινδύνου.

Αναλύσεις, μελέτες, πορίσματα, διαβήματα προς τον βιομήχανο υπουργό της Οικονομίας, συσκέψεις ατελείωτες, κατέληγαν όλα σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα, σε μια μόνο «επώδυνη», αλλά αποτελεσματική λύση «προκειμένου να σωθεί η πατρίδα» :

Το εργατικό κόστος πρέπει να μειωθεί ώστε να φτηνύνουν τα εξαγώγιμα προϊόντα. Έπρεπε να γίνουν δραματικές, γενναίες περικοπές των ημερομισθίων ώστε να ξαναγίνουμε ανταγωνιστικοί, για να ξαναβρούμε την χαμένη μας κερδοφορία. Οι εργάτες, έπρεπε να θυσιαστούν, να στερηθούν, να πεινάσουν ακόμα, ώστε να σωθεί το Έθνος !!!

Οι καπιταλιστές θεωρούν ότι η ύπαρξη χιλιάδων εξαθλιωμένων προσφύγων θα δώσει το πλεονέκτημα να ξεκινήσουν σφοδρή επίθεση ενάντια στο προλεταριάτο για να μειώσουν ως και 50% το μεροκάματο, να πάρουν πίσω τις αυξήσεις των ημερομισθίων που κατέκτησαν οι εργάτες 4 χρόνια πριν, μετά την πρώτη επιτυχημένη πανελλαδική απεργία της ΓΣΕΕ. Πρόσχημα, η «ανταγωνιστικότητα».

Το μεροκάματο μπορούσε να πέσει 30%, 40%, γιατί όχι και 50% ! Αν οι εργάτες αντιδρούσαν, μπορούσαν να φύγουν από τα εργοστάσια. Δυνατότητες αντικατάστασής τους υπήρχαν και μάλιστα απεριόριστες. Να είναι καλά οι πρόσφυγες.

Αρχές Ιούνη του 1923: Πολλές επιχειρήσεις κλείνουν εκβιάζοντας μείωση ημερομισθίων, ενώ συνεχίζονται οι μαζικές απολύσεις. Οι σιδηροβιομήχανοι μειώνουν τα μεροκάματα κατά 30%.

9 Ιούνη: Πραγματοποιείται κοινή σύσκεψη ΓΣΕΕ και Εργατικού Κέντρου Πειραιά. Αποφασίζεται ότι καταρχήν μπορεί να γίνει δεκτή η μείωση των ημερομισθίων, αλλά με τον όρο το κράτος να μειώσει τις τιμές των ειδών μονοπωλίου και του ψωμιού.

21 Ιούνη: Συνέρχεται κοινή επιτροπή εργαζομένων και κράτους για το ζήτημα της ανεργίας. Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης ζητούν μείωση των ημερομισθίων 25-30%. Οι ναυτεργάτες δηλώνουν πως δεν αποδέχονται τέτοια μείωση και προειδοποιούν με απεργιακούς αγώνες. Η κυβέρνηση τους απειλεί με επιστράτευση.

Αρχές Ιούλη: Γίνεται απεργία από τους εργάτες Λαυρίου με αιτήματα το 8ωρο και την αύξηση των ημερομισθίων.

4 Ιούλη: Αναστέλλεται η ισχύς του νόμου 2112 που απαγορεύει τις μαζικές απολύσεις.

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ

9 Αυγούστου: Οι μυλεργάτες του Πειραιά πυροδοτούν τη γενική απεργία απαιτώντας από τους αλευροβιομήχανους: Να μην ισχύσει η μείωση 35% στα εισοδήματά τους. Να πληρωθούν τα περικομμένα ημερομίσθια. Να επαναπροσληφθούν οι απολυμένοι συνάδελφοί τους. Να αποζημιωθούν οι τυχόν μη επανερχόμενοι.

Η απεργία επεκτείνεται. Ομοσπονδία και Σωματεία επισιτισμού στις υπόλοιπες πόλεις προχωρούν σε απεργία. Το Εργατικό Κέντρο Πειραιά και η ΓΣΕΕ καλούν σε υλική συμπαράσταση στους απεργούς.

17 Αυγούστου: Οι ναυτεργάτες παίρνουν τη σκυτάλη της απεργίας. Το λιμάνι παραλύει. Είκοσι πλοία δεν καταφέρνουν να αποπλεύσουν. Το απόγευμα, οι φορτοεκφορτωτές μπαίνουν στην απεργία.

18 Αυγούστου. Η απεργία από πόλη σε πόλη έχει αρχίσει ν’ απλώνει σ’ όλη την Ελλάδα.

19 Αυγούστου, Κυριακή: Στην Αθήνα γίνεται πανεφεδρική συγκέντρωση στο θέατρο «Αλάμπρα». Παντού στους δρόμους κυκλοφορούν ομάδες αστυνομικών. Οι περίπολοι στον Πειραιά πιάνουν ναυτεργάτες και τους μεταφέρουν με τη βία στα πλοία.

19 Αυγούστου: Συλλαμβάνονται μέλη της διοίκησης της Ναυτεργατικής Ομοσπονδίας. Μετά από αυτή την κατάσταση η διοίκηση του Εργατικού Κέντρου Πειραιά αποφασίζει πανεργατική απεργία. Η τελική, όμως, απόφαση θα εξαρτηθεί από τη ΓΣΕΕ.

 20 Αυγούστου: Απεργούν ηλεκτροτεχνίτες, σιδηροδρομικοί του ηλεκτρικού, τροχιοδρομικοί, καπνεργάτες, εργάτες Τύπου, εργάτες του Τελωνείου. Η κυβέρνηση καλεί απεργοσπάστες απ’ το στρατό και την αστυνομία. Ολα τα αστυνομικά τμήματα και οι φυλακές γεμίζουν με απεργούς. Περίπολοι του Πολεμικού Ναυτικού συλλαμβάνουν περίπου 200 ναυτοθερμαστές για να τους βάλουν να δουλέψουν υποχρεωτικά. Τα πληρώματα πλοίων με ξένη σημαία που καταπλέουν στον Πειραιά δηλώνουν την υποστήριξή τους στην απεργία.

Την ίδια μέρα η κυβέρνηση αποφασίζει τη διάλυση των αναγνωρισμένων εργατικών σωματείων!

Η ΓΣΕΕ δηλώνει ότι επεκτείνει τις απεργίες σ’ ολόκληρη τη χώρα, ενώ στον Πειραιά πραγματοποιείται σύσκεψη του Εργατικού Κέντρου Πειραιά, της Ναυτικής Ομοσπονδίας και των Ομοσπονδιών Σιδηροδρομικών, Ηλεκτροκινήσεως, Επισιτισμού και της ΓΣΕΕ.

Τα κύρια αιτήματα της απεργίας είναι: Σταθεροποίηση των ημερομισθίων με βάση τον τιμάριθμο. Μέτρα κατά της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας. Απόλυση κρατούμενων απεργών. Κατάργηση της λογοκρισίας επί των εργατικών ζητημάτων. Απαγόρευση της εξαγωγής ανεπεξέργαστων καπνών και άλλα. Απ’ όλη την Ελλάδα φτάνουν τηλεγραφήματα για συμμετοχή στην απεργία της ΓΣΕΕ.

21 Αυγούστου: Εφημερίδες δεν βγαίνουν. Σε επιτροπή εργατών ο Πλαστήρας δηλώνει πως δε δέχεται συζήτηση με απεργούς. Ο Πειραιάς μπλοκάρεται με στρατό και μηχανοκίνητα. Τα αρχεία των εργατικών σωματείων κατάσχονται. Ομάδες εργατών κυνηγιούνται στους δρόμους των συνοικιών του Πειραιά απ’ τις αστυνομικές περιπόλους. Σκορπάνε και ξανασμίγουν σε μικρότερες ομάδες, προσπαθώντας να συγκεντρωθούν στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου. Οι ναυτεργάτες έχουν ορίσει συγκέντρωση στα γραφεία της Ναυτικής Ομοσπονδίας. Αποσπάσματα του Α΄ Σώματος Στρατού παίρνουν θέσεις μάχης. Βγαίνουν στους δρόμους τανκς. Αντλίες νερού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας πιάνουν δουλειά σε βάρος των εργατών. Κάπου ακούγεται να κροταλίζει ένα πολυβόλο.

22 Αυγούστου: Οι απεργοί σπάζουν τις στρατιωτικές ζώνες και ξεχύνονται στο Πασαλιμάνι. «Κάτω η κυβέρνηση των εργοδοτών!», «Αφοπλίστε τους τρομοκράτες!» Σφυρίζουν οι σφαίρες ανάμεσα στους εργάτες. Σκοτώνονται τρεις.

 23 Αυγούστου: Στην πλατεία Πασαλιμανιού πραγματοποιείται μεγάλη πανεργατική συγκέντρωση από τη ΓΣΕΕ και το ΕΚ Πειραιά. Η κυβέρνηση, έντρομη, δίνει εντολή να χτυπηθούν οι απεργοί. Στρατός και αστυνομία επιτίθενται με σφοδρότητα στους συγκεντρωμένους.
Απολογισμός: 11 εργάτες νεκροί, 100 τραυματίες, περίπου 500 συλληφθέντες.

Τα κείμενα αντλήθηκαν από:

http://metwpoistorias.blogspot.gr/2010/07/1923.html

http://www.rizospastis.gr/story.do?id=7582903

http://ngnm.vrahokipos.net/index.php/

23 Αυγούστου 1942: Η Μάχη του Στάλινγκραντ.

Η μάχη που σήμανε την ήττα του φασισμού στην Ευρώπη.

StalingradEXAMINERONLY_large

Πηγή: Iskra.gr

Στις 23 Αυγούστου 1942 η μάχη του Στάλινγκραντ περνάει στην πιο αποφασιστική της φάση. Στρατηγικά μπορούμε να πούμε ότι η μάχη του Στάλινγκραντ άρχισε στις 17 Ιούλη 1942, όταν εκδηλώθηκε η πρώτη επίθεση των ναζιστικών στρατευμάτων με στόχο την κατάληψη της πόλης. Στο πρώτο στάδιό της (17 Ιούλη έως 18 Νοέμβρη 1942) είχε αμυντικά χαρακτηριστικά, ενώ στο δεύτερο στάδιο (19 Νοέμβρη 1942 – 2 Φλεβάρη 1943) πήρε επιθετικό χαρακτήρα και κατέληξε στη συντριβή των Γερμανών.

Ωστόσο, η 23η Αυγούστου 1942 θεωρείται ημερομηνία ορόσημο για τη μάχη του Στάλινγκραντ, γιατί από τη μέρα εκείνη η μάχη μεταφέρεται στα προάστια και αργότερα στις συνοικίες της πόλης. Συγκεκριμένα, στις 23 Αυγούστου 1942 το 14ο γερμανικό σώμα τεθωρακισμένων, αφού διέσπασε την αμυντική γραμμή του Στάλινγκραντ, έφτασε στο Βερτιάτσι.

Η μάχη του Στάλινγκραντ τελείωσε στις 2 Φλεβάρη 1943 με την παράδοση των κυκλωμένων γερμανικών στρατευμάτων. Στη διάρκεια της σοβιετικής αντεπίθεσης καταστράφηκαν δυο γερμανικές, μια ιταλική και δύο ρουμανικές στρατιές. Εξοντώθηκαν ολοκληρωτικά 32 γερμανικές μεραρχίες και 3 ταξιαρχίες, άλλες 16 μεραρχίες έχασαν το 50-75% της δύναμής τους και έπαψαν να είναι αξιόμαχες. Οι απώλειες των Γερμανών στη διάρκεια αυτής της μάχης ανήλθαν σε περισσότερους από 800 χιλιάδες άνδρες, 2 χιλιάδες άρματα μάχης και θωρακισμένα πυροβόλα, πάνω από 10 χιλ. πυροβόλα και όλμους, 3 χιλιάδες μαχητικά και μεταγωγικά αεροπλάνα και 70 χιλιάδες αυτοκίνητα. Στην περίοδο 17 Ιούλη 1942 έως 2 Φλεβάρη 1943 οι στρατοί του φασιστικού συνασπισμού έχασαν το 25% της δύναμης που είχαν παρατάξει στο γερμανοσοβιετικό μέτωπο.

Η συντριβή των Γερμανών στον Βόλγα σήμαινε την αρχή της αποφασιστικής στροφής στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο και σε όλο το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Άρχιζε πια η εκδίωξη των εισβολέων από το σοβιετικό έδαφος και η απελευθέρωση της Ευρώπης από το ναζιστικό ζυγό. Μετά τη μάχη του Στάλινγκραντ ο σοβιετικός στρατός αποσπά τη στρατηγική πρωτοβουλία και δεν την αφήνει μέχρι την οριστική συντριβή της ναζιστικής Γερμανίας.

Ο ηρωικός αγώνας των κατοίκων του Στάλινγκραντ και του σοβιετικού στρατού απέσπασαν το παγκόσμιο θαυμασμό. Τόσο η βρετανική, όσο και η αμερικάνικη ηγεσία αναγνώρισαν με τον πιο επίσημο τρόπο τον καθοριστικής σημασίας αγώνα των υπερασπιστών του Στάλινγκραντ για την τελική έκβαση του πολέμου.

23 Αυγούστου 1927: Η δολοφονία των Σάκο και Βαντσέτι.

«Ένοχοι, γιατί είναι… εχθροί των θεσμών».

Εκτέλεση για φρονηματισμό των εργατών.

4159_1_0

Πηγή: imerodromos.gr

Τη διετία 1919-1920, η αστική τάξη των ΗΠΑ και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι αντιμετωπίζουν με πανικό τις επαναστατικές εξελίξεις σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αλλά και την ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην ίδια τους τη χώρα. Αυτός ο πανικός εκδηλώνεται με διάφορες μορφές και πάντα με μεγάλη σκληρότητα. Ο αντισοβιετισμός και ο αντικομμουνισμός αγγίζουν τα όρια της υστερίας. Το να υψώνεις σε μια συγκέντρωση κόκκινη σημαία, θεωρείται έγκλημα. Ύποπτοι θεωρούνται ακόμη και όσοι φορούν κόκκινη γραβάτα, αφού έτσι μπορεί να υποδηλώνουν την πολιτική τους τοποθέτηση.

Το εργατικό κίνημα υπό διωγμό

Χιλιάδες κομμουνιστές και προοδευτικοί πολίτες ξυλοκοπούνται, φυλακίζονται, εκτοπίζονται. Εν τω μεταξύ συστηματικά αναπτύσσεται η προπαγάνδα κατά των νεοφερμένων μεταναστών. Η αστυνομία και οι υπόλοιπες υπηρεσίες ασφαλείας θεωρούν αυτούς τους μετανάστες, κυρίως από τις ευρωπαϊκές χώρες, ως τους κύριους υπεύθυνους για τη ραγδαία διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών στην εργατική τάξη των ΗΠΑ. Οι ιθύνοντες κύκλοι πιστεύουν ότι οι μετανάστες είναι το «εύκολο θύμα», γιατί δεν τους αποδίδουν μόνον τις «ανατρεπτικές ενέργειες» (έτσι ονόμαζαν τις απεργίες), αλλά και γιατί πιστεύουν ότι μπορούν να στρέψουν τους άλλους εργαζόμενους εναντίον των μεταναστών, με το επιχείρημα ότι αυτοί ευθύνονται για την ανεργία και την οικονομική κρίση που πλήττει αυτήν την περίοδο τις ΗΠΑ.

Το «έγκλημα» και η «κατηγορία»

Το 1920 συλλαμβάνονται δύο από τους γνωστότερους ηγέτες του εργατικού κινήματος, οι Ιταλοί εργάτες Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι . Το «έγκλημά» τους ήταν ότι πρωτοστάτησαν στις απεργιακές κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου και ήσαν πρωτοπόροι οργανωτές των εργατικών συνδικάτων, μακριά, μάλιστα, από την οπορτουνιστική γραμμή που κυριαρχούσε τότε στη συνδικαλιστική ηγεσία.

Όμως, η επίσημη κατηγορία που τους απαγγέλλεται δεν έχει καμιά σχέση με τις συνδικαλιστικές και τις πολιτικές τους δραστηριότητες. Κατηγορούνται πως δήθεν πήραν μέρος σε ένοπλη ληστεία μιας χρηματαποστολής, που μετέφερε χρήματα για μισθούς στο Σάουθ Μπράιντρι. Κατά τη διάρκεια της ληστείας, δολοφονήθηκαν ένας φρουρός της χρηματαποστολής και ο ταμίας της επιχείρησης. Το αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο η αστυνομία χρησιμοποίησε για να ενοχοποιήσει τους δύο εργάτες, ήταν ένα πιστόλι, που είχε υπό την κατοχή του ο Νικόλα Σάκο , κατά τη στιγμή της σύλληψής του. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η οπλοκατοχή στις ΗΠΑ δεν απαγορευόταν. Δηλαδή, το να έχει κάποιος ένα πιστόλι, ούτε ασυνήθιστο, ούτε εκπληκτικό ήταν.

Μια δίκη – φάρσα

Η δικαστική διαδικασία είναι μια μοναδική φάρσα. Οι «αυτόπτες μάρτυρες» έχουν προπαρασκευαστεί κάτω απ’ την πίεση του εισαγγελέα και της αστυνομίας. Κανένας τους, βέβαια, δεν ήταν μπροστά την ώρα της ληστείας, όλοι, όμως, «αναγνωρίζουν τους κατηγορούμενους» ως δράστες. Στην αρχή της διαδικασίας, ένας από τους πρώτους «αυτόπτες μάρτυρες», αποκαλύπτεται ότι είναι πρόσφατα αποφυλακισμένος εγκληματίας, ο οποίος εμφανίστηκε στο δικαστήριο με ψεύτικο όνομα. Ο ίδιος ομολογεί ότι δέχτηκε να ψευδομαρτυρήσει σε συνεννόηση με τον εισαγγελέα και με αντάλλαγμα την αποφυλάκισή του. Κατά τη διάρκεια της δίκης, αποκαλύπτεται ότι ο διορισμένος από το δικαστήριο διερμηνέας παραποιεί συστηματικά τα λεγόμενα των δύο κατηγορουμένων, στηριζόμενος στο ότι ο Σάκο και ο Βαντσέτι δεν ξέρουν καλά αγγλικά.

Κατάθεση κατά παραγγελία

Τελικά, μετά την κατάρριψη όλων των κατηγοριών από τους κατηγορούμενους, το μοναδικό στοιχείο, στο οποίο μπορεί να στηριχτεί η κατηγορούσα αρχή, είναι το όπλο του Σάκο. Μάρτυρας – κλειδί θεωρείται ένας εμπειρογνώμονας όπλων, ο οποίος καλείται να καταθέσει. Ομως, η κατάθεσή του καθοδηγείται με μαεστρία από τον εισαγγελέα, ώστε να μείνει η εντύπωση ότι το πιστόλι του κατηγορουμένου είναι το πιστόλι, με το οποίο έγινε η ληστεία και διαπράχθηκαν οι δύο φόνοι.

Ιδού, λοιπόν, η μεθόδευση, όπως την αποκάλυψε αργότερα ο διευθυντής της αστυνομίας της Μασαχουσέτης, κάπτεν Πρόκτορ, ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμων όπλων στη δίκη: «Συμφωνήσαμε με τον εισαγγελέα να πω ότι οι σφαίρες που βρέθηκαν στον τόπο της ληστείας προέρχονται κατά πάσα πιθανότητα από το πιστόλι του Νικόλα Σάκο. Όμως, επειδή υπήρχε κίνδυνος να αποκαλυφθεί το ψέμα, ο εισαγγελέας μου είπε ότι αν μου ζητηθούν αποδείξεις από κάποιο μέλος του δικαστηρίου να πω ότι δεν έχω». Κατά «σύμπτωση», αποδείξεις δεν ζητήθηκαν και ο δικαστής Ουέμπστερ Θέιχερ, γνωστός στη Μασαχουσέτη για τις αντιδραστικές του απόψεις, ανακεφαλαιώνοντας την κατάθεση του Πρόκτορ, αποφαίνεται ότι το φονικό βλήμα προέρχεται από το πιστόλι του Σάκο.

Μια από τις χιλιάδες εργατικές διαδηλώσεις, που έγιναν στο διάστημα 1920 - 1927 σ' ολόκληρο τον κόσμο για τη σωτηρία των Σάκο και Βαντσέτι

«Εχθροί των θεσμών…»

Αυτό φτάνει για να κηρυχτούν οι δύο εργατικοί ηγέτες ένοχοι. Ο δικαστής Θέιχερ, στο «αιτιολογικό» της απόφασης, σημειώνει: «Ακόμα κι αν δεν έχουν διαπράξει το έγκλημα που τους καταλογίζεται, είναι, πάντως, ηθικά ένοχοι, γιατί είναι εχθροί των σημερινών θεσμών…»!

Πάνω από έξι χρόνια διαρκεί ο αγώνας για την αναθεώρηση της εσφαλμένης απόφασης. Εργάτες και επιφανείς προσωπικότητες απ’ όλο τον κόσμο στέκουν στο πλευρό των αθώων καταδικασθέντων. Μια σημαντική εξέλιξη κατά της διάρκεια αυτής της εξαετίας έλαβε χώρα το Νοέμβρη του 1925: Ο φυλακισμένος για σειρά εγκλημάτων Τσελεστίνο Μαντέιρος στέλνει ένα σημείωμα από τη φυλακή στη διοίκηση της αστυνομίας και το δικαστήριο της Μασαχουσέτης, όπου γράφει: «Ομολογώ ότι πήρα μέρος στο έγκλημα του Σάουθ Μπράιντρι και ότι οι Σάκο και Βαντσέτι δεν συμμετείχαν».

Για παραδειγματισμό

Όμως, οι αρχές της Μασαχουσέτης και της Ουάσιγκτον δεν έχουν σκοπό να αφήσουν ελεύθερη τη λεία τους. Απορρίπτουν το αίτημα για επανάληψη της δίκης. Η απόφαση είχε ληφθεί: Η εκτέλεση θα γίνει για παραδειγματισμό των ξεσηκωμένων εργατών και για να ενοχοποιηθούν στο πρόσωπό τους οι νεοφερμένοι μετανάστες. Η τελική πράξη αυτού του εγκλήματος εκτυλίσσεται στις 23 Αυγούστου του 1927. Οι δύο πρωτοπόροι αγωνιστές του αμερικανικού και του διεθνούς εργατικού κινήματος, που καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, αλλά και της εξάχρονης φυλάκισής τους, αντιμετώπισαν τη σκευωρία με ψηλά το κεφάλι, τιμώντας την τάξη τους, ο Νικόλα Σάκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι , δολοφονήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα.

Μόλις 50 χρόνια αργότερα, το 1977, ο κυβερνήτης της πολιτείας της Μασαχουσέτης, Μάικλ Δουκάκης, επιβεβαίωσε ότι ο Σάκο και ο Βαντσέτι «ήταν αθώοι». Πενήντα χρόνια αργότερα!

«Τα λόγια μας, η ζωή και ο πόνος μας δεν είναι τίποτα. Ο θάνατός μας – ο θάνατος ενός παπουτσή κι ενός φτωχού ψαρά – είναι το παν για μας! Η τελευταία στιγμή μάς ανήκει – η θανάσιμη αγωνία είναι ο θρίαμβός μας…».
Μπαρτολομέο Βαντσέτι