Κατηγορία: Ιστορικά

Οι άγνωστες αποδράσεις από το κολαστήριο του Άουσβιτς

Πώς ξέφυγαν 196 άνθρωποι
από τους θαλάμους αερίων

Πηγή: iefimerida.gr

Σάββατο απόγευμα, μέσα Ιουνίου του 1942 στο Άουσβιτς.

Ένα Steyr 220 -από τα αγαπημένα αυτοκίνητα των αξιωματικών της Βέρμαχτ- πλησιάζει την πύλη του διαβόητου στρατοπέδου συγκέντρωσης αιχμαλώτων των ναζί. Στο τιμόνι ένας υπολοχαγός των SS, στις θέσεις δίπλα και πίσω του τρεις υπαξιωματικοί. Η αγωνία τους εκτοξεύεται στο κατακόρυφο, θρόμβοι ιδρώτα εμφανίζεται στο μέτωπο του ενός καθώς το αυτοκίνητο σταματά μπροστά στη μπάρα. Και δικαιολογημένα, γιατί δεν είναι μέλη των SS, αλλά Πολωνοί κρατούμενοι που έκλεψαν τις στολές από αποθήκη ιματισμού κι άρπαξαν το αυτοκίνητο. Γνώριζαν καλά τι τους περίμενε αν τους έπιαναν.

Tα δευτερόλεπτα φαντάζουν αιώνες. Ο 22χρονος Κάζιμιρ Πιεχόφσκι, που φορά τη στολή του υπολοχαγού παγώνει. Θα «ξυπνήσει» μόνον όταν ένας απ’ τους συντρόφους τον σκουντά στον ώμο παρακινώντας τον «να κάνει κάτι».

-«Ξυπνήστε, ηλίθιοι!», φωνάζει προς τους φρουρούς. «Ανοίξτε, ειδάλλως θα σας εκτελέσω!»

Ένας πανικόβλητος στρατιώτης εμφανίστηκε μπροστά τους, «βάρεσε προσοχή» και σήκωσε τη μπάρα. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε και λίγο αργότερα χάθηκε στη στροφή του δρόμου. Οι τέσσερις δραπέτες είχαν σωθεί. Κι ως εκ θαύματος όχι μόνον δεν τους ξανάπιασαν, αλλά επέζησαν του πολέμου. Ο Πιεχόφσκι «έφυγε» λίγο πριν τα Χριστούγεννα σε ηλικία 98 ετών.

Ήταν ένας από τους 196 κρατούμενους που κατάφεραν να αποδράσουν από το Άουσβιτς. Συνολικά 928 άνδρες, γυναίκες και παιδιά το αποτόλμησαν πράγμα που σημαίνει ότι μόνον μία στις πέντε απόπειρες στέφθηκε με επιτυχία.

Εξίσου συγκλονιστική είναι η ιστορία του Ταντέους Βιεζόφσκι, του πρώτου ανθρώπου που κατάφερε να γλιτώσει από το κολαστήριο.

Concentration Camps Auschwitz in Poland, April 4, 1944.

Λίγο μετά τη μεταφορά του στο Άουσβιτς τον Ιούνιο του 1940 ο 26χρονος μπαλωματής έπιασε φιλίες με μια ομάδα Πολωνών που εργάζονταν ως ηλεκτρολόγοι σε μια γερμανική εταιρεία κι ήταν μέλη μιας μυστικής αντιστασιακής οργάνωσης. Λίγες εβδομάδες αργότερα του φόρεσαν στολή ηλεκτρολόγου, διάβηκαν μαζί του την πύλη και αφού του έδωσαν χρήματα και τρόφιμα, τον ανέβασαν σε μια διερχόμενη εμπορική αμαξοστοιχία. Ο ίδιος γλίτωσε, αλλά όταν ανακαλύφθηκε η απουσία του, οι «σωτήρες» του συνελήφθησαν, τους βασάνισαν άγρια και τους φυλάκισαν στο Άουσβιτς. Μόλις ένας επέζησε. Δυστυχώς, όμως, και ο Wiejowski συνελήφθη μετά από ένα χρόνο και οι Ναζί τον σκότωσαν.

Την πονηριά του επιστράτευσε κι ένας νεαρός ζωγράφος, ονόματι Γιάν Κόμσκι για να ξεφύγει μαζί με άλλους τρεις συγκρατουμένους του. Ο ένας με στολή υπαξιωματικού των SS και πλαστή ταυτότητα συνόδευσε τους άλλους τρεις μ’ ένα κάρο προς την πύλη. Κατάφεραν να ξεγελάσουν τους φρουρούς κι όταν έφθασαν σε κοντινό χωριό μια γυναίκα-μέλος της Αντίστασης τους έδωσε ρούχα να αλλάξουν. Ο Κόμσκι χάρηκε την ελευθερία του επί 16 ημέρες μέχρι που τον έπιασαν σ’ ένα τρένο που κατευθυνόταν προς τη Βαρσοβία. Είχε προλάβει, όμως, να εφοδιαστεί με πλαστά χαρτιά κι έτσι δεν τον αναγνώρισαν ως δραπέτη, ειδάλλως θα τον εκτελούσαν επί τόπου. Τον έστειλαν, βέβαια, στο Άουσβιτς, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωσή του στρατοπέδου. Μετά τον πόλεμο μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου εργάστηκε στη Washington Post και πέθανε σε ηλικία 87 ετών το 2002.

Θέμα ντοκιμαντέρ έγινε η ιστορία ενός ζευγαριού ερωτευμένων που κατάφεραν να το σκάσουν από το Άουσβιτς φορώντας ο ένας στολή SS κι η αγαπημένη του τη φόρμα των κρατουμένων. Οι φρουροί τους άφησαν, αγνοώντας ότι ο άνδρας που παρίστανε ότι συνόδευε την κρατούμενη ήταν ένας Πολωνός ονόματι Γιέρζι Μπιελέτσκι, που είχε συλληφθεί το 1940.

Στη διάρκεια της κράτησής του ο Μπιελέτσκι έκανε καταναγκαστική εργασία σε μια αποθήκη σιτηρών, όπου γνώρισε κι ερωτεύτηκε τη νεαρή Σίλα Σιμπούλσκα. Οι Ναζί είχαν σκοτώσει όλους τους συγγενείς της κι η ίδια ήταν σίγουρα ότι την περίμενε ανάλογη μοίρα, αλλά ο αγαπημένος της είχε αποφασίσει να τη σώσει. Όταν απέδρασαν, κρύφτηκαν για αρκετές μέρες στην εξοχή μέχρι που βρήκαν καταφύγιο στο σπίτι ενός θείου του Μπιελέτσκι. Μετά από αρκετό διάστημα, φοβούμενοι μήπως οι Ναζί ανακαλύψουν τα ίχνη τους, αποφάσισαν να χωρίσουν και να ξαναβρεθούν μετά τη λήξη του πολέμου.

Αλλά μέσα στο χάος που ακολούθησε δεν τα κατάφεραν κι η Σίλα μετανάστευσε στην Αμερική πιστεύοντας -όπως της είχαν πει- ότι ο καλός της σκοτώθηκε. Πέρασαν σχεδόν τέσσερις δεκαετίες όταν το Μάιο του 1983 η γυναίκα που της καθάριζε το σπίτι στη Νέα Υόρκη, της είπε ότι μόλις είδε ένα ντοκιμαντέρ για την απίστευτη ιστορία τους κι ότι ο αγαπημένος της ζούσε στην Πολωνία. Η Σίλα πήγε και τον συνάντησε τον επόμενο μήνα. Τον ικέτεψε να παρατήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, αλλά μάταια. Μετά από αρκετά ραντεβού επέστρεψε απογοητευμένη στη Νέα Υόρκη. Είχε ορκιστεί να μην τον ξαναδεί. Η Σίλα πέθανε το 2005 κι εκείνος έξι χρόνια αργότερα.

Όμως απ’ όλες τις συνταρακτικές αποδράσεις από το Άουσβιτς μία συγκεκριμένη αποδείχθηκε καταλυτικής σημασίας:

Δύο Εβραίοι από την Τσεχοσλοβακία, ο Ρούντολφ Βίρμπα και ο Άλφρεντ Βέτσλερ,  κρύφθηκαν κάτω από μια στοίβα ξύλα σε ένα εργοτάξιο του στρατοπέδου και όταν σταμάτησαν οι έρευνες για την εξαφάνισή τους δύο εβδομάδες αργότερα, τον Απρίλη του ‘44 το σκασαν κι ήρθαν σε επαφή με Σλοβάκους αντιστασιακούς, που τους ζήτησαν να γράψουν στο χαρί τις εμπειρίες τους από το Άουσβιτς.

Η λεπτομερέστατη περιγραφή τους για τη μεταφορά των κρατουμένων στο στρατόπεδο, τις φρικτές μεθόδους βασανισμού και εξόντωσής τους καθώς και τα σκίτσα από τους θαλάμους αερίων έφθασε στον Ερυθρό Σταυρό, το Βατικανό και τις κυβερνήσεις των συμμαχικών δυνάμεων. Η δημοσίευση του ντοκουμέντου από τον Τύπο προκάλεσε αποτροπιασμό για τις θηριωδίες των Ναζί και ώθησε τους συμμάχους να βομβαρδίσουν στόχους στην Ουγγαρία για να σκοτώσουν τους αξιωματικούς των Ναζί που ενορχήστρωναν την «εκκένωση» των Εβραίων και τη μεταφορά τους στο Άουσβιτς. Σύντομα σταμάτησαν οι απελάσεις και σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς σώθηκαν κάπου 120.000 ζωές.

Advertisements

Λίμπκνεχτ – Λούξεμπουργκ

Σαν σήμερα, στις 15 Ιανουαρίου του 1919, δολοφονούνται στο Βερολίνο από τα παραστρατιωτικά Freikorps με εντολή του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, οι επαναστάτες Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Διαβάστε ακόμη:

Η δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ.

Ο Νίκος Καζαντζάκης για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Η Γερμανική Επανάσταση και η τραγωδία του Σπάρτακου.

Η Γερμανική Επανάσταση και η τραγωδία του Σπάρτακου

Σαν σήμερα, πριν 99 χρόνια, στις 5 Ιανουαρίου 1919, ξεκίνησε η εξέγερση του Σπάρτακου (βίντεο).

Όταν οι επαναστάτες επέλεγαν συνειδητά την οργάνωση της επανάστασης, χωρίς να περιμένουν αιώνια το αυθόρμητο να αγιάσει.

Του Κώστα Ρουσίτη
Πηγή: avantgarde2009.wordpress.com

Το 1919 η Ευρώπη καταρρέει μετά από 4 χρόνια πολέμου κάτω από τα χτυπήματα της εξέγερσης.

Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός βρέθηκε μπροστά στη θανάσιμη απειλή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Στη Ρωσία οι εργάτες κατόρθωσαν να στήσουν τη δική τους εξουσία. Η σκυτάλη πέρασε στη γερμανική εργατική τάξη. Όμως, δυστυχώς, η επανάσταση στη Γερμανία ηττήθηκε ενώ οι ηρωικοί ηγέτες της δολοφονήθηκαν. Το κόκκινο ξέφωτο στη σμπαραλιασμένη και παρηκμασμένη καπιταλιστική Ευρώπη άρχισε, από την ήττα εκείνη, να υποχωρεί.

Το πολεμικό σφαγείο έφτανε στο τέλος του. Από τις αρχές του ΄18 προδιαγραφόταν η γερμανική ήττα. Εκατομμύρια φαντάροι και ναύτες, ο ανθός της γερμανική νεολαίας, έδωσαν τη ζωή τους σε έναν άδικο πόλεμο για τα συμφέροντα του πεινασμένου γερμανικού ιμπεριαλισμού και για τη ματωβαμμένη δυναστεία του πρωσικού μιλιταρισμού, τους Χοεντζόλερν.

 Οι πολιτικές οργανώσεις στη Γερμανία

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (ΣΚ) ήταν για δεκαετίες ο μοναδικός εκφραστής της γερμανικής εργατικής τάξης. Στην πάροδο των ετών στο εσωτερικό του είχε αποκρυσταλλωθεί ένα φάσμα πολιτικών τάσεων, από την επανάσταση έως τον ρεφορμισμό. Όπως συνέβη και με ολόκληρη τη σοσιαλδημοκρατία της Δεύτερης Διεθνούς, το ξέσπασμα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου το 1914 έκανε τις αντιφάσεις στο εσωτερικό του να εκραγούν, καθώς στο μεγαλύτερό μέρος της ηγεσίας του πέταξε στην άκρη τις διακηρύξεις για σοσιαλισμό και αγκάλιασε τον εθνικισμό και το μιλιταρισμό της δικής “της” πατρίδας. Το 1918, μετά από 4 χρόνια πολέμου το ΣΚ έχει εξαχρειωθεί εντελώς.

Η συστοίχιση του ΣΚ στην ουρά της αστικής τάξης συνιστούσε τη μεγαλύτερη προδοσία του σοσιαλισμού. Δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Στη Γερμανία, όπως και σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες, οι καπιταλιστές είχαν τη δυνατότητα να εξαγοράζουν ένα κομμάτι της εργατικής τάξης εκμεταλλευόμενοι τα συσσωρευμένα υπερκέρδη από την ιμπεριαλιστική ληστεία. Αυτή η «εργατική αριστοκρατία» με τους παχυλούς μισθούς, την εργασιακή σταθερότητα και διάφορα προνόμια κάθε τύπου, αποτελούσε τη δεξαμενή του μηχανισμού του ΣΚ και των συνδικάτων. Έτσι συνδικαλιστές ηγέτες, βουλευτές, υψηλόβαθμοι υπάλληλοι, με μια λέξη γραφειοκράτες «πάχαιναν την κοιλιά τους» με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι των αφεντικών. Ο φόβος και ο τρόμος των γραφειοκρατών ήταν η επανάσταση γιατί θα έβαζε σε κίνδυνο τη διατήρηση των προνομίων τους. Σ΄ αυτή τη βάση γεννήθηκε ο ρεφορμισμός. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες ήταν πολύ καλοί στο να αποκοιμίζουν τους εργάτες τάζοντάς τους το σοσιαλισμό στο μέλλον, αλλά -προς θεού- χωρίς επαναστάσεις, παρά μόνο διευρύνοντας σιγά-σιγά τις κατακτήσεις μέχρις ότου ο καπιταλισμός να μετασχηματιστεί σε σοσιαλισμό. Ωστόσο, ο παρηκμασμένος ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός του 20ου αιώνα δεν επέτρεπε μια σταθερή διεύρυνση των εργατικών κατακτήσεων. Το ζήτημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας μπορούσε να τεθεί μόνο με τη βίαιη απόσπαση της εξουσίας από τα χέρια των καπιταλιστών και την κατάκτησή της από τους εργάτες, δηλ. μόνο από τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Στους κόλπους του ΣΚ και σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, ένα μειοψηφικό τμήμα εναντιώθηκε με τον έναν ή άλλο τρόπο ενάντια στον σωβινισμό και το ρεφορμισμό της ηγεσίας του. Η Ένωση Σπάρτακος δημιουργήθηκε τις αρχές του πολέμου σαν το αριστερό τμήμα του ΣΚ , παραμένοντας όμως οργανωτικά στους κόλπους του, σαν φράξια. Στην ίδρυση του Σπάρτακου πρωτοστάτησαν οι Καρλ Λήμπνεχτ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Λέο Γιόγκισες αλλά και ιστορικά στελέχη του ΣΚ σαν τους Κλάρα Τσέτκιν, Φραντς Μέρινγκ. Όλοι τους πολεμούσαν από τα αριστερά τις ρεφορμιστικές αντιλήψεις του ΣΚ, αναγνωρίζοντας την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού σαν το μόνο δρόμο προς τη νίκη. Ο Σπάρτακος κράτησε διεθνιστική στάση στο ζήτημα του πολέμου, υπερασπίζοντας τη διεθνιστική ενότητα των εργατών, καλώντας στη μετατροπή του πολέμου σε επανάσταση, ξεσκεπάζοντας τον άδικο ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σφαγής. Σε όλα τα μικρά και μεγάλα γεγονότα της ταξική πάλης οι σπαρτακιστές βρέθηκαν στη πρωτοπορία. Σε απεργίες, οδομαχίες, αντιπολεμικές εκδηλώσεις, παντού μπροστά.

Μια ακόμη μεγαλύτερη ομάδα στοιχήθηκε γύρω από τις πασιφιστικές θέσεις του Κάουτσκι, που αποτελούσε το κέντρο ανάμεσα στη δεξιά ηγεσία του ΣΚ και την αριστερά του Σπάρτακου. Το 1917 το ΣΚ διασπάστηκε και αποχώρησε το κέντρο και η αριστερά ιδρύοντας το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (Ανεξάρτητοι). Σε αυτούς εντάχθηκε σαν φράξια και η ομάδα του Σπάρτακου. Το κόμμα αυτό ήταν τυπικό των διεργασιών στη γερμανική αριστερά. Ένα κόμμα τυπικά «κεντρίστικο», που παράδερνε ανάμεσα σε πολιτικές ταξικής συνεργασίας και κοινοβουλευτικών λύσεων, την ίδια ώρα που μιλούσε για την ανάγκη της επανάστασης. Μέσα στους κόλπους του μια δεξιά ηγεσία ελάχιστα πιο αριστερά από τη σοσιαλδημοκρατία, που προσπαθούσε να συνεννοηθεί πάντα με το ΣΚ (και τελικά επέστρεψε στο ΣΚ) και μια μαχητική βάση επαναστατών εργατών που προσανατολιζόταν προς τον Σπάρτακο (και ενοποιήθηκε τελικά με αυτόν στο μετέπειτα ΚΚ Γερμανίας).

Έξω από τους ανεξάρτητους υπήρχαν επίσης κάποιες μικρότερες ομάδες με αναφορά στην προλεταριακή επανάσταση. Οι σημαντικότερες ήταν η φιλομπολσεβίκικη Εργατική Πολιτική με δύναμη στη Βρέμη και το Αμβούργο και οι Εργοστασιακοί Αντιπρόσωποι, μια ομάδα επαναστατών συνδικαλιστών στο Βερολίνο με μάλλον μπλανκίστικες απόψεις.

Οι συνθήκες του πολέμου, η καταστολή αλλά και οι έντονες πολιτικές μεταστροφές συνέτειναν σε μια σχετικά ασαφή οργανωτική οριοθέτηση αυτών των ομαδοποιήσεων. Θα μπορούσε ένας εργάτης να συνεργάζεται στο εργοστάσιό του με τους Εργ. Αντιπροσώπους, στη γειτονιά του με του Ανεξάρτητους και ταυτόχρονα να δηλώνει οπαδός του Λήμπκνεχτ και της Ρόζας.

Η επανάσταση του Νοέμβρη

Η άνοδος του εργατικού κινήματος κατά τη διάρκεια του πολέμου άρχισε να εκδηλώνεται ήδη από το 1917 με τη μορφή γερών απεργιών. Τότε παρουσιάστηκαν και τα πρώτα συμβούλια εργατών. Η Γερμανική αστική τάξη απαντά με σκλήρυνση της καταστολής, και φυλακίσεις των στελεχών της αριστεράς, την ίδια στιγμή που επιχειρεί μια “φιλελευθεροποίηση” του καθεστώτος.

Τον Οκτώβρη του 1918 πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο πρίγκιπας Μαξ και σχηματίζει μια πλατιά κυβέρνηση στην οποία για πρώτη φορά μετέχει και το ΣΚ με τον Σάιντεμαν. Το ΣΚ δικαιολογεί την συμμετοχή του στην κυβέρνηση σαν “μια πράξη αναγκαία, καθώς ο λαός και η αυτοκρατορία βρίσκονται μπροστά στον μεγαλύτερο κίνδυνο”, όπως δήλωσε ο Νόσκε, αρχηγός του ΣΚ.

Ο κίνδυνος για τον οποίο μιλούσε ο Νόσκε ήταν η κατάρρευση του μετώπου και η διαγραφόμενη ήττα της Γερμανίας, αλλά και η κοινωνική δυσαρέσκεια στο εσωτερικό που σιγόβραζε. Τα δυο γεγονότα συνδυάζονταν με μεγάλη ταχύτητα στο δρόμο που οδηγούσε στην επανάσταση. Λίγες μόλις μέρες μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης και η Βαλτική φλεγόταν. Οι ναύτες του γερμανικού στόλου στο Κίελο αρνούνται να αποπλεύσουν τα καράβια για μια ακόμη πολεμική επιχείρηση και στασιάζουν. Συγκροτούν συμβούλια και συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής. Μέχρι τις 5 Νοέμβρίου το Κίελο έχει περάσει στην εξουσία των συμβουλίων εργατών και ναυτών. Η εξέγερση των ναυτών ήταν η σπίθα της επανάστασης. Την επόμενη ακολουθεί το Αμβούργο, και στις 7 Νοέμβρη η επανάσταση σαρώνει τις μεγάλες γερμανικές πόλεις. Παντού σχηματίζονταν συμβούλια εργατών και στρατιωτών που έπαιρναν τον έλεγχο όλων των μεγάλων πόλεων. Στις 9 η επανάσταση σαρώνει το Βερολίνο. Η κατάληψη των αστυνομικών τμημάτων και των στρατώνων από τους διαδηλωτές και ο εξοπλισμός τους είναι και το τέλος της δυναστείας των Χοετζόλερν: ο αυτοκράτορας παραιτείται, όταν οι επιτελείς του και η κυβέρνηση τον διαβεβαιούν ότι είναι αδύνατο να κατασταλεί η επανάσταση με τα όπλα.

Μέσα σε αυτό τον καταιγισμό των γεγονότων, η ηγεσία του ΣΚ φανερώνεται πολύ ευέλικτη και ικανή στο να εκτρέψει την επανάσταση και να σώσει τον γερμανικό καπιταλισμό. Αν και δεν είχε συμμετάσχει ούτε στο ελάχιστο στο επαναστατικό ξέσπασμα των μαζών, αν και συμμετείχε στην αυτοκρατορική κυβέρνηση όταν ξέσπασε η επανάσταση και έπαιξε έναν πυροσβεστικό ρόλο, ξαφνικά κάνει μια στροφή 180 μοιρών. Αμέσως μετά την παραίτηση του αυτοκράτορα, οι ηγέτες του ΣΚ Σάιντεμαν και Έμπερτ πείθουν τον πρωθυπουργό Μαξ να παραιτηθεί, και αμέσως ανακηρύσσουν στο Ράιχσταγκ την “Γερμανική Δημοκρατία”. Παράλληλα προτείνουν μια συμμαχία στους Ανεξάρτητους, οι οποίοι τη δέχονται. Διακηρύσσουν πως η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των συμβουλίων των εργατών και των στρατιωτών τα οποία και καλούν να οργανώσουν σύντομα ένα πανεθνικό συνέδριο των συμβουλίων. Μέχρι τότε χρέη κυβέρνησης θα έχει ένα 6μελές όργανο που αποτελείται από 3 στελέχη του ΣΚ (Έμπερτ, Σάιντεμαν και Λάντσμπεργκ) και 3 των Ανεξάρτητων. Η 10η Νοέμβρη ξημερώνει με τον αυτοκράτορα να καταφεύγει στην Ολλανδία και την εξαμελής κυβέρνηση να κηρύσσει τη Γερμανική Δημοκρατία στο όνομα των συμβουλίων.

(περισσότερα…)

Τα «αντάρτικα Χριστούγεννα» στα Τοπόλιανα Ευρυτανίας (εν έτει 1942)

Από τον Καπετάν Θωμά
Πηγή: eyrytixn.blogspot.gr

Το blog Ευρυτάνας ιχνηλάτης σάς παρουσιάζει “κάτι” πολύ σπάνιο και ιδιαίτερο… ενόψει Χριστουγέννων!

Ιχνηλατήσαμε μία μοναδική μαρτυρία που αφορά έναν… αντάρτικο εορτασμό Χριστουγέννων στα Τοπόλιανα της Ευρυτανίας το 1942.  Μία ΕΛΑΣίτικη δύναμη με επικεφαλής τον Άρη Βελουχιώτη (μετά τη νικηφόρα μάχη του Μικρού Χωριού – βλ. εδώ! ) και ύστερα από μία κοπιαστική πορεία, φτάνει στις 24-12-42 σ’ αυτό το ευρυτανικό χωριουδάκι όπου οι κάτοικοί του βιώνουν, όπως άλλωστε όλος ο λαός, τις στερήσεις και την ανέχεια της μαύρης κατοχής! Τότε ο αλησμόνητος ανταρτόπαπας “Παπα-Κουμπούρας”/Κώστας Τζεβελέκης πήρε την ανάλογη πρωτοβουλία ώστε να αντιστρέψει το βαρύ κλίμα, με αποτέλεσμα οι φτωχοί χωρικοί να γιορτάσουν παρέα με τους αντάρτες εκείνη την ξεχωριστή μέρα. Από την προσωπική μας βιβλιοθήκη και το βιβλίο του Γιάννη Γ. Χατζηπαναγιώτου (καπετάν Θωμά), με τίτλο: “Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη” (εκδ. Δωρικός). 

Ιδού και το σχετικό κείμενο του “καπετάν Θωμά”:

Χριστουγεννιάτικο θαύμα

“ΕΤΣΙ, ταλαιπωρημένοι, ξυπόλητοι σχεδόν με τα ξεχαρβαλωμένα υποδήματα, νηστικοί εξουθενωμένοι από τη συνεχή πορεία και την κακοπάθεια, φθάσανε στις 24 Δεκεμβρίου 1942 στα Τοπόλιανα. Κι εκεί συνάντησαν το τμήμα του αρχηγείου Ευρυτανίας, που είχε προηγηθεί.

Την άλλη μέρα ξημέρωνε Χριστούγεννα. Είναι η μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης, που ο λαός μας της δίνει μεγάλη θέση στην καρδιά του και την πανηγυρίζει με ιδιαίτερη χαρά. Στα παλιά τα χρόνια, ίσως και σήμερα σε μερικά χωριά, σφάζανε τα γουρούνια τους, που τρέφανε ολοχρονίς, φτιάχνανε από το κρέας τους τα λουκάνικά τους, λειώνανε το λίπος να το ‘χουνε όλη τη χρονιά για το μαγείρεμα, ψήνανε τους σουφλιμάδες στη μικρή σούβλα του τζακιού, ψήνανε τα χριστόψωμα στους σπιτικούς φούρνους κι αφού τα ξημερώματα μεταλαβαίνανε στην εκκλησία, το ρίχνανε από το μεσημέρι στην ευωχία με το γλυκόπιοτο κρασί.

Πού τώρα τέτοια μπερκέτια, πού και όρεξη για γλέντια στα μαύρα χρόνια της κατοχής, μαύρα χριστούγεννα γιορτάζανε και στα φτωχά Τοπόλιανα με τη μεγάλη ανέχεια κι ανημποριά. Τόση είταν στην καταραμένη τη σκλαβιά η ανημποριά τους, ώστε τη χρονιά αυτή δεν είχανε ούτε παπά και θα μένανε οι χωριανοί αλειτούργητοι, μεγάλο βάσανο και κρίμα αυτό στην ψυχή τους, όπως βαρειά το νοιώθανε με πίστη αληθινή. Και να, πώς έγινε γι’ αυτούς τη μέρα αυτή το χριστουγεννιάτικο θαύμα.

Ακούει ο παπάς των ανταρτοσωμάτων, ο ηρωικός και θρυλικός Παπα-Κουμπούρας, με την ελληνική και χριστιανική ψυχή, που τον φάγανε μπαμπέσικα οι Ζερβικοί, πως δεν έχει παπά το χωριό, τρέχει στον Πρόεδρο της Κοινότητας, πάνε μαζί και χτυπούν την καμπάνα της εκκλησιάς και καλούν τους χριστιανούς στη λειτουργία. Τέτοια χρονιάρα μέρα, δεν έπρεπε να μείνουν αλειτούργητοι. Μήτε οι ίδιοι οι αντάρτες από τον πρώτο ως τον τελευταίο, θα το θέλανε και για τον εαυτό τους αυτό. Θέλανε κι οι ίδιοι να λειτουργηθούν. Και λειτουργήθηκαν μαζί με τους Τοπολιανίτες. Τρίβουν τα μάτια τους από συγκίνηση οι χωρικοί κι αναρωτιούνται πούθε τούς ήρθε τέτοιο αναπάντεχο καλό.

– Έκαμε και πάλι το θάμα του ο Κύριος, σιγανομουρμουρίζουν οι γεροντότεροι.

Ανάβουν τα μικρά κεριά τους στην εκκλησία, βλέπουν τον παπά με τα σκεπασμένα κάτω από τα άμφια φυσεκλίκια να λειτουργεί, ακούνε και τους Ελασίτες, που πιάσανε τα ψαλτήρια να ψέλνουν τη θεία Γέννηση, ξαφνιάζονται και θαυμάζουν και μονολογούνε όλοι μαζί.

– Χριστουγεννιάτικο θαύμα είναι τούτο αληθινό…

Πού να φαντάζονταν ότι από κει που δεν το περιμένανε θα βρίσκανε τέτοια θεία δωρεά. Τους είχανε, βλέπεις, κανοναρχήσει, πως οι αντάρτες του Άρη είναι άθεοι κομμουνιστές, που δε ‘νομάζανε Θεό, καίνε και γκρεμούν τις εκκλησίες και τα εικονίσματα, όπου περνούν, τους λέγανε οι Ζερβικοί, και τώρα βλέπανε κι ακούανε με τα ίδια τους τα μάτια και τ’ αυτιά, πόσο διαφορετική είτανε η αλήθεια, κι ακόμα δεν τολμούσανε να την πιστέψουνε.

Κρύβεται, όμως η αλήθεια, όταν στέκει έτσι ολοζώντανη μπροστά τους; Μόλις τέλειωσε η λειτουργία, βγαίνουν ξεθαρρεμένοι στο πεζούλι της μικρής εκκλησίας και στους πάγκους του καφενείου, ανακατεύονται με τους αντάρτες, τα λένε όπως ξέρουν να τα πούνε μεταξύ τους οι άνθρωποι του λαού, όταν νοιώθουν ελεύθεροι κι απαλλαγμένοι από το βάρος της ψυχής, σφίγγουν τα χέρια αδελφωμένα κι όταν έρχεται η ώρα να φύγουν, τους κατευοδώνουν ως την έξοδο του χωριού.

– Στο καλό να πάτε παλληκάρια κι ο Θεός μαζί σας αδέρφια…”

Η ιστορία του Σταυρόλεξου

Πηγή: sansimera.gr

Το πρώτο σταυρόλεξο δημοσιεύτηκε στις 21 Δεκεμβρίου του 1913 στην εφημερίδα Κόσμος της Νέας Υόρκης. Δημιουργήθηκε από τον Άρθουρ Γουάιν, έναν Άγγλο δημοσιογράφο που επιμελείτο τη σελίδα ψυχαγωγίας της εφημερίδας. Αφού είχε εξαντλήσει και ανακυκλώσει όλα τα διαθέσιμα παζλ της εποχής εκείνης, δημιούργησε ένα γρίφο σε σχήμα ρόμβου, που έμοιαζε αρκετά με το σημερινό σταυρόλεξο.

Ο Γουάιν δεν πίστευε στα μάτια του, όταν την επομένη της κυκλοφορίας της η εφημερίδα κατακλύστηκε από εκατοντάδες γράμματα αναγνωστών, που ζητούσαν επιτακτικά και νέα σταυρόλεξα. Η σταυρολεξομανία είχε αρχίσει, κι έφθασε στο αποκορύφωμά της στην Αμερική μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στις 2 Νοεμβρίου του 1924 η τρέλα περνά τον Ατλαντικό και φθάνει στην Ευρώπη, με τη δημοσίευση του πρώτου σταυρολέξου από την αγγλική εφημερίδα Sunday Express. Τη δεκαετία του ’30 άρχισε να διαδίδεται με ταχύτητα σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης και στη χώρα μας.

Στον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο πολλοί Άγγλοι σταυρολεξάδες χρησιμοποιήθηκαν από τις συμμαχικές υπηρεσίες αντικατασκοπίας για να σπάνε τους κώδικες των ναζί.

Στις μέρες μας, το σταυρόλεξο αποτελεί μία σταθερή αξία. Το βρίσκουμε παντού, από τις εφημερίδες και τα εξειδικευμένα περιοδικά, ως το διαδίκτυο. Οι γιατροί πιστεύουν ότι κάνει καλό στην υγεία, καθώς ακονίζει το μυαλό και συμβάλλει στην αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων τύπου Αλτσχάιμερ.

Ανιχνεύοντας τον πολιτικό μοντερνισμό του Οκτώβρη (αρχές στρατηγικής)

Το παρόν κείμενο παρουσιάστηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2017, στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων που διοργάνωσε η Αριστερή Ανασύνθεση με θέμα «Ανιχνεύοντας την επικαιρότητα του κόκκινου Οκτώβρη».
Στην ίδια εκδήλωση μίλησαν επίσης ο Κώστας Γούσης, ο Χρίστος Κατσούλας και η Ελένη Πορτάλιου.

Πηγή: ektosgrammis.gr

α. Ο ιστορικός επικαθορισμός του Οκτώβρη

Ο κόκκινος Οκτώβρης δεν υπήρξε μόνο η έμπρακτη απόδειξη ότι οι εκτιμήσεις των κλασικών του μαρξισμού και τα όνειρα των κομμουνάρων του Παρισιού για μια νέα εποχή επαναστάσεων που επρόκειτο να ανατείλει ήταν κάθε άλλο από θεωρητικές ή υπεραριστερές φαντασιοκοπίες. Υπήρξε και η συμπύκνωση πλήθους στοιχείων πολιτικού μοντερνισμού που παρουσιάστηκαν στη Ρωσία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, καθώς, και το αποτέλεσμα της κλιμάκωσης μιας εντελώς πρωτότυπης επαναστατικής τακτικής, μιας μοναδικής επαναστατικής ακολουθίας.

Περισσότερο, όμως, ακόμη υπήρξε το αποτέλεσμα ενός «κατάλληλου» συνδυασμού ανάμεσα στα παραπάνω: του συνδυασμού ανάμεσα σε μια εξαιρετικά πρωτότυπη σύζευξη ιστορικών περιστάσεων, μια κατ’ εξαίρεση κατάσταση, όπως θα την αποκαλέσει ο Αλτουσέρ, σε κάποιες από τις πιο σημαντικές σελίδες που θα γράψει ποτέ, όταν χάριν της θεωρητικής υποστήριξης της έννοιας του επικαθορισμού, θα μιλήσει για την «ενότητα ρήξης» στην οποία συγχωνεύτηκαν οι ιστορικές περιστάσεις κατά την έκρηξη του Οκτώβρη, αφενός, και στην ιδιαίτερη παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα, αφετέρου.

Πρόκειται για τις περιστάσεις που ορίζονται από τον συνδυασμό ανάμεσα στην ογκούμενη δυσαρέσκεια για την πολεμική εμπλοκή της τσαρικής Ρωσίας, την επισιτιστική κρίση και εξαθλίωση των ρωσικών εργατικών και αγροτικών μαζών, αλλά και την αποτυχία της αγροτικής μεταρρύθμισης του 1861. Αυτός ήταν ο ιστορικός επικαθορισμός που συμπύκνωσε το περίφημο «Γη – ψωμί – ειρήνη», επικαθορισμός που οι Μπολσεβίκοι και ο Λένιν, κατάφεραν να αναγνωρίσουν και να εκμεταλλευτούν, μόνο γιατί από τις αρχές του 20ου αιώνα είχαν συμβάλει -ασφαλώς, όχι αποκλειστικά εκείνοι- στην κλιμάκωση της ταξικής πάλης στη Ρωσία: στην ανάδυση τρόπων και όρων οργάνωσης και θέσμισης του κοινωνικού εκείνου μπλοκ δυνάμεων, που θα αποτελέσει αργότερα το μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων της επανάστασης. Και, ταυτόχρονα, πρόκειται για την εκδίπλωση μιας ευφυούς όσο επίπονης επαναστατικής τακτικής, επίκεντρο της οποίας ήταν η επιμονή στην επαναστατική ρήξη και τη διεκδίκηση της εξουσίας, ειδικά στους μήνες που μεσολάβησαν από τον Απρίλη στον Οκτώβρη, όταν και υπό το καθεστώς της ανοχής της προσωρινής κυβέρνησης από τα Σοβιέτ, αυτή η επιμονή έδειχνε να δοκιμάζεται αποφασιστικά και να απομονώνει του Μπολσεβίκους, αν όχι τον ίδιο τον Λένιν στο εσωτερικό τους.

Με τους όρους του Μακιαβέλλι, εκ των πατέρων της επιστημονικής θεώρησης του πολιτικού, η Οκτωβριανή επανάσταση υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μοναδικού συνδυασμού ανάμεσα στην τύχη του ηγεμόνα και την ικανότητά του.

Και με την έννοια αυτή, είναι που ο Οκτώβρης, υπήρξε μια καλά ριζωμένη στις αντιθέσεις της ρωσικής κοινωνίας επαναστατική ρήξη. Πρόκειται ασφαλώς, για μια θεώρηση ανυπόφορη για τους διανοούμενους και λοιπούς επιφανείς εκπροσώπους των κυρίαρχων τάξεων, που επιχειρούν εδώ και 100 χρόνια να αμαυρώσουν το ιστορικό, αλλά κυρίως το πολιτικό αποτύπωμα του Οκτώβρη εξαπολύοντας την γνωστή ρητορική περί πραξικοπήματος.

 

β. Προϋποθέσεις μιας επιστροφής

Όμως, σήμερα, δεν προσεγγίζουμε τον Οκτώβρη από την σκοπιά κάποιου φιλολογικού, ιστορικού, επιστημονικού ή άλλου πάθους· τον προσεγγίζουμε από την σκοπιά του μέλλοντός του. Από την σκοπιά της σημασίας και της χρησιμότητάς του για τους δικούς μας σκοπούς, αυτούς των αναγκών ανασύνθεσης μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Με την έννοια αυτή, η επιστροφή μας στον Οκτώβρη σήμερα δεν μπορεί να είναι αποθεωτική: μια επιστροφή υπό την αίσθηση του δέους για ένα ανεπανάληπτο ιστορικό συμβάν, που μπορεί κατ’ εξοχήν να μας καθηλώσει στην εξέτασή του από την απόσταση των εντυπώσεων και των στερεοτύπων για αυτό, παρά από την σκοπιά της μελέτης και της κινητοποίησης.

Και, πολύ περισσότερο, η επιστροφή στον Οκτώβρη σήμερα δεν μπορεί να είναι μιμητική: υπάρχει λόγος για τον οποίον «οι κοινωνικές επαναστάσεις δεν αντλούν την ποίησή τους από το παρελθόν, αλλά μονάχα από το μέλλον», όπως μας προειδοποιούσε ο Μαρξ στην Μπρυμαίρ. Είναι ο ίδιος λόγος που κατανοούσε πολύ καλά ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι, όταν επιχειρούσαν να σκεφτούν για τη δική τους εποχή και τις ανάγκες της, αντί να επιχειρούν απλώς να αντιγράψουν το υπόδειγμα της Κομμούνας – ένα υπόδειγμα άλλωστε που ήταν με τη σειρά του ιστορικά πρωτότυπο σε τέτοιον βαθμό, που οδήγησε τον ίδιο τον Μαρξ να επιστρέψει στο κείμενο του Μανιφέστου, που είχε γραφτεί μέσα στις ιστορικές συνθήκες που γέννησαν τις επαναστάσεις του 1848, για να το «διορθώσει», ενσωματώνοντας θεωρητικά και πολιτικά στο κείμενό του τη νέα κοινωνικοπολιτική αυτή μορφή. Πρόκειται για το γεγονός ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, ότι η ιστορική εξέλιξη γεννά νέες κοινωνικές μορφές και ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται τα επαναστατικά κινήματα να δράσουν είναι πάντοτε, δομικά, πρωτότυπες. Ως εκ τούτου, ο Οκτώβρης σήμερα δεν μπορεί να είναι για εμάς μια εικόνα καθ’ ομοίωση της οποίας θα πρέπει να οργανωθούμε. Δεν μπορεί να είναι ένα εικόνισμα στην μνήμη του οποίου θα αναμένουμε αέναα τις περιστάσεις να αποκτήσουν παρόμοια μορφή και σύμπλεξη. Ο επόμενος Οκτώβρης θα μπορεί να είναι τέτοιος, μόνο με το κόστος κάποιας αυθάδειας στον προηγούμενο.

Όλα τα παραπάνω δεν λέγονται για να αιτιολογήσουν κάποια δήθεν εκ των περιστάσεων αναγκαστική στροφή στον «πολιτικό ρεαλισμό», που ως τέτοια δεν συνιστά τίποτα διαφορετικό από μείζον αποτέλεσμα της κυρίαρχης, αστικής, ιδεολογίας πάνω στην αριστερά. Ούτε, φυσικά, στοχεύουν να δικαιολογήσουν κάποιον πολιτικό αναχωρητισμό, μια ιδιώτευση αντλημένη έστω από τις πραγματικά δύσκολες συνθήκες που έχει να αντιμετωπίσει κάθε άνθρωπος, κίνημα, ή πολιτική οργάνωση που επιμένει σήμερα στην ανάγκη επαναστατικών ρήξεων και ανατροπών ώστε να οδηγηθούμε στη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας ριζικά διαφορετικής κοινωνικής πορείας.

Ο ίδιος Οκτώβρης δεν μπορεί να επαναληφθεί σήμερα, αλλά ο Οκτώβρης του 1917, η επαναστατική στρατηγική των μπολσεβίκων, οι πολιτικοί και κοινωνικοί νεωτερισμοί της περιόδου εκείνης, έχουν πάρα πολλά να μας μάθουν για σήμερα, για το κίνημά μας. Από τον κόκκινο Οκτώβρη μπορεί να μην μπορούμε να αντλήσουμε ένα παράδειγμα προς αντιγραφή, αλλά μπορούμε να αντλήσουμε στρατηγικές αρχές, όχι βεβαιότητες ή λεπτομέρειες προς αναβίωση, αλλά αρχές πολιτικής πρακτικής για την ανασύνθεση μιας σύγχρονης, επαναστατικής στρατηγικής.

Μιας στρατηγικής που θα εκφεύγει από το όριο ενός αριστερίστικου βερμπαλιστικού αναχωρητισμού, όσο όμως και από το όριο ενός μαχητικού ρεφορμισμού, φυσιογνωμίες και γραμμές που και οι δύο εκχωρούν το στρατηγικό πεδίο της αντιπαράθεσης στον αντίπαλο, διατηρώντας απλώς κάποιου τύπου -την ιδεολογική στη μια περίπτωση, και την πολιτική στην άλλη- ανεξαρτησία από αυτό. Και πολύ περισσότερο, φυσικά, θα εκφεύγει από τα όρια μιας απολογητικής αστικής «φιλολαΐκης» στρατηγικής, η οποία δεν διατηρεί κανενός είδους, έστω και αμυντικού τύπου ανεξαρτησία από το κράτος, αλλά εξυπηρετεί θετικά τις κεντρικές του λειτουργίες και φροντίζει για την εξασφάλιση της πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής του συνέχειας και ομαλότητας.

 

γ. Αρχές στρατηγικής

Ποιο είναι λοιπόν το «μήνυμα στο μπουκάλι» που έστειλε ο Οκτώβρης στο μέλλον; Ποιες είναι αυτές οι περίφημες στρατηγικές αρχές τις οποίες μπορούμε σήμερα να αντλήσουμε από πρακτικές, στόχους, επιτυχίες και αποτυχίες μιας περιόδου τόσο διαφορετικής από τη σημερινή;
(περισσότερα…)

Η ιστορική πτήση των αδελφών Ράιτ

17 Δεκεμβρίου 1903

Πηγή: sansimera.gr

Στις 17 Δεκεμβρίου 1903, σ’ ένα απόμερο ψαροχώρι των ΗΠΑ, δύο κατασκευαστές ποδηλάτων πέταξαν το πρώτο αεροπλάνο, αλλάζοντας τον κόσμο για πάντα. Η πρώτη πτήση των αδελφών Ράιτ διάρκεσε μόλις 12 δευτερόλεπτα και διάνυσε απόσταση 37 μέτρων, λιγότερο από το μήκος ενός σημερινού Airbus Α320 ή ενός Boeing 747. Ήταν η πρώτη φορά που ο άνθρωπος πραγματοποίησε μια απολύτως ελεγχόμενη μηχανοκίνητη πτήση με ένα αεροπλάνο βαρύτερο από τον αέρα.

Ο Γουίλμπερ (1867 – 1912) και ο Όρβιλ Ράιτ (1871 – 1948) άρχισαν να ενδιαφέρονται για τις πτήσεις το 1878, όταν ο πατέρας τους Μίλτον τους χάρισε ένα λαστιχένιο παιχνίδι, που έμοιαζε με ελικόπτερο. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα τα δύο αδέλφια άνοιξαν μια εταιρεία κατασκευής και εμπορίας ποδηλάτων στη γενέτειρά τους Ντέιτον του Οχάιο. Όσα έμαθαν για τα ποδήλατα – η ανάγκη για μια ανθεκτική, ελαφρά κατασκευή, η σπουδαιότητα της ισορροπίας, του ελέγχου και της αντίστασης του αέρα – ήταν ανεκτίμητα εφόδια για την κατασκευή ενός αεροπλάνου.

Το 1899 άρχισαν να κατασκευάζουν ανεμόπτερα και να ανακαλύπτουν μέσα από την πράξη τους νόμους της αεροναυτικής, με τη δημιουργία μιας αεροδυναμικής σήραγγας στο Ντέιτον. Το 1903 ήταν έτοιμοι να πραγματοποιήσουν το μεγάλο άλμα, αφού κατασκεύασαν αξιόπιστους κινητήρες και έλικες. Το πεδίο των δοκιμών τους ήταν ένα παραθαλάσσιο χωριό στη Βόρεια Καρολίνα, που ονομαζόταν Κίτι Χοκ. Το διάλεξαν για τους σταθερούς ανέμους του και τις πολλές αμμουδιές του, χρήσιμες για τη φάση της προσγείωσης και την αποφυγή ατυχημάτων και ανεπιθύμητων τραυματισμών.

Το αεροπλάνο που κατασκεύασαν είχε το όνομα Flyer 1 (Αεροπόρος 1). Ήταν διπλάνο και κατασκευασμένο από ξύλο ελάτης. Είχε βάρος 341 κιλά μαζί με τον πιλότο, μήκος 6,5 μέτρα, άνοιγμα πτερύγων 12,3 μέτρα, ενώ το ένα φτερό του ήταν μεγαλύτερο από το άλλο κατά μερικά εκατοστά, προκειμένου να υπάρχει μεγαλύτερη ευστάθεια στο αεροπλάνο. Η μηχανή ήταν πρωτότυπη κατασκευή του υπαλλήλου των Ράιτ, Τσάρλι Τέηλορ, και δανειζόταν πολλά στοιχεία από την τεχνολογία του ποδηλάτου, επειδή οι κινητήρες των αυτοκινήτων είχαν πολύ μεγάλο βάρος. Ο πιλότος ήταν τοποθετημένος μπρούμυτα και με ένα μοχλό κατηύθυνε το πηδάλιο.

Η πρώτη πτήση του Flyer 1 έγινε στις 14 Δεκεμβρίου με πιλότο τον Γουίλμπουρ, που κέρδισε τον Όρβιλ στο στρίψιμο του νομίσματος. Δεν ήταν το ίδιο τυχερός και στην πτήση, αφού το αεροπλάνο δεν πρόλαβε να πάρει ύψος και κατέπεσε, ευτυχώς χωρίς ο Γουίλμπουρ να πάθει το παραμικρό. Το αεροπλάνο έπαθε ζημιές και χρειάστηκαν τρεις μέρες για να επισκευαστούν.

Στις 17 Δεκεμβρίου το Flyer ήταν έτοιμο με τον Όρβιλ στο κόκπιτ. Ήταν 10:35 το πρωί, όταν το αεροπλάνο απογειώθηκε αυτοδύναμα και μετά από 12 δευτερόλεπτα στον αέρα προσγειώθηκε κανονικά. Ο Όρβιλ Ράιτ είχε γράψει ιστορία. Στη συνέχεια, τα δύο αδέλφια πραγματοποίησαν, εναλλάξ, τρεις ακόμα πτήσεις σε ευθεία γραμμή, με την τελευταία να διαρκεί 59 δευτερόλεπτα και να διανύει μια απόσταση 260 μέτρων.