Κατηγορία: Ιστορικά

Ιταλία: Το μεγάλο «Καυτό Φθινόπωρο»

Του Παναγιώτη Σωτήρη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Όταν μιλάμε για το ’68 στην Ιταλία, αναφερόμαστε σε έναν τεράστιο κύκλο αγώνων, εργατικών και νεολαιίστικων, που σφράγισε την ιταλική κοινωνία για περίπου δύο δεκαετίες. Το υλικό υπόβαθρο αυτών των αγώνων ήταν η εξέλιξη του ιταλικού καπιταλισμού και η διαμόρφωση δομών μονοπωλιακής συσσώρευσης παράλληλα με την αναπαραγωγή πλευρών των προηγούμενων αντιφάσεων της ιταλικής κοινωνίας (αντίθεση Βορρά-Νότου, ρόλος εκκλησίας κ.λπ.). Το πολιτικό υπόβαθρο ήταν η μεγάλη ανάπτυξη της αριστεράς και του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και η ταυτόχρονη ρεφορμιστική μετατόπισή του, ξεκινώντας από τη «ματαιωμένη επανάσταση» την επαύριον της κατάρρευσης του φασισμού παρά την ανάδειξη του ΙΚΚ σε ηγεμονική δύναμη της Αντίστασης.

Τα πρώτα σκιρτήματα ενός νέου μαζικού ριζοσπαστισμού καταγράφηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960: τον Ιούλιο του 1960, στις μεγάλες διαδηλώσεις και συγκρούσεις στη Γένοβα ενάντια στο συνέδριο του νεοφασιστικού κόμματος και την είσοδό του στην κυβέρνηση, αλλά και το 1962, στη μεγάλη διαδήλωση χιλιάδων εργατών της FIAT ενάντια στα γραφεία του κίτρινου συνδικάτου στην Piazza Statuto. Σε αυτές τι κινητοποιήσεις δεν καταγράφεται μόνο η αγωνιστικότητα μιας νέας γενιάς, που μπορεί να μην έχει την εμπειρία της Αντίστασης αλλά επιθυμεί να συγκρουστεί με τα όρια των μεταπολεμικών συμβιβασμών, αλλά και μια νέα εργατική φιγούρα: νέοι εργάτες, συχνά από τον Νότο, που συρρέουν μαζικά στον Βορρά για να στελεχώσουν τα φορντικά εργοστάσια, και οι οποίοι είναι πολύ πιο διατεθειμένοι να αμφισβητήσουν την εργασιακή πειθαρχία, τις άκαμπτες ιεραρχίες και να διεκδικήσουν αιτήματα εξισωτικά ενάντια στον πολυκατακερματισμό ειδικοτήτων και βαθμών. Την ίδια περίοδο, κύκλοι διανοουμένων (το λεγόμενο ρεύμα του εργατισμού) σε συνεργασία με συνδικαλιστές επεξεργάζονται μια κριτική προσέγγιση των μορφών οργάνωσης της καπιταλιστικής παραγωγής, ανάγοντας την εργατική αντίσταση στην εκμετάλλευση σε βασικό μηχανισμό εξέλιξης. Η άρνηση της εργασίας, η άρνηση δηλαδή της εκμετάλλευσης, εντοπίζεται ως αυθόρμητη τάση και μέσα στην ίδια την παραγωγή.

Η έκρηξη των κινημάτων

Η νεολαιίστικη διάσταση του ιταλικού Μάη ήρθε στο προσκήνιο εκρηκτικά πριν από τις εξελίξεις στη Γαλλία. Ήδη από τις αρχές του 1967 ξεκινά ένας μεγάλος κύκλος φοιτητικών κινητοποιήσεων που θα αγκαλιάσει όλα τα ιταλικά πανεπιστήμια και θα κορυφωθεί με μεγάλες διαδηλώσεις και συγκρούσεις με την αστυνομία. Αναπτύσσεται ένας εντυπωσιακός πλούτος κριτικής στην κυρίαρχη αντίληψη για την ανώτατη εκπαίδευση, αμφισβητείται ο χαρακτήρας αναπαραγωγής της κοινωνικής ιεραρχίας και η ουδετερότητα της γνώσης και της επιστήμης. Ο κύκλος ριζοσπαστικοποίησης της φοιτητικής νεολαίας και αποσταθεροποίησης του πανεπιστημίου ως ιδεολογικού μηχανισμού θα έχει διάρκεια. Μέσα από τις κινητοποιήσεις αναδεικνύεται ένα ευρύτερο πολιτικοποιημένο δυναμικό που αναζητά τη συνάντηση με το εργατικό κίνημα (μέσα από τοπικές συνελεύσεις που συσπείρωναν πρωτοπόρους εργάτες και ριζοσπαστικοποιημένους φοιτητές), διεκδικεί την πολιτική συγκρότηση μιας σύγχρονης επαναστατικής αριστεράς και αμφισβητεί τον ρεφορμισμό του ΙΚΚ όχι από τη σκοπιά μιας κλασικής τροτσκιστικής ή μ-λ αντίληψης, όσο από τη σκοπιά, τουλάχιστον αρχικά, της αναζήτησης ενός σύγχρονου λενινισμού που να συνταιριάζει την αντικαπιταλιστική οπτική για το εργατικό κίνημα, τον φοιτητικό ριζοσπαστισμό, την εμπειρία της Πολιτιστικής Επανάστασης.

Ωστόσο, αυτό που έκανε τη διαφορά στο ιταλικό ’68 ήταν οι εργατικοί αγώνες. Οι διεκδικήσεις ήταν εξισωτικές (ίσες αμοιβές για όλους) και αμφισβητούσαν τον εργοστασιακό δεσποτισμό, την απόλυτη εξουσία της διεύθυνσης σε ζητήματα εργασιακών ρυθμών και πειθαρχίας, προβάλλοντας αιτήματα που υπερέβαιναν τον παραδοσιακό οικονομισμό των συνδικάτων (συμπεριλαμβανομένης και της ελεγχόμενης από το ΙΚΚ CGIL). Από την άνοιξη του 1968 ξεκινά ένας μεγάλος κύκλος εργατικών κινητοποιήσεων που σταδιακά επεκτείνεται σε όλη τη χώρα, σε πολλές βιομηχανίες. Την άνοιξη του 1969 η φλόγα της εξέγερσης αγγίζει τη FIAT, το σύμβολο του ιταλικού καπιταλισμού. Ύστερα από πολλές εβδομάδες κινητοποιήσεων και απεργιών, με αφορμή την απαίτηση της διοίκησης να αυξηθούν οι ρυθμοί παραγωγής, οι συγκρούσεις των εργατών της FIAT με την αστυνομία στις 3 Ιούλη 1969 θα δίνουν υλικά και συμβολικά το στίγμα μια εργατικής έκρηξης.

Ακολουθεί το «Καυτό Φθινόπωρο», κατά το οποίο η Ιταλία ζει έναν από τους μεγαλύτερους απεργιακούς κύκλους της ιστορίας της. Πάνω από πέντε εκατομμύρια εργάτες συμμετείχαν σε απεργίες, ενώ συνολικά χάθηκαν 530 εκατομμύρια ανθρωποώρες σε απεργίες. Στη γενική απεργία στις 19 Νοεμβρίου του 1969 συμμετείχαν 20 εκατ. εργαζόμενοι. Το αποτέλεσμα ήταν σημαντικότατες κατακτήσεις στο επίπεδο των συλλογικών συμβάσεων και της εργατικής νομοθεσίας, με αποκορύφωμα την ψήφιση του Statuto dei Lavoratori, που κατοχύρωνε τη συνδικαλιστική δράση, θεμελίωνε τα δικαιώματα των αντιπροσώπων των εργαζομένων και έβαζε φραγμούς στις αναιτιολόγητες απολύσεις.

Αναδύονται νέες μορφές οργάνωσης του εργατικού αγώνα. Από το φοιτητικό κίνημα οι εργάτες «δανείζονται» το πρότυπο της συνέλευσης σε αντίθεση προς την απλή ανάθεση στη συνδικαλιστική ηγεσία. Λειτουργούν οι ενωτικές επιτροπές βάσης (Comitati Unitari di Base – CUB) που αποτελούν την κατεξοχήν μορφή δράσης των πιο πρωτοπόρων κομματιών. Από εδώ θα ξεπηδήσουν οι μετέπειτα μορφές μαχητικού συνδικαλισμού βάσης που είναι και σήμερα δραστήριες στην Ιταλία. Αλλά και ο θεσμός των εκλεγμένων αντιπροσώπων ανά επιχείρηση ή τμήμα του εργοστασίου, παρά την προσπάθεια των ρεφορμιστών να τον οικειοποιηθούν, αποτελεί πεδίο όπου εκφράζονται πιο ριζοσπαστικές δυναμικές. Πολύ συχνά οι απεργίες ξεκινούν χωρίς την έγκριση του συνδικάτου, απλώς επειδή το συναποφασίζουν οι εργάτες ενός συγκεκριμένου τμήματος. Δοκιμάζονται πρωτόγνωρες μορφές κινητοποίησης, όπως οι πορείες μέσα στο εργοστάσιο με τους απεργούς εργάτες από ένα τμήμα να κάνουν πορεία προς τα άλλα τμήματα προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη αναταραχή. Αναδεικνύονται νέες μορφές συλλογικής συνείδησης και πολιτικοποίησης, ακόμη και σε εργάτες που δεν είχαν προηγούμενη πολιτική εμπειρία.

Συνολικά οι αγώνες αυτοί είχαν μεγάλη σημασία. Δεν ήταν μόνο η μαζικότητα και η μαχητικότητά τους. Ήταν πάνω απ’ όλα ότι αμφισβητούσαν ευθέως τον πυρήνα της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας και τις σχέσεις εξουσίας μέσα στην παραγωγή. Αποτελούσαν έμπρακτη άρνηση της ουδετερότητας της τεχνικής και των «παραγωγικών δυνάμεων». Διεκδικούσαν όχι την «ανάπτυξη», αλλά την όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού.

Μια άλλη αριστερά στο προσκήνιο

Οι μεγάλες οργανώσεις της ιταλικής επαναστατικής αριστεράς συγκροτούνται μέσα από τους μεγάλους εργατικούς και φοιτητικούς αγώνες, τις εμπειρίες και τις αναζητήσεις που θα αναδειχθούν εκεί. Η Lotta Continua γεννιέται μέσα από την εμπειρία των κοινών συνελεύσεων εργατών και φοιτητών –ιδίως στο Τορίνο– και τη διαδικασία έκδοσης της ομώνυμης εφημερίδας. Η Avanguardia Operaia, πιο λενινιστική στον προσανατολισμό της, θα τροφοδοτηθεί από τη σημαντική συνεισφορά της στις απεργίες σε κρίσιμους κλάδους. Η Potere Operaio δεν υπήρξε μόνο ο πολιτικός κληρονόμος του ρεύματος του εργατισμού, αλλά και ενός κύκλου αγωνιστικών εμπειριών σε μεγάλους εργασιακούς χώρους. Το Manifesto ήταν το αποτέλεσμα της εσωτερίκευσης των αντιθέσεων στο εσωτερικό του ΙΚΚ, και της αποχώρησης ενός κομματιού της αριστερής πτέρυγας, με προχωρημένες θέσεις για τη δυνατότητα της επανάστασης στη Δύση σε ρήξη με τον οικονομισμό και το μεταρρυθμισμό του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος.

Οι αλλεπάλληλες κοινωνικές εκρήξεις, το ριζοσπαστικό φοιτητικό κίνημα, το μαχητικό και αντικαπιταλιστικό εργατικό κίνημα, οι ριζοσπαστικές διεκδικήσεις σε πεδία της κοινωνικής αναπαραγωγής (νομιμοποίηση διαζυγίου και εκτρώσεων που έμπρακτα αμφισβητούσαν την έντονη παρουσία της καθολικής εκκλησίας), η αύξηση της απήχησης της αριστεράς σήμαιναν πραγματική αποσταθεροποίηση των όρων άρθρωσης της αστικής ηγεμονίας. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο κοινωνικό σχηματισμό του αναπτυγμένου καπιταλισμού, η Ιταλία βρέθηκε κοντά σε συνθήκες επαναστατικής κρίσης. Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο, τα αστικά επιτελεία και οι ιμπεριαλιστικοί μηχανισμοί απάντησαν με ένα μεγάλο κύμα μαύρης τρομοκρατίας, εξετάζοντας παράλληλα το ενδεχόμενο ενός πραξικοπήματος μέσα από τον μηχανισμό του νατοϊκού δικτύου Gladio.

Παρ’ όλες τις μεγάλες δυνατότητες που αντικειμενικά υπήρχαν για να τεθεί ζήτημα εξουσίας, το ΙΚΚ επέλεξε την ακόμη μεγαλύτερη ενσωμάτωσή του στην επίσημη πολιτική και τον μετασχηματισμό του σε καθεστωτική δύναμη, μέσα από την περίφημη θέση για το Ιστορικό Συμβιβασμό, δηλαδή την προοπτική δημοκρατικής κυβέρνησης από κοινού με τη Χριστιανική Δημοκρατία, το βασικό κόμμα της κεντροδεξιάς. Το αποκορύφωμα ήρθε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, όταν το ΙΚΚ έφτασε να συναινέσει σε πολιτικές λιτότητας και στη σκλήρυνση των «αντιτρομοκρατικών» νομοθεσιών.

Ωστόσο, η επαναστατική αριστερά συνέχισε να αναπτύσσεται και να μαζικοποιείται, ενώ στα τέλη του 1972 και στις αρχές του 1973 υπήρξε ένας μεγάλος κύκλος απεργιών, συχνά άγριων (π.χ. με καταλήψεις στο εργοστάσιο Mirafiori της FIAT). Δυναμικά και πετυχημένα υπήρξαν τα κινήματα για το διαζύγιο και τη νομιμοποίηση των εκτρώσεων, με πρωτοπόρο ρόλο της επαναστατικής αριστεράς, ενώ μαζικές ήταν οι κινητοποιήσεις ενάντια στις αυξήσεις στα ενοίκια και τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (οι περίφημες καμπάνιες «αυτομείωσης» των τιμών). Παρ’ όλα αυτά, και στον χώρο της επαναστατικής αριστεράς το έλλειμμα στρατηγικής για το θέμα της εξουσίας και η λανθασμένη, όπως αποδείχτηκε, πολιτική επένδυση στο ενδεχόμενο οι εκλογές του 1976 να οδηγήσουν σε κυβέρνηση της αριστεράς οδήγησαν και τις μεγάλες οργανώσεις της επαναστατικής αριστεράς σε κρίση.

Από την άνοδο στην κρίση

Η κρίση των οργανώσεων στο έδαφος του συνεχόμενου πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού οδήγησε σε άλλες διεξόδους. Μια μορφή διεξόδου αποτέλεσε το σύνολο των πολιτικών και κινηματικών πρακτικών που αυτοπροσδιορίζονταν ως αυτονομία, οι οποίες συνδύαζαν τη ριζοσπαστική διεκδίκηση, την αντίληψη της πολιτικής πρωτίστως ως σύγκρουσης, την άρνηση της ανάγκης κεντρικής πολιτικής συγκρότησης, αλλά και τη σταδιακή έξοδο από την κεντρικότητα της εργατικής τάξης προς νέα κοινωνικά υποκείμενα. Η αυτονομία είχε απήχηση και επηρέασε έντονα τον λόγο και τις συμβολικές αναγνωρίσεις του μεγάλου νεολαιίστικου κινήματος του 1977. Ταλαντεύτηκε όμως έντονα ανάμεσα σε αυθορμητίστικες και μιλιταριστικές πρακτικές. Μια άλλη μορφή ήταν το αδιέξοδο του ένοπλου αγώνα. Παρά την ιδιαίτερη μαζικότητα των οργανώσεων της ένοπλης πάλης και την οργανική σύνδεσή τους με κινήματα, εντούτοις εγκλωβίστηκαν –ιδιαιτέρως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες– στη λογική του χτυπήματος στην «καρδιά του κράτους», υποκαθιστώντας τελικά την πολιτική δραστικότητα με την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα – με αποκορύφωμα την απαγωγή και εκτέλεση Μόρο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κατασταλτικό όργιο, που οδήγησε στη φυλάκιση χιλιάδων αγωνιστών και σε εκτεταμένες σκευωρίες ακόμα και απέναντι σε ρεύματα της αριστεράς που δεν είχαν αναφορά στην ένοπλη πάλη.

Συμβολικό τέλος αυτής της ιστορίας αγώνων, η ήττα της μεγάλης απεργίας στη FIAT τον Οκτώβριο του 1980, που έδωσε τη δυνατότητα στην εργοδοσία να προχωρήσει σε 23.000 απολύσεις, με έμφαση κυρίως στους πιο μαχητικούς εργαζομένους.

Αντί επιλόγου

Για δυο δεκαετίες σχεδόν, η Ιταλία αποτέλεσε εργαστήρι κινηματικών, πολιτικών και θεωρητικών εμπειριών. Εκεί, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η επαναστατική αριστερά πήρε χαρακτηριστικά πολιτικού ρεύματος με πραγματική κοινωνική γείωση. Ως ιστορική εμπειρία προσφέρει σημαντικά συμπεράσματα: ότι μπορεί να τεθεί η επικαιρότητα της επανάστασης στους μητροπολιτικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, ότι όριο της ενσωμάτωσης της ρεφορμιστικής αριστεράς είναι ο μετασχηματισμός της σε στήριγμα του καθεστώτος, ότι η επαναστατική αριστερά δεν είναι απλώς διακριτό ρεύμα αλλά πραγματικό ρήγμα μέσα στη δυναμική του αγώνα.

Ωστόσο, τα πραγματικά ανοιχτά ερωτήματα ως προς την επαναστατική στρατηγική, η απουσία μιας ενωτικής πανεθνικής επαναστατικής οργάνωσης την επαύριον του «Καυτού Φθινοπώρου», η ρεβιζιονιστική και καθεστωτική μετάλλαξη του ΙΚΚ, ο τρόπος που τέθηκε το ζήτημα της ένοπλης πάλης, το βάρος μιας τεράστιας επιχείρησης καταστολής είχαν ως συνέπεια την ήττα. Ό,τι αποτελούσε το ισχυρό σημείο των διάφορων παραλλαγών της αριστεράς μετατρεπόταν τελικά και σε εμπόδιο: η πανεθνική απήχηση του ΙΚΚ το εγκλώβισε σε μια κατεύθυνση ενσωμάτωσης, η κινηματική γείωση της άκρας αριστεράς την έκανε να παραβλέπει ότι, αν και όντως η «ηγεμονία ξεκινά από το εργοστάσιο», δεν τελειώνει εκεί, η πραγματική αναμέτρηση με το ερώτημα της ένοπλης εξέγερσης οδήγησε σε έναν αυτοκτονικό φαύλο κύκλο βίας.

Αλλά αυτό δεν αναιρεί ότι για ένα μεγάλο διάστημα το στοίχημα παίχτηκε στην Ιταλία περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στη Δυτική Ευρώπη. Γι’ αυτό και είναι μια εμπειρία που αξίζει να μελετηθεί από όσους εξακολουθούν να αναφέρονται στη δυνατότητα μιας επαναστατικής αριστεράς.

* Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στο Εκτός Γραμμής τχ. 18 που κυκλοφόρησε τον Μάιο 2008, με αφιέρωμα στα 40 χρόνια από τον Μάη του ’68.

Advertisements

Γρηγόρης Λαμπράκης

55 χρόνια από την δολοφονική επίθεση.

Γρηγόρης Λαμπράκης

Πηγή: sansimera.gr

Γιατρός, αθλητής, πολιτικός, μα πάνω απ’ όλα αγωνιστής της Δημοκρατίας και της Ειρήνης. Γεννήθηκε στην Κερασίτσα Αρκαδίας στις 3 Απριλίου 1912. Μετά το τέλος των εγκύκλιων σπουδών του μετέβη στην Αθήνα και εισήλθε στην Ιατρική. Από τα εφηβικά του χρόνια ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και αναδείχθηκε δέκα φορές βαλκανιονίκης στο άλμα εις μήκος, ενώ επί 23 χρόνια (1936-1959) κατείχε το πανελλήνιο ρεκόρ του αγωνίσματος.

Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Το 1943 ίδρυσε την «Ένωση των Ελλήνων Αθλητών» και διοργάνωσε αγώνες, από τα έσοδα των οποίων τροφοδοτούσε τα λαϊκά συσσίτια. Μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και το 1950 αναγορεύθηκε υφηγητής στην έδρα της Μαιευτικής και Γυναικολογίας.

Στις εκλογές «της βίας και της νοθείας», όπως έμεινε στην ιστορία η εκλογική διαδικασία της 29ης Οκτωβρίου 1961, πολιτεύθηκε με το ΠΑΜΕ (Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδος), έναν συνασπισμό αριστερών δυνάμεων με επικεφαλής την ΕΔΑ και εξελέγη βουλευτής Πειραιά. Τον ίδιο χρόνο δραστηριοποιήθηκε στο ειρηνιστικό κίνημα και με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε η «Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη» (ΕΕΔΥΕ).

Στις 21 Απριλίου 1963 η ΕΕΔΥΕ διοργάνωσε Πορεία Ειρήνης από τον Μαραθώνα στην Αθήνα. Η αστυνομία απαγόρευσε την πορεία και συνέλαβε πολλούς από τους διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων και τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Λαμπράκης, προστατευόμενος από τη βουλευτική του ασυλία, πραγματοποίησε μόνος την πορεία, κρατώντας ένα μικρό πανό με το σύμβολο της ειρήνης. Αμέσως μετά συνελήφθη από την αστυνομία.

Στις 22 Μαΐου 1963 ο Γρηγόρης Λαμπράκης παρέστη και μίλησε σε εκδήλωση για την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη. Μετά το τέλος της εκδήλωσης δέχθηκε δολοφονική επίθεση σε κεντρικό δρόμο της πόλης από τρίκυκλο, στο οποίο επέβαιναν οι ακροδεξιοί Σπύρος Γκοτζαμάνης και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης. Τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε στις 27 Μαΐου 1963, σε ηλικία 51 ετών. Ο θάνατός του προκάλεσε αγανάκτηση στην κοινή γνώμη, οξύτατη πολιτική κρίση, αλλά και διεθνή κατακραυγή.

Την επομένη ένα πλήθος 500.000 ανθρώπων συγκεντρώθηκε στο Α’ Νεκροταφείο για το «Ύστατο Χαίρε». Γρήγορα, η συγκέντρωση μετατράπηκε σε διαδήλωση καταδίκης της δεξιάς κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Παλατιού.

Φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας Λαμπράκη ήταν ο Σπύρος Γκοτζαμάνης και ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, αλλά η δικαστική έρευνα που διεξήγαγαν ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας και ο νεαρός ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης έφεραν στο φως σχέσεις των αρχών με ένα ακροδεξιό παρακράτος. Ο ανακριτής Σαρτζετάκης απήγγειλε, μάλιστα, κατηγορίες και εναντίον ανώτατων αξιωματικών της Χωροφυλακής. Οι φυσικοί αυτουργοί καταδικάσθηκαν τον Δεκέμβριο του 1966 σε πολυετή φυλάκιση και απελευθερώθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Η δολοφονία Λαμπράκη επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αφού διερωτήθηκε «ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;» εγκατέλειψε την πρωθυπουργία και την πολιτική τον Ιούνιο του 1963 και αποσύρθηκε στο Παρίσι. Χιλιάδες νέοι ίδρυσαν τον πολιτικό οργανισμό «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη», που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο προοδευτικό κίνημα της δεκαετίας του ’60. Πρώτος γραμματέας της οργάνωσης ανέλαβε ο Μίκης Θεοδωράκης.

Η ζωή και ο θάνατος του Γρηγόρη Λαμπράκη ενέπνευσε τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό στο περίφημο πολιτικό του μυθιστόρημα με τον τίτλο Ζ. Το 1969 μεταφέρεται με μεγάλη επιτυχία στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, με πρωταγωνιστές τους Υβ Μοντάν, Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Ειρήνη Παπά.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης με την προσωπικότητα και τη δράση του παραμένει και σήμερα ένα σύμβολο της Δημοκρατίας και του αγωνιζόμενου ανθρώπου κατά της πολιτικής καταπίεσης.

Το σινεμά και ο Μάης

Του Δημήτρη Λένη
Πηγή: ektosgrammis.gr *

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το ευρωπαϊκό σινεμά κειτόταν –όπως και ολόκληρη η Ευρώπη– σε συντρίμμια. Το αμερικάνικο σινεμά, στηριγμένο στην ισχυρότατη και απείραχτη από τον πόλεμο βιομηχανική του βάση, εύκολα κατέκτησε μονοπωλιακή θέση. Στην Ευρώπη η ανασυγκρότηση της κινηματογραφικής παραγωγής άρχισε σιγά σιγά να γίνεται στη βάση ενός ήδη ξεπερασμένου ακαδημαϊσμού. Έτσι το γαλλικό σινεμά συνέχισε να αναπαράγει προπολεμικές αφηγηματικές μορφές βασισμένες στο μυθιστόρημα του 19ου αι., ενώ στην ΕΣΣΔ η απόλυτη επικράτηση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού επέβαλε το κλείσιμο του «προοδευτικού» σινεμά στα στενά όρια της γραμμικής αφήγησης, της τυποποίησης των πάντα ηρωικών χαρακτήρων, της τελετουργικής εξύμνησης των σοσιαλιστικών καθεστώτων.

«Η τέχνη είναι νεκρή. Να απελευθερώσουμε την καθημερινή μας ζωή» (Ο τοίχος, 1968)

Η Ιταλία, λόγω της ιδιαίτερα μεγάλης καταστροφής που υπέστη, της έντονης μεταπολεμικής κρίσης και ανεργίας, της ηγεμονικής παρουσίας της αριστεράς, αποτέλεσε εξαίρεση και πραγματικό εργαστήριο κινηματογραφικών πειραματισμών. Ο ιταλικός νεορεαλισμός, στο τέλος της δεκαετίας του 1940 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’50, με τη σκληρή απεικόνιση της πραγματικότητας, τα γυρίσματα σε φυσικούς χώρους με συχνά ερασιτέχνες ηθοποιούς, τη σαφή πολιτική (ενίοτε ταξική) θέση του, άσκησε μεγάλη επιρροή. Οι Βισκόντι, Ροσσελλίνι, Ντε Σίκα και άλλοι κινηματογράφησαν την καταστροφή (Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη), αφηγήθηκαν την κατάσταση του προλεταριάτου στον βιομηχανικό Βορρά (Κλέφτης ποδηλάτων), ή στον Νότο (Η γη τρέμει), η συνέδεσαν την οικονομική κατάσταση, το έγκλημα και το ερωτικό πάθος (Διαβολικοί εραστές).

Η νουβέλ βαγκ και το τέλος των κανόνων

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, με βάση το θεωρητικό κινηματογραφικό περιοδικό Cahiers du cinema, ένα νέο κύμα («nouvelle vague») σκηνοθετών σάρωσε τα λιμνάζοντα ύδατα του κινηματογράφου. Οπαδοί οι περισσότεροι ενός λιγότερο ή περισσότερο ρεαλιστικού σινεμά, οι σκηνοθέτες αυτοί ξεκίνησαν σχεδόν όλοι ως κριτικοί: Απέρριψαν το αμερικάνικο σινεμά, κατηγορώντας το ότι αντί να κάνει τον θεατή συμμέτοχο και κριτή της πραγματικότητας τον βοηθάει να «δραπετεύσει» από αυτήν, σχεδόν θεοποίησαν τους δημιουργούς που κατάφεραν να ανοίξουν ρωγμές στην τυποποιημένη, απρόσωπη, βιομηχανική παραγωγή, επηρεάστηκαν από τον νεορεαλισμό, και φυσικά από την εικονοκλαστική ιδιοφυΐα του Μπέργκμαν.

Με εμβληματική χρονιά το 1959, και τα Με κομμένη την ανάσα του Γκοντάρ και Τα 400 χτυπήματα του Τρυφώ, μια πλημμυρίδα νέων φιλμ ανέτρεψε τα δεδομένα. Όντας ευαίσθητοι δέκτες του νεανικού ρεύματος αμφισβήτησης της εποχής, οι σκηνοθέτες αυτοί ασχολήθηκαν με καινούργια θέματα ταμπού: τη ζωή στην πόλη, την κοινωνία της αφθονίας, τις σχέσεις των φύλων, τη σεξουαλική απελευθέρωση, αδιαφορώντας για τους καθιερωμένους κανόνες, γυρίζοντας τις ταινίες τους στον δρόμο, αφήνοντας τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν, προβλέποντας και βοηθώντας να ξεσπάσει στην ουσία η ίδια η εξέγερση.

Η επιρροή αυτού του τύπου κινηματογράφησης ήταν βαθιά. Εκτός από τη γαλλική νουβέλ βαγκ, ολόκληρη η Ευρώπη, δυτική και ανατολική (η τελευταία μέχρι τουλάχιστον τη βίαιη «κανονικοποίηση» που ακολούθησε την «Άνοιξη της Πράγας») αλλά και χώρες του τρίτου κόσμου και της Λατινικής Αμερικής είδαν μια άνθηση του κινηματογράφου. Νέοι δημιουργοί, ενισχυμένοι από τα νεοσύστατα κρατικά κέντρα κινηματογράφου, προσπαθούσαν όχι μόνο να μεταφέρουν το κλίμα της καθημερινότητας, αλλά και κυρίως να ασκήσουν κριτική σε αυτό, να αλληλεπιδράσουν με τον θεατή ως πολιτικό υποκείμενο, να κάνουν κριτική και στον τρόπο που το σινεμά είναι ένας μηχανισμός παραγωγής και διάδοσης ιδεολογίας.

Ο Μάης και η πολιτικοποίηση

Προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 το σινεμά βρίσκεται σε έναν υπερεπαναστατικό αναβρασμό. Δεν ήταν λίγοι οι άνθρωποι του χώρου που πίστευαν ότι προετοιμάζουν την επανάσταση με την κάμερα στο χέρι – πρώτος ανάμεσα τους ο Γκοντάρ. Η έντονη, μαρξιστικής αναφοράς πολιτικοποίηση, η κριτική στον υπαρκτό σοσιαλισμό, η επαναφορά της ριζοσπαστικής προβληματικής για τη σχέση τέχνης και ζωής που είχε προκύψει την εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης, η αναφορά στην Πολιτιστική Επανάσταση, και φυσικά το Βιετνάμ μετέβαλαν για μια ακόμη φορά (και μάλιστα την τελευταία ώς τώρα στην ιστορία του σινεμά) τη θεματολογία, την αισθητική και τον τρόπο δημιουργίας της ταινίας.

«Δεν χρειαζόμαστε πολιτικά φιλμ, αλλά φιλμ φτιαγμένα με πολιτικό τρόπο» (Ομάδα Τζίγκα Βερτόφ, 1969)

Αν ορισμένοι σκηνοθέτες αρκέστηκαν στην αριστερή πολιτική θεματολογία, κρατώντας όμως τις κλασικές φιλμικές τεχνικές αφήγησης (λ.χ. ο Κώστας Γαβράς δομεί το Ζ ως ένα κλασικό αστυνομικό φιλμ), η κριτική συχνά προχωρά πολύ πιο μακριά. Δεν ήταν λίγες οι ταινίες της εποχής που απέρριψαν τους κανόνες γραφής (με διάρρηξη του χωροχρονικού συνεχούς ή πάλι αναπαράγοντας τον πραγματικό χρόνο στο φιλμ – ειδική μνεία πρέπει να γίνει στον Ζ.Μ. Στράουμπ), τη συνεκτική υπόθεση (με ταινίες-μανιφέστα που μόνο προσχηματική υπόθεση είχαν) κ.λπ.

Το τέλος (;) του σινεμά

Ο κινηματογράφος είναι, από ιστορική άποψη, η πρώτη καθαρά καπιταλιστική τέχνη. Από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του, στις αρχές του 20ού αι., χρησιμοποίησε το πλήρες οπλοστάσιο της βιομηχανικής παραγωγής, τόσο στο επίπεδο της δημιουργίας (φιλμ, κινηματογραφικές μηχανές κ.λπ.), όσο και στο επίπεδο της διανομής για να φτάσει σε μαζικά ακροατήρια.

Όσο κι αν ήταν μια νέα τέχνη, αναγκαστικά χρησιμοποίησε το έτοιμο «λεξιλόγιο» προηγούμενων μορφών, και ειδικότερα του μυθιστορήματος του 19ου αι. Με την πολύτιμη εξαίρεση της ρώσικης πρωτοπορίας, το έργο του σκηνοθέτη είναι με τα κινηματογραφικά εργαλεία του μοντάζ, της μουσικής κ.λπ. να δώσει στον θεατή την ψευδαίσθηση ότι είναι ηδονοβλεψίας της πραγματικότητας: μιας πλαστής πραγματικότητας, επικαθορισμένης από τον καπιταλισμό του στούντιο και της χρηματοδότησης. Τα πιο προχωρημένα κινηματογραφικά πειράματα μετά τον Μάη επιχείρησαν να ξαναπιάσουν το νήμα των ερωτημάτων που αφορούν τη σχέση τέχνης και ζωής, σπάζοντας την ψευδαίσθηση αυτή και προσπαθώντας να ξαναβάλουν το ακροατήριο σε δράση και όχι παθητική αποδοχή και απόδραση.

Το ακραίο τέτοιο πείραμα (και από άποψη πολιτικών διδαγμάτων το πιο ενδιαφέρον) ήταν η ομάδα Τζίγκα Βερτόφ, μια μαοϊκή κολεκτίβα με ηγέτη τον Γκοντάρ, που προσπάθησε να καταστρέψει την κλασική κινηματογραφική μορφή κάνοντας στρατευμένο κριτικό σινεμά έξω από το κύκλωμα παραγωγής και διανομής.

Με εργαλεία τον διαρκή πειραματισμό, την μπρεχτικού τύπου αποστασιοποίηση (δηλ. τη διαρκή αφύπνιση του θεατή, την αναγνώριση από μέρους του ότι παρακολουθεί μια ταινία και ότι το σημαντικό δεν είναι να χαθεί μέσα της αλλά να αλλάξει τη ζωή του), τον μαρξιστικό-λενινιστικό λόγο, την εργατική αναφορά, η κολεκτίβα που παρέμεινε ενεργή την περίοδο 1968-1972 επιχείρησε τη δημιουργία επαναστατικών μανιφέστων, όπλων για την επανάσταση. Φυσικά το πείραμα αυτό είχε παταγώδη αποτυχία. Ο ακραίος διανοουμενισμός (για παράδειγμα το διαρκές άγχος για αποστασιοποίηση φτάνει τελικά στο όριο της ακατανοησίας), η παντελής αποτυχία πραγματικής σύνδεσης με τις εργατικές μάζες (και η σαρωτική επικράτηση της τηλεόρασης), και κυρίως το γεγονός ότι, όπως δείχνει η πείρα, τέτοια μεγάλα πειράματα μπορούν να έχουν διαρκή επιτυχία (και κοινό…) μόνο σε επαναστατικούς καιρούς, γρήγορα το καταδίκασαν στη σιωπή, όταν το 1972 και μετά το επαναστατικό ρεύμα έσβησε, και ο νεοφιλελευθερισμός επικράτησε και στο οικονομικό και στο πολιτιστικό πεδίο, με το εγκεφαλικά νεκρό σινεμά του μπλοκμπάστερ και του ποπκορν να είναι η μοναδική επιλογή.

«Η τέχνη είναι νεκρή. Ο Γκοντάρ δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό» (Ο τοίχος, 1969)

Αν κάτι χαρακτήριζε το σινεμά του Μάη ήταν η φρενιτιώδης αναζήτηση νέων μορφών, το διαρκές επαναστατικό σπάσιμο των καλουπιών, συχνά σε βάρος του περιεχομένου, μια διαδικασία που τότε νόμιζαν ότι δεν μπορεί να ενσωματωθεί στο «σύστημα». Ωστόσο ο καλύτερος μαθητής των μορφολογικών αναζητήσεων της περιόδου ήταν ακριβώς το «σύστημα»: Η σύγχρονη αισθητική της διαφήμισης και του βίντεο κλιπ ενσωμάτωσαν τις φιλμικές καινοτομίες του 1960. Ίσως γιατί καμιά ταινία δεν μπορεί να είναι «επαναστατική» αν δεν υπάρχει το αντίστοιχο κοινό που να είναι έτοιμο όχι να δεχτεί, αλλά να κάνει την επανάσταση.

Μερικές από τις ταινίες της εποχής παραμένουν ακόμα και σήμερα φρέσκες και συναρπαστικές. Αν όμως δεν τις ξεπεράσουμε –και αυτές και την επαναστατική πείρα της περιόδου –, θα παραμείνουν στείρα μουσειακά δείγματα και όχι αυτό που επεδίωξαν να είναι: επανάσταση.

*Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στο Εκτός Γραμμής τχ. 18
που κυκλοφόρησε τον Μάιο 2008, με αφιέρωμα στα 40 χρόνια από τον Μάη του ’68.

Μόνικα Ερτλ: Η εκδίκηση του ονείρου

Το κορίτσι που μετέτρεψε σε εφιάλτη
τις νύχτες του δολοφόνου του Τσε.

Του Γρηγόρη Τραγγανίδα
Πηγή: toperiodiko.gr

Ο πατέρας της την έλεγε «αγοροκόριτσο». Ότι ήταν το αγόρι που ήθελε και δεν απέκτησε. Ότι ήταν «μισό αγόρι». Ότι «πυροβολούσε σαν παλικάρι». Ήταν αδύνατον να χωρέσει στο ναζιστικό κεφάλι του πως ένα κορίτσι μπορεί να πυροβολήσει υπέροχα σαν κορίτσι.

Και ήταν αδύνατον να φανταστεί ποτέ, πώς θα χρησίμευε αυτή η ικανότητα στην μονάκριβη κόρη του, την «πεταλουδίτσα» του, όπως την φώναζε, την Πρωταπριλιά του 1971, όταν φύτευε τρεις σφαίρες σε σχήμα V, το σήμα της νίκης, στο στήθος του δολοφόνου του Τσε.

Γιατί οι ναζί δεν έχουν φαντασία.

Έχει όμως η ζωή.

Γεμάτος από την αυτοπεποίθηση της ατιμωρησίας και την αυταρέσκεια της κενότητας, ο Ρομπέρτο Κιντανίλια Περέιρο, γενικός πρόξενος της Βολιβίας στο Αμβούργο, υποδεχόταν την ελκυστική ξανθούλα Γερμανίδα που ζητούσε βίζα. Με κάποιο πρόσχημα τον ακολούθησε στο γραφείο του.

Ήταν πάντα πολύ προσεκτικός. Ποτέ δεν ένιωθε εντελώς ασφαλής, ακόμη και στην Γερμανία, στο διπλωματικό του πόστο.

Είχε τους λόγους του.

Να, όμως, που εκείνο το πρωινό της 1ης Απρίλη του 1971, το «εσωτερικό σύστημα ασφαλείας» του δεν δούλεψε.

Ποιος ξέρει.

Μπορεί να το «απενεργοποίησε» αυτή η χαριτωμένη ξανθούλα.

Ηταν αδύνατον να χωρέσει το φασιστικό κεφάλι του ότι θα μπορούσε ποτέ να κινδυνεύσει στο κέντρο της Ευρώπης, μέσα στο κτίριο του προξενείου, από μια γυναίκα που ήθελε να ταξιδέψει στην χώρα του.

Γιατί οι φασίστες δεν έχουν φαντασία.

Έχει όμως η ζωή.

Και αυτό που ακολούθησε όταν η πόρτα του γραφείου έκλεισε και έμειναν οι δυο τους, ο Βολιβιανός «πρόξενος» και η Γερμανίδα «τουρίστρια», παραπέμπει σε εκτέλεση: Η «χαριτωμένη ξανθούλα», ως δια μαγείας εμφάνισε ένα πιστόλι στο χέρι της, το ύψωσε προς τον «πρόξενο» και ψύχραιμα, ίσως και χαμογελώντας, ποιος ξέρει, πυροβόλησε τρεις φορές σχεδόν εξ επαφής.

Τα ανοίγματα εισόδου των σφαιρών στο στήθος του «πρόξενου» σχημάτισαν ένα ισοσκελές τρίγωνο.

Πολύ δύσκολο να ήταν σύμπτωση.

Άλλωστε, το σημείωμα που βρέθηκε πάνω στο πτώμα δεν έφηνε περιθώρια αμφιβολίας:

«Νίκη ή θάνατος!»

Το σύνθημα των Βολιβιανών παρτιζάνων.

Από την πρώτη στιγμή γεννήθηκαν πολλά ερωτηματικά. Οπως, για παράδειγμα, πώς κατάφερε η «δολοφόνος» να ξεφύγει, πολύ περισσότερο που η σύζυγος του Κιντανίλια άρχισε να τρέχει από πίσω της, αναγκάζοντάς την να χάσει πολύτιμο χρόνο; Όταν, επίσης, βρέθηκαν από την αστυνομία γυαλιά, περούκα, η τσάντα της ακόμη και το πιστόλι;

Κι όμως.

Δεν την βρήκαν.

Όχι εκεί.

Όχι τότε.

Και ένας ακόμη επαναστατικός θρύλος είχε μόλις γεννηθεί. Αυτός της «Ίμμιλα». Της «νεαρής Ινδιάνας».

Κατά κόσμον, Μόνικα Ερτλ.

Τα γερμανικά – και όχι μόνο – ΜΜΕ έπεσαν σε μια σχεδόν «ευφορική» κατάσταση. Μια ιστορία έρωτα, επαναστατικού πάθους, οικογενειακής «προδοσίας» και εκδίκησης που απλώνεται σε δύο ηπείρους και αφορά σε έναν από τους εμβληματικότερους επαναστάτες του 20ού αιώνα, δεν είναι κάτι που το βρίσκεις κάθε μέρα.

Διότι η όμορφη «δολοφόνος» δεν ήθελε να πάρει εκδίκηση για κάποιον τυχαίο, αλλά για τον θρυλικό Τσε Γκεβάρα, ο οποίος είχε δολοφονηθεί μερικά χρόνια πριν, το 1967, στην Βολιβία.

Όταν, μάλιστα, έγινε γνωστό πως ο «άγγελος τιμωρός» δεν προερχόταν από τις λατινοαμερικανικές ζούγκλες, αλλά ήταν μια Γερμανίδα με καταγωγή από την βόρεια Βαυαρία, ο δημοσιογραφικός «οίστρος» έπεσε σχεδόν σε καταληψία από το αληθινό «σενάριο» που ξετυλιγόταν ανέλπιστα μπροστά του.

Και όλα αυτά ήταν μόνο η αρχή.

Διότι η «τιμωρός», όχι μόνο ήταν Γερμανίδα, αλλά και κόρη ενός επιφανούς προπαγανδιστικού στελέχους των ναζί, του Χανς Ερτλ, ενός ταλαντούχου ορειβάτη, προπολεμικά, ο οποίος, ταυτόχρονα, ήταν και επικεφαλής κάμεραμαν του κινηματογραφικού συνεργείου της Λένι Ρίφενσταλ, της εμβληματικότερης ναζίστριας σκηνοθέτριας, το «βαρύ πυροβολικό» της προπαγανδιστικής μηχανής του Γκέμπελς, με την οποία γύρισαν μαζί την «Ολυμπία», για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο, το προπαγανδιστικό «ντεμπούτο» των ναζί σε τέτοια ευρεία κλίμακα.

Ο Χανς Ερτλ με την Λένι Ρίφενσταλ

Ο Ερτλ είχε μια έντονη ερωτική σχέση με την Ρίφενσταλ και είναι εξαιρετικά πιθανόν, σχεδόν βέβαιο, ότι η Μόνικα ήταν η κόρη της.

Μπορεί ο Χανς Ερτλ να προσπάθησε αργότερα να εμφανιστεί ως ένας «αφελής», «ευκολόπιστος» και «μπερδεμένος» οπαδός των ναζί, αλλά σε όλη την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εργάστηκε στον προπαγανιστικό μηχανισμό τους, φωτογραφίζοντας και κινηματογραφώντας για τα κινηματογραφικά χρονικά της ναζιστικής προπαγάνδας, «Wochenschau».

Μάλιστα, ήταν από τους αγαπημένους κινηματογραφιστές του Ρόμελ, τον οποίο συνόδευε στις εκστρατείες του, αποκτώντας την φήμη του προσωπικού φωτογράφου του.

Εκτός αυτού, μετά την λήξη του πολέμου, ο, κατά τα άλλα «μπερδεμένος» ναζί, Ερτλ, το σκάει, όπως και πολλοί ακόμη ομοϊδεάτες του, στην Λατινική Αμερική, όπου δημιουργήθηκαν ναζιστικές «παροικίες». Πραγματικές «σφηκοφωλιές». Δεν έφυγε, όμως, αμέσως. Ζούσε κανονικά στην Δυτική Γερμανία με την, γεννημένη το 1937 στο Μόναχο, κόρη του, η οποία μεγάλωνε μέσα στην υποκριτική ηρεμία της μεταπολεμικής Γερμανίας σαν ένα οποιοδήποτε άλλο παιδί, οποιουδήποτε άλλου γονιού.

Ο δικός της πατέρας όμως δεν ήταν όπως οι άλλοι, αν και έκανε προσπάθειες να κρυφτεί πίσω από την τέχνη του, εξακολουθώντας να κάνει σινεμά.

Όταν δεν λαμβάνει το εθνικό βραβείο κινηματογράφου για το ντοκιμαντέρ του «Camp 5 (6.900 m)» στο Nanga Parbat, μια ταινία του 1953 για την πρώτη ανάβαση του μεγάλου Γερμανού αλπινιστή, Χέρμαν Μπουλ, μόνος του και χωρίς οξυγόνο, στο Nanga Parbat του Ιμαλαΐων, στα 8.000 μέτρα υψόμετρο, ο Ερτλ εξοργίζεται – με το γνωστό, αμετανόητο ναζιστικό θράσος – αλλά και τρομοκρατείται. Για πόσο ακόμα θα μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος;

Καταφεύγει στην Βολιβία όπου δημιουργεί μια φάρμα περίπου εκατό χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Λα Πας και ασχολείται με την εκτροφή βοοειδών. Τους επισκέπτες της φάρμας υποδεχόταν ένα γερμανικό πρόβατο και μια πινακίδα που έγραφε «Ελεύθερη Δημοκρατία της Βαυαρίας».

Όχι κι άσχημα για έναν «ευκολόπιστο» «αφελή»…

Όμως ο Χανς Ερτλ ήταν συνειδητός ναζί. Δεν έπαψε ποτέ να είναι. Η στενή του φιλία με τον Κλάους Μπάρμπι, τον γνωστό «χασάπη της Λυών», είναι απλά μία ακόμη απόδειξη, αλλά και μια σοβαρή ένδειξη για τις πιθανές, άλλες δραστηριότητες του, κατά τα άλλα, «εμιγκρέ», «αγρότη», «κινηματογραφιστή». Διότι, ως γνωστόν, ο Μπάρμπι, όπως και άλλα ναζιστικά στελέχη, μετά τον πόλεμο στρατολογήθηκε από την CIA και έδρασε ως πράκτορας, τόσο στην Λατινική Αμερική, όσο και στην Ευρώπη.

Στην Λατινική Αμερική διακρίθηκε ως «σύμβουλος» για την καταπολέμηση του κομμουνισμού, ενώ, ειδικά στην Βολιβία, όπου ζούσε και ο «κολλητός» του Ερτλ, ήταν ο εμπνευστής και οργανωτής των παραστρατιωτικών δολοφονικών συμμοριών που δρούσαν για λογαριασμό των βολιβιανών κυβερνήσεων στην καταστολή του επαναστατικού κινήματος.

Μάλιστα, συμμετείχε και στην οργάνωση της επιχείρησης για την εξόντωση του Τσε.

Ο Μπάρμπι συστήθηκε στον Ερτλ με το κωδικό του όνομα, «Κλάους Αλτμαν». Ο Ερτλ για χρόνια θα αρνούνταν ότι γνώριζε την πραγματική ταυτότητα του Ες Ες εγκληματία. Αργότερα όμως θα ομολογούσε ότι ο Μπάρμπι εξαρχής του είχε αποκαλύψει ποιος, πραγματικά, ήταν.

Μέσα σε αυτό το νοσηρό περιβάλλον μεγάλωνε η Μόνικα. Περιτριγυρισμένη από υπηρετικό προσωπικό που προλάβαινε κάθε επιθυμία της, προσπαθούσε να σκοτώσει την ώρα της με ιππασία και σκοποβολή, ενώ ακολουθούσε και τον πατέρα της σε γυρίσματα ντοκιμαντέρ μέσα στην βολιβιανή ζούγκλα, με τη νεαρή Βαυαρή να συλλέγει δηλητηριώδη φίδια που έπιανε μόνη της και τα έβαζε σε βάζα και να τηγανίζει πιράνχας στην φωτιά.

Όλα έδειχναν να οδεύουν σε ένα προδιαγεγραμμένο μέλλον, το οποίο πιθανότατα θα περιελάμβανε και κάποιον γάμο με έναν γόνο ενός υψηλόβαθμου ναζί – μάλιστα το 1967 φαίνεται πως έκανε κι έναν τέτοιον γάμο – παιδιά, πάλι ιππασία, «μπάρμπεκιου», εγγόνια που θα ντύνονταν με τις στολές της χιτλερικής νεολαίας στις «γιορτές».

Αυτά μπορεί να συμβαίνουν στα ναζιστικά όνειρα.

Διότι, είπαμε, οι ναζί δεν έχουν φαντασία.

Σε αντίθεση με την ζωή.

Έτσι η Μόνικα επιφύλασσε δυσάρεστες εκπλήξεις στον πατέρα της, τον φίλο του Ρόμελ και του Κλάους Μπάρμπι, του εραστή της Λένι Ρίφενσταλ.

Για τον δημοσιογράφο, Γιούργκεν Σράιμπερ, ο οποίος ερεύνησε διαξοδικά την ζωή της Μόνικα Ερτλ και συμπεριέλαβε τα στοιχεία που μάζεψε στο βιβλίο, «Εκείνη που πέθανε σαν τον Τσε Γκεβάρα», οι αιτίες της βίαιης και ξαφνικής, τουλάχιστον έτσι όπως εκφράστηκε, ρήξης με τον πατέρα της, έχουν ψυχολογικό υπόβαθρο. Πιστεύει ότι η Μόνικα κληρονόμησε την «ριζοσπαστικότητα» (σσ. ο όρος έχει απο-ιδεολογικοποιηθεί εντέχνως από την κυρίαρχη συστημική ρητορική και εδώ μεταφέρεται εντός εισαγωγικών όπως τον χρησιμοποιεί ο Σράιμπερ) και το «θάρρος» του πατέρα της, αλλά, την ίδια στιγμή, ήθελε να αποστασιοποιηθεί από το ναζιστικό παρελθόν του. «Ο Χίτλερ έχει γίνει η απειλητική σκιά που θόλωνε την σχέση τους», γράφει ο Σράιμπερ.

Διχασμένη και εγκλωβισμένη ανάμεσα στην αυταρχική ανατροφή των παιδιών της «ελίτ» και το αντι-αυταρχικό πνεύμα των καιρών, η Μόνικα εξελίχθηκε σε μία «ξένη» μέσα στην ίδια της την οικογένεια. Αρχικά την ενοχλούσε και στην συνέχεια την εξόργιζε το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν αδιάφορος στην κοινωνική ανισότητα, την εξαθλίωση μέσα στην οποία ζούσαν οι εργάτες, στην αγωνία των χρεοκοπημένων αγροτών, τις διακρίσεις και τον ρατσισμό σε βάρος των Ινδιάνων.

Την εξόργιζε που έβλεπε ιθαγενείς και μιγάδες εργάτες να δουλεύουν από το ξημέρωμα μέχρι την νύχτα, σκάβοντας σε ορυχεία χρυσού, διαμαντιών και άλλων πολύτιμων ορυκτών, για ένα ξεροκόμματο, για λογαριασμό βορειοαμερικανικών μονοπωλίων και μην φτάνοντας οι περισσότεροι μέχρι τα 30 χρόνια τους.

Την εξόργιζε που όποτε αυτοί οι εξαθλιωμένοι τολμούσαν να αντιδράσουν, τους σκότωνε ο στρατός ή τα τάγματα θανάτου και οι ιδιωτικοί στρατοί των εταιριών.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να τεκμηριωθεί ο τρόπος, οι αιτίες και η διαδικασία μέσα από την οποία χειραφετήθηκε η συνείδηση της Μόνικα από τα ναζιστικά ιδεολογήματα και στερεότυπα. Ακόμη κι έτσι, θα μπορούσε να εξελιχθεί το πολύ σε μια φιλελεύθερη αστή. Ακόμη κι αυτό θα ήταν σκάνδαλο για την ναζιστική παροικία της Βολιβίας και την βολιβιανή ελίτ, που αποτελούσαν το «φυσικό» περιβάλλον αυτής της εκπληκτικής κοπέλας. Ποιος ξέρει. Μπορεί αυτά που άφηναν αδιάφορη την στερεοποιημένη ναζιστική συνείδηση του πατέρα της, να λειτούργησαν καταλυτικά στην δική της, ευαίσθητη φύση.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, το 1969, αυτή η μέχρι τότε «χαϊδεμένη» κόρη του ναζί μπαμπά, το «αστέρι» των δεξιώσεων της «υψηλής» βολιβιανής κοινωνίας, η νύφη – όνειρο κάθε «άριας» «αγίας» οικογένειας κάνει το πλέον αδιανόητο βήμα: Κόβει απότομα κάθε σχέση με την μέχρι τότε ζωή της σε όλες τις εκφάνσεις της και εξαφανίζεται.

Η αμέσως επόμενη εμφάνισή της δεν θα θυμίζει σε τίποτα την «αριστοκρατική» «debutant» των σαλονιών της Λα Πας. Διότι η «πεταλουδίτσα» είχε μεταμορφωθεί σε μια συνειδητή μαχήτρια του αντάρτικου Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού (Ejército de Liberación Nacional) της Βολιβίας, που δημιούργησε ο ίδιος ο Τσε το 1966.

Η Μόνικα ήταν απόλυτα γοητευμένη από το παράδειγμα του Τσε. Σε αυτό βρήκε την διέξοδο για την απελευθέρωση συνολικά της ύπαρξής της. Η θυσία του αποτέλεσε το πλέον ακαταμάχητο τεκμήριο της ορθότητας της επιλογής ζωής για τον συνεχή αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο.

Ερωτεύεται τον φίλο και συμπολεμιστή του Τσε, τον Γκίντο Αλβάρο Περέδο Λέιτε, γνωστό με το ψευδώνυμο «Ίντι». Στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας, ο Ιντι συμμετείχε στην ομάδα που προετοίμασε την έλευση του Τσε στην χώρα και μετά τον θάνατό του ανέλαβε επικεφαλής του ELN. Αλλάζει και το δικό της όνομα σε «Ίμιλλα», Ινδιάνα κοπέλα. Πολύ σύντομα, οι σύντροφοί της θα την ανέφεραν ως «εκείνη που δεν γνωρίζει τρόμο».

Μαρτυρίες αναφέρουν ότι υπήρξαν μερικές ακόμη συναντήσεις με τον πατέρα της, οι οποίες κατέληξαν σε ομηρικούς καυγάδες.

Ο αμετανόητος ναζί την προβόκαρε με ειρωνικές ερωτήσεις όπως, «τι χάσατε στην ζούγκλα, ετοιμάζεστε να μετατρέψετε τους πιθήκους σε μαοϊκούς;».

Πιθανόν, πίσω από αυτόν τον σαρκασμό να κρύβεται επίσης και ο τρόμος μπροστά στην συνειδητοποίηση της μη αναστρέψιμης απώλειας της χαϊδεμένης κόρης. Αλλά, ακόμη χειρότερα, κρύβεται ο τρόμος της συνειδητοποίησης, ότι θα βρεθεί στην εξαιρετικά άβολη θέση να πρέπει να δικαιολογήσει στο περιβάλλον του, πώς είναι δυνατόν η κόρη του να είναι ενάντια σε μια κυβέρνηση με την οποία ο ίδιος έχει ιδιαίτερες σχέσεις και σε έναν πρόεδρο στον οποίο χάρισε ένα ακριβό ρολόι.

Τι να σκεφτόταν, άραγε, όταν έμαθε ότι η «πεταλουδίτσα» του καταζητούνταν από την αστυνομία μετά την απαλλοτρίωση τράπεζας για τις ανάγκες του αντάρτικου… χρησιμοποιώντας την οικογενειακή «Σεβρολέ»;

Η Μόνικα και ο ELN πάλευαν εναντίον ενός υπερεξοπλισμένου και πολυάριθμου εχθρού. Οι πιθανότητες οποιασδήποτε επιτυχίας παρέπεμπαν σε στατιστικά «θαύματος». «Θαύματα» όμως δεν γίνονται. Οι ευρείας κλίμακας εκκαθαρiστικές επιχειρήσεις, συντονισμένες από στρατιωτικούς συμβούλους των ΗΠΑ, ανάμεσά τους και πρώην ναζί όπως ο Μπάρμπι, έφεραν τον ELN σε κατάσταση συνεχούς άμυνας.

Ο έρωτας της Μόνικα και του Ίντι άνθιζε ανάμεσα στις σφαίρες και το αίμα, τόσο υπέροχος και τόσο απελπιστικά σύντομος, όσο η έκρηξη των χρωμάτων στο ηλιοβασίλεμα. Το βολιβιανό αντάρτικο πολεμούσε πλέον, όχι για την επιβίωσή του, αλλά για να αφήσει πίσω του μια παρακαταθήκη αυταπάρνησης και αξιοπρεπούς στάσης ζωής.

Και ήρθε η σειρά του Ίντι να δώσει αυτό το μάθημα.

«Χριστός με όπλο, σταυρωμένος από σφαίρες». Ετσι θρήνησε, μέσα σε αβάσταχτο πόνο, τον νεκρό αγαπημένο της η Μόνικα.

Αλλά έπρεπε ακόμα να υπομείνει και την προπαγανδιστική δημοσίευση των φωτογραφιών στις καθεστωτικές εφημερίδες, όπου δίπλα στο σώμα του νεκρού αντάρτη, γαζωμένου από τις σφαίρες, έπαιρνε πόζα θριαμβευτή ένας άνδρας με πούρο, τον οποίο η Μόνικα μίσησε με όλο το είναι της: Ο Ρομπέρτο Κιντανίλια.

Προσπαθώντας να κρατήσει το μυαλό της, όχι για την ίδια, αλλά για τους συντρόφους της και τον άσβεστο πόθο για εκδίκηση που όλο και φούντωνε μέσα της, η Μόνικα σχεδίαζε τον θάνατο του φονιά και τον περιέγραφε στο χαρτί, το 1970, σαν ματωμένο επίγραμμα:

«Κιντανίλια, Κιντανίλια…

Οι νύχτες σου πια δεν θα είναι ειρηνικές…

Αρπαξες την ζωή από τον Ιντι

Και μαζί του και όλο τον λαό».

Λίγους μήνες μετά, ο δολοφόνος του Ιντι, το κτήνος που διέταξε να κοπούν τα χέρια του νεκρού Τσε για «αποδείξεις», ο Κιντανίλια, ο οποίος διέταξε προσωπικά την εκτέλεση του Τσε και ήταν υπεύθυνος για ασύλληπτες θηριωδίες εναντίον αγωνιστών, έπεφτε νεκρός από ένα χέρι που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί μόλις λίγα χρόνια πριν.

Υλοποιώντας και την δήλωση του Φιντέλ, ότι θα δει νεκρούς όλους όσοι είχαν συμμετοχή στον θάνατο του φίλου, συμπολεμιστή και συντρόφου του. Ούτε η φυγή του στην Γερμανία υπό διπλωματική κάλυψη, δεν κατάφερε να τον γλιτώσει από την επαναστατική οργή.

Επιπλέον, αυτή η εκτέλεση έδωσε νέα ανάσα ηθικού στο αντάρτικο, ενώ η ύπαρξή τους και ο αγώνας τους έγιναν πρωτοσέλιδο στην Ευρώπη.

Τα σενάρια για το πώς κατάφερε να εξαφανίσει τα ίχνη της και να την χάσει η ιδιαίτερα έμπειρη γερμανική αστυνομία είναι πολλά ακόμη μέχρι σήμερα. Προφανώς, μια τέτοια επιχείρηση πολύ δύσκολα θα γινόταν χωρίς βοήθεια και η γερμανική και γενικά η ευρωπαϊκή εξωκοινοβουλετική Αριστερά και τα κινήματα της εποχής είχαν την θέληση και το οργανωτικό επίπεδο να προσφέρουν καταφύγιο σε μια συντρόφισσά τους.

Λέγεται, ότι είναι πιθανόν, η πρώτη κρυψώνα της αμέσως μετά την εκτέλεση να ήταν σε ένα κοινόβιο ακριβώς έναν όροφο πάνω από το γραφείο του στόχου της. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ακόμη και η αστυνομία δεν έψαξε εκεί, θεωρώντας το προφανώς πολύ θρασύ για να είναι αληθινό.

Το μόνο που έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα είναι, ότι το όπλο της το έδωσε ο Ιταλός, αριστερός εκδότης, αλλά και καθοδηγητής του αντάρτικου πόλης, «Ομάδα παρτιζάνικης δράσης» («Gruppi d’Azione Partigiana») Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλι, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, ήταν και ο πρώτος εκδότης του «Δόκτωρ Ζιβάγκο» του Μπορίς Παστερνάκ.

Η Μόνικα με τον Φελτρινέλι ενώνονταν με βαθιά συντροφικά αισθήματα αλληλοεκτίμησης. Αλλωστε, ο Φελτρινέλι ήταν εκείνος που προσπάθησε να σώσει τον Τσε, ταξιδεύοντας γι’ αυτόν τον σκοπό το 1967 στην Βολιβία. Φτάνοντας εκεί έρχεται σε επαφή με τον Γάλλο φιλόσοφο, Ρεζίς Ντεμπρέ – ο οποίος είχε προηγηθεί σε μια προσπάθεια να συναντήσει τον Τσε – αλλά δεν προλαβαίνει να κάνει τίποτε άλλο γιατί συλλαμβάνεται με την βοήθεια πρακτόρων της CIA και τον απελαύνουν. Αργότερα, θα έφτανε στα χέρια του το ημερολόγιο του Τσε στην Βολιβία.

Ο θάνατος του μεγάλου επαναστάτη θα οδηγήσει τον Φελτρινέλι στην δημιουργία της ένοπλης ομάδας του, ξεκινώντας έναν πόλεμο εναντίον ταυτόχρονα κρατικών και κεφαλαιοκρατικών στόχων και ένοπλων φασιστικών, παρακρατικών οργανώσεων.

Ωστόσο, οι μυστικές υπηρεσίες θα καταφέρουν να τοποθετήσουν πράκτορά τους στην οργάνωση και στις 14 Μάρτη του 1972, κοντά σε έναν σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας θα βρεθεί το πτώμα του. Η επίσημη εκδοχή ήταν ότι ανατινάχθηκε κατά λάθος από τον εκρηκτικό μηχανισμό που «ετοίμαζε».

Αλλά ποιος πιστεύει έναν πράκτορα…

Ο Ντεμπρέ είχε χειρότερη «μοίρα» το 1967 διότι δεν την γλίτωσε με απέλαση όπως Φελτρινέλι, αλλά του φόρτωσαν σχεδόν όλον τον ποινικό κώδικα, καταδικάζοντάς τον σε 30 χρόνια φυλακή. Ωστόσο, δεν εξέτισε περισσότερα από τέσσερα διότι στο μεταξύ είχε υψωθεί ένα παγκόσμιο κίνημα διαμαρτυρίας προς το βολιβιανό καθεστώς, στο οποίο συμμετείχαν από τον Σαρτρ και τον Μαλρό… μέχρι τον ίδιο τον Ντε Γκωλ και τον πάπα.

Το πώς επέστρεψε η Μόνικα στην Βολιβία θα παραμένει πάντα ένα όμορφο μυστήριο, αφού ήταν η Νο1 καταζητούμενη παγκοσμίως και το όμορφο πρόσωπό της βρισκόταν στα χέρια κάθε αστυνομικού σε όλα τα αεροδρόμια. Το καλοκαίρι του 1971, ο πατέρας της θα έβλεπε την φωτογραφία της κόρης του να κυκλοφορεί παντού, επικηρυγμένη για 20.000 δολάρια, περισσότερα ακόμη και από την επικήρυξη του Τσε. Αλλά ο Χανς Ερτλ ήξερε πολύ καλά, ότι αυτό το ποσό, ελάχιστο οπουδήποτε αλλού, για την εξαθλιωμένη Βολιβία ισοδυναμούσε με καταδίκη σε θάνατο για την κόρη του.

Όμως η Μόνικα δεν επέστρεψε στην Βολιβία μόνο για να βρει και πάλι τους συναγωνιστές της στην ζούγκλα και να συνεχίσει τον αγώνα. Επέστρεψε για να οργανώσει την απαγωγή ενός από τους σκληρότερους ναζί, ο οποίος αλώνιζε τον πλανήτη υπό την κάλυψη των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών με διάφορα ψευδώνυμα: Του Κλάους Μπάρμπι. Του «κολλητού» του «μπαμπά».

Αλλά τίποτα δεν λειτούργησε σύμφωνα με το σχέδιο. Ακόμη χειρότερα, η Μόνικα έπεσε στην αντίληψη του αρχιναζί, ο οποίος, για τις υπηρεσίες του στην εξόντωση του αντάρτικου, είχε λάβει από το καθεστώς το αξίωμα του λοχαγού των μυστικών υπηρεσιών και ήταν ο έμπιστος σύμβουλος του δικτάτορα.

Ο πάντα γκεσταπίτης Μπάρμπι είχε βρει τον επόμενο στόχο του.

Στις 12 Μάη του 1973, η Μόνικα, όπως ο Τσε, όπως ο λατρεμένος της Ίντι, πέφτει σε ενέδρα και εκτελείται. Η σορός της, όπως ο Τσε, όπως ο λατρεμένος της Ίντι, φωτογραφήθηκε και θάφτηκε σε άγνωστο μέρος.

Ακόμη και από τον πατέρα της.

Αλλά, τελικά, πόση σημασία μπορεί να έχει ένας τάφος;

Ο «άγγελος εκδικητής» του Τσε και του Ίντι, αυτό το κορίτσι που έσπασε κάθε δεσμό με τον παλιό κόσμο, πολεμώντας με το όπλο στο χέρι για έναν κόσμο αντάξιο του Ανθρώπου, είναι ζωντανό μέσα στις καρδιές μας.

Κορυσχάδες 14-27 Μαΐου 1944

Όλες οι εξουσίες πηγάζουν και ασκούνται απ’ το λαό.

Πηγή: kinisienergoipolites.blogspot.gr

Εθνικό Συμβούλιο (ΠΕΕΑ) ονομάσθηκε το συμβούλιο των αντιπροσώπων του ελληνικού λαού που προέκυψε από τις μυστικές εκλογές που διεξήχθησαν στο χωριό Κορυσχάδες Ευρυτανίας κατά την γερμανοϊταλική κατοχή της Ελλάδας, την άνοιξη του 1944 (14-27 Μαΐου) υπό την αιγίδα της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, (ΠΕΕΑ), που είχε ιδρυθεί δύο μήνες πριν, στις 10 Μαρτίου του 1944, στη Βίνιανη της Ευρυτανίας, με πρωτοβουλία του ΕΑΜ, όχι όμως αποκλειστικά από κομμουνιστές.

Σημειώνεται ότι παρά τις δυσκολίες που επικρατούσαν λόγω της κατοχής, στις εκλογές έλαβαν μέρος περίπου 1.800.000 Έλληνες, άνδρες και γυναίκες εκ των παραπάνω περιοχών από 18 ετών και άνω, που εξέλεξαν 184 αντιπροσώπους που ανήκαν σε διάφορα κοινωνικά στρώματα όπως εργάτες, αγρότες, διανοούμενοι, στρατιωτικοί, κληρικοί, δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, επαγγελματίες κ.λπ. καθώς και γυναίκες.

 Οι αντιπρόσωποι αυτοί πολιτικά ανήκαν στο ΚΚΕ, στο Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος, στην Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας, στο Κόμμα των Αριστερών Φιλελευθέρων και στο Μεταρρυθμιστικό Κόμμα, ενώ αρκετοί ήταν και οι ανεξάρτητοι.

Τον Δεκέμβρη του ’43 το ΕΑΜ προχώρησε χωρίς να βρει ανταπόκριση σε μια γενναία έκκληση για ενότητα, καλώντας με απόφαση της ΚΕ του όλα τα πολιτικά κόμματα και τις οργανώσεις, καθώς και την κυβέρνηση Τσουδερού, , που ειλικρινά αγωνίζονται για τη λευτεριά και τις ελευθερίες του λαού να συνεννοηθούν πάνω στη βάση να σχηματιστεί εδώ στην Ελλάδα από τώρα Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, που θα αναλάβει και την ενιαία διεξαγωγή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και την ομαλή λύση του Πολιτειακού ζητήματος, σύμφωνα με τη λαϊκή θέληση.

Στις αρχές  Γενάρη του 1944 η 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ  υπογράμμισε ως επιτακτική ανάγκη τη συγκρότηση κεντρικού κυβερνητικού οργάνου στις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας.

Στην πολιτική της απόφαση αναφερόταν συγκεκριμένα: «Το φούντωμα του εθνικού αγώνα, η απελευθέρωση σημαντικού μέρους του εθνικού εδάφους, η ανάγκη της υπέρτατης συνένωσης και επιστράτευσης όλων των εθνικών δυνάμεων στη σημερινή τελική φάση του πολέμου για την ολοκληρωτική συντριβή των κατακτητών στο πλευρό των συμμάχων, βάζουν μπροστά στο αγωνιζόμενο έθνος επιτακτικά το πρόβλημα της δημιουργίας στην Ελεύθερη Ελλάδα κεντρικού κυβερνητικού οργάνου εθνικής ενότητας και απελευθέρωσης».

Στην ίδια απόφαση κατέληξε και η ΚΕ του ΕΑΜ που συνεδρίασε στις 10/1/1944, στην Κυψέλη.

Η ΚΕ του ΕΑΜ προσανατολίστηκε σταθερά προς τη συγκρότηση κυβερνητικού οργάνου στην Ελεύθερη Ελλάδα.

Αντίθετη άποψη δεν υπήρχε από κανένα κόμμα ή οργάνωση που αντιπροσωπεύονταν στο ανώτατο καθοδηγητικό όργανο του κινήματος.

Από τα μέσα του Γενάρη άρχισε να περνά η κεντρική καθοδήγηση του κινήματος στο βουνό.

Στις 10 Μάρτη του 1944, στο χωριό Βίνιανη της Ευρυτανίας, ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του ΕΑΜ η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, γνωστή και ως Κυβέρνησης του Βουνού.

Στο διάγγελμά της στον ελληνικό λαό, με την ευκαιρία της ίδρυσής της, η ΠΕΕΑ κάνει αναφορά τονίζοντας  τους λόγους   της μη ευόδωσης  των  προσπαθειών  του ΕΑΜ για ευρύ  κυβερνητικό σχήμα η όποια ήταν η αιτία  για την καθυστέρηση της ίδρυσής της

«Ο σχηματισμός αυτού του οργάνου της ΠΕΕΑ αργοπόρησε γιατί γινότανε προσπάθεια να συμπέσει με την πραγματοποίηση γενικής πολιτικής ενότητας. Ομως η προσπάθεια της ενότητας, που γίνεται εδώ και δυόμισι χρόνια από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, σκόνταψε πάντα στα ίδια εμπόδια: την αδικαιολόγητη κακή θέληση, το μικροπολιτικό υπολογισμό, την ακατανίκητη αδράνεια, τη βαθιά αδιαφορία για το μεγάλο αγώνα του λαού, τον παθολογικό φόβο της λαϊκής χειραφέτησης, την ιδιοτελή αντιπάθεια προς το λαϊκό κίνημα. Δυόμισι χρόνια διαπραγματεύσεις του ΕΑΜ με τα παλιά πολιτικά κόμματα, δυόμισι χρόνια καρτερικής ανοχής της αχαλίνωτης συκοφαντίας, που γινόταν σε βάρος του εις απάντηση των διαβημάτων και του αγώνα του, δεν κατόρθωσαν να νικήσουν αυτά τα εμπόδια, που τα εκμεταλλεύτηκε ο κατακτητής για να βρει ηθική και υλική ενίσχυση στον αγώνα του εναντίον του έθνους».

Η ιδρυτική πράξη της Επιτροπής.

Έχοντας υπόψη

1) τις υπέρτατες εθνικές ανάγκες και την επιτακτική απαίτηση του ελληνικού λαού για τη δημιουργία μέσα στη χώρα ενός κεντρικού πολιτικού οργάνου που να συντονίζει τις προσπάθειες και τον αγώνα για την εθνική απολύτρωση και να αναλάβει την υπεύθυνη διοίκηση των ελεύθερων και ελευθερουμένων περιοχών της χώρας και 2) την από 15 Δεκεμβρίου 1943 πρόσκληση της Κεντρικής Επιτροπής του Εθνικοαπελευθερωτικού Μετώπου σε όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις καθώς και στην κυβέρνηση Τσουδερού, για το σχηματισμό κυβέρνησης Γενικού Εθνικού Συνασπισμού, ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ»

Η Κυβέρνηση του Βουνού και το Εθνικό Συμβούλιο.

Σκοπός τους  ήταν να οργανώσει τη διοίκηση της ελεύθερης Ελλάδας

Η ολοκλήρωση αυτή της διαδικασίας, όμως, απαιτούσε τη συγκρότηση ενός σώματος εκλεγμένων λαϊκών αντιπροσώπων, μιας λαϊκής Βουλής.

Εξ άλλου αυτό  το πρόβλεπε με κατηγορηματικό τρόπο η ιδρυτική διακήρυξη της ΠΕΕΑ. «Η ΠΕΕΑ, πιστεύοντας πως η δύναμη της πηγάζει από το ΛΑΟ και από το ΛΑΟ αντλούνται όλες οι εξουσίες, θα συγκαλέσει σε σύντομο χρονικό διάστημα Εθνικό Συμβούλιο, που θα αποτελείται από αντιπροσώπους του λαού εκλεγμένους ελεύθερα. Όλες οι ενέργειες της ΠΕΕΑ, καθώς και η ίδια η σύστασή της θα τεθούν κάτω από την κρίση του Εθνικού Συμβουλίου, που θα είναι το μόνο αρμόδιο για τη σύνθεση και για τον παραπέρα τρόπο λειτουργίας και δράσης της. Ο τρόπος σύγκλησης του Εθνικού Συμβουλίου και της εκλογής των αντιπροσώπων θα οριστεί με ειδική Πράξη της ΠΕΕΑ».

Με την 6η Πράξη της  η ΠΕΕΑ καθόρισε την ημερομηνία και τον τρόπο εκλογής των εθνοσυμβούλων, προβλέποντας  δύο τρόπους εκλογής.

Ο πρώτος τρόπος ήταν η άμεση εκλογή να ψηφίσει ο λαός απευθείας, χωρίς να μεσολαβούν ενδιάμεσοι εκλέκτορες, με ψηφοδέλτιο από το οποίο ο ψηφοφόρος μπορούσε να διαγράψει και να αντικαταστήσει με άλλον έναν ή και περισσότερους υποψηφίους

Ο δεύτερος τρόπος ήταν  η εκλογή σε δύο στάδια: στο πρώτο στάδιο εκλέγονταν εκλέκτορες μέσα από τις συνελεύσεις των κατοίκων των χωριών και των συνοικισμών των πόλεων, καθώς και μέσα από τις συνελεύσεις των μελών επαγγελματικών, συνδικαλιστικών, πολιτικών, πολιτιστικών, επιστημονικών και άλλων οργανώσεων.

Στο δεύτερο στάδιο, οι εκλέκτορες συγκροτούσαν σώμα για να εκλέξουν τους Εθνικούς Συμβούλους

Τον τρόπο εκλογής τον αποφάσιζαν οι λαϊκές οργανώσεις συμφώνα με τις δυνατότητες που είχαν γιατί  οι εκλογές δεν έγιναν μόνο στις ελεύθερες, αλλά και στις κατεχόμενες περιοχές.

Στην Αθήνα αποφασίστηκε ο πρώτος τρόπος  εκλογής.

Για πρώτη φορά δινόταν  δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, καθώς και στους νέους που είχαν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους.

Η ΠΕΕΑ αγκαλιάστηκε από τον ελληνικό λαό κι ήταν γι” αυτόν η πραγματική έκφραση της θέλησής του, γεγονός που αποδείχτηκε από τη λαϊκή συμμετοχή στις εκλογές της 25ης Απριλίου 1944 για την ανάδειξη των μελών του Εθνικού Συμβουλίου, μιας πραγματικά λαϊκής εθνοσυνέλευσης.

Αν και οι εκλογές έγιναν κάτω από τις αντίξοες συνθήκες του πολέμου και της ξένης κατοχής, το Εθνικό Συμβούλιο εκλέχτηκε από 1.800.000, περίπου, ψηφοφόρους ενώ εκλογές δεν μπόρεσαν  να πραγματοποιηθούν στις βουλγαρο κρατούμενες περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης, εξαιτίας της μεγάλης τρομοκρατίας που επικρατούσε, καθώς στην Κρήτη και στα νησιά – πλην της Εύβοιας και της Λευκάδας – γιατί δεν έφτασε έγκαιρα η σχετική εγκύκλιος της ΠΕΕΑ.

Εξελέγησαν συνολικά 184 Εθνοσύμβουλοι. σε αυτούς προστέθηκαν και  οι 22 βουλευτές από τη Βουλή του 1936, που είχε καταργήσει η δικτατορία του Μεταξά με απόφαση της ΠΕΕΑ. Έτσι ο συνολικός αριθμός των μελών του Εθνικού Συμβουλίου ανήλθε στους 206.

Οι εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου  14-27 Μάη 1944

(Η πρώτη και τελευταία συνεδρίασή του)

14 Μάη 1944.

Στις Κορυσχάδες, στο ορεινό χωριό της Ευρυτανίας, αρχίζει στο σχολείο του χωριού τη συνεδρίασή του το Εθνικό Συμβούλιο των αντιπροσώπων της μαχόμενης Ελλάδας για να επικυρώσει την εξουσία της ΠΕΕΑ, κορυφώνοντας τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κατά της φασιστικής κατοχής κι επισφραγίζοντας με την  πολιτική οργάνωση, την εξουσία του λαού.

Ώρα 2 μ.μ. η αίθουσα του Εθνικού Συμβουλίου κατάμεστη στην αυλή του σχολείου, η μπάντα της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ παίζει τον εθνικό ύμνο.
Η ιστορική συνεδρίαση αρχίζει οι Εθνοσύμβουλοι δίνουν τον όρκο.

«Ορκίζομαι, ότι θα εχτελώ πιστά τα καθήκοντά μου, σαν μέλος του Εθνικού Συμβουλίου, έχοντας σαν γνώμονα το συμφέρον της Πατρίδας μου και του Ελληνικού λαού. Ότι θα αγωνιστώ με αυτοθυσία, για την απελευθέρωση της χώρας μου απ” το ζυγό των καταχτητών, ότι θα υπερασπιστώ παντού και πάντοτε τις λαϊκές ελευθερίες και θα είμαι παραστάτης και οδηγός του λαού στον αγώνα για τη λευτεριά του και για τα κυριαρχικά του δικαιώματα».

Από 14 έως 27 Μάη του 1944 συζητήθηκαν και λήφθηκαν αποφάσεις για τα παρακάτω θέματα:

  • Προγραμματικές δηλώσεις της ΠΕΕΑ: εισηγητής ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ευρ. Μπακιρτζής.
  • Εισήγηση για τα στρατιωτικά ζητήματα: εισηγητής ο Γραμματέας (υπουργός) επί των Στρατιωτικών, στρατηγός Εμ. Μάντακας.
  • Το ψήφισμα του Εθνικού Συμβουλίου – Λαϊκή Δικαιοσύνη: εισηγητής ο Γραμματέας της Δικαιοσύνης Ηλίας Τσιριμώκος.
  • Εισήγηση επί των εσωτερικών ζητημάτων: εισηγητής ο Γραμματέας Εσωτερικών Γιώργης Σιάντος.
  • Θέσεις της ΠΕΕΑ για το αγροτικό ζήτημα: εισηγητής ο Γραμματέας της Γεωργίας Κ. Γαβριηλίδης.
  • Για μια πλατιά λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση: εισηγητής ο καθηγητής Πανεπιστημίου – και αναπληρωτής σε ζητήματα Παιδείας του προέδρου της ΠΕΕΑ Αλ. Σβώλου – Π. Κόκκαλης.
  • Εθνική Οικονομία – εργατικό ζήτημα: εισηγητής ο Γραμματέας Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας Στ. Χατζήμπεης.
  • Κοινωνική υγιεινή – τα θύματα του αγώνα: εισηγητής ο Γραμματέας Πρόνοιας και Υγιεινής Π. Κόκκαλης.
  • Το επισιτιστικό πρόβλημα: εισηγητής ο Ευρ. Μπακιρτζής.
  • Το έργο της Γραμματείας Λαϊκής Διαφώτισης: εισηγητής Ευρ. Μπακιρτζής.
  • Τα οικονομικά: εισηγητής ο Ηλίας Τσιριμώκος

Τον απολογισμό της εκλογικής διαδικασίας   έκανε  ο Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ και γραμματέας (υπουργός) επί των Εσωτερικών Γιώργης Σιάντος:

 «Συναγωνιστές και συναγωνίστριες,

Το έργο τούτο της λεύτερης Ελλάδας άρχισε απ’ το 1941, σιγά – σιγά κι έφτασε ως εδώ.

Για τη συνέχιση και ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ιδρύθηκε η ΠΕΕΑ. Στην αρχή με 5 μέλη. Αργότερα ανασυγκροτήθηκε σε πολύ πλατύτερη βάση με 10 μέλη. Ας το ξαναπούμε μια φορά ακόμη. Σκοπός της ΠΕΕΑ είναι ο εντατικότερος πόλεμος ενάντια στους καταχτητές και τους εθνοπροδότες, για την απελευθέρωση και τη θεμελίωση της λαοκρατίας, που είναι η θεμελίωση για την ευημερία του λαού. Να οι σκοποί της ΠΕΕΑ. Πρέπει να σας πω ότι όλες οι αποφάσεις της ΠΕΕΑ απ” τη μέρα της ίδρυσής της ως τα σήμερα πάρθηκαν ομόφωνα.

Για τον πόλεμο ενάντια στους καταχτητές το λόγο έχει ο λαϊκός μας στρατός και γι’ αυτό σας μίλησε άλλος συναγωνιστής, ο στρατηγός Μάντακας.

 Εγώ θα σταθώ στο δεύτερο. Πώς αρχίσαμε να οργανώνουμε και να χτίζουμε τη Λαοκρατία; Πρώτο πράμα, που σκεφτήκαμε, ήταν η σύγκληση του Εθνικού Συμβουλίου. Αυτό το κάναμε από βαθύ σεβασμό στη λαϊκή κυριαρχία και θέληση. Δε θα ήταν σωστό μια 5μελής, 10μελής ή έστω και 20μελής Πολιτική Επιτροπή να διαχειρίζεται τον τεράστιο αυτό αγώνα, θέλουμε ο κυρίαρχος λαός να πει τη γνώμη του, αν εγκρίνει ή όχι, αν επιδοκιμάζει ή όχι την ίδρυση, το έργο και το πρόγραμμα της ΠΕΕΑ. Γι’ αυτό καλέσαμε το Εθνικό Συμβούλιο. Η προετοιμασία της σύγκλησής του έγινε μέσα σε ένα μήνα. Οι εθνοσύμβουλοι περπάτησαν με τα πόδια 15-20 μέρες, αντιμετώπισαν χίλιες δυσκολίες και πολλούς κιντύνους.

Έτσι απάντησε ο λαός στην πρόσκλησή μας. θα σας δώσω τώρα μερικά στοιχεία. Πόσοι εθνοσύμβουλοι εκλέχτηκαν, πόσοι ψήφισαν, ποια η συμμετοχή των γυναικών στις εκλογές, ποια η σύνθεση του Εθνικού μας Συμβουλίου.

Οι εθνοσύμβουλοι, που εκλέχτηκαν κατά περιοχές, είναι: Αττικοβοιωτία και Εύβοια 41, Ήπειρος 14, Θεσσαλία 22, Στερεά Ελλάδα 23, Μακεδονία 40, Πελοπόννησος 44. Σύνολο 184. Απ” αυτούς 161 είναι παρόντες, 13 απουσιάζουν δικαιολογημένα και είναι απόντες 10 και καθημερινά έρχονται απ” όσους λείπουν. Απ” τους βουλευτές του 1936 δήλωσαν προσχώρηση 22, παρόντες είναι 15 και απουσιάζουν δικαιολογημένα 7. Γενικό λοιπόν σύνολο Εθνοσυμβούλων 206, με παρόντες 176. Απ” τους βουλευτές του 1936, 9 είναι του ΚΚΕ, 7 των Φιλελευθέρων, 2 της ΕΛΔ, 1 της Δημοκρατικής Ένωσης, 1 του Μεταρρυθμιστικού Κόμματος, 1 του Λαϊκού Κόμματος, 1 του Αγροτικού.

Με τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει, οι μετρημένοι ψήφοι είναι 1.025.000. Λείπουν τα 4/5 απ’ τα εκλογικά στοιχεία της Πελοποννήσου, τα περισσότερα στοιχεία της Μακεδονίας, αρκετά στοιχεία απ” τη Θεσσαλία, την Αττικοβοιωτία και την Ήπειρο.

 Κατά τις βεβαιώσεις των εθνοσυμβούλων το λιγότερο ψήφισαν 1.500.000 ως 1.800.000, χωρίς να λογαριάζουμε την Κρήτη και την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Πάρτε υπόψη σας ότι στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1936 και προηγούμενα ψήφιζαν γύρω από το εκατομμύριο. Οι εκλογές μας είναι μαχητικό δημοψήφισμα εθνικής ενότητας, ένας συναγερμός αγώνα, για την εθνική απελευθέρωση και τη λαοκρατία.

Η συμμετοχή των γυναικών ήταν πολύ μεγάλη. Δυο παραδείγματα: Στην ελεύθερη περιοχή της Σιάτιστας με 30 χιλ. κατοίκους και 14 χιλ. ψηφοφόρους ψήφισαν 12.392. Απ’ αυτούς, γυναίκες 6.737, άντρες 5.655. Στην κατεχόμενη περιοχή: Σε 6 χιλ. κατ. 3 χιλ. ψηφοφόρους, ψήφισαν 2.516: γυναίκες 1.277, άντρες 1.239. Αυτά δείχνουν ότι η γυναίκα κατάχτησε τα δικαιώματά της με την αξία της, με τον αγώνα της.

Μερικές συγκρίσεις τώρα. Στις εκλογές του 1936 ψήφισαν στην Αθήνα 120 χιλ., το 1944, 300.000. Στον Πειραιά από 50 χιλ. σε 75 χιλ. και σήμερα ο Πειραιάς έχει μείνει με το μισό πληθυσμό. Στη Θεσσαλονίκη από 30 χιλ. σε 40 χιλ. Στην Καρδίτσα από 12 χιλ. σε 44 χιλ. Στη Λοκρίδα από 8 χιλ. σε 21 χιλ. Στο Βόλο από 12 χιλ. σε 40 χιλ. Στην Ελασσόνα από 5.500 σε 16.211 κλπ.

Η κοινωνική σύνθεση σε 176 μέλη του Εθνοσυμβουλίου είναι: 4 Καθηγητές Πανεπιστημίου, 1 της Ανωτάτης Εμπορικής, 8 στρατηγοί, 23 εργάτες, 5 ιδιωτικοί υπάλληλοι, 20 δημόσιοι και υπάλληλοι οργανισμών και τραπεζών (σύνολο μισθωτών 48), 5 βιομήχανοι, 23 αγρότες, 9 δημοσιογράφοι, 15 γιατροί, 25 δικηγόροι, 6 στρατιωτικοί, 4 κληρικοί, 1 μηχανικός, 1 εργολάβος, 2 γεωπόνοι, 1 αρχαιολόγος, 10 παιδαγωγοί – δάσκαλοι και καθηγητές, 4 καπετανέοι, 3 δικαστές, 3 επαγγελματίες, 1 χημικός και 1 συμβολαιογράφος.

Με την επιτυχία αυτή, βάλαμε ένα μεγάλο αγκωνάρι για τη θεμελίωση της Λαϊκής Δημοκρατίας. Τα στοιχεία που σας διάβασα δείχνουν ότι ξεπεράστηκαν και οι πιο αισιόδοξοι υπολογισμοί.

Η θέληση του λαού ν’ αποχτήσει λαοκρατικούς θεσμούς, η θέλησή του να κυβερνήσει ξεπέρασε κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη».

Την τελευταία ημέρα των εργασιών του την αφιέρωσε στην συμφωνία  του Λιβάνου, για την οποία οι πρώτες πληροφορίες, δεν ήταν  καθόλου ευχάριστες.

Ελλείψει όμως  ολοκληρωμένης πληροφόρησης, το Συμβούλιο δεν πήρε  σαφή θέση, αρκέστηκε να  εκφράσει την εμπιστοσύνη του προς την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης.

Σχεδόν παράλληλα γινόταν και το Συνέδριο του Λιβάνου από 17 έως 20 του Μάη 1944.

Στο Συνέδριο συμμετείχαν το ΕΑΜ και η ΠΕΕΑ, που είχε στα χέρια της την  πραγματική εξουσία κι, από την άλλη, ήταν η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου που δεν είχε κανένα έρεισμα στην Ελλάδα και το λαό της. Είχε συγκροτηθεί στη Μέση Ανατολή.

Με τη διοργάνωση του Συνεδρίου, οι Εγγλέζοι και η άρχουσα τάξη της Ελλάδας επιχειρούσαν να προλάβουν τις εξελίξεις στη χώρα, να φρενάρουν τη διαγραφόμενη πορεία προς μια μεταπολεμική λαοκρατούμενη Ελλάδα.

Το ιστορικό ψήφισμα του Εθνικού Συμβουλίου.

Η κορυφαία, στιγμή του Εθνικού Συμβουλίου ήταν η έγκριση του ιστορικού ψηφίσματος, του καταστατικού χάρτη της Ελεύθερης και λαοκρατούμενης Ελλάδας.

Η σημασία του ψηφίσματος εστιάζεται στο ότι  μπήκαν οι βάσεις για μια μεταπολεμική λαϊκή δημοκρατία, με κυρίαρχο και θεματοφύλακα  τον ελληνικό λαό.

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδας, κατοχυρώνονται δυο λαϊκοί θεσμοί, που είναι οι βασικοί πυλώνες  για την άσκηση της λαϊκής εξουσίας.

Αυτοί είναι ο θεσμός της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης, ιστορικά θεωρούνται οι μεγαλύτερες λαϊκές καταχτήσεις.

Άρθρο 2 «Ολες οι εξουσίες  πηγάζουν από το Λαό και ασκούνται από το Λαό. Η Αυτοδιοίκηση και η Λαϊκή Δικαιοσύνη είναι θεμελιώδεις θεσμοί του δημοσίου βίου των Ελλήνων».

Άρθρο 4 «οι λαϊκές ελευθερίες είναι ιερές και απαραβίαστες το αγωνιζόμενο έθνος θα τις προστατεύσει από κάθε απειλή, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται».

Καθιερώθηκε η ουσιαστική ισότητα των δύο φύλων:
Άρθρο5 «Όλοι οι Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, έχουν ίσα πολιτικά και αστικά δικαιώματα».

Αναγνωρίζοντας  ότι:
Άρθρο 6 «η εργασία είναι βασική κοινωνική λειτουργία και δημιουργεί δικαίωμα για την απόλαυση των αγαθών της ζωής».

Αναγνώριζε ως υποχρέωση του κράτους να εξασφαλίζει εργασία στους πολίτες του.

Παίρνει θέση και για το  γλωσσικό ζήτημα καθαρεύουσας και  δημοτικής:
Άρθρο7 «επίσημη γλώσσα για όλες τις εκδηλώσεις της δημόσιας ζωής και για όλους τους βαθμούς της εκπαίδευσης, είναι η γλώσσα του λαού».

Τίποτα δεν θα είναι ίδιο ξανά: Ο γαλλικός Μάης του ’68

Του Φίλιππου Μπούρα
Πηγή: ektosgrammis.gr

Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τον Μάη του ’68 και τάραξαν την καθημερινότητα των Γάλλων καταγράφονται συνήθως στην κυρίαρχη ιστοριογραφία σαν μια παρένθεση, μια αναλαμπή μέσα στην κατά τα άλλα ομαλά συνεχιζόμενη ευρωπαϊκή μεταπολεμική ιστορία. Και πράγματι, μπορεί να αιφνιδίασε τις αστικές τάξεις των δυτικών αναπτυγμένων χωρών, που προσδοκούσαν και σχεδίαζαν μια καπιταλιστική ανάκαμψη βασισμένη στην κοινωνική ομαλότητα, μπορεί να αιφνιδίασε και την παραδοσιακή αριστερά, που έχοντας χάσει από καιρό το επαναστατικό μονοπάτι της Οκτωβριανής Επανάστασης βρέθηκε αμήχανη μέσα στη δίνη των γεγονότων. Δεν αιφνιδίασε όμως τους πάντες…

Η κατάσταση στη Γαλλία

Η συντριβή του γαλλικού στρατού το 1954, που σήμανε την οριστική απώλεια της αποικίας της Ινδοκίνας (και στη συνέχεια αυτής του Λάος και της Καμπότζης), αποτέλεσε καίριο πλήγμα στο γόητρο της γαλλικής αυτοκρατορίας και την ιδεολογία του σοβινισμού, βασικού συνεκτικού κρίκου του συντηρητικού κομματιού της γαλλικής κοινωνίας. Η οκτάχρονη Αλγερινή Επανάσταση, που φτάνει στην τελική νίκη το 1962, δίνει τη χαριστική βολή, ενώ παράλληλα δρομολογεί εξελίξεις στο εσωτερικό της γαλλικής αριστεράς. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΓΚΚ), ενώ στην αρχή αποκηρύσσει την επανάσταση ως εθνικιστική, τελικά υιοθετεί το άχρωμο σύνθημα «Ειρήνη στην Αλγερία». Την ίδια στιγμή η επαναστατική αριστερά, που δεν εκφράζεται από κάποιον ενιαίο πολιτικό φορέα, αλλά κυρίως μέσω της αμφισβήτησης και απαξίωσης της πολιτικής του ΓΚΚ, διακηρύσσει ανοιχτά: «Νίκη στην Αλγερινή Επανάσταση».

Το τέλος της αποικιοκρατίας, εκτός από τις ιδεολογικές του επιπτώσεις, δημιουργεί ένα σκηνικό αντιθέσεων εντός της ντόπιας αστικής τάξης και σηματοδοτεί την ανάγκη μιας σειράς αναδιατάξεων στο μπλοκ εξουσίας. Από τη μία η παραδοσιακή γαλλική αστική τάξη κι από την άλλη οι πρώην άποικοι (μερίδα ισχυρή τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά) που διεκδικούν μια θέση στο νέο σκηνικό, είτε επαναπατριζόμενοι είτε παραμένοντας στις νέες χώρες που επί το πλείστον καθίστανται οικονομικά εξαρτημένες από τις πρώην μητροπόλεις.

Τα γεγονότα

Το έτος 1968 βρίσκει τη γαλλική κοινωνία σε αναστάτωση. Η ασφαλιστική μεταρρύθμιση που προωθεί η κυβέρνηση ευνουχίζει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Η αύξηση της φορολογίας σε συνδυασμό με την άρνηση μισθολογικών αυξήσεων στους εργάτες των εθνικοποιημένων βιομηχανιών (που αποτελούν πολύ ευρύ κλάδο) υποβαθμίζει το επίπεδο διαβίωσης μεγάλων λαϊκών στρωμάτων. Η ανεργία έχει φτάσει στο ζενίθ των τελευταίων χρόνων, με 500.000 περίπου ανέργους, στην πλειονότητά τους νέους και σε μεγάλο ποσοστό ειδικευμένους.

Ήδη από τον Ιανουάριο ξεκινούν διαμαρτυρίες φοιτητών ενάντια στο φακέλωμα των πολιτικά ενεργών. Με αφορμή την αποβολή ενός μαθητή στο λύκειο Κοντορσέ του Παρισιού δημιουργείται μια επιτροπή υπεράσπισης των μαθητών λυκείου, η CAL (Επιτροπές Δράσης Λυκείων). Στα μέσα του Μάρτη, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σύλληψη φοιτητών-μελών της Εθνικής Επιτροπής για το Βιετνάμ (CNV), εκατό περίπου φοιτητές καταλαμβάνουν το κτιριακό μπλοκ της διοίκησης του πανεπιστημίου της Ναντέρ. Στην κατάληψη συγκλίνει και μια παράλληλη κινητοποίηση ενάντια στις σεξιστικές διακρίσεις και τους σχετικούς πειθαρχικούς κανόνες που ισχύουν στο πανεπιστήμιο (ο κανονισμός λειτουργίας των φοιτητικών εστιών απαγορεύει την είσοδο των αγοριών στους κοιτώνες των κοριτσιών κ.ά.). Η κοινή επιτροπή που συγκροτείται υιοθετεί το όνομα «Κίνημα 22 Μάρτη» και μια στοιχειώδη πολιτική πλατφόρμα: «αυτοδιαχείριση σε όλα τα επίπεδα, αγώνας ενάντια σε κάθε είδους ιεραρχία».

Τα όσα συνέβησαν στη Ναντέρ δεν αποτέλεσαν τυχαία το έναυσμα για τη φοβερή συνέχεια. Τη στιγμή που ξεσπούν τα συγκεκριμένα γεγονότα, βρίσκεται σε εξέλιξη ένα τεράστιο σχέδιο εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης με τεχνοκρατική κατεύθυνση, το οποίο μετατρέπει ουσιαστικά το γαλλικό πανεπιστήμιο σε μια «φάμπρικα» παραγωγής μεσαίων και κατώτερων στελεχών. Έτσι μαζί με κάθε αξιοπρεπή εργασιακή προοπτική, στερεί από τον φοιτητή την αίγλη που κάποτε είχε η ιδιότητά του σε μια χώρα με πανεπιστημιακή παράδοση και μια κοινωνία που παραδοσιακά έδινε ιδιαίτερο βάρος στη μόρφωση. Το πανεπιστήμιο της Ναντέρ είναι το τυπικό δείγμα αυτού του «νέου» πανεπιστημίου: ένα τεράστιο σύγχρονο campus, αμερικάνικου τύπου, στην περιφέρεια του Παρισιού, αποκομμένο από την πόλη και χτισμένο δίπλα σε μια από τις μεγαλύτερες παραγκουπόλεις όλης της Γαλλίας.

Η αναστάτωση στη Ναντέρ πυροδοτεί σειρά συζητήσεων που αμφισβητούν τον ρόλο του πανεπιστημίου. Το «Κίνημα 22 Μάρτη» καταγγέλλει την UNEF (Εθνική Φοιτητική Ένωση Γαλλίας, που τελεί υπό την επιρροή του ΓΚΚ) για ξεπερασμένη γραφειοκρατία και υποστηρίζει ότι το φοιτητικό κίνημα πρέπει να υιοθετήσει πιο άμεσες διεκδικήσεις και πιο σθεναρή κοινωνική κριτική. Για να αποφύγει την όξυνση, ιδίως μετά τις συμπλοκές που σημειώνονται μεταξύ αριστερών και δεξιών φοιτητών, ο κοσμήτορας αποφασίζει να κλείσει τη σχολή επ’ αόριστον. Οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που οργανώνονται για το κλείσιμο της Ναντέρ καταλήγουν σε άγριες συμπλοκές με τις δυνάμεις καταστολής, ενώ υψώνονται τα πρώτα οδοφράγματα. Συγκρούσεις με την αστυνομία γίνονται στις 3 και τις 6 Μάη. Η δυναμική συμμετοχή νεαρών εργατών στις κινητοποιήσεις προκαλεί μεγάλο εκνευρισμό και ανησυχία στο ΓΚΚ. Σε ανακοίνωσή του το όργανο της Κομμουνιστικής Νεολαίας δηλώνει: «Αυτοί οι ψευτοεπαναστάτες ενεργούν αντικειμενικά σαν σύμμαχοι της εξουσίας του Ντε Γκωλ. Ενεργούν ως υποστηρικτές της πολιτικής του, που είναι επιζήμια για τη μάζα των φοιτητών, και ιδιαιτέρως όσων προέρχονται από φτωχές οικογένειες».

Στις 10 Μάη η διαδήλωση 30.000 φοιτητών και μαθητών με αίτημα την αποχώρηση της αστυνομίας από τη Σορβόννη δέχεται την πρωτοφανούς βιαιότητας επίθεση της αστυνομίας. Είναι η μεγάλη νύχτα των οδοφραγμάτων. Τη θηριωδία των κατασταλτικών μηχανισμών καλύπτει ζωντανά η ORTF (κρατική ραδιοτηλεόραση), κατόπιν πίεσης που ασκεί το τεχνικό προσωπικό διαμαρτυρόμενο ότι μέχρι τότε αποσιωπά εντέχνως τα γεγονότα. Η δημοσιότητα φέρνει σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός Ζωρζ Πομπιντού ανακοινώνει ότι η Σορβόννη θα επαναλειτουργήσει, ενώ ο υπουργός Αλαίν Περφίτ υποβάλλει την παραίτησή του, η οποία όμως δεν γίνεται δεκτή.

Τη Δευτέρα 13 Μάη τα CRS αποσύρονται από τη Σορβόννη, η οποία καταλαμβάνεται αμέσως από τους φοιτητές. Η Σορβόννη μετατρέπεται σε ένα πρωτόγνωρο πείραμα ελεύθερης συζήτησης και πολιτικής αναζήτησης για 34 μέρες, μια διαρκής γενική συνέλευση. Αντίστοιχη λειτουργία ανοιχτού αμφιθεάτρου θα έχει και το θέατρο Odeon. Το παράδειγμα αυτό ακολουθούν και οι φοιτητές των σχολών του Στρασβούργου, της Ρεν και της Νάντης. Στη γενική απεργία και το συλλαλητήριο της ίδιας μέρας μετέχουν χιλιάδες εργαζόμενοι σε Παρίσι, Νάντη, Μασσαλία και Τουλούζη. Την επομένη αρχίζουν οι καταλήψεις των εργοστασίων. Τον κύκλο των καταλήψεων ανοίγουν οι εργαζόμενοι της Sud Aviation στη Νάντη. Ακολουθούν οι 60.000 εργάτες της Renault, στα εργοστάσια της εταιρείας στη Φλαν, τη Λε Μαν και τη Μπουλόν-Μπιγιανκούρ. Κλείνουν τα λιμάνια της Μασσαλίας και της Χάβρης, τα ορυχεία της Αλσατίας και των Αρδεννών. Μέχρι την Πέμπτη 17 Μάη 50 μεγάλα εργοστάσια τελούν υπό κατάληψη και 200.000 εργαζόμενοι απεργούν. Η έκταση που λαμβάνουν οι απεργίες και οι κινητοποιήσεις φαίνεται να αιφνιδιάζει όχι μόνο την κυβέρνηση αλλά και τη συνδικαλιστική ηγεσία, που βλέπει να χάνει τον έλεγχο και την καθοδήγηση του κινήματος και προσπαθεί με κάθε τρόπο να εμποδίσει την επικοινωνία των φοιτητών με τους απεργούς εργάτες.

Μέχρι την Τετάρτη 23 Μάη 10 εκατ. Γάλλοι εργαζόμενοι (το 40% περίπου του ενεργού πληθυσμού) απεργούν. Είναι η μεγαλύτερη απεργία που γνώρισε ποτέ η μεταπολεμική Ευρώπη. Το Παρίσι νεκρώνει, καθώς τα αποθέματα καυσίμων εξαντλούνται. Το αεροδρόμιο του Ορλύ κλείνει λόγω της απεργίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας. Η απεργία των εργαζόμενων στην Κεντρική Τράπεζα της Γαλλίας προκαλεί κρίση ρευστότητας. Την ίδια στιγμή, στην εργατική πόλη Νάντη εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα μιας εναλλακτικής επαναστατικής κοινωνικής οργάνωσης: Τα συνδικάτα που ελέγχουν τον ανεφοδιασμό της πόλης επιβάλλουν μείωση τιμών στα τρόφιμα. Δάσκαλοι και φοιτητές οργανώνουν μια μορφή νηπιαγωγείων, ώστε να απασχολούνται τα παιδιά των απεργών όσο τα σχολεία παραμένουν κλειστά. Η Σχολή Καλών Τεχνών μετατρέπεται σε εργαστήρι μαζικής παραγωγής πολιτικών αφισών. Οι εξεγερμένες μάζες έχουν αφήσει πίσω τους τα οικονομικά αιτήματα με τα οποία είχαν ξεκινήσει τις διεκδικήσεις τους, περνώντας σε αιτήματα κοινωνικής αλλαγής και θέτοντας ανοιχτά το ζήτημα της εξουσίας. Η τελευταία βδομάδα του Μάη κυλά με καθημερινές διαδηλώσεις, συγκρούσεις με την αστυνομία και οδομαχίες στις οποίες καταγράφονται οι πρώτοι νεκροί. Οι εργάτες απορρίπτουν τις συμφωνίες που υπογράφουν τα συνδικάτα, ανάμεσα τους η CGT, που καθοδηγείται από ένα Κομμουνιστικό Κόμμα ανίκανο να συνειδητοποιήσει την επαναστατική δυναμική που έχει ξεδιπλωθεί.

Στο μεταξύ, ο Ντε Γκωλ ταξιδεύει στη Γερμανία, όπου συναντιέται μυστικά με τον στρατηγό Μασύ, διοικητή των γαλλικών στρατευμάτων που σταθμεύουν εκεί, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποστήριξή του σε περίπτωση που χρειαστεί να καταφύγει σε πραξικόπημα. Στις 30 Μάη επιστρέφει και σε διάγγελμά του στη γαλλική τηλεόραση προκηρύσσει εκλογές, οι οποίες θα διενεργηθούν εντός 40 ημερών. Ενόψει του «κομμουνιστικού κινδύνου» που επικαλείται, δεσμεύεται να εξασφαλίσει την ελεύθερη εκλογική έκφραση των πολιτών, ανεμπόδιστα από τα «αναρχικά στοιχεία». Για τον λόγο αυτόν περικυκλώνει με στρατεύματα το Παρίσι. Το ΓΚΚ χαιρετίζει την προκήρυξη των εκλογών, που τη βλέπει σαν «μια ευκαιρία του λαού να εκφραστεί» και καλεί τους εργαζόμενους να «απομονώσουν τους εξτρεμιστές». Η CGT καλεί τους απεργούς να επιστρέψουν στις εργασίες τους. Τους εξασφαλίζει μάλιστα το ήμισυ της κανονικής αμοιβής για τις μέρες που είχαν απεργήσει. Οι καταλήψεις των εργοστασίων λύνονται η μια μετά την άλλη, συχνά με την επέμβαση της αστυνομίας. Στις 16 Ιούνη, όταν το κίνημα έχει πια ξεφτίσει, η αστυνομία εισβάλλει στη Σορβόννη βάζοντας τέλος στην κατάληψή της. Στις 23 και 30 Ιουνίου που διεξάγονται οι εκλογές, ο Ντε Γκωλ θριαμβεύει πέρα από κάθε πρόβλεψη, ενώ η αριστερά υφίσταται συντριπτική ήττα, χάνοντας σχεδόν τις μισές από τις έδρες που είχε στην προηγούμενη βουλή.

Ο απόηχος

Τι κι αν τα γεγονότα μοιάζουν να τελειώνουν τόσο αναπάντεχα όσο ξεκίνησαν, η σύντομη εξέγερση του Μάη αποτέλεσε βαθιά τομή στην ιστορία του κινήματος. Δεν ήταν μόνο το ρήγμα που άνοιξε, όπως κάθε επαναστατική κρίση, στην κυρίαρχη «πραγματικότητα», μέσα από την οποία φάνηκε η προοπτική μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης, ούτε η συντριπτική κριτική στα κυρίαρχα μοντέλα σοσιαλιστικής οικοδόμησης τα οποία είχαν εκφυλίσει τα κράτη που τα εφάρμοζαν σε κρατικοκαπιταλιστικά καθεστώτα. Διαμόρφωσε ένα πρότυπο νεολαιίστικης και λαϊκής εξέγερσης με τεράστια απήχηση, ενώ κατάφερε να ενοποιήσει σε ένα συγκεκριμένο χωροχρονικό σημείο αναφοράς και έκτοτε μνήμης όλα τα ριζοσπαστικά κινήματα της περιόδου. Αμφισβήτησε συνολικά τις δομές και τις πρακτικές του κινήματος, όπως είχαν παγιωθεί ώς τότε, φτάνοντας να αμφισβητήσει ακόμα και την ύπαρξή τους. Έδειξε ότι στην καρδιά της καπιταλιστικής Ευρώπης η επανάσταση όχι μόνο είναι εφικτή αλλά παίρνει τη μορφή της πλήρους αμφισβήτησης κάθε όψης της κοινωνικής πραγματικότητας. Η συνάντηση ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας, εργατικού κινήματος, μαχόμενης διανόησης, έστω και αντιφατικά, πραγματοποιήθηκε ανοίγοντας ένα ιστορικό ρήγμα που θα αργούσε να κλείσει. Το αίτημα μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής που να στηρίζεται στη ριζική κριτική όλων των σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης αναδεικνύει το όριο του ρεφορμισμού (συμπεριλαμβανομένου του κομμουνιστικού) και θέτει το αίτημα μιας άλλης επαναστατικής αριστεράς.

Προφανώς και ο Μάης είχε όρια, είτε αυτά αφορούσαν τα αντικειμενικά όρια ενός κινήματος σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητου είτε την απουσία ενός επαναστατικού κέντρου ικανού να κατευθύνει την επαναστατική δυναμική προς το ερώτημα της εξουσίας. Αλλά αυτό δεν μειώνει τη σημασία μιας τεράστιας κοινωνικής και πολιτικής έκρηξης που θα αφήσει βαθιά ίχνη όχι μόνο στη γαλλική κοινωνία, αλλά και στο παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα.

* Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στο Εκτός Γραμμής τχ. 18 που κυκλοφόρησε τον Μάιο 2008, με αφιέρωμα στα 40 χρόνια από τον Μάη του ’68.

Μέρα Μαγιού.

2neb52b

Πηγή: enikos.gr

Το μοιρολόι που έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος: «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, άνοιξη γιε που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω», είναι αφιερωμένο στο θρήνο εκείνης της μάνας πάνω στο άψυχο κορμί του γιου της στα γεγονότα της πρωτομαγιάτικης γενικής απεργίας που συγκλόνισε για ημέρες τη Θεσσαλονίκη της ύφεσης του 1936.

Γεννημένος την Πρωτομαγιά του 1909, ο Ρίτσος γιόρταζε και πενθούσε μαζί με τη μάνα του Τάσου Τούση, του εργάτη που δολοφονήθηκε στις 9 Μαΐου του 1936 στη Θεσσαλονίκη, στις διαδηλώσεις για την απεργία των καπνεργατών Καβάλας, η οποία είχε ξεκινήσει την Πρωτομαγιά.

Το «Μοιρολόι» που έγραψε θρηνώντας και ο ίδιος στη σοφίτα του της οδού Μεθώνης, όταν είδε σε φωτογραφία τη μάνα του νεκρού να θρηνεί πάνω στο αιματοβαμμένο κορμί του παιδιού της, θα σταθεί η απαρχή για το μνημειώδες έργο του «Επιτάφιος». Η φωνή του Μπιθικώτση θα συνοδεύει πάντα τους στίχους του: «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, άνοιξη γιε που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω».

Ένα απόσπασμα από τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου ζωντανεύει την εικόνα στη Θεσσαλονίκη το Μάιο του 1936, όπου μια μάνα, καταμεσής του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της, βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών απεργών καπνεργατών, κι εκείνη συνεχίζει το θρήνο της:

«Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,

πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πως κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω

και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,

που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ᾿ το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα

και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσὺ που μούφερνες νεράκι στὴν παλάμη

πως δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσὶς τ᾿ άσπρα μαλλιά μου λύνω

και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει

κ’ είναι σα να μου θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλεῖς κ’ η δόλια εγὼ τον κόρφο, δες, ἀνοίγω

και στα βυζιὰ που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

                               VI

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,

άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα

τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,

και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,

κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,

τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια

τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια.

Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,

και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.