Κατηγορία: Ιστορικά

Καλάβρυτα 1943: Μια σφαγή ανεξιλέωτη.

Χαρακτικό-από-παράνομο-λεύκωμα-της-ΚατοχήςΧαρακτικό από παράνομο λεύκωμα της Κατοχής.

Του Ανδρέα Δενεζάκη
Πηγή: imerodromos.gr

Καλάβρυτα, Δευτέρα, 13 Δεκέμβρη του 1943. Η καμπάνα της Μητρόπολης άρχισε να χτυπά από τα ξημερώματα. Σε λίγο ήρθε η διαταγή να συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι της πόλης στο Δημοτικό Σχολείο, έχοντας μαζί τους μια κουβέρτα και τρόφιμα για μια μέρα. Νέοι, γέροι, γυναίκες και παιδιά συγκεντρώθηκαν, ανήσυχοι, στο σχολείο. Οι Γερμανοί και οι γερμανοντυμένοι συνεργάτες τους, «Έλληνες» των Ταγμάτων Ασφαλείας, προσπάθησαν να καθησυχάσουν τον κόσμο. Ό,τι είχαν να κάνουν στα Καλάβρυτα, το είχαν κάνει τις προηγούμενες μέρες. Είχαν πάρει στα χέρια τους κατάλογους με τα ονόματα των ανταρτών και των οικογενειών τους, είχαν κάψει και γκρεμίσει τα σπίτια τους, μια και δεν τους βρήκαν εκεί. Το ξενοδοχείο «Χελμός», που το είχαν χρησιμοποιήσει σαν νοσοκομείο οι αντάρτες, καταστράφηκε ολοσχερώς με πυρκαγιά. Ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Χρ. Παπανδρέου, ο Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος, ο γυμνασιάρχης Αντώνης Οικονόμου, ο καθηγητής γυμνασίου Α. Δημόπουλος, ο επιθεωρητής των δημοτικών σχολείων Θ. Παπαβασιλείου, ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας Μήτσος Σαμψαρέλος, και τόσοι άλλοι επιφανείς πολίτες, είχαν συνεργαστεί μαζί τους σε ότι τους ζήτησαν. Το μόνο που έμενε ήταν μια ομιλία σε όλους τους άνδρες, ξεχωριστά, από τους Γερμανούς ώστε να παραμείνουν φιλήσυχοι, νομοταγείς και να μην βοηθούν τους αντάρτες.

Το χρονικό

Γύρω στις 9 το πρωί χώρισαν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες πάνω των 14 και έως 65 ετών. Κλείδωσαν τα γυναικόπαιδα στο σχολείο και οδήγησαν τον ανδρικό πληθυσμό λίγο έξω από την πόλη, σε έναν μικρό λόφο, στο χωράφι του δάσκαλου Καπή. Τους έβαλαν στη μέση και έστησαν γύρω – γύρω πολυβόλα. Την ίδια ώρα άλλα τμήματα Γερμανών στρατιωτών και ταγματασφαλιτών άρχισαν να λεηλατούν και να καταστρέφουν την πόλη. Το μεσημέρι, στις 2.34 (το ιστορικό ρολόι της εκκλησίας της πόλης μένει σταματημένο μέχρι σήμερα), μια φωτοβολίδα που έπεσε από την πόλη έδωσε το σύνθημα. Η διαταγή δίνεται από επικεφαλής του αποσπάσματος Γερμανό λοχία Τένερ και οι τριάντα πέντε Γερμανοί στρατιώτες που χειρίζονταν τα πολυβόλα άρχισαν να ξερνούν το θάνατο. Οι άτυχοι άντρες πέφτουν νεκροί ο ένας μετά τον άλλο. Εκατοντάδες νεκρά κορμιά σχηματίζουν έναν μεγάλο σωρό. Οι φονιάδες τελειώνουν το έργο τους με χαριστικές βολές σε ότι κινείται, ότι βογγάει ακόμα, στο ματωμένο κουβάρι. Πάνω από 650 οι νεκροί. Ορφάνεψε η πόλη. Κατάφεραν να σωθούν μόνο 13 άτομα που σκεπάστηκαν από τους νεκρούς συμπολίτες τους και θεωρήθηκαν νεκροί από τους ναζί. Σώθηκαν επίσης όσοι άκουσαν το κάλεσμα του ΕΛΑΣ και έφυγαν από τα Καλάβρυτα όταν έφτασαν οι Γερμανοί καθώς και όσοι κατάφεραν να δραπετεύσουν κατά την περίοδο της παραμονής των Γερμανών στη πόλη τις προηγούμενες μέρες.

Η τραγωδία συνεχίστηκε για τις γυναίκες των Καλαβρύτων. Οι φασίστες έβαλαν φωτιά στο σχολείο που είχαν κλειδώσει τα γυναικόπαιδα και τους γέροντες. Σε κατάσταση αλλοφροσύνης έριχναν τα παιδιά τους από τα παράθυρα, κατάφεραν να σπάσουν τις πόρτες και αντίκρισαν όλοι τη φρίκη που μπόρεσε να γεννήσει η αποκτήνωση του φασισμού. Χαροκαμένες μάνες και κόρες, χήρες και αδελφές έμειναν να κλάψουν και να θάψουν τους νεκρούς τους και αγωνίστηκαν να μαζέψουν όσο κουράγιο τους απόμενε να συνεχίσουν να ζουν για να κρατήσουν τα Καλάβρυτα ζωντανά.

«Οι Ούννοι κολυμπάν στο αίμα»

Στις 24 Δεκέμβρη του 1943, σε μία έκτακτη έκδοσή του, ο «Ριζοσπάστης», κάτω από τον τίτλο: «Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ» και υπέρτιτλο – ΟΙ ΟΥΝΝΟΙ ΚΟΛΥΜΠΑΝ ΣΤΟ ΑΙΜΑ», έγραφε:

«Στα Καλάβρυτα ξετυλίχτηκε μια φρικαλέα πράξη απ’ την πιο φοβερή τραγωδία που έζησε η Ελλάδα και ολόκληρη η Ευρώπη. Ορδές των Ούννων έκαναν επιδρομή και μπήκαν στα Καλάβρυτα που ο πληθυσμός είχε αδειάσει και αποσύρθηκε ολόκληρος στα βουνά. Οι άνανδροι Ούννοι, βαρβαρότεροι και απ’ τις άγριες φυλές της ζούγκλας, κάλεσαν τον πληθυσμό να ξαναγυρίσει στα Καλάβρυτα με την υπόσχεση ότι δεν είχε να πειραχτεί κανένας. Ο πληθυσμός ξαναγύρισε και τότε οι Ούννοι, οι προστάτες των Ράλληδων Ντερτιλήδων, ρίχτηκαν στην εξόντωση των αθώων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Έκλεισαν όλα τα γυναικόπαιδα σε ένα σχολείο και έβαλαν φωτιά. Τυλιγμένες απ’ τις φλόγες οι γυναίκες πάλεβαν να σπάσουν τις πόρτες, ενώ έριχναν τα παιδιά όξω απ’ τα παράθυρα για να σωθούν. Εσπασαν τις πόρτες και μισοκαμμένος και ξετρελαμένος αυτός ο κόσμος ρίχτηκε στους δρόμους οπότε αντιμετώπισε άλλο φρικτό θέαμα. Οι Ούννοι είχαν συγκεντρώσει σε μια διπλανή πλαγιά τον άρρενα πληθυσμό από δεκάξι χρονών και πάνου και τον θέριζαν με πολυβόλα. Σκότωσαν πάνου από οχτακόσιους ανθρώπους και κάμποσες γυναίκες που με θρήνους και οδυρμούς έτρεξαν να περιμαζέψουν τα πτώματα που είταν βουτηγμένα σε βούρκο αίματος. Οι Ούννοι απόκλεισαν τα Καλάβρυτα και απαγόρεψαν και στον Ερυθρό Σταυρό να επικοινωνήσει και να στείλει οποιαδήποτε βοήθεια στα τραγικά θύματα.

ΡΗΜΑΞΑΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΛΑΥΡΑ

Οι Ούννοι, αυτές οι ύαινες που γρυλίζουν για πολιτισμό και για θρησκεία, έκαναν επιδρομή και στο ιστορικό μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Λεηλάτησαν αυτό το εθνικό μνημείο και σκότωσαν όλους τους καλόγερους γκρεμίζοντάς τους στους βράχους…».

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα»
(Unternehmen Kalawrita)

                                                         Γερμανοί στρατιώτες ξεκουράζονται, πίσω τα Καλάβρυτα καίγονται
                                                         Γερμανοί στρατιώτες ξεκουράζονται, πίσω τα Καλάβρυτα καίγονται

 

Πριν από το φρικαλέο έγκλημα που έκαναν οι φασίστες στα Καλάβρυτα, είχαν προηγηθεί σημαντικά γεγονότα. Στις 8 Σεπτέμβρη του 1943 η ιταλική κυβέρνηση παρέδωσε άνευ όρων τις στρατιωτικές της δυνάμεις στους συμμάχους.Η ιταλική συνθηκολόγηση υποχρέωσε τη Γερμανία να αναλάβει τον πλήρη έλεγχο των κατεχόμενων χωρών όπου μέχρι εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν και ιταλικά στρατεύματα. Αυτό ακριβώς έγινε και στην Ελλάδα. Ειδικά για την Ελλάδα, πέρα από την αντικατάσταση των ιταλικών δυνάμεων κατοχής με γερμανικές, οι Ναζί πήραν επιπλέον μέτρα, τα οποία οφείλονταν στους φόβους τους ότι μετά τη συμμαχική απόβαση στην Ιταλία θα ακολουθούσε απόβαση και στην Ελλάδα κατά μήκος των ακτών προς το Ιόνιο, συμπεριλαμβανομένης και της Πελοποννήσου.

Οι Βρετανοί ξεκινούν αμέσως επιχειρήσεις, ελπίζοντας και σε βοήθεια από τους Ιταλούς, για να καταλάβουν τα Δωδεκάνησα. Στις 15 Σεπτέμβρη καταλαμβάνουν την Κω και στις 17 τη Λέρο. Ακολούθησαν σφοδρές μάχες με τους Γερμανούς να περνούν σε επίθεση. Στις 3 Οκτώβρη του 1943 οι Γερμανοί παίρνουν την Κω και στις 12 Νοέμβρη ανακαταλαμβάνουν τη Λέρο. Μέχρι τις 20 Νοέμβρη ελέγχουν όλο το Αιγαίο.

Ολοι περιμένουν απόβαση των Συμμάχων στη Πελοπόννησο. Μια διαταγή του Χίτλερ – που διαβίβασε, στις 6 Οκτώβρη του 1943, ο στρατάρχης Κάιτελ προς τον στρατάρχη Μαξιμίλιαν φον Βάικς, στρατιωτικό διοικητή της Νοτιανατολικής Ευρώπης – αναφέρει χωρίς περιστροφές πως σε περίπτωση απόβασης συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα τα γερμανικά στρατεύματα θα πρέπει να καταστρέψουν τα πάντα νότια της γραμμής Κερκύρας – Μετσόβου – Ολύμπου.

Στόχος η Εθνική Αντίσταση- Νίκη του ΕΛΑΣ

Πριν όμως φτάσουν στο σημείο να καταστρέψουν κατ” αυτό τον τρόπο, οι ναζί όφειλαν να ξεμπερδεύουν με την Εθνική Αντίσταση, χτυπώντας αλύπητα όχι μόνο τους αντάρτες, αλλά και όσους τους υπέθαλπαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δηλαδή τα χωριά, τις πόλεις και τις κωμοπόλεις, όπου υπήρχαν πολιτικές οργανώσεις Εθνικής Αντίστασης κι όπου συχνά οι αντάρτικες δυνάμεις έβρισκαν καταφύγιο, τροφή και κάθε είδους υποστήριξη.

Μια έκθεση της 117ης γερμανικής Μεραρχίας Κυνηγών (καταδρομών), γραμμένη στα τέλη Νοέμβρη του 1943 αναφέρεται στην κατάσταση που ήδη έχει διαμορφωθεί στην Πελοπόννησο, σημειώνοντας ανάμεσα σε άλλα: «Ολόκληρη η Πελοπόννησος πρέπει να θεωρείται σήμερα συμμορίτικη περιοχή. Οι διαρκείς επιθέσεις δείχνουν ότι κι εκεί όπου υπάρχουν συγκεντρωμένα γερμανικά στρατεύματα, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ειρηνοποίηση της χώρας. Η ορεινή ενδοχώρα είναι υπό την πλήρη κυριαρχία των συμμοριών. Εκεί αυτές αποτελούν κράτος εν κράτει κι ασκούν απεριόριστα την κομμουνιστική κυβερνητική εξουσία τους…». Ακριβώς στο πλαίσιο αυτών των στρατιωτικών υπολογισμών σχεδιάζεται και η «επιχείρηση Καλάβρυτα», η οποία θεωρείται αναγκαία για τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής που υπολόγιζαν πως στην ευρύτερη περιοχή Καλαβρύτων βρίσκονταν περί τις 5.000 αντάρτες, η ισχυρότερη δηλαδή αντάρτικη δύναμη σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο.

Στις 15 Οκτώβρη ένας λόχος μιας μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών με 105 άνδρες αναλαμβάνει αναγνωριστική επιχείρηση στην περιοχή. Το πρωί της 16ης κινητοποιείται ο ΕΛΑΣ των χωριών και συγκεντρώνονται διάφορες ομάδες του Β΄ Τάγματος Αιγιαλείας – Καλαβρύτων του ΕΛΑΣ. Οι Γερμανοί είχαν παγιδευτεί. Οι δυνάμεις των ανταρτών τους κύκλωσαν στα υψώματα ανάμεσα στους Ρωγούς και την Κερπινή. Η μάχη κράτησε ως αργά το απόγευμα. Ο ΕΛΑΣ έπιασε 66 αιχμαλώτους τους οποίους οδήγησε στα Καλάβρυτα , 10 Γερμανοί διέφυγαν και οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν.

Εκστρατεία «αντιποίνων»

Η διαταγή για την «επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalawrita») δόθηκε από τον Χίτλερ και τον στρατάρχη Κάιτελ στις 29/10/1943. Η εκτέλεση της επιχείρησης ανατέθηκε στον διοικητή της 117ης Μεραρχίας, αντιστράτηγο Καρλ φον Λε Σουίρ. Ο τελευταίος αφού συγκέντρωσε τις στρατιωτικές δυνάμεις που του ήταν απαραίτητες, στις 25/11/1943, εξέδωσε την υπ” αριθ. 1296 διαταγή προς τις μονάδες που θα έπαιρναν μέρος στην επιχείρηση.

Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 4 Δεκέμβρη 1943. Οι δυνάμεις των Γερμανών που πήραν μέρος ξεκίνησαν από την Πάτρα, το Αίγιο, την Τρίπολη, τον Πύργο Ηλείας και από την περιοχή της Κορινθίας.

«Καλάβρυτα 13 Δεκεμβρίου 1943» Γιάννης Στεφανίδης

«Καλάβρυτα 13 Δεκεμβρίου 1943» Γιάννης Στεφανίδης

Στο διάβα τους τα ναζιστικά στρατεύματα σκορπούσαν το θάνατο. Καίγανε και δολοφονούσαν, αφήνοντας πίσω τους την καταστροφή και την ερήμωση σε κάθε χωριό της περιοχής των Καλαβρύτων από το οποίο έτυχε να περάσουν. Ο αριθμός των θυμάτων τους ξεπερνά τα 1.100 άτομα. Στο χωριό Αιγείρα εκτέλεσαν 5 πατριώτες, στην Ανω Ζαχλωρού 12, στα Κλειτωριά και Χανιού 19, στο Σκεπαστό 16, στη Βρώσταινα 7, στα Ζαχλωρίτικα 14, στην Κερπινή 45, στους Ρωγούς 63, στη Ροδοδάφνη 3, στην Ακράτα 14, στην Κροκόβη 4, στη Μαμουσιά 5, Βλασία 9, Βραχνί 8, Πλανητέρου 6, Ακράτα 14 κλπ. Στις 8 Δεκεμβρίου του 1943 γερμανικές δυνάμεις έφτασαν στην ιστορική μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Εκεί συνέλαβαν όλους του μοναχούς και μερικούς λαϊκούς, συνολικά 19 άτομα, κι αφού τους μετέφεραν σε μικρή απόσταση από τη Μονή, τους δολοφόνησαν πετώντας τους σε γκρεμό. Μετά από λίγες ημέρες επέστρεψαν στη μονή και την καταλήστευσαν ενώ έβαλαν φωτιά στο Ιερό και στον ξενώνα.

Την Πέμπτη 9 Δεκέμβρη του 1943 τα γερμανικά στρατεύματα, πλαισιωμένα από γερμανοντυμένους Έλληνες των Ταγμάτων Ασφαλείας, μπήκαν πάνοπλα στα Καλάβρυτα.

«Είστε όλοι παρτιζάνοι!»

Οι κάτοικοι δημιουργούν βιαστικά μια επιτροπή επισήμων για την υποδοχή τους. Ο επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων Θ. Παπαβασιλείου, που ήξερε γερμανικά, τους δήλωσε πως ο λαός των Καλαβρύτων ήταν φιλήσυχος, φιλειρηνικός και νομοταγής, αλλά και «ευτυχής», που δεχόταν ξανά στην πόλη του το γερμανικό στρατό.

Ο Γερμανός διοικητής θέλησε να καθησυχάσει τους φοβισμένους κατοίκους: «Οι κάτοικοι – είπε – δεν πρέπει να φοβούνται. Να ησυχάστε πρώτα εσείς και να βοηθήσετε κι εμάς να ησυχάσουμε. Να παραδώσετε, αν έχετε, όπλα και πολεμικό υλικό. Εμείς καταδιώκουμε μόνο αντάρτες. Εσείς, εφόσον είσθε φιλήσυχοι και φιλόνομοι, δεν πρέπει να φοβάσθε. Επειδή βγαίνουν περίπολα δεν πρέπει να κυκλοφορείτε πέραν της 16.00 ώρας. Από την πόλη επίσης δε θα βγείτε, διότι, όποιος επιχειρήσει κάτι τέτοιο, θα θεωρηθεί ως αντάρτης και αμέσως θα θανατώνεται. Να μας υποδείξετε, πού κρύβονται οι αντάρτες να τους τιμωρήσουμε. Εμείς αθώους δεν τους πειράζουμε καθόλου». Ζήτησε ακόμη έναν κατάλογο με τα ονόματα των οικογενειών που είχαν μέλη τους αντάρτες. Οι Καλαβρυτινοί που θέλησαν να φανούν συνεργάσιμοι, με την ελπίδα πως θα γλίτωναν την πόλη τους, παρέδωσαν τον κατάλογο που τους ζήτησε. Πρώτο πρώτο φιγουράριζε το όνομα της οικογένειας του Χρ. Παπανδρέου, που είχε δυο γιους στην Αντίσταση, τον έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ και τον άλλο στο Περιφερειακό Συμβούλιο της ΕΠΟΝ. «Υπάρχουν κι άλλοι παρτιζάνοι», ήταν η απάντηση του διοικητή, που ο κατάλογος του φάνηκε μικρός. «Είσαστε όλοι παρτιζάνοι!».

Στη συνέχεια οι Γερμανοί πήγαν στο ξενοδοχείο «Χελμός», το οποίο οι αντάρτες είχαν χρησιμοποιήσει ως νοσοκομείο της Αντίστασης και το έκαψαν. Μετά κατάστρεψαν τα σπίτια των οικογενειών που είχαν μέλη τους στην Αντίσταση. Οι κάτοικοι έμειναν με την εντύπωση ότι οι Γερμανοί θα έμεναν ικανοποιημένοι τιμωρώντας μόνο τις οικογένειες όσων είχαν μέλη επίσημα αναμεμειγμένα στην Αντίσταση. Η υπόλοιπη πόλη δεν έπρεπε να ανησυχεί για τίποτα πια.

Ο Ράλλης «ανησυχεί»…

                                                       «Καλάβρυτα - Η εκτέλεση». Εργο του Τάσσου (1985)
                                                           «Καλάβρυτα – Η εκτέλεση». Έργο του Τάσσου (1985)

Οι Καλαβρυτινοί ησύχασαν, ο Ιωάννης Ράλλης όμως, ο συνεργάτης και πρωθυπουργός της δωσίλογης κυβέρνησης των Γερμανών, ξέρει και στέλνει επιστολή στις 10 Δεκέμβρη 1943:

«Προς τον Στρατηγόν Σπάιντελ Στρ. Διοικητήν Ελλάδος

Στρατηγέ

Περιήλθον εις εμέ χθες πληροφορίαι περί ομαδικών εκτελέσεων διαταχθεισών υπό της Γερμανικής Διοικήσεως Πελοποννήσου εν Καλαβρύτοις, λόγω αντιποίνων δια τον φόνον γερμανών στρατιωτικών. Επίσης πληροφορούμαι ότι επίκειται η πυρπόλυσις του Αιγίου έχοντος ήδη κυκλωθεί υπό του Γερμανικού Στρατού.

Αι φήμαι αυταί, άς εισέτι δεν κατώρθωσα να εξακριβώσω, με αναγκάζουν να στραφώ προς υμάς και να σας γνωρίσω, ότι δεν είναι δυνατόν να θανατώνεται ο άμαχος πληθυσμός της ελληνικής υπαίθρου χωρίς ουδεμία να γίνεται διάκρισις μεταξύ αθώων και ενόχων…

Εκτός πάντων αυτών, η υπό μορφήν αντιποίνων καταστροφή της χώρας μας και η εκτέλεσις συμπατριωτών μας αδιακρίτως ενοχής ή αθωότητος, ηλικίας ή φύλου, αναρχικών ή μη, δεν επιτρέπει εις την Κυβέρνησίν μου να φέρη εις αίσιον πέρας το έργον ό έχη αναλάβη, την αυτοτελή και αυτοδύναμον δηλαδή αντίδρασιν κατά των αναρχικών…

Εν ονόματι της νομιμοφροσύνης, δικαιούμαι να απαιτήσω όπως δώσητε τας αναγκαίας διαταγάς δια να σταματήση η εφαρμογή αντιποίνων γενικώτερον, αλλά και ειδικώτερον δια την περίπτωσιν της υπό αμέσου καταστροφής απειλουμένης πόλεως του Αιγίου.

Ι.Δ.ΡΑΛΛΗΣ»

(Το έντονα γράμματα της παραγράφου είναι δική μας επιλογή —
Η επιστολή από το «Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου», Αθήναι 1947, σελ. 131)

Την τύχη των Καλαβρύτων, την επόμενη μέρα 14.12.1943, είχαν τα Μαζέικα (Κλειτορία) που πυρπολήθηκαν, με 10 νεκρούς και η Άγια Λαύρα με 7 νεκρούς.

Οι πραγματικοί στόχοι

Στην Απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη της 24 Δεκέμβρη 1943, ανάμεσα στα άλλα αναφέρονται:

«Τους τελευταίους μήνες οι Γερμανοί επιδρομείς εκτραχηλίζονται σε πρωτάκουστες θηριωδίες και βαρβαρότητες. Στους εμπρησμούς και εξανδραποδισμούς της υπαίθρου προσθέτουν εκατόμβες σφαγών στις πόλεις. Στη Σπάρτη, στην Τρίπολη, στην Καλαμάτα, στα Καλάβρυτα έσφαξαν χιλιάδες άοπλους Έλληνες πολίτες.

Οι Γερμανοί μη διαθέτοντας δικές τους δυνάμεις να αντιμετωπίσουν την ολοκληρωτική καταστροφή που τους περισφίγγει, ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τον αντάρτικο στρατό του ΕΛΑΣ, επιζητούν να εξανδραποδίσουν τον Ελληνικό λαό και να τον μεταβάλλουν σε μισθοφόρους δούλους τους. Να οργανώσουν τους μισούς Έλληνες σε στρατό από φουστανελοφόρους Ες-Ες και μ’ αυτούς να χτυπήσουν τον Ελληνικό λαϊκό στρατό και να αποκρούσουν την αναμενόμενη συμμαχική απόβαση. Να στείλουν τους άλλους μισούς στα κάτεργα της Γερμανίας να δουλέψουν γι’ αυτούς τους εγκληματίες και να σκοτωθούν απ’ τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς.

Γι’ αυτό οι Γερμανοί ξαπόλυσαν αυτή τη θηριώδη τρομοκρατία…»

Είναι απόλυτα φανερό ότι το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων δεν ήταν απλά μια πράξη αντεκδίκησης και αντιποίνων των κατακτητών. Η «επιχείρηση Καλάβρυτα» και το ολοκαύτωμα εξυπηρετούσε για τις δυνάμεις κατοχής στρατιωτικούς σκοπούς, ανεξάρτητους από την τύχη των αιχμαλώτων.

Τα Καλάβρυτα σήμερα, 72 χρόνια μετά, στέκουν αιώνια καταγγελία της αποκτήνωσης και της φρίκης που γεννά ο φασισμός, παγκόσμιο σύμβολο του αγώνα για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της ειρήνης και της ελευθερίας.

Ο γιατρός του Πολυτεχνείου

Διευθυντής της Γ’ Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Κρατικού, ο Κώστας Χαρώνης ήταν από τα πρόσωπα που έπαιξαν κομβικό ρόλο στη σωτηρία πολλών εκ των τραυματιών της εξέγερσης.
Και ηχεί συγκλονιστικό πώς μια έμπειρη ιατρική ματιά πάνω σε ματωμένα σώματα μπορεί να δώσει στρατηγικής σημασίας, ιστορικές πληροφορίες για το σκηνικό εκείνης της νύχτας.

Της Ελευθερίας Κόλλια
Πηγή: Protagon.gr

Ο Κώστας Χαρώνης είναι θαλερός, μοιάζει «νέος», παρά το γεγονός ότι διανύει το 89ο έτος της ζωής του. Είναι από τους τυχερούς εκείνους ανθρώπους που ο χρόνος δεν έχει αγγίξει τη συγκρότηση, τη μνήμη και το συναίσθημα τους, κάνοντας τον ζηλευτό συνομιλητή. Ιδίως όταν το αντικείμενο είναι το Πολυτεχνείο, και τα γεγονότα του ‘73.

Η ιδιαιτερότητα της αφήγησης του ερείδεται στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν πήγε στην Πατησίων εκείνη τη νύχτα.

Ήταν όμως στο «πόστο» του, στο χειρουργείο, επί 36 συνεχείς ώρες, μετά τα γεγονότα που στιγμάτισαν την αποδρομή της Χούντας.

Διευθυντής της Γ’ (μιας εκ των τριών) Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου («Γεώργιος Γεννηματάς» σήμερα, «Ρυθμιστικό Κέντρο» τότε), ήταν από τα πρόσωπα που έπαιξαν κομβικό ρόλο στη σωτηρία πολλών εκ των τραυματιών του Πολυτεχνείου. Και ηχεί συγκλονιστικό πώς μια έμπειρη ιατρική ματιά πάνω σε ματωμένα σώματα μπορεί να δώσει στρατηγικής σημασίας, ιστορικές πληροφορίες για το σκηνικό εκείνης της νύχτας.

Ο ίδιος ταράζεται ακόμη όταν περιγράφει ότι τα σημεία από τα οποία είχαν μπει οι σφαίρες στα κορμιά των νέων, δήλωναν την ύπαρξη ελεύθερων σκοπευτών σε ταράτσες και ψηλούς ορόφους κτιρίων της περιοχής.

«Το Γενικό Κρατικό είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο επείγουσας περιθάλψεως… Εκείνη τη νύχτα, έτυχε να εφημερεύει η δική μου Κλινική. Είχα ακούσει νωρίτερα, την ίδια μέρα, τη Μαρία Δαμανάκη, από τον σταθμό του Πολυτεχνείου να μιλάει για τραυματίες, και απορούσα. Έτρεξα στο νοσοκομείο. Η διοίκηση συμφώνησε να ανοίξουμε και τις τρεις Κλινικές, και να στείλουμε ασθενοφόρο στο Πολυτεχνείο. Είχαν πάει μαζί, θυμάμαι, δυο συνάδελφοι χειρουργοί, ο Νίκος Σβούρας και ο Γιάννης Θεόπιστος. Ύστερα από καμιά-δυο ώρες, άρχισαν να καταφθάνουν στο νοσοκομείο οι τραυματίες.

Από τους πρώτους, βαριά λαβωμένους, μπορούσε κανείς να διαπιστώσει τη φορά των βλημάτων, από πάνω από τα κάτω. Ήταν σαφές ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν χτυπηθεί, ενώ ήταν στον δρόμο, από ψηλά, από ελεύθερους σκοπευτές. Δεν μπορούσα να διανοηθώ πώς μπορούσαν Ελληνες να το έχουν κάνει αυτό…Ηταν βαρύ να το πιστέψω».

«Όλο το νοσοκομείο έμεινε επί 36 ώρες στο πόδι. Κρατούσαμε όσους βρίσκονταν σε μεγάλο κίνδυνο, τους υπόλοιπους τους στέλναμε σε άλλα νοσοκομεία. Αρκετούς, που ήταν χτυπημένοι στα πόδια, τους «διώχναμε» στο ΚΑΤ. Ήταν πολλοί αυτοί που από φόβο, τον φόβο των αντιποίνων αργότερα από τη Χούντα, δεν έδιναν τα πραγματικά τους ονόματα. «Πείτε τους να μας δώσουν ό,τι ονόματα θέλουν, αρκεί να τα θυμούνται αργότερα», λέγαμε στις γραμματείες. Δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί τα προβλήματα που θα δημιουργούσαν στο μέλλον εκείνα τα επινοημένα ονόματα, όταν οι τραυματίες στο Πολυτεχνείο θα διεκδικούσαν αναπηρικές συντάξεις, χωρίς την πραγματική τους ταυτότητα».

Ο κ. Χαρώνης έμαθε από τους συνεργάτες του στο Γενικό Κρατικό, ότι ενόσω εκείνος κρατούσε νυστέρι, άνδρες με στρατιωτικά εισέβαλαν ουρλιάζοντας στον διάδρομο του νοσοκομείου, στα εξωτερικά ιατρεία.

«Ο κόσμος πηδούσε από τα παράθυρα. Επικρατούσε τρόμος. Οι νοσηλευτές φυγάδευαν συγγενείς και τραυματίες, όπως μπορούσαν. Ευτυχώς, εμάς, στο χειρουργείο, δεν μας εμπόδισε κανείς να βοηθήσουμε. Δεν θα ξεχάσω μάλιστα, όσο ζω, μια κοπέλα, την πιο τυχερή κοπέλα στον κόσμο… Η σφαίρα είχε κάνει τρύπα κάτω από την αριστερή μασχάλη, διαπέρασε τον θώρακα, έκανε ουσιαστικά βόλτα στο στέρνο, πέρασε  μπροστά από την καρδιά και έφθασε στο δεξί πνευμόνι – από κει τη βγάλαμε. Είχαν σωθεί και δυο νέοι με τρώσεις στον οισοφάγο.

Ποτέ δεν ξεχνώ ασφαλώς και τον Γιώργο Οικονόμου, 23χρονο φοιτητή τότε, μετέπειτα καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Είχε σοβαρό αιμάτωμα στην κοιλιά, η σφαίρα είχε τρυπήσει τα έντερα, το στομάχι, και είχε σφηνωθεί μέσα στην αορτή. Έμοιαζε σχεδόν πεθαμένος όταν τον αντίκρισα. Τον ταμπονάραμε, τον δέσαμε και τον στείλαμε, στον Γιώργο τον Ανδριτσάκη στο Ιπποκράτειο, άλλες πέντε ώρες χειρουργείο. Τι να πρωτοθυμηθώ… Ακόμη, δεν μπορώ να πιστέψω αυτό το μακελειό».

Παρά τις ατέλειωτες ώρες πάνω από το χειρουργικό τραπέζι, σε φάσμα 29.500 επεμβάσεων ο κ. Χαρώνης ξεχωρίζει τους τραυματίες του Πολυτεχνείου. Και παρά την προσφορά, παραμένει σεμνός. «Ναι, θα ήταν ενδιαφέρον να συναντήσω κάποιους από τους ανθρώπους που έσωσα εκείνο το βράδυ. Δεν ξέρω όμως αν θα με θυμούνται πια».

ΥΓ: Δεκαετίες αργότερα, ο Γιώργος Ν. Οικονόμου εξέδωσε βιβλίο για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, το οποίο και αφιέρωσε στους γιατρούς που τον έσωσαν, τον Κώστα Χαρώνη και τον Γιώργο Ανδριτσάκη.

Το αυθεντικό ντοκουμέντο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου (video ντοκιμαντέρ) του αεικίνητου δημιουργού Κ. Ζυρίνη

Πηγή: inred.gr
Αναδημοσίευση από istoriatexnespolitismos.wordpress.com/

(….) «Τη «Μεγάλη Βδομάδα» της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου μοιραστήκαμε: άλλοι στις συνελεύσεις του «πρώτου σοβιέτ εργατών» στο κτήριο Γκίνη, άλλοι στις προκηρύξεις, άλλος στο ραδιοσταθμό «Εδώ Πολυτεχνείο» κι εγώ, ως συνήθως, με την κάμερα της ΚΙΝΟ, παντού όπου ήταν ανθρωπίνως δυνατό». Κ. ΖΥΡΙΝΗΣ 

Σε λιγότερες από 10 ημέρες η επέτειος της 17ης Νοέμβρη του 1973 θα ξαναγυρίσει μνήμες πίσω και θα εξεγείρει τη φαντασία και την αναζήτηση εκατοντάδων χιλιάδων νέων παιδιών που δεν το έζησαν, αλλά το ονειρεύονται.  Ακολούθησαν κι άλλες εξεγέρσεις έκτοτε. Οι μεγαλύτερες θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι μπροστά μας. Ως Ιστορική, κοινωνική και ηθική αναγκαιότητα.

Επιλέξαμε να σας παρουσιάσουμε, σε όσους δεν το έχετε δει, αυτούσιο, το ιστορικό ντοκιμαντέρ του Κ. Ζυρίνη για το Πολυτεχνείο. Ιστορικό ντοκουμέντο χωρίς κανένα μοντάζ, κανένα φτιασίδωμα, καμία ιδιαίτερη τεχνική επεξεργασία. Ρέει όπως έρρεε το αίμα εκείνες τις ματωμένες μέρες του Νοέμβρη του 1973. Ρέει όπως ρέει κάθε εξέγερση. Όπως ένας ορμητικό φουσκωμένο ποτάμι που μπορεί να παρασύρει στο διάβα του όλη την αδικία του κόσμου.

Η ιστορία μιας ταινίας

Την επόμενη μέρα της εξέγερσης κινηματογραφούσα μέσα από ένα ταξί την γκρεμισμένη πύλη. Ηρθα σ” επαφή με τον Κούραντ, τον εν Ελλάδι εκπρόσωπο της ολλανδικής τηλεόρασης. Αδελφικά και άδολα ανταλλάξαμε υλικό. Ετσι η ΚΙΝΟ απέκτησε και το πλάνο της εισβολής του τανκ στο Πολυτεχνείο.

Την ίδια περίπου στιγμή που τυπωνόταν ημιπαράνομα το φιλμ σε φιλικά εργαστήρια, έκανα επιτόπου ένα χοντρικό μοντάζ, τύπωσα ένα αντίγραφο και, κομμάτι κομμάτι, με τον παράνομο μηχανισμό που διαθέταμε, το διοχέτευα στις αντιστασιακές και φοιτητικές οργανώσεις των Ελλήνων της Ευρώπης. Από τη στιγμή εκείνη έχανα φυσικά και τον έλεγχο του φιλμικού υλικού. Κάθε φοιτητική οργάνωση του εξωτερικού μπορούσε τότε να ισχυρίζεται ότι «αυτό το υλικό το κινηματογράφησαν οι δικοί μας». Μετά τη μεταπολίτευση, η Μπόλεξ μου δεν πίστεψε πως όλα τέλειωσαν με την κλιμακωτή κατάρρευση της χούντας και συνέχισε να καταγράφει ό,τι εκινείτο πολιτικώς. Παράλληλα, η ΚΙΝΟ όργωσε το Λεκανοπέδιο της Αττικής, όλη τη Στερεά και μέχρι τη Θεσσαλονίκη, για να προβάλει την εξέγερση σε σχολές, σε συλλόγους, σε ποικιλόμορφους μαζικούς φορείς που μόλις γεννιούνταν. Ποτέ δεν μερίμνησε να εισπράξει από πουθενά έστω και μια δεκάρα για την ανανέωση, τουλάχιστον, του καταπονημένου φιλμικού υλικού. Και ποτέ δεν ενέδωσε στην ιταμή αξίωση ορισμένων νεόκοπων μαζικών φορέων να αφαιρέσει από το φιλμ τη συμμετοχή και τη συμβολή στην εξέγερση των τότε αναρχικών, όσο και άλλων μη αρεστών «αριστερίστικων» φορέων. Ηταν οι μέρες που ο σεχταρισμός και η μισαλλοξία έσκαγαν μύτη.

Οι πολιτικές ανακατάξεις στην περίοδο της νομιμότητας άφησαν την ΚΙΝΟ με τον «εξής έναν». Και συνέχισα να κινηματογραφώ ως ελεύθερος πλέον σκοπευτής. Ώσπου βρέθηκα στη φυλακή.

Η ιταμότητα μαζί με τη φιλαργυρία δεν έχουν όρια. Οντας εγώ στη φυλακή δεν έλειψαν εκείνοι, οι πρώην, που άδραξαν την ευκαιρία για να κερδοσκοπήσουν με τα ρετάλια του φιλμικού υλικού, ιδιοποιούμενοι μάλιστα και την επ” αυτού πνευματική ιδιοκτησία.

Μετά την πρώτη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ δέχτηκα, με την πίεση του τότε καθ” όλα αξιόπιστου προέδρου της ΕΡΤ, να διαθέσω την ταινία για την παρθενική της τηλεοπτική μετάδοση υπό τον όρο να μην αλλαχτεί τίποτα, ούτε από τους τίτλους ούτε απ” το περιεχόμενό της. Από τη στιγμή που την παρέδωσα μέχρι να φτάσω μπροστά στον τηλεοπτικό δέκτη συγγενικού μου περιβάλλοντος, η εικόνα προβαλλόταν με άλλους τίτλους. Ηταν, βλέπεις, οι ποντικοί, το παρακράτος των «μέσων», οι πάντα ατιμώρητοι, που είχαν την κατάσταση στα χέρια τους. Τη δικιά τους «εναλλακτική» κυριαρχία. Το μεν υλικό ήταν ένας ανεκτίμητος θησαυρός, πρόσφορος για κάθε κομματική εκμετάλλευση, ο δε δημιουργός του… Δε βαριέσαι, αριστεριστής είναι, δεν έχει «πρόσβαση», πού θα βρει το δίκιο του; Ληστέψτε τον!

Και πέρασαν από τότε άλλα είκοσι τόσα χρόνια. Είκοσι τόσα χρόνια το κλεψίτυπο αυτό υλικό έγινε χαλί για κάθε κερδοσκοπική, ή μη, εκπομπή. Της κρατικής και της ιδιωτικής τηλεόρασης. Μέχρι και σε διαφημιστικά σποτ έχω δει τα πλάνα της ΚΙΝΟ. Να με ματώνουν. Κάθε χρόνο. Και χωρίς ποτέ, μα ποτέ, να αναφερθεί ποιος τα τράβηξε. Αφού αυτός ο κάποιος δεν είναι συντεταγμένος με τον κυρίαρχο πολιτικό πολιτισμό. Νομίζω πως αυτό λέγεται σύληση.

Απόσπασμα από άρθρο του Κ. Ζυρίνη, που δημοσιεύθηκε στην «Ελευθεροτυπία» στις 15/11/2005.

Για να δείτε το αυθεντικό βίντεο ακολουθήστε τον ακόλουθο σύνδεσμο:

Για μια πληρέστερη εικόνα για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, διαβάστε επίσης στο συγκεκριμένο blog και στην ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΜΕ: ΕΡΓΑΣΙΕΣ/ΑΡΘΡΑ/ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ του Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ την εργασία «ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, η κατάθεση μιας άποψης από Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ», πατώντας εδώ.

Ύψωμα 731, εκεί που τσακίστηκε η ιταλική επίθεση στην Πίνδο

Ο ήρωας ταγματάρχης που οι εθνικόφρονες έστειλαν εξορία

Του Βενιζέλου Λεβεντογιάννη
Πηγή: topontiki.gr

Τις πρώτες δυόμισι ώρες της επίθεσης ρίχτηκαν 100.000 βόμβες στο μικρό ύψωμα. Κάθε δευτερόλεπτο, έπεφταν 11 βλήματα. Στο τέλος της επίθεσης το «Ύψωμα 731» είχε φαγωθεί κατά πέντε μέτρα. Είχε γίνει «Ύψωμα 726».

Γραφείο Μπενίτο Μουσολίνι, Ρώμη, αρχές Μαρτίου 1941

Ο «Ντούτσε» έκλεισε με δύναμη το μαύρο βαρύ ακουστικό τού τηλεφώνου του. Τα χέρια του έτρεμαν από την ένταση. Σηκώθηκε από το τεράστιο δρύινο γραφείο του και πήγε προς το παράθυρο. Προέταξε με τον γνωστό του τρόπο το πηγούνι του, πήρε βαθιά αναπνοή και φούσκωσε, όπως έκανε στις ομιλίες του στο πλήθος. Ύστερα, εντελώς ξαφνικά, σαν να είχε δεχτεί γροθιά στο στομάχι, ξεφούσκωσε, οι ώμοι του βάρυναν και περπάτησε άλλη μια φορά γύρω από το γραφείο του. Κάθισε βαριά στην καρέκλα. Χαμήλωσε το κεφάλι του και πέρασε τις παλάμες του επάνω από το φαλακρό κρανίο του, που είχε αρχίσει να ιδρώνει. Μόλις είχε δώσει μια βαριά υπόσχεση στον σύμμαχό του, Αδόλφο Χίτλερ: «Μέχρι το τέλος της άνοιξης θα κάνω παρέλαση στην Αθήνα».

Όταν κόπασε λίγο η οργή του, πάτησε το κουμπί ενδοσυνεννόησης με τη γραμματεία του και σε κλάσματα δευτερολέπτου ένας μελανοχίτωνας φρουρός χτύπησε την πόρτα και μπήκε μέσα. «Φραντσέσκο, πες να μου φέρουν έναν εσπρέσο. Ααα και πού είσαι; Πες να ετοιμάσουν το αεροπλάνο μου». Σε λίγες ώρες ο Μπενίτο Μουσολίνι, ο φασίστας, ο νέος Καίσαρας, ο άνθρωπος που οραματιζόταν τη Μεσόγειο σαν «Mare Nostrum», πετούσε με προορισμό τις ιταλικές θέσεις στα σύνορα της Αλβανίας με την Ελλάδα.

Ύψωμα 731, αμπρί διοικήσεως 

Ο ταγματάρχης Δημήτρης Κασλάς, με περγαμηνές από τον μικρασιατικό πόλεμο, καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Κάτι δεν του άρεσε. Η ξαφνική σιγή των Ιταλών τον είχε βάλει σε σκέψεις. Χωρίς να φορέσει το πανωφόρι του, βγήκε έξω από το αμπρί του και άρχισε να επιθεωρεί τις θέσεις άμυνας στο ύψωμα.

Το βουνό βρισκόταν 20 χιλιόμετρα βόρεια της Κλεισούρας και είχε καταληφθεί από τον Ελληνικό Στρατό τον χειμώνα του 1941. Το συγκεκριμένο ύψωμα ήταν ένα καρφί στο «μάτι» της ιταλικής πολεμικής μηχανής. Όσο παρέμενε σε ελληνικά χέρια κάθε προσπάθεια των Ιταλών ήταν καταδικασμένη. Εάν έπεφτε, τότε άνοιγε ο δρόμος για την υπόλοιπη Ελλάδα. Είχε υψόμετρο 731 μέτρα και όπως είθισται η γεωγραφική υπηρεσία το είχε ονομάσει «Ύψωμα 731».

Ο ταγματάρχης φώναξε δυο λοχαγούς του και άρχισε να δείχνει με το δάχτυλό του διάφορα σημεία και να δίνει οδηγίες. Εκείνοι, που δεν είχαν καταλάβει για τι πράγμα μιλούσε, απλά σημείωναν και κουνούσαν καταφατικά το κεφάλι τους. «Θέλω να ενισχυθεί η άμυνα σε αυτό το αντέρεισμα. Σε αυτή τη ραχούλα να στηθεί ένα πολυβόλο που θα διασταυρώνει πυρά με εκείνο το πολυβόλο μας. Εδώ και εδώ να βάλλουν οι όλμοι μας. Και όλοι, μα όλοι να σκάψουν ορύγματα βάθους 80 εκατοστών και να μπουν μέσα για να είναι προφυλαγμένοι…».

Ο ταγματάρχης Κασλάς είχε δημιουργήσει στο μυαλό του ένα περίφημο σχέδιο άμυνας και τώρα το έστηνε όχι επί χάρτου, αλλά στην πραγματικότητα. Γνώριζε ότι οι φαντάροι και οι αξιωματικοί του ήταν διαλυμένοι και καταβεβλημένοι, όπως και εκείνος, αλλά πολύ περισσότερο γνώριζε ότι το ύψωμα δεν έπρεπε να πέσει ακόμη και εάν όλοι οι υπερασπιστές του σκοτώνονταν.

Ο ταγματάρχης Κασλάς εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Έφαγε μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες σαν απλός φαντάρος και στη συνέχεια κλείστηκε στο αμπρί του και μελέτησε τους χάρτες. Σχεδίασε κάθε πιθανό σενάριο, καλό ή κακό, προκειμένου να μην πέσει το ύψωμα. Έφτιαξε στο μυαλό του κάθε εναλλακτική λύση για να αποτρέψει την ιταλική επίθεση. Πριν ακόμη χαράξει, βγήκε έξω σαν να ήθελε να αποτυπώσει στο μυαλό του όλη εκείνη την απίστευτη ομορφιά της πλάσης.

Λίγα λεπτά αργότερα, ξεκινούσε η περίφημη ιταλική «Εαρινή Επίθεση» με τον ίδιο τον Μουσολίνι να επιβλέπει. Τα ιταλικά κανόνια άρχισαν να ξερνούν φωτιά. Οι ελληνικές θέσεις δέχονταν ένα πρωτόγνωρο σφυροκόπημα. Θύμιζε τα «μπαράζ» του πυροβολικού στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κάθε ένα δευτερόλεπτο που περνούσε επάνω στο βουνό έσκαγαν 11 βλήματα. Καπνός, σκόνη, ουρλιαχτά, διαμελισμένα κορμιά, μυρωδιά από καμένη σάρκα, μπαρούτι, συνέθεταν ένα σκηνικό κολάσεως.

Ο Κασλάς δίπλα στον ασυρματιστή του ούρλιαζε για να ακουστεί: «Στείλε: Δεχόμαστε σφοδράν επίθεσιν. Αντέχουμε». Ο ταγματάρχης ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει τους Ιταλούς να πατήσουν στο «731». Κατάμαυρος από την κάπνα και τις λάσπες φώναξε τους αξιωματικούς του και στα γρήγορα, μέσα στο αμπρί του, έδωσε τη διαταγή του προς τους διοικητές των λόχων του 5ου τάγματος Πεζικού Τρικάλων: «Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρις εσχάτων. Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω. Εμψυχώσατε άνδρας σας και τονώσατε το ηθικόν των. Προμηνύεται λυσσώδης επίθεσις του εχθρού, η οποία οπωσδήποτε θα αποκρουσθή και θα συντριβή. Τηρήσατέ με ενήμερον τακτικής καταστάσεως. Επαναλαμβάνω, τότε μόνον θα διέλθη ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας».

Οι στιγμές, τα λεπτά, οι ώρες του σφοδρού βομβαρδισμού περνούσαν βασανιστικά αργά. Μέσα στα ορύγματα οι φαντάροι σιωπηλοί, δεν μπορούσαν να αντιδράσουν στις βόμβες που έσκαγαν δίπλα τους. Τα βλήματα σκορπούσαν τον θάνατο και τη θλίψη. Οι στρατιώτες έβλεπαν τους συναδέλφους και φίλους τους να κομματιάζονται, ένιωθαν το αίμα τους καυτό να τους πιτσιλάει. Και όσο συνέβαινε αυτό, τόσο η οργή τους ξεχείλιζε και έσφιγγαν περισσότερο το όπλο τους.

Ο Ιταλός διοικητής Πυροβολικού, Καβαλέρο, από την Τρεμπεσίνα, όπου ήταν τα κανόνια, σίγουρος πλέον ότι δεν είχε μείνει άνθρωπος ζωντανός έπειτα από τέτοιο βομβαρδισμό, έγνεψε στον Ντούτσε, που παρακολουθούσε από κοντά, ότι πλέον το Πεζικό μπορεί να καταλάβει το ύψωμα. Οι Ιταλοί στρατιώτες καθώς πλησίαζαν αντίκρισαν ένα θέαμα που τους έκανε να μείνουν με το στόμα ανοιχτό. Το γεμάτο δέντρα βουνό είχε μείνει φαλακρό. Τα συρματοπλέγματα είχαν καταστραφεί, τα χαρακώματα δεν υπήρχαν. Ήταν πλέον και εκείνοι σίγουροι ότι θα καταλάμβαναν εύκολα το ύψωμα.

Την ίδια στιγμή μέσα στο αμπρί του ταγματάρχη, ο ασυρματιστής, του έδωσε να διαβάσει το τηλεγράφημα από τον συνταγματάρχη Κετσέα: «Επί των θέσεών σας θ’ αμυνθήτε μέχρις εσχάτων. Η Πατρίς, η Ανωτάτη Διοίκησις απαιτεί να κρατήσητε ψηλά την τιμήν των όπλων».

Ο Δημήτρης Κασλάς, που δεν σταμάτησε να δίνει διαταγές, έγνεψε στον ασυρματιστή του: «Στείλε: οτιδήποτε και αν συμβή δεν θα εγκαταλείψωμεν το 731 και έχω πεποίθησιν ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί».

Η πεποίθησή του έγινε πραγματικότητα. Αν και είχαν καταστραφεί τα ελληνικά κανόνια επάνω στο ύψωμα, αν και είχαν καταστραφεί τα πυροβόλα, οι όλμοι και τα βαριά όπλα, ο Κασλάς έδωσε διαταγή προς τους φαντάρους να μην κουνηθούν από τις θέσεις τους και να μην πυροβολήσουν τους σχεδόν ακάλυπτους Ιταλούς μέχρι το σύνθημά του. Και όταν οι Ιταλοί έφτασαν κοντά, ο ταγματάρχης φώναξε «πυρ» και μια δεύτερη πύλη της κολάσεως άνοιξε, αυτή τη φορά για εκείνους.

Με χειροβομβίδες, πολυβόλα, αυτόματα, οι Έλληνες φαντάροι θέριζαν τους Ιταλούς που ακάλυπτοι δεν είχαν πού να κρυφτούν. Ήταν μια πραγματική σφαγή για τους άνδρες του Μουσολίνι. Τα νεύρα είχαν τεντωθεί τόσο, που κάποιες ομάδες Ιταλών που σήκωναν τα χέρια για να παραδοθούν εκτελέστηκαν την ίδια στιγμή.

Ο ταγματάρχης Κασλάς υπερασπίστηκε με τους στρατιώτες του το «Ύψωμα 731» με αυταπάρνηση. Η «Εαρινή Επίθεση» του Μουσολίνι έσπασε στους βράχους ενός βουνού που είχε ύψος 731 μέτρα. Τα βράδια ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν επάνω από το καραφλό βουνό και έριχναν προκηρύξεις. Ο Κασλάς έγραψε στο ημερολόγιό του: «Προς το εσπέρας νομίζουν ότι θα κλονίσουν το ηθικόν των στρατιωτών μας, ρίπτουν δι’ αεροπλάνων χιλιάδας προκηρύξεις, καλούν τους στρατιώτας μας να ρίψουν τα όπλα και να σπεύσουν να παραδοθούν. Αι προκηρύξεις αυταί μόνον γέλωτα προσέφερον εις τους ηρωικούς οπλίτας». Ο Μουσολίνι έφευγε ταπεινωμένος. Σε λίγες εβδομάδες θα χρειαζόταν ο σύμμαχός του, ο Χίτλερ, να επέμβει για να τον σώσει από την καταστροφή.

Στον ταγματάρχη Κασλά, που κράτησε το «Ύψωμα 731» και απέκρουσε μέσα σε τρεις μέρες 18 μεγάλες επιθέσεις από Πυροβολικό, Αεροπορία, άρματα μάχης και επίλεκτες ιταλικές μονάδες πεζικού, απονεμήθηκαν τα εξής: Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας, Πολεμικός Σταυρός Γ’ Τάξεως, Αργυρούς Σταυρός του Β’ Τάγματος, Μετάλλειον στρατιωτικής αξίας Δ’ Τάξεως. Οι Ιταλοί άφησαν στους πρόποδες του υψώματος 12.000 νεκρούς.

Καλοκαίρι 1943, Βόλος, χωριό Πουρί 

Ο ήρωας ταγματάρχης του «731» είχε επιστρέψει στην ησυχία τού χωριού του. Καθημερινά ασχολούνταν με τις αγροτικές δουλειές, αλλά κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να κοιμηθεί και να ησυχάσει. «Πρέπει να βγω στο βουνό. Πρέπει να πολεμήσω τους κατακτητές», σκεφτόταν και μια μέρα παρουσιάστηκε στον ΕΛΑΣ. Εντάχθηκε στη XVI Μεραρχία. Οι οργανωτικές του ικανότητες, η οξύνοιά του, το θάρρος του και η τακτική του στις μάχες δεν άργησαν να τον φέρουν ως στρατιωτικό διοικητή του 52ου Συντάγματος.

Οι μάχες που έδωσε φορώντας το… δίκοχο του ΕΛΑΣ ήταν πολλές. Έδρασε κυρίως στην περιοχή της κοιλάδας του Σπερχειού και σε κάθε σύγκρουση που είχε με τα γερμανικά στρατεύματα άφηνε πίσω του μόνο νεκρούς στρατιώτες που φορούσαν τις στολές με τη νεκροκεφαλή και τους δυο κεραυνούς στο πέτο.

Μερικές από αυτές εναντίον του κατακτητή αλλά και των ντόπιων συνεργατών του: στο Βλάσδο (Μοσχάτο) Καρδίτσης στις 7 Μαρτίου 1944, στον Μεσενικόλα Καρδίτσης στις 18 Μαρτίου 1944, στο Παλιούρι Φθιώτιδος στις 12 Απριλίου 1944, στην περιοχή Μακρακώμης – Σπερχειάδος από τις 11-14 Ιουνίου και στις 18 Ιουνίου 1944. Απέκρουσε με πείσμα και έκανε να πληρώσουν ακριβά οι Γερμανοί τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τους εναντίον των ανταρτών, στην κοιλάδα του Σπερχειού στις 7-20 Αυγούστου 1944. Έλαβε μέρος στη μάχη στο Λιανοκλάδι την 1η Σεπτεμβρίου 1944 και στις μάχες στην περιοχή Δομοκού στις 18-20 Οκτωβρίου 1944.

Επίσης οργάνωσε διάφορα σαμποτάζ κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε την Αθήνα με τη Βόρεια Ελλάδα, σε συνεργασία με Άγγλους κομάντος υπό τον Άγγλο ταγματάρχη Τζον Μόλγκαν από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο του 1944.

19 Δεκεμβρίου 1944, Πάρνηθα, Χασιά Αττικής

Το κρύο περνούσε τα πανωφόρια και τα αμπέχονα, και έφτανε μέχρι το κόκαλο. Οι άνδρες του 52ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ βρίσκονταν κρυμμένοι με πλήρη εξάρτυση και πολεμοφόδια στο δάσος της Πάρνηθας. Ήταν όλοι τους μπαρουτοκαπνισμένοι και ετοιμοπόλεμοι. Περίμεναν απλά τη διαταγή από το αρχηγείο και θα κατέβαιναν από το Περιστέρι και τις άλλες δυτικές συνοικίες. Η κατάληψη της Αθήνας και η εξολόθρευση όλων των συνεργατών των Γερμανών που απολάμβαναν την κάλυψη της κυβέρνησης και κοιμόντουσαν σε ξενοδοχεία, δίχως να τους ενοχλεί κανείς, θα ήταν ζήτημα ωρών.

Ο στρατιωτικός διοικητής του 52ου Δημήτρης Κασλάς κοίταζε από ψηλά τα φώτα της πόλης που άναβαν και τους καπνούς από τις διάφορες συνοικίες όπου μαίνονταν οι μάχες. «Μα είναι δυνατόν. Μας έχουν εδώ από τις 30 Νοεμβρίου και αντί να μας αμολήσουν, αφήνουν τον εφεδρικό ΕΛΑΣ και την ΕΠΟΝ της Αθήνας να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Μα τι κάνουν; Κοιμούνται τέλος πάντων; Δεν βλέπουν ότι μας πετσοκόβουν εκεί κάτω; Τι κάνουμε εδώ;». Ο λοχαγός του ΕΛΑΣ που κάπνιζε το τσιγάρο του δίπλα από τον Κασλά δεν περίμενε απάντηση. Την ήξερε. Έσβησε την καύτρα με το σαλιωμένο δάχτυλό του και γύρισε πίσω.

Μια απλή διαταγή και η ροή της ιστορίας θα είχε αλλάξει. Μια διαταγή που δεν δόθηκε στην ώρα της. Όταν έφτασε στον Κασλά και σε άλλους μπαρουτοκαπνισμένους διοικητές του ΕΛΑΣ, οι Άγγλοι είχαν γίνει ήδη κύριοι των κομβικών σημείων της πόλης, αποβίβαζαν συνέχεια στρατό από τον Πειραιά και την Ελευσίνα, και η ρομαντική περιπέτεια του βασανισμένου λαού για δημοκρατία είχε λάβει τέλος. Εκείνος ο πόλεμος ήταν προδιαγεγραμμένο από την αρχή να χαθεί.

Επίλογος

Ο ήρωας ταγματάρχης του «731», ο άνθρωπος που απέκρουσε τα στρατεύματα της Ιταλίας στο ύψωμα που δεν έπρεπε να πέσει, δεν ήταν ήρωας. Η «εθνικόφρων κυβέρνηση» τον θεώρησε προδότη, Βούλγαρο, συμμορίτη, κατσαπλιά. Οι συνεργάτες των Γερμανών, αλλά και οι άκαπνοι στρατιωτικοί που περνούσαν τον χρόνο τους στα μπορντέλα και τα καφενεία της Μέσης Ανατολής, όταν ο Κασλάς πολεμούσε τους κατακτητές, επέστρεψαν με τη βοήθεια των συμμάχων στα πράγματα και τον έκριναν ως «ανεπαρκή». Το υπουργείο Στρατιωτικών ζήτησε από τον Κασλά να απολογηθεί και να αποκηρύξει τη δράση του στον ΕΛΑΣ. Δεν το έκανε. Δεν πρόδωσε τους νεκρούς στρατιώτες του. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας ο ταγματάρχης Δημήτρης Κασλάς υπάχθηκε στον β’ πίνακα των αξιωματικών, χαρακτηρισμένος ως «επικίνδυνος με υποψία ότι θα στελέχωνε τον ΔΣΕ». Ο δρόμος που έπρεπε να πάρει ήταν ένας: Εξορία.

Τον αποστράτευσαν «αυτεπαγγέλτως». Του ξήλωσαν τα γαλόνια. Ο Κασλάς ουδέποτε υπέγραψε δήλωση μετάνοιας. Έμεινε στην εξορία επί τρία χρόνια. Το 1948 αφέθηκε υπό περιοριστικούς όρους ελεύθερος.

Τρίκαλα, 1950 

Στην πλατεία Ρήγα Φεραίου της πόλης κυκλοφορούσε άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Δυο καλοντυμένοι θαμώνες του ιστορικού καφενείου «Πανελλήνιον», που απολάμβαναν τον καφέ τους, τον είδαν να περνά και δεν του έδωσαν σημασία. Μια παρέα νεαρών, όμως, σηκώθηκε από το τραπέζι της και λίγο έλειψε να πετάξει κάτω τους καφέδες και τα νερά. Έτρεξε προς τον άγνωστο άνδρα και του έκλεισε τον δρόμο.

«Κύριε ταγματάρχα, εσείς;» του είπε ο ψηλότερος της παρέας. «Κύριε ταγματάρχα μας, κύριε Κασλά, πολεμήσαμε μαζί στο ‘‘731’’» του είπαν οι τρεις φίλοι με μια φωνή και στάθηκαν προσοχή μπροστά του. «Μας σώσατε τη ζωή. Σας ευγνωμονούμε για όσα κάνατε για εμάς. Πάντα θα σας ευγνωμονούμε. Και εμείς και τα παιδιά μας».

Ένας αραμπάς πέρασε από δίπλα τους και έκαναν στην άκρη. Ο άγνωστος άνδρας, τους κοίταξε βαθιά και τους τρεις. Ήθελε να τους χαιρετίσει, να τους αγκαλιάσει. Δεν το έκανε. Σήκωσε τον γιακά από το παλτό του, και τους είπε ευγενικά: «Συγγνώμη, κύριοι, δεν καταλαβαίνω τι λέτε. Μάλλον με μπερδεύετε με κάποιον άλλον. Κάνετε κάποιο λάθος. Καλή σας ημέρα» και απομακρύνθηκε.

Ο άγνωστος με τον υψωμένο γιακά και το καπέλο, όταν έστριψε στην πρώτη γωνία που βρήκε μπροστά του, κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα. Έκλαψε βουβά, με αναφιλητά. Ύστερα σκούπισε τα δάκρυά του και συνέχισε τον δρόμο του. Ο άγνωστος άνδρας πέθανε το 1966. Τον πρόδωσε η καρδιά του στα 65 του χρόνια, όπως τον πρόδωσε η πατρίδα του…

Το 1985 ο Δημήτριος Κασλάς, μετά θάνατον, προήχθη σε ταξίαρχο.

Το φωτογραφικό υλικό είναι από το ψηφιακό αρχείο για τον Δημήτρη Κασλά, www.Kaslas.blogspot.gr 

Τσε Γκεβάρα

52 χρόνια από την δολοφονία του.

Του Νίκου Μπογιόπουλου
Πηγή: enikos.gr

Σήμερα συμπληρώνονται 48 χρόνια (σημείωση δική μας: το άρθρο είναι του 2015) από την αιχμαλωσία και την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, στις 8 προς 9 Οκτώβρη 1967, στη Βολιβία.

Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε να τον εκτελέσει ήταν ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν.

Ο Μάριο Τεράν, ο δολοφόνος του Τσε, το 2006 υποβλήθηκε σε εγχείρηση από Κουβανούς γιατρούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της «Επιχείρησης Θαύμα» και προσφέρουν – δωρεάν – τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο Τεράν έπασχε από καταρράκτη. Οι επεμβάσεις καταρράκτη δεν είναι και τόσο απλό πράγμα για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αμερική.

Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συμπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε  σε εφημερίδα της Βολιβίας ευχαριστήριο μήνυμα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του. Του δολοφόνου, δηλαδή, του (και) γιατρού Τσε Γκεβάρα…

«Θυμηθείτε αυτό το όνομα – Μάριο Τεράν – ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώνει, μπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύματός του»,

ήταν το ρεπορτάζ με το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφημερίδα «Γκράνμα» της Κούβας.

Λίγο πριν τη δολοφονία του, ο Τσε είχε στείλει στα παιδιά του ένα γράμμα:

«Αγαπημένα μου Ιλδίτα, Αλεϊδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο,

Αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράμμα, θα πει πως πια δεν είμαι ανάμεσά σας. Σχεδόν δε θα με θυμάστε πια και τα πιο μικρά θα μ’ έχουν ξεχάσει.

Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκεφτόταν, και που σίγουρα ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του (….).

Να μελετάτε πολύ, για να μπορέσετε να κυριαρχήσετε στην τεχνική, που θα σας επιτρέψει να κυριαρχήσετε στη φύση (…). Να ‘στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά μπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ’ οποιονδήποτε, σ’ οποιαδήποτε χώρα του κόσμου (…). Πάντα, παιδιά μου, θα ελπίζω να σας ξαναδώ.

Ένα μεγάλο και δυνατό φιλί απ’ τον Μπαμπά».

Δεν είδε ποτέ ξανά τα παιδιά του. Στις 8 προς 9 Οκτώβρη του 1967 ο κομαντάντε Τσε Γκεβάρα θα περνούσε στο πάνθεον των «αθανάτων» της Ιστορίας με διαβατήριο την πίστη του στις πεποιθήσεις του. Χτυπήθηκε από δυο σφαίρες στο σβέρκο. Πισώπλατα.

Οι δολοφόνοι του, αν και αιχμάλωτος, δεν είχαν το κουράγιο να τον κοιτούν στα μάτια ούτε καν τη στιγμή που τον εκτελούσαν.

Οι δολοφόνοι του μοίρασαν ανά την υφήλιο τη φωτογραφία του νεκρού Τσε πιστεύοντας ότι έτσι θα σφράγιζαν και θα έκλειναν τους λογαριασμούς τους μαζί του.

Έκαναν λάθος. Μια άλλη φωτογραφία ήταν εκείνη που έμελλε να μείνει στην Ιστορία.

«Υπήρξε από τους πιο οικείους, από τους πιο θαυμαστούς, από τους πιο αγαπητούς, και, δίχως αμφιβολία, ο πιο εξαίρετος από τους επαναστάτες συντρόφους μας (…).

Ξεχείλιζε από ένα βαθύ πνεύμα μίσους και περιφρόνησης προς τον ιμπεριαλισμό (…).

Ικανός αρχηγός, αυθεντία, δεξιοτέχνης του επαναστατικού πολέμου. Κι όμως, με τον ηρωικό και δοξασμένο θάνατό του, κάποιοι επιχειρούν να αρνηθούν την ισχύ ή την αξία των αντιλήψεων και των αντάρτικων ιδεών του. Μπορεί να πεθάνει ο δεξιοτέχνης, κύρια όταν η τέχνη του είναι τόσο επικίνδυνη όσο η επαναστατική πάλη, αλλά εκείνο που με κανέναν τρόπο δε θα πεθάνει είναι η τέχνη στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του και την ευφυΐα του (…).

Επέδρασε σημαντικά στη στάση του η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της ιστορίας δε σταματά, ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…).

Άνθρωποι σαν κι αυτόν είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν (…)».

Με αυτά τα λόγια αποχαιρετούσε ο Φιντέλ Κάστρο, στον επικήδειο που εκφώνησε στην Πλατεία της Επανάστασης, στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Τον Τσε.

Συχνά επανέρχεται το ερώτημα: Τι ήταν εκείνο που οδήγησε έναν από τους ηγέτες μιας από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα να προσφέρει τόσο αφειδώλευτα –  και κατά άλλους τόσο «απερίσκεπτα» και τόσο «τυχοδιωκτικά» – την ίδια του τη ζωή στο πεδίο των μαχών για την κοινωνική απελευθέρωση;

Στη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή επέδρασε σημαντικά αυτό που περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο. Η αντίληψη, δηλαδή «ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δεν σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…)».

Αυτός ήταν ο Τσε. Ασταμάτητος. Αλύγιστος. Παθιασμένος. Αμετανόητος. Τέτοιος ήταν ο Τσε και αυτός ήταν ο λόγος που συγκαταλέγεται σε εκείνους τους ελάχιστους που κατάφεραν να μετατρέψουν το θάνατό τους σε ένα τόσο στέρεο σκαλοπάτι για να ανυψωθεί το αίτημα για ζωή, για ανθρώπινη ζωή, ακόμη ψηλότερα.

Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δεν θα μπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του. Πόσο μάλλον να την εξοντώσουν.

Το έγκλημα, αντί να σβήσει τα ίχνη αυτού του ασθματικού γιατρού από την Αργεντινή, μετατράπηκε σε βαθιά, σε ζωογόνα και ελπιδοφόρα ανάσα για τους αδικημένους, για τους λαούς όλου του κόσμου.

Ό,τι  δεν κατάφεραν με τον Τσε  εκείνοι που τον δολοφόνησαν, νόμισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να τον μετατρέψουν σε μια ακίνδυνη στάμπα πάνω σε μπλουζάκια και «μοδάτα» αξεσουάρ.

Ούτε αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. Δεν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ: «Η ζωή του Τσε» – έλεγε ο Σαρτρ – «είναι η ιστορία του πληρέστερου ανθρώπου της εποχής μας».

Αυτή η «πλήρης Ιστορία», που ο Τσε την έγραψε και την διηγήθηκε με τη ζωή και το θάνατό του, είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Τσε συνεχίζει να ζει».

Όσοι προσπαθούν να εξαντλήσουν την εξήγηση αυτής της «αθανασίας», εστιάζοντας στην εικόνα του Τσε σαν «γητευτή των φοιτητικών ονείρων», ξεχνούν ότι ο Τσε των εργατών και των αγροτών, ο Τσε των ταπεινών και καταφρονεμένων, ο Τσε της νεολαίας, δε μας άφησε κληρονομιά μόνο το απίστευτο βλέμμα του.

Ένα βλέμμα που κοιτάζει μακριά αλλά στέρεα προς το φαινομενικά αδύνατο.

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Τσε και οι σύντροφοί του στην Κούβα έγιναν η απόδειξη της νίκης απέναντι στην καταπίεση, στη διαφθορά, στο φασισμό, στον ιμπεριαλισμό.

Δεν ήταν μόνο ότι ο Τσε αρνήθηκε μια «στρωμένη» και άνετη ζωή, πριν την κουβανέζικη επανάσταση, ότι δεν θαμπώθηκε από τις τιμές, τα πόστα, την αναγνώριση, μετά την επικράτηση της επανάστασης.

Στην περίπτωση του Τσε ο τίτλος του «συμβόλου» δεν του χαρίστηκε μετά θάνατον. Ήταν ένας τίτλος που ως καθοδηγητής και ως σύντροφος, ως οδηγός και ως κομαντάντε στην ανειρήνευτη πάλη του ενάντια σε αυτήν την αδικία, τον είχε κατακτήσει ήδη.

Ο Τσε ουδέποτε αισθάνθηκε ότι ήταν «άγιος», έστω κι αν είχε ήδη θεοποιηθεί από πολλούς ανθρώπους. Δεν άφησε ποτέ περιθώρια για «αγιοποίηση». Τελικά, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Που έκανε ό,τι πίστευε. Και πίστευε ό,τι έκανε.

«Δεν είμαι απελευθερωτής (libertador). Δεν υπάρχουν libertadores. Οι ίδιοι οι άνθρωποι απελευθερώθηκαν μόνοι τους», έλεγε ο Τσε.

Όλα αυτά μαζί συνθέτουν κομμάτια από τον «μύθο» του Τσε. Αλλά και πάλι δεν είναι αρκετά να εξηγήσουν το γιατί ο Τσε Γκεβάρα «ζει».

Γιατί, τελικά, εκείνο που στην πραγματικότητα κρατά «ζωντανό» τον Τσε είναι ότι παραμένουν τραγικά ζωντανά και δραματικά επίκαιρα όλα όσα τον «δημιούργησαν».

Ο πραγματικός λόγος που ο Τσε  παραμένει «ζωντανός» είναι ότι παραμένουν ζωντανά όλα όσα τον «γέννησαν».

Ο Τσε «ζει» γιατί, ως πολεμιστής και ως πολιτικός, ήταν ο κομαντάντε μιας υπόθεσης που και ως θεωρία και ως πράξη θα βρει την ολοκλήρωσή της, μόνο όταν καταργηθεί κάθε μορφής εκμετάλλευση.

Ο μαρξισμός και το κομμουνιστικό ιδεώδες είναι πλήρως εξαγνισμένο μέσα μου, έλεγε ο Τσε, προσθέτοντας με απόλυτη σαφήνεια:

«Δεν υπάρχει για μας κανείς άλλος ορισμός του σοσιαλισμού, πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο».

Ο Τσε θα παραμένει «ζωντανός» για όσο το βλέμμα του θα δείχνει ότι είναι ρεαλιστικό το όραμά του για έναν κόσμο ελεύθερο, δημοκρατικό, χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς καταπίεση.

«Αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, είσαι σύντροφός μου», έλεγε ο Τσε.

Για όσο στον κόσμο η αδικία θα εξακολουθεί το έργο της, όσο οι έννοιες «τιμή» και «αξιοπρέπεια» θα υπάρχουν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων,  ο Τσε θα είναι «ζωντανός».

Γιατί

«ο άνθρωπος  έλεγε ο Τσε – πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιμή».

78 χρόνια από την ίδρυση τού ΕΑΜ: Το ιδρυτικό κείμενο

Πηγή: alfavita.gr

Σαν σήμερα, 27 Σεπτέμβρη του 1941, συμπληρώνονται 78 χρόνια απο το εναρκτήριο σάλπισμα της εποποιίας της Εθνικής Αντίστασης

Aπ’ τους πρώτους μήνες της γερμανικής κατοχής, ο λαός ξεκίνησε την αντίστασή του ενάντια στον κατακτητή. Mέσα σε δύσκολες συνθήκες σκληρής καταπίεσης και με τον εφιάλτη της πείνας, δίνει το δικό του αγώνα, δημιουργεί το έπος της Eαμοελασίτικης Aντίστασης.

Oι πολιτικές διαβουλεύσεις που ξεκινούν το καλοκαίρι του 1941, καταλήγουν στις 27 Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς στην ίδρυση του EAM.

Tη νύχτα της 27 Σεπτέμβρη υπογράφηκε το ιδρυτικό του EAM. O εργαζόμενος λαός της χώρας, όλοι οι Έλληνες πατριώτες οργανωμένοι στο Eθνικό Aπελευθερωτικό Mέτωπο, άρχισαν την αδυσώπητη πάλη ενάντια στον χιτλερικό κατακτητή με ένοπλο φορέα της πάλης αυτής τον Eλληνικό Λαϊκό Aπελευθερωτικό Στρατό (EΛAΣ). Mια καινούργια σελίδα αρχίζει στη νεοελληνική ιστορία. Kάτω από την καθοδήγηση του EAM, με σπονδυλική του στήλη το KKE, ο λαός μας ανέπτυξε έναν σκληρότατο και πολυσήμαντο αγώνα για την κατάκτηση της λευτεριάς του.

Έγιναν μεγάλες αντιφασιστικές κινητοποιήσεις, δόθηκε η μάχη της επιβίωσης, τσακίστηκαν τα σχέδια του φασίστα κατακτητή για την πολιτική επιστράτευση. Tο EAM δημιούργησε το λαϊκό στρατό, τον EΛAΣ, και τη νεολαία του, την EΠON. Tο EAM έδωσε τη μάχη ενάντια στον κατακτητή σ’ όλα τα επίπεδα.

Tο EAM έκφρασε την παλλαϊκή θέληση να διώξει το φασίστα κατακτητή, να συντρίψει τους προδότες του εσωτερικού που συνεργάστηκαν μαζί του, να καθαρίσει την Eλλάδα από τα φασιστικά υπολείμματα της 4ης Aυγούστου και να δημιουργήσει ένα ελεύθερο δημοκρατικό κράτος, με το λαό αφέντη στον τόπο του.

Το Ιδρυτικό Κείμενο

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1941 υπογράφτηκε το ιδρυτικό του ΕΑΜ

1. Από τους αντιπροσώπους των κάτωθι υπογραφομένων κομμάτων ιδρύεται το Εθνικόν Απελευθερωτικόν Μέτωπο της Ελλάδας (ΕΑΜ).

Εις το ΕΑΜ γίνεται ισοτίμως δεκτόν και παν άλλο κόμμα ή οργάνωσις που δέχεται τας αρχάς του παρόντος Ιδρυτικού ώς και να εργασθή δια την επιτυχίαν των σκοπών του ΕΑΜ.
Προκειμένου να γίνει δεκτή εις το ΕΑΜ οιαδήποτε οργάνωσις, δεν εξετάζεται το παρελθόν ή αι αντιλήψεις των σχετικώς με την μελλοντικήν ανασυγκρότησιν της ελευθέρας και ανεξαρτήτου Ελλάδος, αλλά η πίστις των εις την ανάγκην του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνος, η τιμιότης των απέναντι αυτού και η αποδοχή των αρχών του ΕΑΜ που περιλαμβάνονται εις το παρόν Ιδρυτικόν.

2. Σκοπός του Εθνικού Μετώπου είναι:

α) Η απελευθέρωσις του Έθνους μας από τον σημερινόν ξένον ζυγόν και η απόκτησις της πλήρους ανεξαρτησίας της χώρας μας.

β) Ο σχηματισμός προσωρινής κυβερνήσεως του ΕΑΜ αμέσως μετά την εκδίωξιν των ξένων κατακτητών, μοναδικός σκοπός της οποίας θα είναι η προκήρυξις εκλογών δια συντακτικήν εθνοσυνέλευσιν, με βάσιν την αναλογικήν ίνα ο λαός αποφανθή κυριαρχικώς επί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του.

γ) Η κατοχύρωσις του κυριαρχικού τούτου δικαιώματος του Ελληνικού Λαού, όπως αποφανθή περί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του, από πάσαν αντιδραστικήν απόπειραν, ήτις θα τείνη να επιβάλη εις τον λαόν λύσεις αντιθέτους προς τας επιθυμίας του και η εκμηδένισις δι’ όλων των μέσων του ΕΑΜ και των οργάνων που το αποτελούν, πάσης τοιαύτης αποπείρας.

3. Δια την πραγματοποίησιν των ως άνω σκοπών του το ΕΑΜ θα ασχοληθή:

α) Με όλα τα ζητήματα που απασχολούν καθημερινώς τον Ελληνικόν Λαόν υπό τας συνθήκας της ξενικής κατοχής και με την καθοδήγησιν του αγώνος του Ελληνικού Λαού εις την διεκδίκησιν των πάσης φύσεως αιτημάτων του, καθώς και την αντιμετώπισιν της εις βάρος του ασκούμενης ληστείας από τους ξένους κατακτητάς.

β) Με την διατήρησιν ακμαίου του απελευθερωτικού πνεύματος του Ελληνικού Λαού.

γ) Με την συνεχή αποκάλυψην του ρόλου της σημερινής κυβερνήσεως των προδοτών ή κάθε άλλης αντιστοίχου εις το μέλλον.

δ) Με την εξασφάλισιν κατά το δυνατόν μιας συνεργασίας με τους άλλους λαούς, οι οποίοι αγωνίζονται κατά των δυνάμεων του Άξονος και του συντονισμού του αγώνος του Ελληνικού Λαού με τον αγώνα των άλλων ως άνω Λαών.

ε) Με την οργάνωσιν των λαϊκών δυνάμεων επί τη βάσει του εσωτερικού οργανισμού-κανονισμού, ο οποίος αποτελεί παράρτημα του παρόντος ιδρυτικού.

στ) Με την ενέργειαν εράνων, είσπραξιν συνδρομών κλπ. από τους Έλληνας πατριώτας προς τον σκοπόν να εξασφαλίση τα αναγκαία δια την διεξαγωγήν του θνικοαπελευθερωτικού αγώνος μέσα.

4. Τα υπογράφοντα το παρόν ιδρυτικόν κόμματα ή τα προσχωρούντα εις αυτό, αναλαμβάνουν να υποστηρίξουν δι’ όλων των δυνάμεων τον αγώνα του ΕΑΜ και την πραγματοποίησιν των σκοπών του.

5. Το ΕΑΜ χωρίς να παύση να τείνη εις το να συγκεντρώση πέριξ αυτού ολόκληρον τον Ελληνικόν Λαόν δια της συγκεντρώσεως εντός των κόλπων του όλων των οργανώσεων που εκπροσωπούν καθ’ οιονδήποτε τρόπον τμήματα του Ελληνικού Λαού, συγκροτείται επί τη βάσει των πλέον αυστηρών συνωμοτικών κανόνων. Τούτο σημαίνει:

α) Ότι τηρείται αυστηρώς μυστική η συμμετοχή των οιωνδήποτε κομμάτων ή οργανώσεων που το αποτελούν ή προσχωρούν εις αυτό.

β) Ότι τα πρόσωπα που αποτελούν την Κεντρικήν του Επιτροπήν, τας κατά τόπους επιτροπάς πόλεων, συνοικισμών, επαγγελμάτων, επιχειρήσεων κλπ. καθώς και τας ομάδας της βάσεως, δεν γίνονται εις ουδένα άλλον γνωστά, πλην των μελών τα οποία συμμετέχουν εις εκάστην Επιτροπήν.

γ) Ότι το ΕΑΜ διεξάγει συνεχώς και δια παντός μέσου αγώνα εναντίον πάσης παραβάσεως των συνωμοτικών κανόνων και λαμβάνει εκάστοτε τα επιβαλλόμενα μέτρα εναντίον εκείνων, οίτινες παραβιάζουν τα συνομωτικά μέτρα. Ούτω το ΕΑΜ παρουσιάζεται δημόσια και πάντοτε απρόσωπον και ως απλούς εκφραστής των Εθνικοαπελευθερωτικών επιδιώξεων και καθοδηγητής των αντιστοίχων αγώνων του Ελληνικού Λαού.

6. Εις ουδένα αντιπρόσωπον κόμματος ή οργανώσεως, με τον οποίον το ΕΑΜ διαπραγματεύεται την προσχώρησιν της οργανώσεώς του ίνα αντιπροσωπευθή εις το ΕΑΜ ανακοινούνται οτιδήποτε σχετικώς με τας οργανώσεις, κόμματα κλπ. άτινα μετέχουν εις το ΕΑΜ προ της ανακοινώσεως εκ μέρους του ως άνω αντιπροσώπου ότι η οργάνωσίς του προσχωρεί εις το ΕΑΜ και ότι αυτός δέχεται να συμμετάσχει εις το αντίστοιχον όργανον του ΕΑΜ δι’ ό προορίζεται.

7. Μεταξύ των κομμάτων και οργανώσεων αίτινες συνεργάζονται εις το ΕΑΜ διατηρείται δι’ όλον το διάστημα του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνος η μεγαλυτέρα αλληλοβοήθεια και αλληλοϋποστήριξις δια παν ζήτημα το οποίον σχετίζεται με τον γενικόν απελευθερωτικόν αγώνα και τον ειδικώτερον εθνικοαπελευθερωτικόν αγώνα κάθε χωριστού κόμματος. Επίσης και αι συνεργαζόμεναι ως άνω οργανώσεις χρησιμοποιούν τας αντιστοίχους επιρροάς των δια την άμβλυσιν κάθε μέτρου που στρέφεται κατά του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνος από τους εχθρούς του Έθνους, εντοπίους προδότας ή ξένους κατακτητάς.

Εν Αθήναις τη 28η Σεπτεμβρίου 1941
Δια το ΚΚΕ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Δια το ΣΚΕ ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ
Δια την ΕΛΔ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ
Δια το Αγρ. Κόμ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ

 

Tο αντάρτικο τραγούδι

Έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τη ναζιστική κατοχή και την εθνική αντίσταση, το EAM-EΛAΣ. Kαι αρκετές φορές υπενθυμίζεται η πάλη του λαού μας ενάντια στο χιτλεροφασίστα κατακτητή. Όμως μια βασική πλευρά αυτού του αγώνα, που έχει να κάνει με τα τραγούδια του, χάνεται στη δίνη των πολιτιστικών υποπροϊόντων εδώ και αρκετά χρόνια. Kι αν μετά τον Iούλη του 1974 τα αντάρτικα τραγούδια ξανακούστηκαν (παλαιότερα η εκτελεσή τους σε δημόσιο χώρο συνιστούσε πολιτικό αδίκημα) σήμερα ακούγονται ελάχιστα. Έχει αποδειχθεί όμως πως η συλλογική μνήμη ενός λαού είναι ικανή να φυλάει τις πολιτιστικές του παραδόσεις για μεγάλα διαστήματα, ακόμη και για αιώνες ολόκληρους. Kαι βέβαια στην περίπτωση των τραγουδιών της αντίστασης δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με πολιτιστική κληρονομιά αλλά με ένα πολύτιμο πολιτικό και ιδεολογικό θησαυρό, που πρέπει ασφαλώς να διατηρηθεί.

Nα πώς περιγράφει παλιός αντάρτης έναν τρόπο με τον οποίο γίνονταν αυτά τα τραγούδια από τους ίδιους τους αντάρτες. «Mόλις μπαίναμε σε κάποιο χωριό, παρατασσόμασταν στην πλατεία, τραγουδούσαμε δυο τρία τραγούδια, κάναμε το ίδιο και όταν φεύγαμε. Eπίσης πολλές φορές τα βράδια οργανώναμε βραδιές ψυχαγωγίας, όπου τραγουδούσε η χορωδία μας ή παίζαμε διάφορα σκετς. Eκεί οι ίδιοι οι κάτοικοι, οι γριές, οι νέοι και οι νέες με λίγο ψωμί, κρασί κι ό,τι έβρισκαν, έτρεχαν για να δουν και να ακούσουν». Έτσι τα τραγούδια γίνονται κοινό κτήμα, περνώντας από στόμα σε στόμα, προσθέτοντας ή αφαιρώντας ο καθένας το δικό του.

Σε όλη τη διάρκεια της αντίστασης καμία δραστηριότητά της δεν έμεινε που να μην τραγουδήθηκε. Όλοι τραγουδούσαν για όλα, για το EAM, τον EΛAΣ, τον EΛAN, την Eθνική Aλληλεγγύη, το KKE, την OKNE, το Zαχαριάδη, το Γοργοπόταμο…

Aπ’ ό,τι φαίνεται στα μεγάλα αστικά κέντρα, που στάθηκαν φρούρια του αγώνα, αυτά τα τραγούδια τραγουδιόντουσαν κρυφά αν και ορισμένα από αυτά τα τραγούδια, τα επώνυμα όπως λέγονται, γράφτηκαν εκεί, όπως «Στ’ άρματα στ’ άρματα» (Στίχοι N. Kαρβούνη, Mουσική Aσταπόγιαννου), ο ύμνος του EΛAΣ «Eμπρός EΛAΣ για την Eλλάδα (στίχοι Σοφίας Mαυροειδή-Παπαδάκη, Mουσική N. Tσάκωνα), το τραγούδι του EAM (στίχοι και μουσική του Bασίλη Pώτα) κ.λπ. Στις μεγάλες πόλεις λοιπόν τραγουδήθηκαν τα λεγόμενα συνθηματικά τραγούδια στα διάφορα «πάρτι» της εποχής, που οργανώνονταν από την EΠON και μάζευαν χρήματα για τον αγώνα. Στα τραγούδια του αγώνα πρέπει να λογαριάζονται και τα μοιρολόγια της Aντίστασης. Στον καιρό της κατοχής και του εμφύλιου στη Mάνη ειπώθηκαν μοιρολόγια που δεν υστερούσαν σε τίποτε από τα καλύτερα του είδους, όπως επίσης και σατυρικά τραγούδια των οποίων ένα μικρό μέρος διασώθηκε και περιγράφει το «βίο και την πολιτεία» των ταγματασφαλιτών. Γενικά ο λαός μας τραγούδησε τον αγώνα του από την αρχή ως το τέλος σε όλες του τις εκφάνσεις.Aκόμη και στη Mέση Aνατολή δημιουργήθηκαν τα Mεσανατολικά τραγούδια. Oι Mεσανατολίτες αγωνιστές που πήραν μέρος στο κίνημα της Mέσης Aνατολής, εγύρισαν από την έρημο, από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, το «σύρμα», μαζί με τον ποιητή τους τον Φώτη Aγγουλέ και τα αντιστασιακά ποιήματά του όπως το «Στίγμα», η «Έρημος», «η Bαρσοβία».

Eκατοντάδες τελικά είναι τα τραγούδια που έχουν γραφτεί στις απελευθερωμένες περιοχές, στις συγκεντρώσεις, στην παρανομία, στη φυλακή, στη Mέση Aνατολή και τον Eμφύλιο.

Tο να εκφράζεται με το αντιστασιακό τραγούδι ο αγώνας για την ελευθερία ενός λαού είναι όπως φαίνεται μια άτεγκτη νομοτέλεια. O Bασίλης Pώτας, ιστορώντας τις ημέρες που το «θεατρικό σπουδαστήριο γύριζε στα ελεύθερα βουνά δίνοντας παραστάσεις» λέει: «Eκεί πολλά έγιναν, πολλά που έμοιαζαν με θάματα και ανάμεσα στα πολλά έκαμε και τέχνη το θάμα της. Mέσα στις σάλες των σχολείων, σε αυλές, σε αλώνια, σε περιστοιχισμένες μάνδρες, σε χοιροστάσια, μπροστά σε εκκλησίες είδαμε αυτοσχέδιους χορούς και ακούσαμε τραγούδια λαϊκά παλιότερα και συγκαιρινά…»

Όμως αυτό το αναπόσπαστο τμήμα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, τα αντάρτικα τραγούδια δεν ακούγονται πια. Πολλοί είναι οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτή την πραγματικότητα. Aπό τη μια η κυριαρχία της παγκόσμιας υποκουλτούρας και από την άλλη η κατάσταση του λαϊκού κινήματος επέδρασαν καταλυτικά έτσι ώστε αυτά τα τραγούδια να είναι μια γλυκιά ανάμνηση. Πού και πού, σε ορισμένες συντροφιές, σκόρπια ακούγονται με νοσταλγία. Παρ’ όλα αυτά το αντάρτικο τραγούδι θα επιζήσει παρά τις σκοπιμότητες, θα αναγεννηθεί και θα τραγουδιέται ξανά από τη νέα γενιά, από τις καινούργιες γενιές της αντίστασης, της αντίστασης στον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο. Δεν θα πάψουν ποτέ να αντηχούν μια συγκεκριμένη εποχή και να είναι φορείς λαϊκής μνήμης, να λειτουργούν σαν ντοκουμέντα και στοιχεία για τη μελέτη της εαμοελασίτικης αντίστασης και του εμφύλιου.

 

2 Σεπτέμβρη 1944: Το Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη – Ο ρόλος του διαβόητου ναζί εγκληματία Φριτς Σούμπερτ (Πέτρου Κωνσταντινίδη)

Υπόλογοι του εγκλήματος είναι τόσο οι Γερμανοί, όσο και οι Βρετανοί και ο «ανθός της εθνικοφροσύνης», οι «έντιμοι» συμπολίτες μας, που χρηματοδότησαν εκκολάψανε και καθοδήγησαν τα Τάγματα Ασφαλείας.

Πηγή: katiousa.gr

Στις 2 του Σεπτέμβρη 1944 δυο δεκαοχτάχρονοι μαχητές του ΕΛΑΣ, ο Γιώργος Φαρσακίδης και ο Σταύρος Δήμου (Σταύρακας), κατόπιν εντολής του καπετάν Χορτιάτη, στήνουν ενέδρα στο Ρωμαϊκό Υδραγωγείο του Χορτιάτη και χτυπάνε ένα γερμανικό αυτοκίνητο.

Ο οδηγός του αυτοκινήτου τραυματίζεται βαριά, όμως οι άλλοι δύο Γερμανοί, ύστερα από ανταλλαγή πυρών, καταφέρνουν να διαφύγουν. Τα δυο ανατρτόπουλα στέλνουν τον τραυματία για περίθαλψη και καίνε το αυτοκίνητο.

Το χτύπημα του αναγνωριστικού αυτοκινήτου αποδείχτηκε σωτήριο για εκατοντάδες κατοίκους του Χορτιάτη οι οποίοι, υπακούοντας στις προτροπές της οργάνωσης, κατάφεραν να διαφύγουν. Τα πάνω από 145 άτομα, κυρίως γυναικόπαιδα, δίνοντας πίστη στα λόγια του ιερέα και του προέδρου του χωριού, που διατηρούσαν «καλές σχέσεις» με τους Γερμανούς, σφαγιάστηκαν η κάηκαν ζωντανά.

Ο διαβόητος ναζί εγκληματίας Φριτς  Σούμπερτ* έχει επιστρέψει από την Κρήτη στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης στις 31 του Αυγούστου, για να πρωτοστατήσει στις 2 του Σεπτέμβρη στις σφαγές του Χορτιάτη. Εκτός από τους 80 περίπου ‘Ελληνες εθελοντές «Σουμπερταίους», που θα κάνουν τις εκτελέσεις, σαν φρουρά θα συμμετάσχουν περίπου και 400 Γερμανοί. Τη μέρα εκείνη, 145 γυναικόπαιδα, από δυόμισι μηνών μωρά μέχρι 81 ετών, κάηκαν ζωντανά, πυροβολήθηκαν, σφαγιάστηκαν, διαμελίστηκαν. Κοντά 300 σπίτια λεηλατήθηκαν και μετά πυρπολήθηκαν.

Το χωριό περικυκλώθηκε και όλοι οι κάτοικοι διατάχθηκαν να συγκεντρωθούν στην κεντρική πλατεία και στο καφενείο του προέδρου X. Μπαμπάτσιου, που προσπαθούσε να εξηγήσει στους Γερμανούς ότι «…το χωριό του είχε προσφέρει βοήθεια στο παρελθόν και στους Γερμανούς και στα ελληνικά τάγματα…»

Περισσότερα από 80 γυναικόπαιδα, την ώρα που οδηγούνταν από το καφενείο στον φούρνο του Στ. Γκουραμάνη για να καούν ζωντανά, μαζί με την εξαμελή οικογένεια του ιδιοκτήτη του φούρνου, τα «ψυχαγωγούσε» ένας «Σουμπερταίος» παίζοντας στο βιολί του έναν εύθυμο σκοπό. Ο Σούμπερτ ουρλιάζοντας διέταξε τους φρουρούς να πυροβολούν όποιον θα τόλμαγε να ξεφύγει. Ένας ταγματασφαλίτης άρπαξε το μωρό της Δ. Γιαννούδη, το κομμάτιασε χτυπώντας το πάνω στον βράχο και στη συνέχεια σκότωσε τη μάνα. «Βιασμούς μετά φόνων» διέπραξαν και άλλοι στο σώμα του Σούμπερτ.

Ο ίδιος ο Σούμπερτ «ηνάγκασε εις ασέλγειαν την Μαρίαν Γιαννακούδη, μεταχειριζόμενος σωματικήν βίαν κατ’ αυτής και μετά την εφόνευσε…»

Η Ελληνική Επίσημη Ιστοριογραφία ελάχιστα έχει ασχοληθεί με την πυρπόληση του Χορτιάτη. Και το βολικό παραμύθι για τους «κακούς αντάρτες» και τα γερμανικά αντίποινα για τον φόνο ενός ανύπαρκτου Γερμανού γιατρού(!), είχε για χρόνια παραπληροφορήσει τον κόσμο.

Το ολοκαύτωμα, σαν συμβάν, απουσιάζει παντελώς τόσο από τα, κατά τα άλλα σχολαστικά στην καταγραφή, γερμανικά, όσο και τα βρετανικά αρχεία. Κι αναρωτιέται κανείς, συγκαλύπτοντας άραγε ποιους μεγαλόσχημους συνεργούς εγκλημάτων πολέμου, ποιες πολιτικές ατιμίες και προδοσίες, έχει διαγραφεί αυτή η σελίδα;

Τον Αύγουστο του 1944, κατά μαρτυρία ανώτατων Γερμανών αξιωματούχων, όπως του Γκέμπελς, (που μετείχε κι ο ίδιος) του Φον Όβεν, του Γιόντλ και του Σπέερ, κλείστηκε μεταξύ Βρετανών και Γερμανών μια μυστική «Συμφωνία Κυρίων» που προέβλεπε την ανενόχλητη, από τους Βρετανούς, αποχώρηση από την Ελλάδα των Γερμανικών στρατευμάτων. Σε αντάλλαγμα οι Γερμανοί, με την βοήθεια των γερμανοεξοπλισμένων Ταγμάτων Ασφαλείας, εξουδετερώνοντας το Εαμικό Κίνημα, θα παραχωρούσαν τη Θεσσαλονίκη στους Άγγλους.

Μετά το τέλος του πολέμου η Επαίσχυντη Συμφωνία, που πρόδιδε τον κοινό Συμμαχικό αγώνα, δημοσιοποιήθηκε από τους Γερμανούς, αλλά όπως ήταν επόμενο, σαν πράξη πολιτικής ατιμίας, παραμένει από τους Βρετανούς μέχρι σήμερα «εν κρυπτώ».

* Ο Φρίτς Σούμπερτ (ή Πέτρος Κωνσταντινίδης), τον Σεπτέμβριο του 1943, στην Κρήτη, συγκροτεί (κυρίως από επιλεγμένα από τις φυλακές εγκληματικά στοιχεία) απόσπασμα. Οι «Σσυμπερταίοι» φορούν γερμανικές στολές και στο ενεργητικό τους, μόνον από τον Αύγουστο μέχρι το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, καταγράφονται 200 εκτελέσεις αμάχων. Το δυνάμωμα του ΕΑΜικού απελευθερωτικού κινήματος είχε οδηγήσει τους Γερμανούς στην αποδοχή οποιασδήποτε βοήθειας των εξοπλισμένων τμημάτων, των οποίων η φήμη δεν οφειλόταν στη στρατιωτική τους αξιοσύνη, αλλά στις ικανότητες του σφαγέα.

(Κείμενο από και βασισμένο στο βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη “Μια επαίσχυντη συμφωνία και το ολοκαύτωμα του Χορτιάτη”, Θεσσαλονίκη, 2011)

Συμπεράσματα και διαπιστώσεις

Πάνω από μισό αιώνα μετά το Ολοκαύτωμα, με βάση και τα καινούργια στοιχεία, μπορούμε να συμπεράνουμε με αρκετή σιγουριά αυτά που συνέβησαν.

Τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν στο έγκλημα του ολοκαυτώματος δεν θα μπορούσαν να γίνουν κατανοητά, όσο έπρεπε, αν δεν υπήρχε ένας συσχετισμός με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Μετά την αποκάλυψη της Αγγλογερμανικής Συμφωνίας για την εξουδετέρωση της ΕΑΜικής παρουσίας και την μεταβίβαση της Γερμανικής Κατοχικής εξουσίας στους Βρετανούς, γίνεται φανερός ο λόγος για τον οποίον ο πρωτομάχος Χορτιάτης έπρεπε να πάψει να αποτελεί απειλή.

Με τη δημοσιοποίηση της «Συμφωνίας Κυριών» των Άγγλων με τους Ναζί, γίνονται φανερά και τα κίνητρα της όλης προσπάθειας να συσκοτισθούν και να αποσιωπηθούν οι πραγματικοί λόγοι που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα, αλλά και να μην αποκαλυφθούν οι υψηλά ιστάμενοι δωσίλογοι αυτουργοί του εγκλήματος.

Από τα γερμανικά αρχεία έχουν γίνει γνωστά τα στοιχεία της προειλημμένης απόφασης για την καταστροφή του χωριού. Έχει γίνει γνωστή και η διαφοροποίηση, μέσα στον Αύγουστο 1944, της μορφής των αντίποινων που οδήγησαν στη γενίκευση της σφαγής (Κάτι που φυσικά δεν το γνώριζαν ο ιερέας και ο πρόεδρος του Χορτιάτη).

Σήμερα ξέρουμε ότι η φρουρά των 400 Γερμανών που συμμετείχαν, μεταφέρθηκε από τη Θεσσαλονίκη στο Ασβεστοχώρι από την προηγούμενη μέρα ή το πρωινό της ίδιας ημέρας. Πως το γερμανικό αυτοκίνητο που χτυπήσαμε μια ώρα περίπου προτού κινήσει η φάλαγγα, δεν ήταν παρά το αναγνωριστικό-προπομπός όπως γίνεται πάντα.

Όσο για τους δυο Γερμανούς πιθανόν τραυματίες που είχαν ξεφύγει, κρίνοντας την απόσταση των εφτά χιλιομέτρων, δεν θα είχαν καν προλάβει να φτάσουν στο Ασβεστοχώρι, προτού αρχίσει να κατεβαίνει η φάλαγγα των αυτοκινήτων.

«…Τα δε γερμανικά τμήματα μετά την επιδρομή», όπως μας πληροφορούν τα αρχεία, «επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη…»

Μετά τη δημοσίευση των αρχείων του καπετάν Χορτιάτη, έγινε μπορετό να εντοπιστεί, σε σημαντικό βαθμό, η πηγή της παραπληροφόρησης για τον κατά φαντασία «Γερμανό γιατρό», τα αντίποινα και το μπέρδεμα ανάμεσα στις δύο διαφορετικές ενέδρες, που στήθηκαν με διαφορά μιας ώρας στο ίδιο σημείο.

Η τραγωδία του Χορτιάτη υπήρξε ένα από τα επακόλουθα μιας Επαίσχυντης Συμφωνίας. Υπόλογοι του εγκλήματος είναι τόσο οι Γερμανοί, όσο και οι Βρετανοί και ο «ανθός της εθνικοφροσύνης», οι «έντιμοι» συμπολίτες μας, που χρηματοδότησαν εκκολάψανε και καθοδήγησαν τα Τάγματα Ασφαλείας.

(Γιώργος Φαρσακίδης, “Μια επαίσχυντη συμφωνία και το ολοκαύτωμα του Χορτιάτη”, Θεσσαλονίκη, 2011)