Κατηγορία: Ιστορικά

No tinc por!

Του Νικήτα Κανάκη
Πηγή: apenantioxthi.blogspot.gr

Δυο χρόνια πριν, τέτοιες μέρες, ένας ηλικιωμένος υπερασπίστηκε με την ίδια τη ζωή του την τιμή της Ανθρωπότητας. Ο επικεφαλής αρχαιολόγος της Παλμύρας για 50 χρόνια, Khaled al-Asaad, 82 ετών, στις 20 Αυγούστου του 2015 αποκεφαλίζεται δημόσια από τον ISIS και το σώμα του κρεμάται δημόσια με το κομμένο κεφάλι του στα πόδια και βεβηλώνεται.

Για έναν ολόκληρο μήνα πριν υπόκειται σε κάθε είδους βασανιστήρια για να αποκαλύψει πού βρίσκονται οι κρυμμένες αρχαιότητες της Παλμύρας που έχει φροντίσει ο ίδιος να προστατεύσει. Χωρίς να του αποσπάσουν ούτε μία λέξη.

Οι μισάνθρωποι του ISIS τον κατακρεούργησαν αλλά δεν κατάφεραν να τον νικήσουν ούτε μία στιγμή. Το Χρέος νίκησε τον Φόβο.

Ας θυμόμαστε λοιπόν μέρες δύσκολες σαν ετούτες που ζούμε, που οι τυφλές επιθέσεις των μισανθρώπων προσπαθούν να σπείρουν το το μίσος, την καχυποψία, αλλά κυρίως τον φόβο στις κοινωνίες μας , το τελευταίο μάθημα του ογδοντάχρονου από την Παλμύρα.
Το ίδιο που χιλιάδες Καταλανοί βροντοφώναξαν με μια φωνή στη Βαρκελώνη:

No tinc por! Δεν φοβάμαι!

Λεφ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν (Λέων Τρότσκι)

Δέχτηκε δολοφονική επίθεση
από σταλινικό πράκτορα
στις 20 Αυγούστου 1940.

Πέθανε την επόμενη μέρα.

Πηγή: xekinima.org

H προετοιμασία για τον Οκτώβρη

Το Ρωσικό προλεταριάτο δεν σχηματίστηκε σιγά σιγά, μέσα σε αιώνες, όπως στην Αγγλία ή τη Γαλλία, μα προχωρώντας με πηδήματα, μέσα από απότομες αλλαγές καταστάσεων, και συγκρούσεις με κάθε τι το χτεσινό. Έτσι οι Ρώσοι εργάτες έγιναν ευαίσθητοι στα πιο τολμηρά πορίσματα της επαναστατικής σκέψης, μ’ ένα ανάλογο τρόπο που η καθυστερημένη ρωσική βιομηχανία ήταν σε θέση να απορροφήσει την τελευταία λέξη της καπιταλιστικής τεχνολογίας και οργάνωσης από τις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης.

Αυτό εξηγεί γιατί η Ρωσία μέσα σε λιγότερο από ένα τέταρτο του αιώνα έδωσε στον κόσμο τρεις επαναστάσεις και δυο απ’ τις μεγαλύτερες επαναστατικές φυσιογνωμίες όλων των εποχών: τον Β. Λένιν και τον Λ. Τρότσκι.

Ο Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν (το πραγματικό όνομα του Λ. Τρότσκι), γεννήθηκε στην νότια Ουκρανία στα 1879, από σχετικά εύπορους αγρότες γονείς. Από τα πρώτα φοιτητικά του χρόνια πέρασε στο επαναστατικό κίνημα που φούντωνε εκείνη την περίοδο σ’ ολόκληρη τη Ρωσία και ήταν από τους ιδρυτές της «Ένωσης Εργατών της Νότιας Ρωσίας», που διοργάνωσε αρκετές απεργίες και διαδηλώσεις στην περιοχή. Γι’ αυτή του τη δράση συνελήφθηκε και πέρασε 4 χρόνια στη φυλακή και στην εξορία, απ’ όπου δραπέτευσε το 1902 και διέφυγε στο εξωτερικό. Την ίδια χρονιά πρωτοσυναντήθηκε με το Λένιν και εντάχθηκε στην ομάδα της «Ίσκρα» (Σπίθα), την εφημερίδα του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (ΣΔΚΡ). Το ΣΔΚΡ ένωνε στις γραμμές του όλους τους επαναστάτες της εποχής και μιλούσε (όπως όλα τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τότε), στο όνομα του Μαρξισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης. Με την στήριξη του Λένιν, ο ΛΤ έγινε μέλος της συντακτικής ομάδας της «Ίσκρα».

Το σχίσμα

Το γρήγορο πλησίασμα της επανάστασης – που ξέσπασε στα 1905 – και τα καινούρια καθήκοντα που έμπαιναν στην ημερήσια διάταξη για το προλεταριάτο δημιούργησαν τριγμούς μέσα στους κόλπους του ΣΔΚΡ. Δύο τάσεις σχηματίστηκαν, που πήραν οργανωτική μορφή στο 2ο συνέδριο του κόμματος, το 1903, όπου και έγινε η διάσπαση ανάμεσα στους Μπολσεβίκους του Λένιν και τους Μενσεβίκους, των Πλεχάνωφ και Μαρτώφ. Πολιτικά, οι Μπολσεβίκοι πίστευαν στην ανεξάρτητη κίνηση της εργατικής τάξης, ενώ οι Μενσεβίκοι, θεωρώντας την επερχόμενη επανάσταση ως αστική, ζητούσαν μια στενή σχέση και συμμαχίες με τους φιλελεύθερους αστούς. Αυτή η διαφορά είχε την αντανάκλασή της και στον οργανωτικό τομέα: Ο Λένιν έβλεπε το κόμμα σαν το εργαλείο για την επανάσταση: έπρεπε να οργανωθεί με πειθαρχία και συγκεντρωτισμό, έτοιμο να δουλέψει στην παρανομία, για όσο καιρό ήταν αυτό απαραίτητο. Αντίθετα, οι Μενσεβίκοι προσανατολίζονταν προς μια πιο χαλαρή κατάσταση, προετοιμάζοντας τους εαυτούς τους για μια «αριστερή» αντιπολίτευση, μέσα σ’ ένα αστικό κοινοβούλιο.

Παρ’ ότι ο ΛΤ πολιτικά ταυτιζόταν πλήρως με τους Μπολσεβίκους, και μάλιστα, όπως θα δούμε πιο κάτω, τραβούσε ακόμη πιο πέρα την ανάλυσή τους, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι το κόμμα έπρεπε να οδηγηθεί στην διάσπαση, εξαιτίας μιας «οργανωτικής» διαφοράς. Συγκρούστηκε μάλιστα με το Λένιν, τον οποίο θεώρησε υπεύθυνο για τη διάσπαση. Πίστευε πως η ενότητα ανάμεσα στα δύο ρεύματα ήταν δυνατή και ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια για την επανασυγκόλληση Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Λένιν θα πει: «ο Τρότσκι κατάλαβε ότι η ένωση με τους μενσεβίκους είναι αδύνατη. Από τότε δεν υπάρχει καλύτερος μπολσεβίκος απ’ αυτόν».

Αν και ο ΛΤ τάχθηκε με τους μενσεβίκους στο συνέδριο, γρήγορα φάνηκε πως οι πολιτικές τους διαφορές ήταν τεράστιες. Λίγους μήνες μόνο μετά, αποχώρησε και τυπικά από τις γραμμές τους, διατηρώντας μια ανεξάρτητη θέση. Ήδη είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό του, στις βασικές της γραμμές, η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης. Το φθινόπωρο του 1904 έγραφε: «Η μόνη διέξοδος είναι μια γενική απεργία, και στη συνέχεια η προλεταριακή εξέγερση, που θα τεθεί επί κεφαλής των λαϊκών μαζών, εναντίον του φιλελευθερισμού».

1905

Από τα τέλη του 1903, ολόκληρη η Ρωσία βρισκόταν σε αναβρασμό. Απεργίες, αγροτικές εξεγέρσεις και αναταραχή στα πανεπιστήμια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος ανέστειλε προσωρινά το κίνημα, όμως η γρήγορη ήττα της Ρωσίας του έδωσε νέα ώθηση.

Στις 9 του Γενάρη του 1905, μια ειρηνική διαδήλωση εργατών προς τα χειμερινά ανάκτορα χτυπιέται άγρια από την αστυνομία. Η «ματωμένη Κυριακή» έδωσε το σύνθημα για τη γενίκευση της πάλης. Ο ΛΤ, μαζί με πολλούς άλλους εξόριστους, γυρίζει παράνομα στην Ρωσία. Για μερικούς μήνες, γράφει άρθρα και παρακολουθεί στενά την πολιτική κατάσταση. Εκείνη την περίοδο αποκρυσταλλώνεται η θεωρία της «Διαρκούς Επανάστασης»: «Η Ρωσία» έγραφε ο Τρότσκι, «βρίσκεται μπροστά σε μια αστικοδημοκρατική επανάσταση (δηλ. μια επανάσταση με στόχο την ανατροπή του φεουδαρχισμού και της Τσαρικής ολιγαρχίας). Στη βάση της, υπάρχει το αγροτικό πρόβλημα. Η τάξη ή το κόμμα που θα τραβήξουν μαζί τους τους χωρικούς, θα κατακτήσουν την εξουσία. Ούτε οι αστοί, ούτε οι δημοκράτες διανοούμενοι μπορούν να το πετύχουν: η ιστορική τους εποχή έχει λήξει. Το επαναστατικό προσκήνιο κατέχεται κιόλας από το προλεταριάτο. Αυτό ανοίγει στην σοσιαλδημοκρατία την προοπτική της κατάκτησης της εξουσίας στη Ρωσία, πριν απ’ τις δυτικές χώρες. Έτσι, το άμεσο καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας είναι η αποπεράτωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης. Το κόμμα όμως του προλεταριάτου δεν είναι δυνατόν να αυτοπεριοριστεί σ’ ένα δημοκρατικό μόνο πρόγραμμα. Όταν θα κατακτήσει την εξουσία, θα αναγκαστεί να μπει στο δρόμο της εφαρμογής σοσιαλιστικών μέτρων. Το πόσο θα προχωρήσει σ’ αυτή την κατεύθυνση, θα εξαρτηθεί, όχι μόνο απ’ το συσχετισμό των δυνάμεων στη Ρωσία, αλλά κι απ΄ όλη τη διεθνή κατάσταση…»

Στα μέσα του Οκτώβρη, ξέσπασε η πρώτη σ’ ολόκληρο τον κόσμο Γενική Απεργία, με κυρίως πολιτικά αιτήματα, δικαιώνοντας πλήρως τις προβλέψεις του ΛΤ, και δημιουργήθηκαν τα πρώτα Σοβιέτ, αντιπροσωπευτικά επαναστατικά όργανα των εργατών. Τα Σοβιέτ αποτέλεσαν την πρώτη εμβρυακή μορφή εργατικής εξουσίας και αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε πίσω της η επανάσταση του 1905. Πράγματι, κατά τη δεύτερη ρωσική επανάσταση, το Φλεβάρη του 1917, τα Σοβιέτ ξεπήδησαν μ’ έναν απόλυτα φυσικό τρόπο, σαν η συνέχεια του 1905, δείχνοντας τη θέληση των Ρώσων εργατών κι αγροτών να τελειώσουν εκείνο που είχαν αρχίσει 12 χρόνια πριν.

Ο ΛΤ συμμετέχει ενεργά στη ζωή του Σοβιέτ της Πετρούπολης, γράφει όλες σχεδόν τις αποφάσεις και τις διακηρύξεις του, και σύντομα εκλέγεται πρόεδρός του. Όταν κάποιος ανέφερε, παρουσία του Λένιν, ότι ο ΛΤ είχε εξελιχθεί στον πιο ισχυρό άνθρωπο μέσα στο Σοβιέτ, εκείνος απάντησε: «Γιατί όχι; Ο Τρότσκι κατέκτησε αυτή τη θέση με τη λαμπρή κι αδιάκοπη δουλειά του».

Ταυτόχρονα, ο ΛΤ εκδίδει την εφημερίδα «Ρούσκαγια Γκαζέττα» και όταν αυτή κλείνει με απόφαση της τσαρικής αστυνομίας, συνεργάζεται με τους μενσεβίκους στην έκδοση του «Νατσαλό» (Ξεκίνημα), που γρήγορα μετατρέπεται στην πιο δημοφιλή εφημερίδα της επανάστασης. Πρέπει να πούμε ότι στην διάρκεια της Επανάστασης οι διαφορές ανάμεσα στις δυο φράξιες είχαν αμβλυνθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και συνεργάζονταν στενά σχεδόν σε όλα τα ζητήματα. Η έκδοση χαιρετίστηκε από την εφημερίδα των Μπολσεβίκων: «Το πρώτο φύλλο του Νατσαλό κυκλοφόρησε. Συγχαρητήρια στον αγωνιστή σύντροφό μας. Αφήνει εξαιρετική εντύπωση, στο πρώτο αυτό φύλλο, η έξοχη περιγραφή της απεργίας του Νοέμβρη, από το σύντροφο Τρότσκι»

Η ζωή της πρώτης αυτής επανάστασης αποδείχτηκε πολύ σύντομη. Παρ’ ότι είχε επικρατήσει στην πρωτεύουσα, δεν κατάφερε να πάρει ολοκληρωτικά με το μέρος της τη μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών και του στρατού. Πολλά συμπεράσματα ακόμη έπρεπε να βγουν, μέχρι την τελική νίκη. Το Σοβιέτ της Πετρούπολης, μετά από ζωή 52 ημερών περικυκλώθηκε από στρατό και αναγκάστηκε να παραδοθεί. Ο Τρότσκι περιγράφει την σκηνή της παράδοσης: «…στην αίθουσα των συνεδριάσεων, οι εργάτες άρχισαν να αχρηστεύουν τα όπλα τους, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Με εξασκημένο χέρι, έσπαγαν τα μάουζερ πάνω στα μπράουνινγκ και τα μπράουνινγκ πάνω στα μάουζερ. Στους τριγμούς και τους κρότους των μετάλλων που συντρίβονταν, άκουγες μαζί και το τρίξιμο των δοντιών του προλεταριάτου, που για πρώτη φορά καταλάβαινε πως χρειαζόταν κάτι άλλο, μια δύναμη ισχυρότερη και πιο αδυσώπητη, για να μπορέσεις να αντιμετωπίσεις και να τσακίσεις τον εχθρό».

Ο ΛΤ βγήκε από τα γεγονότα του 1905 με τεράστια δημοτικότητα, στην οποία συντέλεσε και η απολογία του στη δίκη που ακολούθησε και που τη μετέτρεψε σ’ ένα δριμύ κατηγορώ εναντίον του τσαρισμού.

(περισσότερα…)

Σαν σήμερα, το 1936, δολοφονήθηκε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

«Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης»

Federico_Garcia_Lorca
Γεννήθηκε το 1898 στην Ανδαλουσία. Γιoς αγρότη και δασκάλας πιάνου, ποιητής, συγγραφέας και μουσικός. Εγκατέλειψε τις σπουδές του στη νομική για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική.

Το 1919, εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Κατοικία του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που τότε λειτουργούσε ως ανοιχτό πανεπιστήμιο, πολιτιστικό κέντρο, της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί συνάντησε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι και τον Χιμένεθ. Την ίδια περίοδο συνέθεσε τα πρώτα του ποιήματα που κυκλοφόρησαν το 1921, με τίτλο Βιβλίο Ποιημάτων. Λίγο νωρίτερα, το 1918, είχε δημοσιεύσει το έργο Εντυπώσεις & Τοπία περιδιαβαίνοντας την Καστίλη.

Το 1922, συνεργάστηκε με τον συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια στο Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής, στη Γρανάδα. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής, πίστευε πως βρίσκει τη βάση των ποιητικών και πνευματικών του ενορμήσεων. Δημιούργημα του, εκείνη την εποχή, ήταν το Ποίημα Του Κάντε Χόντο, λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας, που τραγουδιέται από τσιγγάνους με συνοδεία κιθάρας και λίγο αργότερα, το 1924, ξεκίνησε να γράφει το Ρομανθέρο Χιτάνο, έργο που ολοκλήρωσε τελικά το 1927, σύνθεση 18 ποιημάτων με σταθερή στιχουργική μορφή, έκφραση μιας από τις αρχαιότερες μορφές ισπανικής ποίησης. Την ίδια περίοδο συνέθεσε και την Ωδή Στον Σαλβαντόρ Νταλί ενώ παράλληλα έγραψε το θεατρικό έργο Μαριάνα Πινέδα, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βαρκελώνη, την ίδια χρονιά, σε σκηνογραφία Νταλί, σημειώνοντας επιτυχία.

Τα έτη 1929-1930, αναζήτησε νέες πηγές έμπνευσης και ταξίδεψε στις ΗΠΑ και στην Κούβα. Οι εμπειρίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιήθηκαν στο ποίημα Ένας Ποιητής Στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ισπανία το 1931 και συνέθεσε το Ντιβάνι Της Ταμαρίτ, ενώ παράλληλα δούλεψε και πάνω σε έργα για το κουκλοθέατρο. Εκεί έδειξε ξεκάθαρα πως επέλεγε ως κύρια ενασχόλησή του, τη συγγραφή θεατρικών και τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε τις κορυφαίες του δημιουργίες: Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα, Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Θρήνος Για Τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο.

Με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, οργάνωσε μία θεατρική ομάδα υπό την ονομασία La Barroca, η οποία με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε παραστάσεις κλασσικών έργων σε χώρους εργατών κι αγροτικές περιοχές. Το 1936 υποδέχθηκε τον Αλμπέρτι, καθώς επέστρεψε από τη Μόσχα. Συνέταξε μια διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού κι ξεκίνησε να γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης, ωστόσο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.

Τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου του 1936, ήρθε το τέλος για τον κορυφαίο ποιητή, ζωγράφο, δραματουργό και θεατρικό σκηνοθέτη, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτελέστηκε στο Βίθναρ της Ισπανίας από παραστρατιωτικούς οπαδούς του Φράνκο που έθαψαν τη σορό του, μαζί με άλλα τρία άτομα που εκτέλεσαν εκείνη την αυγή, σε ομαδικό τάφο.

Νίκος Καββαδίας – Federico Garcia Lorca

O Λόρκα απαγγέλλει το ποίημα του «Το τραγούδι του καβαλάρη»- Κόρδοβα

17 Αυγούστου 1944: Το μπλόκο της Κοκκινιάς (αφιέρωμα – βίντεο)

1

Πηγή: news247.gr
και youtube.com

Κοκκινιά. Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944

Κοντά στις 2:30 το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής σφαγής που θα ακολουθήσει όταν ανέβει ο ήλιος ψηλά. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές που περικλείουν την Κοκκινιά, από Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί και Ρέντη μέχρι Κερατσίνι, Φάληρο και Πειραιά, ο κλοιός σφίγγει. Μαζί με τους Ναζί κατακτητές καταφθάνει στην προσφυγούπολη του Πειραιά, τη «Μικρή Μόσχα», όπως είχαν βαπτίσει την Κοκκινιά, και το μηχανοκίνητο τμήμα του δοσίλογου Ν. Μπουραντά. Περί τους 3.000 βαριά οπλισμένους με πολυβόλα, όλμους, μυδράλια, ταχυβόλα, αυτόματα, Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες κυκλώνουν την πόλη που εκείνη την ώρα κοιμάται.

Επικεφαλής της κτηνωδίας που θα εξελιχθεί σε λίγες ώρες, ο συνταγματάρχης Ιωάννης Πλυντζανόπουλος, ο ταγματάρχης Γιώργος Σγούρoς και ο διοικητής του μηχανοκίνητου τμήματος της Αστυνομίας Νίκος Μπουραντάς.

Μετά τις 6:00 π.μ. ακούγονται τα «χωνιά» στους δρόμους της Κοκκινιάς. Όχι τα χωνιά της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ που καλούσαν κάθε τόσο τον Κοκκινιώτικο λαό σε αντίσταση και του έδιναν κουράγιο, μα τα χωνιά των ταγματασφαλιτών: «Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14-60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός σε κάθε σπίτι και σε κάθε δρόμο της πόλης. Μερικοί κρύβονται όπως-όπως σε στέγες, καταπακτές, πηγάδια, όπου βρουν. Με υποκόπανους γκρεμίζονται οι πόρτες των φτωχών παραγκόσπιτων και με βρισιές και κλωτσιές σέρνονται κυριολεκτικά προς τον τόπο του Μαρτυρίου, εκατοντάδες συμπολίτες μας αγωνιστές. Αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή και εκτελέστηκαν επί τόπου στα σπίτια τους.

Οι γυναίκες με τα παιδιά κλαίνε και οδύρονται ακολουθώντας με αγωνία τους δικούς τους ανθρώπους. Οι Γερμανοί αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Οι ταγματασφαλίτες μπαίνουν στα σπίτια και αρπάζουν ότι βρουν, καταστρέφουν, καίνε, βρίζουν και χτυπούν τα γυναικόπαιδα. Η μικρή αντίσταση που πρόλαβαν να δεχτούν από ομάδες ΕΛΑΣιτών πνίγεται στο αίμα. Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν σε διάφορους δρόμους.

Γύρω στις 8.00 π.μ. η πλατεία της Οσίας Ξένης, αλλά και οι γύρω δρόμοι, έχουν γεμίσει από κόσμο. Περίπου 25.000 άτομα. Χωρίζονται κατά ομάδες σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους για να μπορούν οι δήμιοι και να υποδεικνύουν όποιον θέλουν. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι. Η ζέστη αφόρητη και αρκετοί είναι αυτοί που λιποθυμούν και ζητούν εναγωνίως λίγες σταγόνες νερό. Όσες γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν τους κρατούμενους προσφέροντάς τους από τις πήλινες στάμνες λίγο νερό, κακοποιούνται μπροστά σε όλους.

Ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, τα παλικάρια γονατισμένα και με τα πρόσωπα τους γυρισμένα προς την Μάντρα περιμένουν με αγωνία.Οι γερμανοτσολιάδες πιάνουν δουλειά. Ο συνταγματάρχης των ταγματασφαλιτών Ι. Πλυτζανόπουλος, που φοράει κάσκα και κρατά μαστίγιο, δίνει το γενικό πρόσταγμα. Ο ταγματάρχης Γ. Σγούρος με τον γιό του «μπέμπη» (Θεόδωρο Σγούρο) που είναι ντυμένος τσολιάς και οπλισμένος με αραβίδα παίρνουν θέσεις.

Στην πλατεία εμφανίζονται ελάχιστοι Κοκκινιώτες που φορούν μαύρες κουκούλες και έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Ο ρόλος τους είναι συγκεκριμένος, ως γνήσιοι προδότες υποδεικνύουν ποιους να εκτελέσουν.(…) Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς, Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά «τα σέβη μου, λοχαγέ» και δίνει το σύνθημα. Αφού με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι και του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος ζητώντας του να προδώσει. Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν «Πατριώτες, σηκώστε το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε. «ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!

Ακολουθεί ο γραμματέας της ΚΟΒ Κιλικιανών του ΚΚΕ, Παναγιώτης Ασμάνης που τον κομματιάζουν στην κυριολεξία καθώς τον έσερναν για εκτέλεση. Τον σκότωσε ο ίδιος ο Πλυντζανόπουλος. Οι δοσίλογοι Βακαλόπουλος, Παρθενίου, Τσιμπιδάρος, Τσανακαλιώτης, Τηλέμαχος, Μόρφης (της Ειδικής Ασφάλειας), Μητρόπουλος, Γκίνος, μαζί με τον λοχαγό Παπαγεωργίου και τον διερμηνέα Ανθόπουλο συνεχίζουν με το δάχτυλο τεντωμένο: «Εσύ εκεί, και εσύ εμπρός σήκω. Εσύ ο κομμουνιστής».

Οι κουκουλοφόροι σαν τα φίδια σέρνονται μέσα στο πλήθος και διαλέγουν …και ο δήμιος εκτελεί. Μέχρι να τους πάνε στον τόπο της εκτέλεσης τους βασανίζουν απάνθρωπα για να προδώσουν. Χαρακτηριστικό της ανδρείας, του υψηλού φρονήματος των εκτελεσθέντων είναι ότι λίγο πριν το θάνατο και με αντάλλαγμα την ίδια τους τη ζωή, κανείς δεν πρόδωσε άλλο συναγωνιστή του. Ενώ πολλοί ήταν αυτοί που πριν πέσουν νεκροί έδιναν θάρρος στους υπόλοιπους προτρέποντάς τους να αγωνιστούν ενάντια στο φασισμό.

Ο τόπος εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου , στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θειρών. Η μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή γεμίζει με παλικάρια. Ο Γερμανός δήμιος που βρίσκεται στο πόστο του μέσα στη Μάντρα πίνει συνέχεια ούζο και με το όπλο του συνεχώς εκτελεί. Πίνει , βρίζει, εκτελεί και συνεχώς αναφωνεί «άλλες κόμουνιστ καπούτ», («Όλοι οι κομμουνιστές θα πεθάνουν»).

Την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Από τα 90 σπίτια της περιοχής καίγονται τα 80. Για το λόγο αυτό η συνοικία του 4ου Καραβά ονομάστηκε «Καμένα». Γύρω στις 11:00 π.μ., οι Γερμανοί πληροφορούνται ότι στη Νεάπολη προδόθηκε το κρησφύγετο μιας ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, στην οποία συμμετείχε η Διαμάντω Κουμπάκη. Η χαρά των Γερμανών ήταν μεγάλη διότι κατάφεραν να την συλλάβουν. Καθώς τη χτυπούσαν κατευθυνόμενοι προς τη Μάντρα η Διαμάντω τους έβριζε και τους απαντούσε «σαν και εσάς προδότες εγώ έφαγα 65!». Παρά το άγριο ξυλοδαρμό της με τους υποκόπανους των όπλων, φθάνοντας στη Μάντρα του μαρτυρίου και λίγο πριν την εκτελέσουν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει «Μια ζωή τη χρωστάμε, ας μην την πάρουν οι προδότες. Υπάρχουν χιλιάδες λεβέντες. Θα τους εκδικηθούν». Παρόμοια κατάληξη θα έχει και μια άλλη αντάρτισσα, η Αθηνά Μαύρου. Καθώς την έσερναν βίαια στην Οσία Ξένη, για να μαρτυρήσει όσους γνώριζε, φώναξε: «αδέλφια, το κεφάλι ψηλά, δε γνωρίζω κανέναν και ας με φάει το βόλι του Γερμανού».

Την ώρα που η Κουμπάκη και η Μαύρου έπεφταν στα χέρια των Γερμανών για να βρουν τραγικό θάνατο στην ίδια περιοχή μια ομάδα ΕΛΑΣιτών με επικεφαλής το Θεόδωρο Μακρή συνεχίζει να δίνει γενναία μάχη. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να διαφύγουν από το γερμανικό κλοιό. Νεκροί πέφτουν ο Θεόδωρος Μακρής και ο Ιταλός Αντιφασίστας που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ Νίνο ή Πέτρος.

Στην πλατεία Οσίας Ξένης συνεχίζεται η τραγωδία. Εκατοντάδες γυναίκες προσπαθούν να ανακουφίσουν τον πόνο των αγωνιστών και με στάμνες κουβαλούν λίγο νερό και λίγο ψωμί. Οι δήμιοι σπάνε τις στάμνες, κλωτσάνε τις γυναίκες και βρίζουν… Τα παιδιά κλαίνε και σπαράζουν! Η ζέστη, η δίψα, ο φόβος έχει σκεπάσει τα πρόσωπα ψυχές όλων. Οι Γερμανοί και οι «Έλληνες» συνεργάτες τους χαμογελούν σαρκαστικά. Η αγωνία της διαλογής συνεχίζεται, οι ριπές στη Μάντρα συνεχίζονται, το Μαρτύριο τελειωμό δεν έχει. Τη στιγμή αυτή ξεχωρίζει ο ηρωισμός του αγωνιστή Κώστα Περιβόλα ο οποίος, την ώρα που τον διαλέγουν για εκτέλεση, ορμά πάνω στον χαφιέ Ι.Πλυντζανόπουλο, τον έπιασε από το λαιμό και του βγάζει την κουκούλα. Ο δήμιος προλαβαίνει και τον εκτελεί επί τόπου. Λίγο μετά το μεσημέρι σταματούν οι εκτελέσεις.

Έχουν προηγηθεί κι άλλες ομαδικές εκτελέσεις στα Καμένα, στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Αρτέμιδος. Εκεί εκτελούνται 46 οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην περιοχή με καμιόνια από την Οσία Ξένη.

Στο χώρο της Μάντρας η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα, τσουβαλιασμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το αίμα δύο πήχες έγλειφε το πάτωμα. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Τα κτήνη ορμούν πάνω στα κουφάρια των ηρώων και αρχίζουν να τους παίρνουν ότι αντικείμενα αξίας είχαν πάνω τους. Ρολόγια, δαχτυλίδια , βέρες κ.α. Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν το αποτρόπαιο ανοσιούργημά τους και οι ίδιοι οι Γερμανοί εκτέλεσαν κάποιους από αυτούς επί τόπου. Ανάμεσα τους και οι προδότες Μπατράνης και Μπεμπέκογλου.

Ο υπαστυνόμος Λευτέρης Παπανάγνου (σ.σ. σύμφωνα με την σημείωση του συγγραφέα ο υπαστυνόμος Λευτέρης Παπανάγνου ήταν μέλος του ΕΑΜ) λαμβάνει εντολή από το Διοικητή του 5ου Αστυνομικού Τμήματος να επιβλέψει την μεταφορά των εκτελεσμένων από το χώρο της Μάντρας στο Γ Νεκροταφείο. Ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει:

«Πήρα ανάλογη δύναμη και πήγα στη Μάντρα. Όλοι οι γύρω χώροι ήταν γιομάτοι από γυναίκες. Τις απομάκρυνα λίγα μέτρα. Έβαλα σκοπούς στις δυο γωνίες και στις δύο εισόδους και πήδησα τον μαντρότοιχο. Προχώρησα προς το κύριο οικοδόμημα. Την αίθουσα που στεγαζόταν οι αργαλειοί, όταν λειτουργούσε το υφαντουργείο. Το θέαμα με συγκλόνισε. Ρίγος ένιωσα σε όλο μου το σώμα. Δεν περίμενα να βρω τόσα θύματα. Πραγματικό σφαγείο. Όλο το δάπεδο του υφαντουργείου ήταν σκεπασμένο από τα κορμιά των εκτελεσμένων. Μόνο ένα διάδρομο είχαν αφήσει στην μέση σ’ όλο το μήκος της αίθουσας. Τα κορμιά των εκτελεσμένων ήταν πεσμένα μπρούμυτα το ένα δίπλα στο άλλο, σε δύο σειρές και με το κεφάλι προς την ανατολική και δυτική πλευρά της αίθουσας. Στη νοτιοανατολική γωνία της αίθουσας, και πάνω στα κορμιά των ανδρών βρίσκονταν μπρούμυτα το σώμα της Διαμάντως. Στη νοτιοδυτική γωνία της αίθουσας και πάνω από τα σώματα των ανδρών βρίσκονταν μπρούμυτα επίσης το σώμα της Αθηνάς Μαύρου. Συνήλθα γρήγορα. Σκέφτηκα λίγο. Τους δράστες τους ξέρουμε. Τις αιτίες επίσης. Εκείνο που δεν ξέρουμε είναι η ταυτότητα των θυμάτων. Προέχει η διάσωση των στοιχείων της ταυτότητας τους και η μεταφορά τους στο Νεκροταφείο. Άρχισα αμέσως την έρευνα των εκτελεσθέντων. Ότι έβρισκα, ταυτότητα, αλυσίδα, κέρματα, φυλαχτά κλπ. τα τύλιγα σ’ ένα μαντήλι και με ένα κομμάτι από φανέλα και πουκάμισο του θύματος. Ωρολόγια, χρυσά δαχτυλίδια και άλλα αντικείμενα αξίας δεν βρέθηκαν. Προφανώς οι νεκροί είχαν σκυλευθεί από τους Γερμανούς και τους τσολιάδες. Το συνήθιζαν άλλωστε. Ερεύνησα όλα τα θύματα και συγκέντρωσα τα δεματάκια και τα τύλιξα σ’ ένα σακάκι ενός θύματος. Αγκάλιασα για μία ακόμη και τελευταία φορά, με το βλέμμα μου τα θύματα και με βουρκωμένα μάτια άνοιξα τη σιδερένια πόρτα του υφαντηρίο. Έδωσα εντολή στους εργάτες του Δήμου που είχαν έλθει στο μεταξύ, να αρχίσουν την φόρτωση και τους αστυφύλακες να κρατήσουν μακριά της γυναίκες. Όταν η φόρτωση τελείωσε και τα κάρρα με συνοδεία αστυνομικών έφυγαν για το Γ’ Νεκροταφείο, εγώ με το σακάκι, το γιομάτο μικρά δεματάκια, στην αγκαλιά μου πήρα το δρόμο για το Ε’ Αστυνομικό Τμήμα, όπου και παρέδωσα το πολύτιμο για εμένα φορτίο στον υπάλληλο του γραφείου του Ε.Ε.Σ. που στεγάζονταν σε γραφείο του οικήματος του Ε΄ Αστυνομικού Τμήματος. Απολογισμός: Εκτελεσμένοι στην Μάντρα της Οσίας Ξένης 72 άντρες, νέοι στην απόλυτη πλειοψηφία τους και νέες γυναίκες: Τη Διαμάντω και την Αθηνά. Χωρίς τα θύματα στα Αρμένικα».

Κατόπιν διαταγής οι Εργάτες του Δήμου, θάβουν τους εκτελεσμένους της Μάντρας στο Γ’ Νεκροταφείο και τους εκτελεσμένους των Καμένων στο Νεκροταφείο της Ανάληψης.

Η αυλαία αυτής της τραγωδίας έκλεισε γύρω στις 6:00 μ.μ. με ένα ξεδιάλεγμα περίπου 8.000 Κοκκινιωτών ομήρων. Ένα τεράστιο ανθρώπινο ποτάμι ξεκίνησε από την Κοκκινιά για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι όμηροι οδηγούνται, σε φάλαγγα ανά τέσσερις, και σ΄ αυτή την απόσταση, περίπου 7 χιλιομέτρων όσοι πέφτουν κάτω από την εξάντληση, τη δίψα ή τη ζέστη, βασανίζονται αμέσως. Σε όλους τους δρόμους της Κοκκινιάς ακούς μόνο κλάματα μανάδων, συζύγων και παιδιών, ενώ από παντού ρέει αίμα και η πόλη μυρίζει θάνατο.

Όπως αναφέρει ο μαχητής του ΕΛΑΣ Αγ. Σοφίας Πειραιά, Μιχάλης Γρηγοράκης, ο οποίος συμμετείχε σ΄ αυτήν την πορεία, ένας από τους ταγματασφαλίτες που τους συνόδευαν, καθ΄ όλη τη διαδρομή φώναζε «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ. Η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας». Από το Χαϊδάρι γύρω στα 1.800 άτομα σέρνονται στα κολαστήρια της Γερμανίας. Κοκκινιώτες κλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μανχάιμ, Νταχάου, Μπούνχεβαλντ, Μπίπλις, Άουσβιτς και αλλού. (…)

Πηγή: Λεύκωμα του Δήμου Νίκαιας για τα 60 χρόνια από το Μπλόκο της Κοκκινιάς

Ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ για το Μπλόκο της Κοκκινιάς

 

Ανώγεια 1944

Το κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη για το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων:

«Την 13ην οι Γερμανοί συμπληρώσαντες την κύκλωσιν, εισήλθον εις τα Ανώγεια και διέταξαν τους υπολειφθέντας κατοίκους (θα ήσαν περί τα 1.500 γυναικόπαιδα) να αναχωρήσουν εντός ημισείας ώρας προς την κατεύθυνσιν του Γενή-Καβέ, οπόθεν να διασκορπισθούν εις τα διάφορα χωρία της Ρεθύμνης.

Μετά ταύτα, προέβησαν εις Ολοκαύτωμα, γενικήν λεηλασίαν του χωρίου, πλουσιωτάτου εις κτηνοτροφικά και εριουργικά προϊόντα. Μετά την δήλωσιν εκάστη οικία εκαίετο πρώτον και έπειτα ανετινάσσετο δια δυναμίτιδος. Κάθε νύκτα οι Γερμανοί απεσύροντο εις τα Σείσαρχα και την πρωΐαν επανήρχοντο.

To μέγεθος της λεηλασίας θα κατανόηση κανείς, όταν λάβη υπ’ όψιν ότι αυτή διήρκεσεν από της 13 Αυγούστου μέχρι της 5 Σεπτεμβρίου.

Κατά την διάρκειαν της διαρπαγής οι Γερμανοί εφόνευσαν εντός του χωρίου τον Γ. Σπιθούρην, μη δυνηθέντα ν’ αποχωρήση μετά των άλλων κατοίκων, επίσης τους παραλύτους εξαδέλφους Κωνστ. και I. Ξυλούρην (ή Κίτρη), και τον υπέργηρον Νικ. Αεράκην, εις τας αγκάλας του οποίου έθεσαν, μετά την εκτέλεσιν, δεξιά και αριστερά τα πτώματα δύο χοίρων προς χλευασμόν.

Δύο αδελφαί, η χήρα Εμμ. Καλλέργη και η χήρα Εμμ. Καβλέντη, η χωλή Ειρήνη Καραΐσκου και η Ευαγγ. Ιω. Πασπαράκη, αρνηθείσαι ν’ αποχωρήσουν και προτιμήσασαι τον θάνατον απέθανον καείσαι και καταχωθείσαι έπειτα υπό τα ερείπια των ανατιναχθεισών οικιών των. Επίσης οι Γερμανοί εφόνευσαν τον εκ τραύματος της κεφαλής παράφρονα Εμμ. I. Σαλούστρον.

Πολλοί άλλοι εφονεύθησαν εις τα πέριξ… Η επίσημος κατάστασις της Νομαρχίας Ρεθύμνης αναφέρει 117 Ανωγειανούς εκτελεσθέντας κατά την περίοδον της κατοχής…».

14 Αυγούστου 1954: Απόψε, που σκοτώνουν τον Πλουμπίδη…

Πηγή: imerodromos.gr
Η σημείωση για την στάση του ΚΚΕ είναι δική μας.

Φορούσε μαύρο κοστούμι και άσπρο πουκάμισο. Ήταν ντυμένος λες και πήγαινε σε γιορτή. Γύρω στις 5 το πρωί, πριν ακόμα ξημερώσει, κατεβαίνει από το αυτοκίνητο. Ο τόπος που είχε επιλεγεί ήταν η Αγία Μαρίνα, στο Δαφνί. Περνώντας δίπλα από τους δημοσιογράφους, δεμένος ακόμα με τις χειροπέδες, κοντοστέκεται. Τους χαιρετά.

«Γεια σας, παιδιά. Μπράβο, όλο νιάτα βλέπω μπροστά μου. Σας εύχομαι καλή σταδιοδρομία, να ‘στε πάντα καλά. Βλέπετε εγώ σε λίγο φεύγω με ψεύτικες και άδικες κατηγορίες. Το Κόμμα μου, το ξέρω, θα βρει την αλήθεια και θα με δικαιώσει».

Λίγες ώρες αργότερα, οι εφημερίδες φέρνουν στην Αθήνα την είδηση: «Εξετελέσθη ζητωκραυγάζων υπέρ του ΚΚΕ, αντιμετώπισε με απόλυτον ψυχραιμίαν τας σφαίρας του αποσπάσματος (…) δεν εδέχθη ούτε να κοινωνήση, ούτε να του δέσουν τους οφθαλμούς του»…

Ήταν 14 Αυγούστου 1954. Πριν από ακριβώς 63 χρόνια. Ο Νίκος Πλουμπίδης, ο φλογερός επαναστάτης, ο αλύγιστος κομμουνιστής, ο «κόκκινος δάσκαλος», ο διανοούμενος του λόγου και της πράξης, πέφτει νεκρός. Δολοφονημένος από το εκτελεστικό απόσπασμα της αμερικανοκρατίας και της ντόπιας πλουτοκρατίας.

Πλουμπίδης: Ο λαϊκός ηγέτης

   Ο Ν. Πλουμπίδης γεννήθηκε στα Λαγκάδια της Αρκαδίας στις 31 Δεκέμβρη 1902. Καταγόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια. Μετά από πολλές στερήσεις παίρνει το δίπλωμά του από το διδασκαλείο του Πύργου και το 1924 διορίζεται δάσκαλος στο χωριό Μηλέα της Ελασσόνας. Ξεκινάει η συνδικαλιστική του δράση μέσα από τις γραμμές της Δασκαλικής Ομοσπονδίας που αγωνίζεται για αύξηση των μισθών των δασκάλων.

«Γνωρίζεται» με την Ασφάλεια όταν στις απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις του 1929 συλλαμβάνεται και βασανίζεται. Ήδη από το 1926 είναι μέλος του ΚΚΕ.

Ενώ έχει προσβληθεί από φυματίωση και οι γιατροί δεν του δίνουν πάνω από 6 μήνες ζωή, συνεχίζει την αγωνιστική του δράση. Εκλέγεται μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Συνομοσπονδίας Δημοσίων Υπαλλήλων. Το «έπαθλο» για την συμμετοχή του στο δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα είναι η σύλληψή του τον Μάρτη του 1931, η καταδίκη του και η απόλυσή του από δάσκαλος. Το 1933, εκλέγεται μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής και στη Γραμματεία της Ενωτικής ΓΣΕΕ. Τον Αύγουστο του 1935 παίρνει μέρος στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Με τη δικτατορία του Μεταξά, ο Ν. Πλουμπίδης περνά στην παρανομία. Τον Ιούνη 1938 εκλέγεται μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ. Ενα χρόνο αργότερα πέφτει στα χέρια της Ασφάλειας. Το μεταξικό καθεστώς τον βασανίζει απάνθρωπα σε βαθμό που ακόμα και ο ασφαλίτης γιατρός απεκδύεται της ευθύνης καθώς η ζωή του Πλουμπίδη κρέμεται από μια κλωστή. Τον μεταφέρουν στη φυλακή – σανατόριο της «Σωτηρίας», σε συνθήκες απόλυτης απομόνωσης που περιλαμβάνουν απαγόρευση προαυλισμού, συνομιλίας με οποιονδήποτε κρατούμενο και φυσικά επισκέψεων. Ο Πλουμπίδης καταφέρνει να επιβιώσει.

Το 1942, κι αφού ο Πλουμπίδης όπως εκατοντάδες κομμουνιστές έχουν παραδοθεί από το μεταξικό φασιστικό καθεστώς και την  κυβέρνηση των δοσίλογων στους Γερμανούς κατακτητές, καταφέρνει να δραπετεύσει από την Τρίπολη, το νέο τόπο εξορίας που τον έχουν μεταφέρει, και φτάνει στην Αθήνα. Τον Δεκέμβρη της ίδιας χρόνιας επανεκλέγεται μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ και μετατρέπεται σε οργανωτικό νου και ψυχή της ανάπτυξης του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης στην πρωτεύουσα.

Ο Πλουμπίδης αναδεικνύεται λαϊκός ηγέτης, καθοδηγώντας πολιτικά και οργανωτικά τις μεγάλες κινητοποιήσεις του λαού της Αθήνας ενάντια στους χιτλεροφασίστες κατακτητές.

 «…θα πεθάνω κομμουνιστής»

 Ο Πλουμπίδης στα χρόνια του Εμφυλίου δίνει τη μάχη του ΔΣΕ από την Αθήνα δρώντας στην παρανομία. Στις συνθήκες της μετεμφυλιακής παρανομίας στέλνει το γράμμα του στους συνηγόρους του Νίκου Μπελογιάννη, όπου μετά τη σύλληψη και καταδίκη του τελευταίου, δηλώνει ότι είναι ο ίδιος και όχι ο Μπελογιάννης ο επικεφαλής του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ, καλεί την κυβέρνηση να μην προχωρήσει στην δολοφονία και προσφέρεται να παρουσιαστεί και να δικαστεί αυτός.

Συλλαμβάνεται στις 25 Νοέμβρη του 1952 στον Κολωνό και προσάγεται σε δίκη στις 24 Ιούλη 1953. Το κράτος της μετεμφυλιακής κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» τον δικάζει κατ’ εφαρμογή του ΑΝ 375 της μεταξικής φασιστικής χούντας περί «κατασκοπείας»… Μαζί του δικάζονται ερήμην οι Ν. Ζαχαριάδης, Γ. Ιωαννίδης, Β. Μπαρτζιώτας, Μ. Πορφυρογένης, Π. Ρούσος, και άλλα στελέχη της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Η δίκη του Πλουμπίδη δεν θα μπορούσε παρά να αποτελέσει έκφραση της μνημειώδους μισαλλοδοξίας του καθεστώτος της εξάρτησης και της υποτέλειας του κράτους της ολιγαρχίας.

Ο ίδιος δίνει δείγματα απίστευτης ψυχικής ανάτασης. Δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τους στρατοδίκες του, τους οποίους ξεγυμνώνει με την περήφανη απολογία του. Πρέπει να διαχειριστεί και την άδικη εναντίον του κατηγορία που έχει εκτοξευτεί από την ηγεσία του Κόμματος.

(Σημείωση δική μας:
Ανακοίνωση του ΚΚΕ λίγο μετά τη σύλληψή του:
«…από 27ετίας πράκτορας της Ασφάλειας. Στη χιτλερική κατοχή και την περίοδο της αμερικανοκρατίας, ο προβοκάτορας Πλουμπίδης έκανε μεγάλη ζημιά στο λαϊκό κίνημα και το λαό μας. Ο Πλουμπίδης είναι βαμμένος θανάσιμος εχθρός του λαού. Τα στοιχεία που αφορούν τη χαφιέδικη πρακτορική δράση του θα δημοσιευτούν την κατάλληλη ώρα».
Το ΚΚΕ συνέχισε να τον στοχοποιεί και μετά τον θάνατό του, όταν υποστήριζε από τα ερτζιανά ότι «ο Πλουμπίδης δεν πέθανε, αλλά μεταφέρθηκε στην Αμερική, όπου γεμίζει τις μέρες και τις τσέπες του με το πικρό αντίτιμο της προδοσίας».
Το 1958, μετά την «αποσταλινοποίηση» και την εκπαραθύρωση του Νίκου Ζαχαριάδη από την ηγεσία του κόμματος, το ΚΚΕ αποκατέστησε τον Νίκο Πλουμπίδη.)

Ο Πλουμπίδης γνωρίζει πως κάθε του λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την αντίδραση εναντίον του ιδανικού για το οποίο έδωσε όλη του τη ζωή. Επιλέγει να μετατρέψει την προσωπική του τραγωδία σε ένα έπος ανωτερότητας, αυτοθυσίας και ανιδιοτέλειας.

«Ματαιοπονείτε, αν πιστεύετε ότι θα με κάνετε να στραφώ ενάντια στο Κόμμα μου», ήταν η απάντησή του στον πρόεδρο του δικαστηρίου, όταν εκείνος επιχείρησε να αξιοποιήσει τις άδικες και λαθεμένες κατηγορίες της ηγεσίας του ΚΚΕ ενάντια στον Πλουμπίδη.

«Σήμερα, κύριοι, δε δικάζετε άτομα. Δικάζετε το ΚΚΕ. Και επ’ αυτού, παρόλο ότι σήμερα όχι μόνο δεν έχω την τιμή να εκπροσωπώ το Κόμμα μου, αλλά έχω και πολεμική εναντίον μου, δηλώνω, ότι αναλαμβάνω πλήρως τις ευθύνες για την πολιτική του Κόμματός μου», ήταν τα λόγια του…

«Εκείνοι που με αγαπούν και με σέβονται οφείλουν να πειθαρχήσουν στο Κόμμα, να διαφυλάξουν την Ενότητά του και να έχουν εμπιστοσύνη στην ηγεσία του. Τιμή μου εγώ, πάνω απ’ όλα έχω την τιμή του Κόμματος. Εγώ, εκείνα που δίδασκα τα εφαρμόζω πρώτος εγώ. Ήμουν πιστός στο Κόμμα τότε που με περιέβαλε με στοργή και με ανέβαζε στα ανώτερα αξιώματά του, είμαι πιστός και τώρα που – καλά ή κακά, δίκαια ή άδικα – με κατηγορεί και με στιγματίζει. Θα παραμείνω για πάντα πιστός και θα πεθάνω κομμουνιστής»γράφει στο γράμμα του.

Αφοσιωμένος στην «Ποίηση του Κομμουνισμού»

   Ο Πλουμπίδης ήταν ακριβώς αυτό: Κομμουνιστής. Όχι μόνο στην καρδιά αλλά και στο μυαλό. Και το απέδειξε έχοντας την ψυχική δύναμη, αλλά και τον πολιτικό ορθολογισμό, να αντιληφθεί – παρότι βρισκόταν στη δίνη της προσωπικής του δοκιμασίας – το κύριο: ότι πάνω από τον ίδιο και πάνω από το Κόμμα, πάνω από τις σχέσεις του ίδιου με την ηγεσία του Κόμματος, βρισκόταν η υπόθεση των συμφερόντων του λαού. Το δίκιο της εργατικής τάξης. Η δικαίωση των αγώνων του ΕΑΜ και του ΔΣΕ. Η υπόθεση της σοσιαλιστικής προοπτικής και του ίδιου του κομμουνισμού. Με άλλα λόγια βρίσκονταν όλα αυτά που, τη δεδομένη μάλιστα στιγμή, στις δεδομένες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες της ταξικής σύγκρουσης, δεν θα μπορούσαν παρά να περνάνε  – για κάθε κομμουνιστή – μέσα από την υπεράσπιση της τιμής του ΚΚΕ.

Να γιατί η στάση του Πλουμπίδη δεν προσδιορίζεται με τη φράση «κομματική αφοσίωση» που είναι «στενή» για να την περιγράψει ή πολύ περισσότερο από την φτήνια εκείνων που στην επιστήμη της μαρξιστικής-λενινιστικής ανάλυσης και στο κομμουνιστικό ήθος δεν βλέπουν παρά μόνο «κομματική νομιμοφροσύνη».

Η στάση του Πλουμπίδη είναι ο ορισμός της αταλάντευτης αφοσίωσης στην Ποίηση του Κομμουνισμού.Αφοσίωση που για να περπατήσεις το δρόμο της μέχρι τέλους χρειάζονται ισόποσα και τα δυο: Και καρδιά και μυαλό. Που σημαίνει ότι: Αν ο Πλουμπίδης δεν ανέλυε σωστά την κατάσταση, αν στις συνθήκες των διώξεων, των Μακρονησιών, των εκτελέσεων, του πρωτόγονου αντικομμουνισμού, επέλεγε, εις βάρος της υπεράσπισης της συνολικής υπόθεσης του κομμουνισμού, να υπερασπιστεί τον κομμουνιστή εαυτό του από την πολεμική του Κόμματος εναντίον του, τότε υπήρχε κίνδυνος στο λάθος της ηγεσίας του Κόμματος να προσθέσει κάποιο δικό του λάθος.

Ο Πλουμπίδης έπραξε το αντίθετο. Και έστειλε διπλό μήνυμα: Πρώτον, χωρίς τον υπερφίαλο δογματισμό ότι κατέχεις οπωσδήποτε την απόλυτη αλήθεια, να είσαι ασυμβίβαστος παντού. Ασυμβίβαστος απέναντι και στα λάθη των δικών σου, παλεύοντας θαρρετά τη γνώμη σου για ό,τι θεωρείς «στραβό». Δεύτερον,αυτή η κομμουνιστική αρετή, που πρέπει να διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού, η αρετή του ασυμβίβαστου ανθρώπου, να μην ξεστρατίζει σε ατραπούς που σου θολώνουν το νου και τελικά μπορεί να σε οδηγήσουν να «προσφερθείς» ακούσια προς εκμετάλλευση από τους ταξικούς αντιπάλους σου.

Αυτό έκανε ο Πλουμπίδης. Αφενός δεν συμβιβάστηκε με το εις βάρος του λάθος. Δεν έκλεισε το στόμα του απέναντι στις «ψεύτικες και άδικες κατηγορίες». Δεν παραιτήθηκε από την απαίτησή του να δικαιωθεί, την οποία κληροδότησε ως αίτημα – διαθήκη (σσ: «Το Κόμμα μου, το ξέρω, θα βρει την αλήθεια και θα με δικαιώσει»). Και ταυτόχρονα δεν άφησε την παραμικρή – μα την παραμικρή – χαραμάδα στους στρατοδίκες να τον «αξιοποιήσουν».

Εδώ βρίσκεται το μεγαλείο του Πλουμπίδη: Οτι υπέγραψε με το αίμα του την αξία ενός κομματιού της «αλφαβήτας» του κομμουνιστή, ότι έδειξε πόση ψυχή κρύβεται σε κάτι που φαντάζει σαν στείρα «προπαίδεια» και που λέει: Κάνουμε «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Ο Πλουμπίδης, αναλύοντας σωστά τη συγκεκριμένη κατάσταση, κατάφερεναβάλει τα θεμέλια για να αποτινάξει όλα όσα τον «λέρωναν» προσωπικά, χωρίς αυτό να τον εμποδίσει ή να τον απομακρύνει από το κύριο καθήκον: να φωτίσει ακόμα περισσότερο την αλήθεια του ταξικού δίκιου απέναντι στην ταξική βαρβαρότητα.

Έτσι ο Νίκος Πλουμπίδης κέρδισε κάτι σπάνιο: την μεγάλη τιμή, για τον ίδιο και για όλους τους Έλληνες κομμουνιστές, να είναι από εκείνους που πρόσθεσαν τον δικό τους στίχο σε αυτήν πανανθρώπινη «Ποίηση» των κομμουνιστικών ιδανικών.

«Αφήνω στο γιό μου ένα τίμιο όνομα»

   Το στρατοδικείο καταδίκασε τον Νίκο Πλουμπίδη «δις εις θάνατον». Ψύχραιμος, αποφασιστικός, στο άκουσμα της καταδίκης δηλώνει στους δημοσιογράφους: «Θα αντιμετωπίσω το θάνατο σαν Έλληνας κομμουνιστής, όπως αντιμετώπισα και την κατηγορία σε όλη την ακροαματική διαδικασία. Θα πεθάνω ήσυχος και γιατί αρκετό σπόρο έσπειρα και γιατί χιλιάδες νέοι Έλληνες θα πάρουν τη θέση μου μέχρι τη νίκη του λαού».

   Στις 14 Αυγούστου 1954, λίγο πριν το «πυρ», λέει στον επικεφαλής του αποσπάσματος και τον ιερέα που βρισκόταν στον τόπο της εκτέλεσης:«Δεν έχω κανένα βάρος στη συνείδησή μου. Μόνο σας ξαναλέω: Υπήρξα τίμιος αγωνιστής, πάλεψα για το καλό του λαού και για το Κόμμα μου. Κι αφήνω στο γιο μου φεύγοντας ένα τίμιο όνομα». 

 5 Μάρτη 1943

Ο Πλουμπίδης – λαϊκός ηγέτης έπαιξε επιτελικό και πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια από τις πιο λαμπρές σελίδες του ΕΑΜικού κινήματος με πανευρωπαϊκή και παγκόσμια διάσταση: Η απεργία και η διαδήλωση στις 5 Μάρτη 1943 που καθοδηγήθηκε και οργανώθηκε από το ΚΚΕ, που τίναξε στον αέρα τα σχέδια του Χίτλερ και ακύρωσε το ναζιστικό πρόγραμμα  επιστράτευσης Ελλήνων, είναι εν πολλοίς δικό του έργο.

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν περιγράφουν πως ματαιώθηκαν τα σχέδια του Χίτλερ για την επιστράτευση των Ελλήνων στα γερμανικά Νταχάου. Είναι από κείμενο του Νίκου Πλουμπίδη. Γράφτηκε στην απομόνωση το 1954, ανήμερα της 5ης Μάρτη 1943.

«Η 5η του Μάρτη, του 1943, είναι ιστορική ημέρα για το Ελληνικό Λαϊκό επαναστατικό κίνημα με παγκόσμια απήχηση και σημασία. Την ημέρα αυτή ολόκληρος ο Αθηναϊκός λαός με ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ στο κέντρο της Αθήνας επέβαλε στο Χίτλερ και στους Έλληνες πράκτορές του να ανακαλέσουν την ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ(…).

Στις 4 του Μάρτη, πριν ακόμα φωτίσει, ήλθε ξαφνικά ο Κ. Χατζήμαλης και μου αναφέρει ότι «απεφασίσθη η πολιτική επιστράτευση και ότι αύριο στις 5 του μηνός θα το αναγγείλει από το Ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών ο Πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος». Η είδηση ήταν σοβαρή με εξαιρετική πολιτική σημασία. Επρεπε να προλάβουμε τον εχθρό, προτού αναγγείλει την απόφασή του (…).

Σε δυο ώρες συνήλθε η επιτροπή πόλης της ΚΟΑ που αποτελούνταν από διαλεχτούς αγωνιστές. Εκεί ανέπτυξα την πρότασή μου (σ.σ.: ΓΕΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ και ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ με σύνθημα: ΚΑΤΩ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ. ΨΩΜΙ, ΔΟΥΛΕΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ) και ετόνισα τις ιστορικές ευθύνες που αναλαμβάνουμε. Ολα τα μέλη δέχτηκαν με ενθουσιασμό την πρότασή μου. Καθορίσαμε το γενικό πρόγραμμα δράσης και όλοι έφυγαν για να κινητοποιήσουν τους τομείς που καθοδηγούσε ο καθένας. Είπαμε να ειδοποιηθεί και η Κ.Ο. Πειραιά να βοηθήσει κι αυτή. Από το μεσημέρι της Τρίτης 4 Μάρτη δεκάδες χιλιάδες λαϊκοί αγωνιστές βρίσκονταν σε πυρετώδη κίνηση. Τα τυπογραφεία και οι πολύγραφοι δούλευαν αδιάκοπα. Πλακάτ, σημαίες, συνθήματα ετοιμάστηκαν. Τα σχέδια πορείας του κάθε κλάδου και τομέα καταστρώθηκαν. Χιλιάδες προκηρύξεις και τρικ μοιράστηκαν. Οι συνδέσεις των διαφόρων κρίκων εκανονίστηκαν. Τα ΧΩΝΙΑ τότε εφευρέθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή. ΟΛΟΙ οι τομείς ΟΛΑ τα γρανάζια της πολύπλευρης και πολύπλοκης μηχανής τέθηκαν σε κίνηση και άρχισαν να δουλεύουν ταχύτατα και κανονικά. Ξημέρωσε η Τετάρτη 5 Μάρτη του 1943. Ολη η κίνηση, όλες οι υπηρεσίες σταματημένες.

Η ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ήταν πράγματι ΚΑΘΟΛΙΚΗ. Ολα νεκρώθηκαν. Εργάτες, υπάλληλοι, βιοτέχνες, έμποροι, όλοι απεργούν, όλα κλειστά και τότε άρχισε να ξεχύνεται στο κέντρο της Αθήνας ο λαϊκός χείμαρρος των συνοικιών. Για πρώτη φορά τόσο πυκνές λαϊκές μάζες κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο για να διεκδικήσουν και να επιβάλουν τα αιτήματά τους. Για πρώτη φορά παρουσιάστηκε μια τόσο μεγάλη σε όγκο και μαχητικότητα ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ. Αυτό ήταν πρωτοφανές όχι μόνο για την Αθήνα αλλά και για τις μεγάλες ξένες πρωτεύουσες κι αυτό όχι σε καιρούς ειρηνικούς αλλά κάτω απ’ τον πιο βάρβαρο καταχτητή. Το παλλαϊκό ξεσήκωμα ήταν τέτοιο που οι κατακτητές αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν την απόφασή τους και να δηλώσουν ότι «ΔΕΝ ΤΙΘΕΤΑΙ ζήτημα πολιτικής επιστράτευσης για την Ελλάδα». Η 5η του Μάρτη του 1943 δεν έσωσε μόνο τα ελληνόπουλα από τα γερμανικά κάτεργα αλλά συνετέλεσε και στην πορεία και την εξέλιξη του πολέμου και έδειξε το δρόμο που πρέπει να ακολουθούν οι λαοί για να επιβάλουν τις θελήσεις τους (…)».

(Ν. Πλουμπίδης, Φυλακές Απομόνωσης 5.3.54)

Το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν ως επιχείρηση.

45 ιδιωτικές εταιρείες χρησιμοποίησαν κρατούμενους
στις εργασίες τους.
Σε αυτό βρήκαν τον θάνατο περίπου 100.000 χιλιάδες άνθρωποι,
μεταξύ των οποίων 3.700 Έλληνες.

Πηγή: el-wikipedia.org

Μέχρι το 1942 η εργασία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αποτελούσε τρόπο τιμωρίας ή και εξόντωσης και οι Ναζιστές ενδιαφέρονταν περισσότερο για την καταστολή και όχι για τη μεγιστοποίηση του κέρδους.

Το 1942, όμως, η Γερμανία ήταν υποχρεωμένη να μάχεται σκληρά στο Ανατολικό μέτωπο, το οποίο απορροφούσε σημαντικές δυνάμεις, και αυτό επέφερε ανατροπή στην αγορά εργασίας. Έτσι, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης απέκτησαν νέο ρόλο, καθώς απαιτούνταν χιλιάδες εργατικά χέρια για τα, αρχικά επιφανειακά και στη συνέχεια υπόγεια, εργοστάσια παραγωγής υλικού εξοπλισμού.

Οι αρχικές προβλέψεις μεταφοράς εργατών από τις κατακτημένες χώρες δεν είχε αποδώσει καρπούς. Οι Ναζί εκπόνησαν ένα νέο σχέδιο για τη χρησιμοποίηση των κρατουμένων των στρατοπέδων στη βιομηχανία, καθώς οι κρατούμενοι αυτοί αποτελούσαν μια άμεσα εκμεταλλεύσιμη «δεξαμενή» εργατικών χειρών, έστω και ανειδίκευτων. Ο ίδιος ο Πόολ εξέδωσε σχετική εγκύκλιο τον Απρίλιο του 1942, αναπροσανατολίζοντας την κινητοποίηση του εργατικού δυναμικού των κρατουμένων προς την πολεμική βιομηχανία.

Παρά την έκδοση αυτής της εγκυκλίου, ο προσανατολισμός του Μαουτχάουζεν και των παραρτημάτων του, που είχαν στο μεταξύ δημιουργηθεί, δεν μεταβλήθηκε σημαντικά, καθώς στην πολεμική παραγωγή απασχολούνταν μόνο το 8% των κρατουμένων. Η κατάσταση άλλαξε στις αρχές του 1943, όταν το στρατόπεδο επισκέφθηκε ο Άλμπερτ Σπέερ υπό τη νέα του ιδιότητα ως Υπουργού Εξοπλισμών. Ο Σπέερ διέταξε την πλήρη απασχόληση του συνόλου των κρατουμένων στην πολεμική παραγωγή. Δημιουργήθηκαν πολλά νέα παραρτήματα και το εργατικό δυναμικό των κρατουμένων άρχισε να απασχολείται από εταιρείες που συμμετείχαν στην πολεμική παραγωγή.

Πρώτη εταιρεία που χρησιμοποίησε κρατουμένους ως εργάτες ήταν η Στάγιερ – Ντάιμλερ – Πουχ (Steyr – Daimler – Puch AG.), δημιουργώντας, τον Μάρτιο του 1942, ένα νέο παράρτημα του στρατοπέδου στο Steyr-Münichholz, την «πόλη» της βιομηχανίας Στάγιερ (Steyr), στο οποίο κατασκευάζονταν κυρίως ρουλμάν και εξαρτήματα αεροσκαφών.

Το Μαουτχάουζεν ξεπέρασε, συγκριτικά, σε παραγωγή και τα πέντε άλλα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, αποφέροντας στα SS μεγάλα κέρδη (οι κρατούμενοι μισθώνονονταν από τα SS στις εταιρείες που τους χρησιμοποιούσαν και οι «μισθοί» δεν κατέληγαν, ασφαλώς, στους κρατούμενους αλλά στα ταμεία των SS). Χαρακτηριστικά αποτιμάται ότι, μόνο το 1944, η παραγωγή από το σύμπλεγμα του Μαουτχάουζεν ανήλθε στο ποσόν των 11 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων. Κρατούμενοι χρησιμοποιήθηκαν τόσο από εθνικές και μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, όσο και από μικρότερες και τοπικές.

Συνολικά 45 ιδιωτικές εταιρείες χρησιμοποίησαν κρατούμενους στις εργασίες τους. Ανάμεσα σε αυτές συγκαταλέγονται οι:

DESt
Accumulatoren-Fabrik AFA (ο βασικός προμηθευτής συσσωρευτών για τα υποβρύχια (U-Boote))

Bayer (ο κύριος προμηθευτής φαρμακευτικού υλικού στην Γερμανία)

Deutsche Bergwerks- und Hüttenbau
Eisenwerke Oberdonau (εταιρεία με έδρα το Λιντς, από τους μεγαλύτερους προμηθευτές χάλυβα για την κατασκευή θωρακισμένων)

Flugmotorenwerke Ostmark (κατασκευαστής κινητήρων αεροσκαφών)

Otto Eberhard Patronenfabrik (εταιρεία παραγωγής πυρομαχικών)

Heinkel και Messerschmitt (εταιρείες κατασκευής αεροσκαφών, κατασκεύαζαν επίσης τις ατράκτους των βλημάτων V-2)

Hofherr und Schranz (εταιρεία κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων)

Österreichische Sauerwerks (κατασκευάστρια εταιρεία όπλων)

Rax-Werke (μηχανές και κατευθυνόμενα βλήματα V-2)

Steyr (εργοστάσιο μικρών όπλων)

Steyr-Daimler-Puch (οχήματα και οπλικά συστήματα)

Quarz GmbH (παράρτημα της Στάγιερ-Ντάιμλερ-Πουχ στην περιοχή της Μελκ, απασχολούσε περίπου 10.500 άτομα)

Puch (εταιρεία κατασκευής οχημάτων)

Arnold-Fischer-Forschungsstätten (έρευνες για υποβρύχιο ενεργειακό σταθμό, Passau I)

Universale Hoch und Tiefbau (κατασκευή σηράγγων στο πέρασμα Loibl)