Κατηγορία: Ιστορικά

Η ματωμένη απεργία του Αυγούστου του 1923

Στις 23 Αυγούστου του 1923 στρατός και αστυνομία
επιτίθενται σε συγκεντρωμένους απεργούς στο Πασαλιμάνι.
11 εργάτες νεκροί, 100 τραυματίες, περίπου 500 συλλήψεις.

Πηγή: inred.gr

Ιούνιος του 1923. Στην εξουσία βρίσκεται η λεγόμενη «Επαναστατική Κυβέρνησις», των Πλαστήρα, Γονατά, με πρωθυπουργό τον Στυλιανό Γονατά. Στην πράξη πρόκειται για μια στρατιωτική κυβέρνηση, η οποία παρά τις όποιες διακηρύξεις της περί προοδευτισμού, αστικού εκσυγχρονισμού του τόπου και αριστεροσύνης, δεν έπαυε να ήταν μια κοινή στρατιωτική χούντα, με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός καπιταλιστικού κράτους «έκτακτης ανάγκης».

Ένα ιδιαίτερο γνώρισμα του συγκεκριμένου κυβερνητικού σώματος είναι ότι για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία απουσιάζουν παντελώς τα προσχήματα περί ταξικής ουδετερότητας του κράτους. Ταυτίζονται ανοικτά και απροκάλυπτα το αστικό κράτος με τα εργοδοτικά συμφέροντα, το αστικό κράτος με την αστική τάξη. Υπουργός Οικονομικών της «Επανάστασης», καθώς και υπεύθυνος για ζητήματα εργατικής πολιτικής, ήταν ο συνειδητοποιημένος για τα συμφέροντα της τάξης του, ο μεγαλοβιομήχανος Ανδρέας Χατζηκυριάκος. Ένας άνθρωπος, που ήταν φανατικά εχθρός κάθε συνδικαλιστικής και πολιτικής δραστηριότητας των εργαζομένων.

Οι διαχρονικές και πάντα ίδιες μεγαλοστομίες περί πατριωτικού καθήκοντος, οι φανφαρονισμοί περί της εθνικής προσπάθειας για την οικονομική ανόρθωση του τόπου μετά τα κατακλυσμιαία γεγονότα που ακολούθησαν την περιπέτεια του ελληνικού κράτους στην Μικρά Ασία, απλά έκρυβαν την βασική επιδίωξη των καπιταλιστών: Την αύξηση της κερδοφορίας τους.

Η ύπαρξη στην ελληνική επικράτεια δεκάδων χιλιάδων εξαθλιωμένων προσφύγων έδινε από την αρχή στην ελληνική αστική τάξη ένα σημαντικό πλεονέκτημα, προκειμένου να ξεκινήσει μια γιγάντια επίθεση ενάντια στο προλεταριάτο. Οι χιλιάδες άστεγοι, ενδεείς και εξαντλημένοι πρόσφυγες, θα προσέφεραν μια μοναδική ευκαιρία στους καπιταλιστές, στο να μειώσουν το κόστος εργασίας και να πάρουν πίσω τις αυξήσεις των ημερομισθίων που έδωσαν στους Ελλαδίτες εργάτες μετά την πρώτη επιτυχημένη πανελλαδική απεργία της ΓΣΕΕ πριν από τέσσερα χρόνια.

Η αφορμή δεν θα αργήσει να δοθεί. Μετά από κάποια κερδοσκοπικά παιχνίδια στα χρηματιστήρια του εξωτερικού, η συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής με την αγγλική λίρα άλλαξε, με μεγάλη άνοδο της δραχμής. Οι συνέπειες αυτής της αλλαγής είναι ευνόητες. Τα ελληνικά προϊόντα γίνονταν ακριβότερα και λιγότερο ανταγωνιστικά στο εξωτερικό, δημιουργώντας προβλήματα στην κερδοφορία της ελληνικής βιομηχανίας.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν αυτήν την συναλλαγματική μεταβολή, δεν είναι δύσκολο να τα μαντέψει κανείς. Είναι πάντα ίδια: Η πατρίδα κινδυνεύει, όταν υπάρχει πιθανότητα μείωση των κερδών της μπουρζουαζίας.

Με έναν εκπληκτικά παρόμοιο με τις ημέρες που ζούμε τρόπο, ξεκίνησε μια απίστευτη εκστρατεία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης με πρωτοπόρο τον αστικό τύπο της εποχής. Φόβοι για επικείμενη ανεπανόρθωτη καταστροφή και για ενδεχόμενη χρεοκοπία της Ελλάδας εκδηλώθηκαν. Πανικός για μελλοντική και μη αναστρέψιμη ύφεση της οικονομίας μας. Δημοσιογράφοι, οικονομικοί αναλυτές, κυβερνητικά στελέχη, τυχάρπαστοι διανοούμενοι που υπηρετούσαν τους βιομηχάνους, επιστρατεύθηκαν για την αντιμετώπιση του νέου εθνικού κινδύνου.

Αναλύσεις, μελέτες, πορίσματα, διαβήματα προς τον βιομήχανο υπουργό της Οικονομίας, συσκέψεις ατελείωτες, κατέληγαν όλα σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα, σε μια μόνο «επώδυνη», αλλά αποτελεσματική λύση «προκειμένου να σωθεί η πατρίδα» :

Το εργατικό κόστος πρέπει να μειωθεί ώστε να φτηνύνουν τα εξαγώγιμα προϊόντα. Έπρεπε να γίνουν δραματικές, γενναίες περικοπές των ημερομισθίων ώστε να ξαναγίνουμε ανταγωνιστικοί, για να ξαναβρούμε την χαμένη μας κερδοφορία. Οι εργάτες, έπρεπε να θυσιαστούν, να στερηθούν, να πεινάσουν ακόμα, ώστε να σωθεί το Έθνος !!!

Οι καπιταλιστές θεωρούν ότι η ύπαρξη χιλιάδων εξαθλιωμένων προσφύγων θα δώσει το πλεονέκτημα να ξεκινήσουν σφοδρή επίθεση ενάντια στο προλεταριάτο για να μειώσουν ως και 50% το μεροκάματο, να πάρουν πίσω τις αυξήσεις των ημερομισθίων που κατέκτησαν οι εργάτες 4 χρόνια πριν, μετά την πρώτη επιτυχημένη πανελλαδική απεργία της ΓΣΕΕ. Πρόσχημα, η «ανταγωνιστικότητα».

Το μεροκάματο μπορούσε να πέσει 30%, 40%, γιατί όχι και 50% ! Αν οι εργάτες αντιδρούσαν, μπορούσαν να φύγουν από τα εργοστάσια. Δυνατότητες αντικατάστασής τους υπήρχαν και μάλιστα απεριόριστες. Να είναι καλά οι πρόσφυγες.

Αρχές Ιούνη του 1923: Πολλές επιχειρήσεις κλείνουν εκβιάζοντας μείωση ημερομισθίων, ενώ συνεχίζονται οι μαζικές απολύσεις. Οι σιδηροβιομήχανοι μειώνουν τα μεροκάματα κατά 30%.

9 Ιούνη: Πραγματοποιείται κοινή σύσκεψη ΓΣΕΕ και Εργατικού Κέντρου Πειραιά. Αποφασίζεται ότι καταρχήν μπορεί να γίνει δεκτή η μείωση των ημερομισθίων, αλλά με τον όρο το κράτος να μειώσει τις τιμές των ειδών μονοπωλίου και του ψωμιού.

21 Ιούνη: Συνέρχεται κοινή επιτροπή εργαζομένων και κράτους για το ζήτημα της ανεργίας. Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης ζητούν μείωση των ημερομισθίων 25-30%. Οι ναυτεργάτες δηλώνουν πως δεν αποδέχονται τέτοια μείωση και προειδοποιούν με απεργιακούς αγώνες. Η κυβέρνηση τους απειλεί με επιστράτευση.

Αρχές Ιούλη: Γίνεται απεργία από τους εργάτες Λαυρίου με αιτήματα το 8ωρο και την αύξηση των ημερομισθίων.

4 Ιούλη: Αναστέλλεται η ισχύς του νόμου 2112 που απαγορεύει τις μαζικές απολύσεις.

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ

9 Αυγούστου: Οι μυλεργάτες του Πειραιά πυροδοτούν τη γενική απεργία απαιτώντας από τους αλευροβιομήχανους: Να μην ισχύσει η μείωση 35% στα εισοδήματά τους. Να πληρωθούν τα περικομμένα ημερομίσθια. Να επαναπροσληφθούν οι απολυμένοι συνάδελφοί τους. Να αποζημιωθούν οι τυχόν μη επανερχόμενοι.

Η απεργία επεκτείνεται. Ομοσπονδία και Σωματεία επισιτισμού στις υπόλοιπες πόλεις προχωρούν σε απεργία. Το Εργατικό Κέντρο Πειραιά και η ΓΣΕΕ καλούν σε υλική συμπαράσταση στους απεργούς.

17 Αυγούστου: Οι ναυτεργάτες παίρνουν τη σκυτάλη της απεργίας. Το λιμάνι παραλύει. Είκοσι πλοία δεν καταφέρνουν να αποπλεύσουν. Το απόγευμα, οι φορτοεκφορτωτές μπαίνουν στην απεργία.

18 Αυγούστου. Η απεργία από πόλη σε πόλη έχει αρχίσει ν’ απλώνει σ’ όλη την Ελλάδα.

19 Αυγούστου, Κυριακή: Στην Αθήνα γίνεται πανεφεδρική συγκέντρωση στο θέατρο «Αλάμπρα». Παντού στους δρόμους κυκλοφορούν ομάδες αστυνομικών. Οι περίπολοι στον Πειραιά πιάνουν ναυτεργάτες και τους μεταφέρουν με τη βία στα πλοία.

19 Αυγούστου: Συλλαμβάνονται μέλη της διοίκησης της Ναυτεργατικής Ομοσπονδίας. Μετά από αυτή την κατάσταση η διοίκηση του Εργατικού Κέντρου Πειραιά αποφασίζει πανεργατική απεργία. Η τελική, όμως, απόφαση θα εξαρτηθεί από τη ΓΣΕΕ.

 20 Αυγούστου: Απεργούν ηλεκτροτεχνίτες, σιδηροδρομικοί του ηλεκτρικού, τροχιοδρομικοί, καπνεργάτες, εργάτες Τύπου, εργάτες του Τελωνείου. Η κυβέρνηση καλεί απεργοσπάστες απ’ το στρατό και την αστυνομία. Ολα τα αστυνομικά τμήματα και οι φυλακές γεμίζουν με απεργούς. Περίπολοι του Πολεμικού Ναυτικού συλλαμβάνουν περίπου 200 ναυτοθερμαστές για να τους βάλουν να δουλέψουν υποχρεωτικά. Τα πληρώματα πλοίων με ξένη σημαία που καταπλέουν στον Πειραιά δηλώνουν την υποστήριξή τους στην απεργία.

Την ίδια μέρα η κυβέρνηση αποφασίζει τη διάλυση των αναγνωρισμένων εργατικών σωματείων!

Η ΓΣΕΕ δηλώνει ότι επεκτείνει τις απεργίες σ’ ολόκληρη τη χώρα, ενώ στον Πειραιά πραγματοποιείται σύσκεψη του Εργατικού Κέντρου Πειραιά, της Ναυτικής Ομοσπονδίας και των Ομοσπονδιών Σιδηροδρομικών, Ηλεκτροκινήσεως, Επισιτισμού και της ΓΣΕΕ.

Τα κύρια αιτήματα της απεργίας είναι: Σταθεροποίηση των ημερομισθίων με βάση τον τιμάριθμο. Μέτρα κατά της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας. Απόλυση κρατούμενων απεργών. Κατάργηση της λογοκρισίας επί των εργατικών ζητημάτων. Απαγόρευση της εξαγωγής ανεπεξέργαστων καπνών και άλλα. Απ’ όλη την Ελλάδα φτάνουν τηλεγραφήματα για συμμετοχή στην απεργία της ΓΣΕΕ.

21 Αυγούστου: Εφημερίδες δεν βγαίνουν. Σε επιτροπή εργατών ο Πλαστήρας δηλώνει πως δε δέχεται συζήτηση με απεργούς. Ο Πειραιάς μπλοκάρεται με στρατό και μηχανοκίνητα. Τα αρχεία των εργατικών σωματείων κατάσχονται. Ομάδες εργατών κυνηγιούνται στους δρόμους των συνοικιών του Πειραιά απ’ τις αστυνομικές περιπόλους. Σκορπάνε και ξανασμίγουν σε μικρότερες ομάδες, προσπαθώντας να συγκεντρωθούν στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου. Οι ναυτεργάτες έχουν ορίσει συγκέντρωση στα γραφεία της Ναυτικής Ομοσπονδίας. Αποσπάσματα του Α΄ Σώματος Στρατού παίρνουν θέσεις μάχης. Βγαίνουν στους δρόμους τανκς. Αντλίες νερού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας πιάνουν δουλειά σε βάρος των εργατών. Κάπου ακούγεται να κροταλίζει ένα πολυβόλο.

22 Αυγούστου: Οι απεργοί σπάζουν τις στρατιωτικές ζώνες και ξεχύνονται στο Πασαλιμάνι. «Κάτω η κυβέρνηση των εργοδοτών!», «Αφοπλίστε τους τρομοκράτες!» Σφυρίζουν οι σφαίρες ανάμεσα στους εργάτες. Σκοτώνονται τρεις.

 23 Αυγούστου: Στην πλατεία Πασαλιμανιού πραγματοποιείται μεγάλη πανεργατική συγκέντρωση από τη ΓΣΕΕ και το ΕΚ Πειραιά. Η κυβέρνηση, έντρομη, δίνει εντολή να χτυπηθούν οι απεργοί. Στρατός και αστυνομία επιτίθενται με σφοδρότητα στους συγκεντρωμένους.
Απολογισμός: 11 εργάτες νεκροί, 100 τραυματίες, περίπου 500 συλληφθέντες.

Τα κείμενα αντλήθηκαν από:

http://metwpoistorias.blogspot.gr/2010/07/1923.html

http://www.rizospastis.gr/story.do?id=7582903

http://ngnm.vrahokipos.net/index.php/

Advertisements

23 Αυγούστου 1942: Η Μάχη του Στάλινγκραντ.

Η μάχη που σήμανε την ήττα του φασισμού στην Ευρώπη.

StalingradEXAMINERONLY_large

Πηγή: Iskra.gr

Στις 23 Αυγούστου 1942 η μάχη του Στάλινγκραντ περνάει στην πιο αποφασιστική της φάση. Στρατηγικά μπορούμε να πούμε ότι η μάχη του Στάλινγκραντ άρχισε στις 17 Ιούλη 1942, όταν εκδηλώθηκε η πρώτη επίθεση των ναζιστικών στρατευμάτων με στόχο την κατάληψη της πόλης. Στο πρώτο στάδιό της (17 Ιούλη έως 18 Νοέμβρη 1942) είχε αμυντικά χαρακτηριστικά, ενώ στο δεύτερο στάδιο (19 Νοέμβρη 1942 – 2 Φλεβάρη 1943) πήρε επιθετικό χαρακτήρα και κατέληξε στη συντριβή των Γερμανών.

Ωστόσο, η 23η Αυγούστου 1942 θεωρείται ημερομηνία ορόσημο για τη μάχη του Στάλινγκραντ, γιατί από τη μέρα εκείνη η μάχη μεταφέρεται στα προάστια και αργότερα στις συνοικίες της πόλης. Συγκεκριμένα, στις 23 Αυγούστου 1942 το 14ο γερμανικό σώμα τεθωρακισμένων, αφού διέσπασε την αμυντική γραμμή του Στάλινγκραντ, έφτασε στο Βερτιάτσι.

Η μάχη του Στάλινγκραντ τελείωσε στις 2 Φλεβάρη 1943 με την παράδοση των κυκλωμένων γερμανικών στρατευμάτων. Στη διάρκεια της σοβιετικής αντεπίθεσης καταστράφηκαν δυο γερμανικές, μια ιταλική και δύο ρουμανικές στρατιές. Εξοντώθηκαν ολοκληρωτικά 32 γερμανικές μεραρχίες και 3 ταξιαρχίες, άλλες 16 μεραρχίες έχασαν το 50-75% της δύναμής τους και έπαψαν να είναι αξιόμαχες. Οι απώλειες των Γερμανών στη διάρκεια αυτής της μάχης ανήλθαν σε περισσότερους από 800 χιλιάδες άνδρες, 2 χιλιάδες άρματα μάχης και θωρακισμένα πυροβόλα, πάνω από 10 χιλ. πυροβόλα και όλμους, 3 χιλιάδες μαχητικά και μεταγωγικά αεροπλάνα και 70 χιλιάδες αυτοκίνητα. Στην περίοδο 17 Ιούλη 1942 έως 2 Φλεβάρη 1943 οι στρατοί του φασιστικού συνασπισμού έχασαν το 25% της δύναμης που είχαν παρατάξει στο γερμανοσοβιετικό μέτωπο.

Η συντριβή των Γερμανών στον Βόλγα σήμαινε την αρχή της αποφασιστικής στροφής στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο και σε όλο το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Άρχιζε πια η εκδίωξη των εισβολέων από το σοβιετικό έδαφος και η απελευθέρωση της Ευρώπης από το ναζιστικό ζυγό. Μετά τη μάχη του Στάλινγκραντ ο σοβιετικός στρατός αποσπά τη στρατηγική πρωτοβουλία και δεν την αφήνει μέχρι την οριστική συντριβή της ναζιστικής Γερμανίας.

Ο ηρωικός αγώνας των κατοίκων του Στάλινγκραντ και του σοβιετικού στρατού απέσπασαν το παγκόσμιο θαυμασμό. Τόσο η βρετανική, όσο και η αμερικάνικη ηγεσία αναγνώρισαν με τον πιο επίσημο τρόπο τον καθοριστικής σημασίας αγώνα των υπερασπιστών του Στάλινγκραντ για την τελική έκβαση του πολέμου.

23 Αυγούστου 1927: Η δολοφονία των Σάκο και Βαντσέτι.

«Ένοχοι, γιατί είναι… εχθροί των θεσμών».

Εκτέλεση για φρονηματισμό των εργατών.

4159_1_0

Πηγή: imerodromos.gr

Τη διετία 1919-1920, η αστική τάξη των ΗΠΑ και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι αντιμετωπίζουν με πανικό τις επαναστατικές εξελίξεις σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αλλά και την ορμητική ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην ίδια τους τη χώρα. Αυτός ο πανικός εκδηλώνεται με διάφορες μορφές και πάντα με μεγάλη σκληρότητα. Ο αντισοβιετισμός και ο αντικομμουνισμός αγγίζουν τα όρια της υστερίας. Το να υψώνεις σε μια συγκέντρωση κόκκινη σημαία, θεωρείται έγκλημα. Ύποπτοι θεωρούνται ακόμη και όσοι φορούν κόκκινη γραβάτα, αφού έτσι μπορεί να υποδηλώνουν την πολιτική τους τοποθέτηση.

Το εργατικό κίνημα υπό διωγμό

Χιλιάδες κομμουνιστές και προοδευτικοί πολίτες ξυλοκοπούνται, φυλακίζονται, εκτοπίζονται. Εν τω μεταξύ συστηματικά αναπτύσσεται η προπαγάνδα κατά των νεοφερμένων μεταναστών. Η αστυνομία και οι υπόλοιπες υπηρεσίες ασφαλείας θεωρούν αυτούς τους μετανάστες, κυρίως από τις ευρωπαϊκές χώρες, ως τους κύριους υπεύθυνους για τη ραγδαία διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών στην εργατική τάξη των ΗΠΑ. Οι ιθύνοντες κύκλοι πιστεύουν ότι οι μετανάστες είναι το «εύκολο θύμα», γιατί δεν τους αποδίδουν μόνον τις «ανατρεπτικές ενέργειες» (έτσι ονόμαζαν τις απεργίες), αλλά και γιατί πιστεύουν ότι μπορούν να στρέψουν τους άλλους εργαζόμενους εναντίον των μεταναστών, με το επιχείρημα ότι αυτοί ευθύνονται για την ανεργία και την οικονομική κρίση που πλήττει αυτήν την περίοδο τις ΗΠΑ.

Το «έγκλημα» και η «κατηγορία»

Το 1920 συλλαμβάνονται δύο από τους γνωστότερους ηγέτες του εργατικού κινήματος, οι Ιταλοί εργάτες Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι . Το «έγκλημά» τους ήταν ότι πρωτοστάτησαν στις απεργιακές κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου και ήσαν πρωτοπόροι οργανωτές των εργατικών συνδικάτων, μακριά, μάλιστα, από την οπορτουνιστική γραμμή που κυριαρχούσε τότε στη συνδικαλιστική ηγεσία.

Όμως, η επίσημη κατηγορία που τους απαγγέλλεται δεν έχει καμιά σχέση με τις συνδικαλιστικές και τις πολιτικές τους δραστηριότητες. Κατηγορούνται πως δήθεν πήραν μέρος σε ένοπλη ληστεία μιας χρηματαποστολής, που μετέφερε χρήματα για μισθούς στο Σάουθ Μπράιντρι. Κατά τη διάρκεια της ληστείας, δολοφονήθηκαν ένας φρουρός της χρηματαποστολής και ο ταμίας της επιχείρησης. Το αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο η αστυνομία χρησιμοποίησε για να ενοχοποιήσει τους δύο εργάτες, ήταν ένα πιστόλι, που είχε υπό την κατοχή του ο Νικόλα Σάκο , κατά τη στιγμή της σύλληψής του. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η οπλοκατοχή στις ΗΠΑ δεν απαγορευόταν. Δηλαδή, το να έχει κάποιος ένα πιστόλι, ούτε ασυνήθιστο, ούτε εκπληκτικό ήταν.

Μια δίκη – φάρσα

Η δικαστική διαδικασία είναι μια μοναδική φάρσα. Οι «αυτόπτες μάρτυρες» έχουν προπαρασκευαστεί κάτω απ’ την πίεση του εισαγγελέα και της αστυνομίας. Κανένας τους, βέβαια, δεν ήταν μπροστά την ώρα της ληστείας, όλοι, όμως, «αναγνωρίζουν τους κατηγορούμενους» ως δράστες. Στην αρχή της διαδικασίας, ένας από τους πρώτους «αυτόπτες μάρτυρες», αποκαλύπτεται ότι είναι πρόσφατα αποφυλακισμένος εγκληματίας, ο οποίος εμφανίστηκε στο δικαστήριο με ψεύτικο όνομα. Ο ίδιος ομολογεί ότι δέχτηκε να ψευδομαρτυρήσει σε συνεννόηση με τον εισαγγελέα και με αντάλλαγμα την αποφυλάκισή του. Κατά τη διάρκεια της δίκης, αποκαλύπτεται ότι ο διορισμένος από το δικαστήριο διερμηνέας παραποιεί συστηματικά τα λεγόμενα των δύο κατηγορουμένων, στηριζόμενος στο ότι ο Σάκο και ο Βαντσέτι δεν ξέρουν καλά αγγλικά.

Κατάθεση κατά παραγγελία

Τελικά, μετά την κατάρριψη όλων των κατηγοριών από τους κατηγορούμενους, το μοναδικό στοιχείο, στο οποίο μπορεί να στηριχτεί η κατηγορούσα αρχή, είναι το όπλο του Σάκο. Μάρτυρας – κλειδί θεωρείται ένας εμπειρογνώμονας όπλων, ο οποίος καλείται να καταθέσει. Ομως, η κατάθεσή του καθοδηγείται με μαεστρία από τον εισαγγελέα, ώστε να μείνει η εντύπωση ότι το πιστόλι του κατηγορουμένου είναι το πιστόλι, με το οποίο έγινε η ληστεία και διαπράχθηκαν οι δύο φόνοι.

Ιδού, λοιπόν, η μεθόδευση, όπως την αποκάλυψε αργότερα ο διευθυντής της αστυνομίας της Μασαχουσέτης, κάπτεν Πρόκτορ, ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμων όπλων στη δίκη: «Συμφωνήσαμε με τον εισαγγελέα να πω ότι οι σφαίρες που βρέθηκαν στον τόπο της ληστείας προέρχονται κατά πάσα πιθανότητα από το πιστόλι του Νικόλα Σάκο. Όμως, επειδή υπήρχε κίνδυνος να αποκαλυφθεί το ψέμα, ο εισαγγελέας μου είπε ότι αν μου ζητηθούν αποδείξεις από κάποιο μέλος του δικαστηρίου να πω ότι δεν έχω». Κατά «σύμπτωση», αποδείξεις δεν ζητήθηκαν και ο δικαστής Ουέμπστερ Θέιχερ, γνωστός στη Μασαχουσέτη για τις αντιδραστικές του απόψεις, ανακεφαλαιώνοντας την κατάθεση του Πρόκτορ, αποφαίνεται ότι το φονικό βλήμα προέρχεται από το πιστόλι του Σάκο.

Μια από τις χιλιάδες εργατικές διαδηλώσεις, που έγιναν στο διάστημα 1920 - 1927 σ' ολόκληρο τον κόσμο για τη σωτηρία των Σάκο και Βαντσέτι

«Εχθροί των θεσμών…»

Αυτό φτάνει για να κηρυχτούν οι δύο εργατικοί ηγέτες ένοχοι. Ο δικαστής Θέιχερ, στο «αιτιολογικό» της απόφασης, σημειώνει: «Ακόμα κι αν δεν έχουν διαπράξει το έγκλημα που τους καταλογίζεται, είναι, πάντως, ηθικά ένοχοι, γιατί είναι εχθροί των σημερινών θεσμών…»!

Πάνω από έξι χρόνια διαρκεί ο αγώνας για την αναθεώρηση της εσφαλμένης απόφασης. Εργάτες και επιφανείς προσωπικότητες απ’ όλο τον κόσμο στέκουν στο πλευρό των αθώων καταδικασθέντων. Μια σημαντική εξέλιξη κατά της διάρκεια αυτής της εξαετίας έλαβε χώρα το Νοέμβρη του 1925: Ο φυλακισμένος για σειρά εγκλημάτων Τσελεστίνο Μαντέιρος στέλνει ένα σημείωμα από τη φυλακή στη διοίκηση της αστυνομίας και το δικαστήριο της Μασαχουσέτης, όπου γράφει: «Ομολογώ ότι πήρα μέρος στο έγκλημα του Σάουθ Μπράιντρι και ότι οι Σάκο και Βαντσέτι δεν συμμετείχαν».

Για παραδειγματισμό

Όμως, οι αρχές της Μασαχουσέτης και της Ουάσιγκτον δεν έχουν σκοπό να αφήσουν ελεύθερη τη λεία τους. Απορρίπτουν το αίτημα για επανάληψη της δίκης. Η απόφαση είχε ληφθεί: Η εκτέλεση θα γίνει για παραδειγματισμό των ξεσηκωμένων εργατών και για να ενοχοποιηθούν στο πρόσωπό τους οι νεοφερμένοι μετανάστες. Η τελική πράξη αυτού του εγκλήματος εκτυλίσσεται στις 23 Αυγούστου του 1927. Οι δύο πρωτοπόροι αγωνιστές του αμερικανικού και του διεθνούς εργατικού κινήματος, που καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, αλλά και της εξάχρονης φυλάκισής τους, αντιμετώπισαν τη σκευωρία με ψηλά το κεφάλι, τιμώντας την τάξη τους, ο Νικόλα Σάκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι , δολοφονήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα.

Μόλις 50 χρόνια αργότερα, το 1977, ο κυβερνήτης της πολιτείας της Μασαχουσέτης, Μάικλ Δουκάκης, επιβεβαίωσε ότι ο Σάκο και ο Βαντσέτι «ήταν αθώοι». Πενήντα χρόνια αργότερα!

«Τα λόγια μας, η ζωή και ο πόνος μας δεν είναι τίποτα. Ο θάνατός μας – ο θάνατος ενός παπουτσή κι ενός φτωχού ψαρά – είναι το παν για μας! Η τελευταία στιγμή μάς ανήκει – η θανάσιμη αγωνία είναι ο θρίαμβός μας…».
Μπαρτολομέο Βαντσέτι

Μάικλ Κόλινς

16 Οκτωβρίου 1890 – 22 Αυγούστου 1922

Ήρωας του Ιρλανδικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας και πολιτικός,
το «Γελαστό Παιδί» του τραγουδιού του Μίκη Θεοδωράκη.

Πηγή: sansimera.gr
και YouTube

Ο Μάικλ Τζέιμς Κόλινς (Michael James Collins στα αγγλικά, Mícheál Séamus Ó Coileáin στα Ιρλανδικά) γεννήθηκε στο Κλονακίλτι της κατεχόμενης από τους Άγγλους Ιρλανδίας στις 16 Οκτωβρίου 1890. Ήταν το τρίτο από τα οκτώ παιδιά του Μάικλ Τζον Κόλινς, αγρότη, λάτρη των μαθηματικών και μέλους μιας μυστικής οργάνωσης για την απελευθέρωση της Ιρλανδίας.

Ο μικρός Μάικλ ήταν ένα προικισμένο παιδί, με δυναμικό ταμπεραμέντο, που ζούσε και ανέπνεε για την αποτίναξη του βρετανικού ζυγού από την πατρίδα του. Σε ηλικία 15 ετών εγκατέλειψε το σχολείο και δούλεψε ως ταχυδρομικός στο Λονδίνο και θεληματάρης σε μια χρηματιστηριακή εταιρεία. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο σπούδασε νομικά και εντάχθηκε, όπως και ο πατέρα του, στην «Ιρλανδική Ρεπουμπλικανική Αδελφότητα» (IRB), μία μυστική οργάνωση που όρκιζε τα μέλη της στην απελευθέρωση της Ιρλανδίας και ήταν υπεύθυνη για τις σημαντικότερες εξεγέρσεις του 19ου αιώνα.

Στις αρχές του 1916 επέστρεψε στο Δουβλίνο και προσελήφθη σ’ ένα δικηγορικό γραφείο. Λίγους μήνες αργότερα έλαβε ενεργό μέρος στην «Εξέγερση του Πάσχα» (24 Απριλίου 1916), που, αν και απέτυχε, άνοιξε τον δρόμο πέντε χρόνια αργότερα για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας. Συνελήφθη, κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και απολύθηκε το Δεκέμβριο του 1916.

Στις βρετανικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 1918, πλειοψήφησε στην Ιρλανδία το κόμμα Σιν Φέιν («Εμείς οι ίδιοι»), που υποστήριζε την ανεξαρτησία της χώρας, με επικεφαλής τον Ίμον Ντε Βαλέρα και επίλεκτο μέλος τον Μάικλ Κόλινς. Οι ιρλανδοί βουλευτές συγκρότησαν στο Δουβλίνο προσωρινή κυβέρνηση και Εθνοσυνέλευση («Ντάιλ Έρεαν»), η οποία ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας. Ο αιρετός πρόεδρος Ίμον Ντε Βαλέρα και ο αντιπρόεδρος Άρθουρ Γκρίφιθ ήταν στη φυλακή και μεγάλο μέρος της ευθύνης τους περιήλθε στον Κόλινς, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος υπουργός Εσωτερικών του Σιν Φέιν. Στη συνέχεια οργάνωσε την απόδραση του Ντε Βαλέρα από τη φυλακή Λίνκολν (Φεβρουάριος 1919) και ο ίδιος έγινε υπουργός Οικονομικών.

Ο Κόλινς διακρίθηκε, κυρίως, για τις στρατιωτικές του ικανότητες κατά τη διάρκεια του Αγγλοϊρλανδικού Πολέμου (1919-1921). Δημιούργησε μικρές και ευκίνητες ομάδες ανταρτών («flying columns»), οι οποίες χτυπούσαν γρήγορα αγγλικούς στόχους και εξαφανίζονταν. Οι ομάδες αυτές βασίζονταν στην καθοδήγηση τοπικών ηγετών, στην καλή γνώση της περιοχής όπου δρούσαν και στη στενή σχέση με το λαό της, που αντιστάθμιζε την έλλειψη εφοδίων. Αυτή η τακτική ανέδειξε τον Μάικλ Κόλινς ως έναν από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του ανταρτοπολέμου, που αργότερα αντιγράφτηκε από την ΕΟΚΑ στην Κύπρο. Ως κύριος σχεδιαστής και συντονιστής του επαναστατικού κινήματος στην Ιρλανδία, ήταν στην πρώτη θέση της λίστας με τους καταζητούμενους από τους Βρετανούς, που τον είχαν επικηρύξει αντί 10.000 λιρών.

Μετά την ανακωχή του Ιουλίου 1921, ο Γκρίφιθ και ο Κόλινς ήταν οι απεσταλμένοι του Ντε Βαλέρα στο Λονδίνο για τις διαπραγματεύσεις ειρήνης (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1921). Η Συνθήκη της 6ης Δεκεμβρίου 1921 υπογράφηκε από τον Γκρίφιθ, με την πεποίθηση ότι ήταν η πιο ευνοϊκή που μπορούσε να επιτευχθεί την εποχή εκείνη για την Ιρλανδία και με την απόλυτη βεβαιότητα ότι έτσι υπέγραφε τη δική του καταδίκη σε θάνατο. Η Συνθήκη εκχωρούσε στην Ιρλανδία καθεστώς αυτοκυβερνώμενης πολιτείας (dominion) με την επωνυμία Ιρλανδικό Ελεύθερο Κράτος, στο πλαίσιο της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.

Οι όροι για τη διχοτόμηση της Ιρλανδίας σε βόρεια και νότια, καθώς και ο όρκος πίστης στο αγγλικό στέμμα ήταν απαράδεκτοι για τον Ντε Βαλέρα και τους άλλους εθνικιστές ηγέτες. Η πειστικότητα του Κόλινς οδήγησε στην αποδοχή της Συνθήκης, που ψηφίστηκε από την Ιρλανδική Συνέλευση με μικρή πλειοψηφία. Σχηματίστηκε προσωρινή διακυβέρνηση, με πρόεδρο τον Γκρίφιθ και πρωθυπουργό τον Κόλινς.

Σχεδόν αμέσως ξέσπασαν στασιαστικές κινήσεις κατά της Συνθήκης. Ο Κόλινς απέφυγε να λάβει μέτρα εναντίον των πρώην συναδέλφων του, ώσπου επαναστάτες του Ιρλανδικού Ρεπουμπλικανικού (Δημοκρατικού) Στρατού (IRA) κατέλαβαν τα «Τέσσερα Δικαστήρια» στο Δουβλίνο, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον εμφύλιο πόλεμο. Ο Κόλινς ανέλαβε την αρχηγία του στρατού και κατέστειλε τη στάση. Μετά το θάνατο του Γκρίφιθ (12 Αυγούστου 1922) ήταν ο μόνος κυρίαρχος κι έτσι ανέλαβε και την προεδρία της κυβέρνησης.

Δέκα μέρες αργότερα ήρθε και το δικό του τέλος. Ενώ βρισκόταν σε περιοδεία στην περιφέρειά του στο δυτικό Κορκ, πυροβολήθηκε σε ενέδρα στο Μπιλ Να Μπλαθ και πέθανε στις 22 Αυγούστου 1922. Ο θάνατός του σκεπάστηκε από αχλύ μυστηρίου κι ακόμα και σήμερα εγείρει θεωρίες συνωμοσίας.

Σχετικά
  • Τον Απρίλιο του 1962 ανέβηκε στην Αθήνα το θεατρικό έργο του ιρλανδού συγγραφέα Μπρένταν Μπίαν «Ένας Όμηρος». Στην παράσταση ακουγόταν το τραγούδι «Το γελαστό παιδί», που θρηνούσε το χαμό του Μάικλ Κόλινς. Ο Βασίλης Ρώτας μετέφρασε το ποίημα του Μπίαν από τα αγγλικά και ο Μίκης Θεοδωράκης έγραψε τη μουσική. Το τραγούδι γνώρισε μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία και συνδέθηκε με ελληνικά συμβάντα (δολοφονία Λαμπράκη κ.ά.).
  • Η ζωή και ο αγώνας του Κόλινς πέρασαν και στον κινηματογράφο το 1996, από τον συμπατριώτη του σκηνοθέτη Νιλ Τζόρνταν. Η ταινία «Μάικλ Κόλινς ο επαναστάτης», με τον Λίαμ Νίσον στον επώνυμο ρόλο, απέσπασε το Χρυσό Λιοντάρι καλύτερης ταινίας και βραβείο καλύτερης ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας και Όσκαρ καλύτερης φωτογραφίας και μουσικής.

Σέριφος: 103 χρόνια από την αιματηρή απεργία.

Η πρώτη εφαρμογή του οκταώρου.

Συνέντευξη: Νάσος Μπράτσος
Πηγή: ert.gr

Συμπληρώνονται φέτος 103 χρόνια από την 21η Αυγούστου 1916, από τη μεγάλη απεργία  των μεταλλωρύχων εργατών της Σερίφου, που κόστισε εννέα ανθρώπινες ζωές, δεκάδες τραυματίες και διώξεις μετά από αυτήν. Για το γεγονός μας μίλησε ο δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Σερίφου, Θοδωρής Λιβάνιος, ερασιτέχνης ερευνητής λαογράφος. Με αφορμή τις προγραμματιζόμενες εκδηλώσεις είναι μία καλή ευκαιρία για να επισκεφτεί κάποιος το νησί της Σερίφου.

– Πόσο σημαντική ήταν η λειτουργία των μεταλλείων εκείνη την εποχή;

– Τα μεταλλεία υπήρχαν από την αρχαιότητα, ενώ το 1394, τον Ιούνιο,  λέγεται ότι έγινε και η πρώτη απεργία  κατά του δυνάστη Ενετού ευπατρίδη Νικολάου Αδόλδου. Ακολούθως τη δεκαετία του1860 συνεχίστηκε η λειτουργία τους με πιο σύγχρονα για την εποχή, μέσα.

Το 1884-85 εμφανίζεται ένας φτωχός Γερμανός μεταλλειολόγος, ο Αιμίλιος Γρώμανν, που έμελλε να αλλάξει τη ροή της ιστορίας της εργατικής τάξης, ο οποίος αργότερα ανέλαβε τη διοίκηση των μεταλλείων. Οι συνθήκες εργασίας ήταν απάνθρωπες, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει μία μεγάλη απεργία. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η οικονομική ζωή στη Σέριφο ήταν κυρίως αγροτοκτηνοτροφική και η λειτουργία των μεταλλείων ήταν μία ευκαιρία για να βρουν ένα πιο σταθερό μεροκάματο, προσδοκία που συχνά διαψεύστηκε από τις εξελίξεις.

Ιδιοκτησιακά η εταιρεία που προέκυψε με τη συγχώνευση των εταιριών «Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία» και «Σέριφος» και προέκυψε η εταιρεία «Εταιρία Μεταλλείων Σερίφου και Σπηλιαζέζα Λαύριον Α.Ε.».

– Ποιες ήταν οι συνθήκες εργασίας;

– Ήταν σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες μέσα στις  υπόγειες στοές των μεταλλείων, με αποτέλεσμα πολλά εργατικά ατυχήματα, εργάζονταν από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου και  το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί η αγανάκτηση αυτή στο ξέσπασμα σε μία μεγάλη απεργία, από ανοργάνωτους πρέπει να σημειώσουμε εργάτες, στην περιοχή Μεγάλο Λιβάδι.

Το κράτος έστειλε μία ομάδα αστυνομικών, που μέσα σε αιματοχυσία, αλλά χωρίς ανθρώπινα θύματα, έληξε η απεργία χωρίς ικανοποίηση των αιτημάτων της.

Να τονίσουμε ότι κάποτε βρέθηκε μία παλιά στοά στην οποία υπήρχαν μέσα 12 σκελετοί από κάποιο παλιό εργατικό δυστύχημα.

Το 1906 πέθανε ο Αιμίλιος Γρώμανν και τον διαδέχτηκε ο γιός του Γεώργιος, που ήταν πολύ πιο στυγνός από τον πατέρα του. Ζητούσε να του παραχωρηθούν κτηματικές περιουσίες σε γη η οποία είχε μετάλλευμα και σαν αντάλλαγμα να τους προσλάβει σαν εργάτες.

– Πώς ξεκίνησαν οι πρώτες αντιδράσεις;

– Κάποιοι απευθύνθηκαν υπό το βάρος της κατάστασης, στον Σερφιώτη συνδικαλιστή Κωνσταντίνο Σπέρα, που είχε μεγάλη εμπειρία, ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ήταν ιδρυτικό μέλος του εργατικού κέντρου Αθήνας, αλλά και με εμπειρία από τους καπνεργάτες της Καβάλας το 1914. Αυτός ήρθε στη γενέτειρά του και κατάφερε να πείσει τους εργάτες να ιδρύσουν το «Σωματείο εργατών μεταλλευτών Σερίφου», με 460 μέλη, με ομόφωνη απόφαση στη γενική συνέλευση της 24ης Ιουλίου 1916 και στο οποίο εξέλεγη πρόεδρος.

Να σημειώσουμε ότι τις 14/2/1912 είχε ψηφιστεί το 8ωρο στις υπόγειες εργασίες και 10 ωρο στις εργασίες επιφανείας, αλλά δεν εφαρμόζονταν. Αυτό ήταν και το πρώτο σημείο, σε συνδυασμό με τα εργατικά ατυχήματα, στο οποίο έγινε η πρώτη παρέμβαση.

Η εταιρεία ζήτησε έλεγχο από τον κρατικό μηχανισμό (στάλθηκε ένας μηχανικός από το Υπουργείο Οικονομικών) ο οποίος τα βρήκε «όλα καλώς καμωμένα». Έτσι αναγκάστηκε το σωματείο να προχωρήσει σε απεργία στις 7 Αυγούστου,  ώστε να μην φορτωθεί με μετάλλευμα το πλοίο «Μαννούσι».

– Πώς εξελίχτηκε η απεργία;

– Η εταιρεία κάλεσε το κράτος, το οποίο έστειλε τον υπομοίραρχο Χαρίλαο Χρυσάνθου, με ένα απόσπασμα περίπου 30 χωροφυλάκων, που έφτασαν στη Σέριφο ξημερώματα της 21ης Αυγούστου, ημέρα Κυριακή, ενώ η απεργία συνεχίζονταν. Το απόσπασμα κατευθύνθηκε στο χώρο της απεργίας στο Μεγάλο Λιβάδι. Ο επικεφαλής δήλωνε δημοσίως ότι είχε διαλύσει τρείς απεργίες και «πέντε-δέκα ξεβράκωτους Σερφιώτες, δεν θα κάμω καλά»;

Προπηλάκισε χωρικούς που έστελναν βοήθεια σε απεργούς και πήρε σκοινιά για να δέσει τους απεργούς. Ακολούθως πήγε στα γραφεία της εταιρίας. Και στον τοπικό αστυνομικό σταθμό, όπου κάλεσε δήθεν για συζήτηση τους απεργούς, αλλά τελικά τους έθεσε υπό κράτηση. Με τη συνοδεία του Ειρηνοδίκη Δημήτριου Κόντου και επέμενε για ειρηνική λύση, αλλά και με τον Ενωμοτάρχη Ιωάννη Τριανταφύλλου, και το απόσπασμα κινήθηκαν προς τη σκάλα φόρτωσης του μεταλλεύματος.

– Τι συνέβη εκεί;

-Στη σκάλα βρίσκονταν πάνω από 400 απεργοί, αλλά και 1.500 μέλη των οικογενειών τους. Το απόσπασμα γέμισε και όπλισε τα όπλα του, ο Χρυσάνθου δίνει ολιγόλεπτη προθεσμία για να ξεκινήσει η φόρτωση του πλοίου, αλλά οι απεργοί κάθισαν κατά γης. Από το μένος του ο Χρυσάνθου πριν λήξει η προθεσμία πυροβόλησε με το πιστόλι του  και σκότωσε  τον Θεμιστολή Κουζούπη, απεργό και τριών μηνών νιόπαντρο. Ξεκινάει η αντίδραση των εργατών και διατάζει πυρ. Οι γυναίκες παίρνουν μέρος ενεργό μέρος στη μάχη, πετώντας πέτρες από το μετάλλευμα, βλέποντας τους θανάτους των συζύγων και των παιδιών τους.  Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο θάνατος του Χρυσάνθου και του Τριανταφύλλου (οι δύο επικεφαλής) που πετάχτηκαν στη θάλασσα. Συνολικά είχαμε τέσσερις αστυνομικούς νεκρούς και πέντε εργάτες, καθώς και αρκετούς τραυματίες. Οι θάνατοι των επικεφαλής της χωροφυλακής, έκαναν το υπόλοιπο απόσπασμα να τραπεί σε φυγή.

 

– Ποια ήταν η επόμενη κίνηση;

– Οι απεργοί νόμιζαν ότι ο Σπέρας και η συλληφθείσα διοίκηση του σωματείου ήταν νεκροί, ενώ ούτε ο Σπέρας γνώριζε τα γεγονότα που είχαν συμβεί στη σκάλα φόρτωσης. Οι απεργοί αγανακτισμένοι πήραν δυναμίτες, αλλά και όπλα που είχαν παρατήσει οι χωροφύλακες, με στόχο να κάψουν και να ανατινάξουν τα γραφεία της εταιρείας. Οι υπάλληλοι της εταιρείας από τα γραφεία πυροβολούσαν τους απεργούς με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο απεργοί. Εκείνη  την ώρα ο Παπα-Γιάννης Ρώτας διακόπτει τη λειτουργία στον Άγιο Νικόλαο και βγαίνει με το σταυρό στο χέρι λέγοντας «στο όνομα του Θεού σταματήστε, να μην χυθεί άλλο αθώο αίμα».

Έφτασε από τραυματισμένο χωροφύλακα η είδηση στο αστυνομικό τμήμα για τα γεγονότα, όπως και η πληροφορία ότι οι επικεφαλής είναι νεκροί και ότι οι απεργοί πήγαιναν για να τους ανατινάξουν και πρότεινε την απελευθέρωση των συνδικαλιστών, η οποία και έγινε. Ο Σπέρας που τον είχαν για νεκρό κατόρθωσε να ηρεμήσει τους συναδέλφους του κάνοντας χρήση και μίας γαλλικής σημαίας που πήρε από τα χέρια μιας γυναίκας.

-Τι επακολούθησε μετά;

-Ο Σπέρας και οι απεργοί έκοψαν τα τηλεγραφικά σύρματα, κατέλαβαν τις δημόσιες υπηρεσίες (τηλεγραφείο, δήμο , αστυνομία), ύψωσαν τη γαλλική σημαία και κάλεσαν ναυτική πολεμική δύναμη της Γαλλίας, που έδρευε στη Μήλο, στέλνοντας εκεί επιτροπή με βάρκα για να βοηθήσει ο γαλλικός στόλος στην περίθαλψη των τραυματιών. Οι Γάλλοι έστειλαν δύο πλοία, αλλά απέφυγαν να αναμιχθούν θεωρώντας ότι παρεμβαίνουν στα εσωτερικά της Ελλάδας και υπέστειλαν τη γαλλική σημαία. Ενημέρωσαν τις ελληνικές αρχές οι οποίες έστειλαν το πολεμικό πλοίο «Αυλίς» με 200 στρατιώτες, για επιβλέψουν τις εξελίξεις.

-Πώς αντιμετωπίστηκαν οι απεργοί;

-Έγιναν συλλήψεις των πρωτεργατών της απεργίας καθώς και μία εγκύου γυναίκας η οποία είχε δηλώσει με θάρρος ότι με δικιά της πέτρα σκοτώθηκε ο Χρυσάνθου. Γέννησε μέσα στις φυλακές της Σύρου. Η διοίκηση του σωματείου έμεινε προφυλακισμένη αλλά αφέθηκε ελεύθερη αφού στα γεγονότα ήταν υπό κράτηση. Επίσης δεν δικάστηκαν όσοι πυροβόλησαν τους απεργούς. Κερδήθηκαν όμως τα αιτήματα της απεργίας και είχαμε την πρώτη εφαρμογή του οκταώρου, που σήμερα το κατακρεουργούν, αλλά είχαμε και την πρώτη συμφωνία εργατών-εργοδοσίας στις 25 Νοεμβρίου 1917 για αυξήσεις, οδοιπορικά, προσλήψεις αποκλειστικά ντόπιων εργατών, αλλά και οικονομικά βοηθήματα στις οικογένειες των τεσσάρων θυμάτων. O K. Σπέρας δολοφονήθηκε στις 14/9/1943.

Το 1933 ο Γεώργιος Γρώμανν παρέδωσε τα μεταλλεία Σερίφου στο γιό του Αιμίλιο (εγγονό του πρώτου) που τα δούλεψε μέχρι την κατοχή, στην οποία ο ίδιος κατατάχτηκε ως ταγματάρχης στα Ες-Ες και τοποθετήθηκε στα Χανιά, ως επιβλέπων τα εκεί μεταλλεία για λογαριασμό των ναζί, με τα οποία στήριζαν την πολεμική τους μηχανή. Συνολικά μέσα σε περίπου 50 χρόνια οι Γρώμανν εξόρυξαν πάνω από επτά εκατομμύρια τόνους μεταλλεύματος.

– Μετά την κατοχή ποια ήταν η εξέλιξη;

– Ανέλαβαν διάφοροι εργολάβοι, εκ των οποίων το νησί θυμάται ως ένα από τους καλύτερους το Γιάννη Λεφέ από την Ικαρία. Μετά ανέλαβε ο Ανδρέας Αποστολίδης αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επί Κωνσταντίνου Καραμανλή. Τελευταίος ήταν ο Ζαρουχλιώτης που επί των ημερών του γίνεται απεργία της 1η Ιουλίου του 1963 επειδή ήταν καιρό απλήρωτοι.

– Πότε ξεκίνησαν οι εκδηλώσεις τιμής και μνήμης;

– Από το 1984 και  εκείνη την εποχή ανεγέρθηκε και το μνημείο των πεσόντων εργατών, ενώ ειδικό τηλεοπτικό αφιέρωμα είχε κάνει και η ΕΡΤ σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Η επέτειος τιμάται κάθε χρόνο και φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια και προβλέπεται να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση.

Τιμή και δόξα στους νεκρούς
Της εργατιάς τη τάξη
σ΄ αυτούς που θυσιάστηκαν
στη Σέριφο το δεκάξι!
Τιμή και δόξα στους νεκρούς
που πιάσαν τη φυλλάδα
Και πέτυχαν ΟΚΤΑΩΡΟ
το ΠΡΩΤΟ στην ΕΛΛΑΔΑ!
Τιμή και δόξα στους νεκρούς
που κέρδισαν με αίμα
έναν αγώνα δίκαιο
στων ισχυρών το βλέμμα!
Τιμή και δόξα στους νεκρούς
με δάφνινα στεφάνια.
Γι αυτό ας τους φωνάξουμε:
«ΖΗΤΩ» με υπερηφάνεια!
«Αθάνατοι… Αθάνατοι»

Θοδωρής Γ. Λιβάνιος
27/11/1988

Λεφ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν (Λέων Τρότσκι)

Δέχτηκε δολοφονική επίθεση
από σταλινικό πράκτορα
στις 20 Αυγούστου 1940.

Πέθανε την επόμενη μέρα.

Πηγή: xekinima.org

H προετοιμασία για τον Οκτώβρη

Το Ρωσικό προλεταριάτο δεν σχηματίστηκε σιγά σιγά, μέσα σε αιώνες, όπως στην Αγγλία ή τη Γαλλία, μα προχωρώντας με πηδήματα, μέσα από απότομες αλλαγές καταστάσεων, και συγκρούσεις με κάθε τι το χτεσινό. Έτσι οι Ρώσοι εργάτες έγιναν ευαίσθητοι στα πιο τολμηρά πορίσματα της επαναστατικής σκέψης, μ’ ένα ανάλογο τρόπο που η καθυστερημένη ρωσική βιομηχανία ήταν σε θέση να απορροφήσει την τελευταία λέξη της καπιταλιστικής τεχνολογίας και οργάνωσης από τις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης.

Αυτό εξηγεί γιατί η Ρωσία μέσα σε λιγότερο από ένα τέταρτο του αιώνα έδωσε στον κόσμο τρεις επαναστάσεις και δυο απ’ τις μεγαλύτερες επαναστατικές φυσιογνωμίες όλων των εποχών: τον Β. Λένιν και τον Λ. Τρότσκι.

Ο Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν (το πραγματικό όνομα του Λ. Τρότσκι), γεννήθηκε στην νότια Ουκρανία στα 1879, από σχετικά εύπορους αγρότες γονείς. Από τα πρώτα φοιτητικά του χρόνια πέρασε στο επαναστατικό κίνημα που φούντωνε εκείνη την περίοδο σ’ ολόκληρη τη Ρωσία και ήταν από τους ιδρυτές της «Ένωσης Εργατών της Νότιας Ρωσίας», που διοργάνωσε αρκετές απεργίες και διαδηλώσεις στην περιοχή. Γι’ αυτή του τη δράση συνελήφθηκε και πέρασε 4 χρόνια στη φυλακή και στην εξορία, απ’ όπου δραπέτευσε το 1902 και διέφυγε στο εξωτερικό. Την ίδια χρονιά πρωτοσυναντήθηκε με το Λένιν και εντάχθηκε στην ομάδα της «Ίσκρα» (Σπίθα), την εφημερίδα του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (ΣΔΚΡ). Το ΣΔΚΡ ένωνε στις γραμμές του όλους τους επαναστάτες της εποχής και μιλούσε (όπως όλα τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τότε), στο όνομα του Μαρξισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης. Με την στήριξη του Λένιν, ο ΛΤ έγινε μέλος της συντακτικής ομάδας της «Ίσκρα».

Το σχίσμα

Το γρήγορο πλησίασμα της επανάστασης – που ξέσπασε στα 1905 – και τα καινούρια καθήκοντα που έμπαιναν στην ημερήσια διάταξη για το προλεταριάτο δημιούργησαν τριγμούς μέσα στους κόλπους του ΣΔΚΡ. Δύο τάσεις σχηματίστηκαν, που πήραν οργανωτική μορφή στο 2ο συνέδριο του κόμματος, το 1903, όπου και έγινε η διάσπαση ανάμεσα στους Μπολσεβίκους του Λένιν και τους Μενσεβίκους, των Πλεχάνωφ και Μαρτώφ. Πολιτικά, οι Μπολσεβίκοι πίστευαν στην ανεξάρτητη κίνηση της εργατικής τάξης, ενώ οι Μενσεβίκοι, θεωρώντας την επερχόμενη επανάσταση ως αστική, ζητούσαν μια στενή σχέση και συμμαχίες με τους φιλελεύθερους αστούς. Αυτή η διαφορά είχε την αντανάκλασή της και στον οργανωτικό τομέα: Ο Λένιν έβλεπε το κόμμα σαν το εργαλείο για την επανάσταση: έπρεπε να οργανωθεί με πειθαρχία και συγκεντρωτισμό, έτοιμο να δουλέψει στην παρανομία, για όσο καιρό ήταν αυτό απαραίτητο. Αντίθετα, οι Μενσεβίκοι προσανατολίζονταν προς μια πιο χαλαρή κατάσταση, προετοιμάζοντας τους εαυτούς τους για μια «αριστερή» αντιπολίτευση, μέσα σ’ ένα αστικό κοινοβούλιο.

Παρ’ ότι ο ΛΤ πολιτικά ταυτιζόταν πλήρως με τους Μπολσεβίκους, και μάλιστα, όπως θα δούμε πιο κάτω, τραβούσε ακόμη πιο πέρα την ανάλυσή τους, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι το κόμμα έπρεπε να οδηγηθεί στην διάσπαση, εξαιτίας μιας «οργανωτικής» διαφοράς. Συγκρούστηκε μάλιστα με το Λένιν, τον οποίο θεώρησε υπεύθυνο για τη διάσπαση. Πίστευε πως η ενότητα ανάμεσα στα δύο ρεύματα ήταν δυνατή και ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια για την επανασυγκόλληση Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Λένιν θα πει: «ο Τρότσκι κατάλαβε ότι η ένωση με τους μενσεβίκους είναι αδύνατη. Από τότε δεν υπάρχει καλύτερος μπολσεβίκος απ’ αυτόν».

Αν και ο ΛΤ τάχθηκε με τους μενσεβίκους στο συνέδριο, γρήγορα φάνηκε πως οι πολιτικές τους διαφορές ήταν τεράστιες. Λίγους μήνες μόνο μετά, αποχώρησε και τυπικά από τις γραμμές τους, διατηρώντας μια ανεξάρτητη θέση. Ήδη είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό του, στις βασικές της γραμμές, η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης. Το φθινόπωρο του 1904 έγραφε: «Η μόνη διέξοδος είναι μια γενική απεργία, και στη συνέχεια η προλεταριακή εξέγερση, που θα τεθεί επί κεφαλής των λαϊκών μαζών, εναντίον του φιλελευθερισμού».

1905

Από τα τέλη του 1903, ολόκληρη η Ρωσία βρισκόταν σε αναβρασμό. Απεργίες, αγροτικές εξεγέρσεις και αναταραχή στα πανεπιστήμια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος ανέστειλε προσωρινά το κίνημα, όμως η γρήγορη ήττα της Ρωσίας του έδωσε νέα ώθηση.

Στις 9 του Γενάρη του 1905, μια ειρηνική διαδήλωση εργατών προς τα χειμερινά ανάκτορα χτυπιέται άγρια από την αστυνομία. Η «ματωμένη Κυριακή» έδωσε το σύνθημα για τη γενίκευση της πάλης. Ο ΛΤ, μαζί με πολλούς άλλους εξόριστους, γυρίζει παράνομα στην Ρωσία. Για μερικούς μήνες, γράφει άρθρα και παρακολουθεί στενά την πολιτική κατάσταση. Εκείνη την περίοδο αποκρυσταλλώνεται η θεωρία της «Διαρκούς Επανάστασης»: «Η Ρωσία» έγραφε ο Τρότσκι, «βρίσκεται μπροστά σε μια αστικοδημοκρατική επανάσταση (δηλ. μια επανάσταση με στόχο την ανατροπή του φεουδαρχισμού και της Τσαρικής ολιγαρχίας). Στη βάση της, υπάρχει το αγροτικό πρόβλημα. Η τάξη ή το κόμμα που θα τραβήξουν μαζί τους τους χωρικούς, θα κατακτήσουν την εξουσία. Ούτε οι αστοί, ούτε οι δημοκράτες διανοούμενοι μπορούν να το πετύχουν: η ιστορική τους εποχή έχει λήξει. Το επαναστατικό προσκήνιο κατέχεται κιόλας από το προλεταριάτο. Αυτό ανοίγει στην σοσιαλδημοκρατία την προοπτική της κατάκτησης της εξουσίας στη Ρωσία, πριν απ’ τις δυτικές χώρες. Έτσι, το άμεσο καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας είναι η αποπεράτωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Το κόμμα όμως του προλεταριάτου δεν είναι δυνατόν να αυτοπεριοριστεί σ’ ένα δημοκρατικό μόνο πρόγραμμα. Όταν θα κατακτήσει την εξουσία, θα αναγκαστεί να μπει στο δρόμο της εφαρμογής σοσιαλιστικών μέτρων. Το πόσο θα προχωρήσει σ’ αυτή την κατεύθυνση, θα εξαρτηθεί, όχι μόνο απ’ το συσχετισμό των δυνάμεων στη Ρωσία, αλλά κι απ΄ όλη τη διεθνή κατάσταση…»

Στα μέσα του Οκτώβρη, ξέσπασε η πρώτη σ’ ολόκληρο τον κόσμο Γενική Απεργία, με κυρίως πολιτικά αιτήματα, δικαιώνοντας πλήρως τις προβλέψεις του ΛΤ, και δημιουργήθηκαν τα πρώτα Σοβιέτ, αντιπροσωπευτικά επαναστατικά όργανα των εργατών. Τα Σοβιέτ αποτέλεσαν την πρώτη εμβρυακή μορφή εργατικής εξουσίας και αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε πίσω της η επανάσταση του 1905. Πράγματι, κατά τη δεύτερη ρωσική επανάσταση, το Φλεβάρη του 1917, τα Σοβιέτ ξεπήδησαν μ’ έναν απόλυτα φυσικό τρόπο, σαν η συνέχεια του 1905, δείχνοντας τη θέληση των Ρώσων εργατών κι αγροτών να τελειώσουν εκείνο που είχαν αρχίσει 12 χρόνια πριν.

Ο ΛΤ συμμετέχει ενεργά στη ζωή του Σοβιέτ της Πετρούπολης, γράφει όλες σχεδόν τις αποφάσεις και τις διακηρύξεις του, και σύντομα εκλέγεται πρόεδρός του. Όταν κάποιος ανέφερε, παρουσία του Λένιν, ότι ο ΛΤ είχε εξελιχθεί στον πιο ισχυρό άνθρωπο μέσα στο Σοβιέτ, εκείνος απάντησε: «Γιατί όχι; Ο Τρότσκι κατέκτησε αυτή τη θέση με τη λαμπρή κι αδιάκοπη δουλειά του».

Ταυτόχρονα, ο ΛΤ εκδίδει την εφημερίδα «Ρούσκαγια Γκαζέττα» και όταν αυτή κλείνει με απόφαση της τσαρικής αστυνομίας, συνεργάζεται με τους μενσεβίκους στην έκδοση του «Νατσαλό» (Ξεκίνημα), που γρήγορα μετατρέπεται στην πιο δημοφιλή εφημερίδα της επανάστασης. Πρέπει να πούμε ότι στην διάρκεια της Επανάστασης οι διαφορές ανάμεσα στις δυο φράξιες είχαν αμβλυνθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και συνεργάζονταν στενά σχεδόν σε όλα τα ζητήματα. Η έκδοση χαιρετίστηκε από την εφημερίδα των Μπολσεβίκων: «Το πρώτο φύλλο του Νατσαλό κυκλοφόρησε. Συγχαρητήρια στον αγωνιστή σύντροφό μας. Αφήνει εξαιρετική εντύπωση, στο πρώτο αυτό φύλλο, η έξοχη περιγραφή της απεργίας του Νοέμβρη, από το σύντροφο Τρότσκι»

Η ζωή της πρώτης αυτής επανάστασης αποδείχτηκε πολύ σύντομη. Παρ’ ότι είχε επικρατήσει στην πρωτεύουσα, δεν κατάφερε να πάρει ολοκληρωτικά με το μέρος της τη μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών και του στρατού. Πολλά συμπεράσματα ακόμη έπρεπε να βγουν, μέχρι την τελική νίκη. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης, μετά από ζωή 52 ημερών περικυκλώθηκε από στρατό και αναγκάστηκε να παραδοθεί. Ο Τρότσκι περιγράφει την σκηνή της παράδοσης: «…στην αίθουσα των συνεδριάσεων, οι εργάτες άρχισαν να αχρηστεύουν τα όπλα τους, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Με εξασκημένο χέρι, έσπαγαν τα μάουζερ πάνω στα μπράουνινγκ και τα μπράουνινγκ πάνω στα μάουζερ. Στους τριγμούς και τους κρότους των μετάλλων που συντρίβονταν, άκουγες μαζί και το τρίξιμο των δοντιών του προλεταριάτου, που για πρώτη φορά καταλάβαινε πως χρειαζόταν κάτι άλλο, μια δύναμη ισχυρότερη και πιο αδυσώπητη, για να μπορέσεις να αντιμετωπίσεις και να τσακίσεις τον εχθρό».

Ο ΛΤ βγήκε από τα γεγονότα του 1905 με τεράστια δημοτικότητα, στην οποία συντέλεσε και η απολογία του στη δίκη που ακολούθησε και που τη μετέτρεψε σ’ ένα δριμύ κατηγορώ εναντίον του τσαρισμού.

(περισσότερα…)

Σαν σήμερα, το 1936, εκτελέστηκε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

«Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης»

Federico_Garcia_Lorca
Γεννήθηκε το 1898 στην Ανδαλουσία. Γιoς αγρότη και δασκάλας πιάνου, ποιητής, συγγραφέας και μουσικός. Εγκατέλειψε τις σπουδές του στη νομική για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική.

Το 1919, εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Κατοικία του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που τότε λειτουργούσε ως ανοιχτό πανεπιστήμιο, πολιτιστικό κέντρο, της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί συνάντησε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι και τον Χιμένεθ. Την ίδια περίοδο συνέθεσε τα πρώτα του ποιήματα που κυκλοφόρησαν το 1921, με τίτλο Βιβλίο Ποιημάτων. Λίγο νωρίτερα, το 1918, είχε δημοσιεύσει το έργο Εντυπώσεις & Τοπία περιδιαβαίνοντας την Καστίλη.

Το 1922, συνεργάστηκε με τον συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια στο Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής, στη Γρανάδα. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής, πίστευε πως βρίσκει τη βάση των ποιητικών και πνευματικών του ενορμήσεων. Δημιούργημα του, εκείνη την εποχή, ήταν το Ποίημα Του Κάντε Χόντο, λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας, που τραγουδιέται από τσιγγάνους με συνοδεία κιθάρας και λίγο αργότερα, το 1924, ξεκίνησε να γράφει το Ρομανθέρο Χιτάνο, έργο που ολοκλήρωσε τελικά το 1927, σύνθεση 18 ποιημάτων με σταθερή στιχουργική μορφή, έκφραση μιας από τις αρχαιότερες μορφές ισπανικής ποίησης. Την ίδια περίοδο συνέθεσε και την Ωδή Στον Σαλβαντόρ Νταλί ενώ παράλληλα έγραψε το θεατρικό έργο Μαριάνα Πινέδα, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βαρκελώνη, την ίδια χρονιά, σε σκηνογραφία Νταλί, σημειώνοντας επιτυχία.

Τα έτη 1929-1930, αναζήτησε νέες πηγές έμπνευσης και ταξίδεψε στις ΗΠΑ και στην Κούβα. Οι εμπειρίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιήθηκαν στο ποίημα Ένας Ποιητής Στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ισπανία το 1931 και συνέθεσε το Ντιβάνι Της Ταμαρίτ, ενώ παράλληλα δούλεψε και πάνω σε έργα για το κουκλοθέατρο. Εκεί έδειξε ξεκάθαρα πως επέλεγε ως κύρια ενασχόλησή του, τη συγγραφή θεατρικών και τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε τις κορυφαίες του δημιουργίες: Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα, Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Θρήνος Για Τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο.

Με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, οργάνωσε μία θεατρική ομάδα υπό την ονομασία La Barroca, η οποία με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε παραστάσεις κλασσικών έργων σε χώρους εργατών κι αγροτικές περιοχές. Το 1936 υποδέχθηκε τον Αλμπέρτι, καθώς επέστρεψε από τη Μόσχα. Συνέταξε μια διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού κι ξεκίνησε να γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης, ωστόσο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.

Τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου του 1936, ήρθε το τέλος για τον κορυφαίο ποιητή, ζωγράφο, δραματουργό και θεατρικό σκηνοθέτη, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτελέστηκε στο Βίθναρ της Ισπανίας από παραστρατιωτικούς οπαδούς του Φράνκο που έθαψαν τη σορό του, μαζί με άλλα τρία άτομα που εκτέλεσαν εκείνη την αυγή, σε ομαδικό τάφο.

Νίκος Καββαδίας – Federico Garcia Lorca

O Λόρκα απαγγέλλει το ποίημα του «Το τραγούδι του καβαλάρη»- Κόρδοβα