Κατηγορία: Ιστορικά

«Δεν θα αφήσετε ούτε γάτα»

Η εντολή για τη σφαγή στο Δίστομο

10 Ιουνίου 1944

Πηγή: mixanitoyxronou.gr

Το καλοκαίρι του 1944 οι Γερμανοί είχαν αποδυναμωθεί αρκετά. Εκτός από τις μάχες, είχαν αρχίσει να χάνουν και την ψυχραιμία τους.

Έτσι, μπροστά στην απειλή των αντάρτικων δυνάμεων, χτυπούσαν τα χωριά και σκότωναν τους ανυπεράσπιστους κατοίκους ως αντίποινα.
Ένας από τους στόχους τους ήταν και το Δίστομο, το οποίο βρισκόταν σε μια νευραλγική θέση μεταξύ Ελικώνα και Παρνασσού, όπου δρούσαν αντάρτες.

Στις 10 Ιουνίου δυνάμεις των Ες Ες ξεκίνησαν την πορεία τους προς το χωριό ντυμένοι μαυραγορίτες.
Είχαν επιτάξει δύο ελληνικά φορτηγά και χρησιμοποίησαν τα ρούχα, αλλά και τον οπλισμό που βρήκαν για να προκαλέσουν τους αντάρτες.

Στην πορεία ενώθηκαν με άλλα 60 αυτοκίνητα γεμάτα Γερμανούς και άρχισαν να σκορπούν τον θάνατο. Σκότωσαν 5 αγρότες και συνέλαβαν άλλους 12. Λίγο αργότερα μπήκαν στο Δίστομο και ξεκίνησαν την αναζήτηση ανταρτών, αλλά και το πλιάτσικο σε σπίτια και μαγαζιά. Όταν τελείωσαν, άρχισαν να κατευθύνονται προς το διπλανό χωριό. Εκεί μια ομάδα 11 ανταρτών προσπάθησε να αντισταθεί.

Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων του χωριού στη «Μηχανή του Χρόνου», ακολούθησε μάχη που κράτησε περίπου 2 ώρες, κατά την οποία σκοτώθηκαν περίπου 40 Γερμανοί και χτυπήθηκε ο επικεφαλής των δυνάμεων τους. Οι αντάρτες όμως υποχώρησαν γιατί δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους πολυάριθμους άνδρες της Βέρμαχτ. Οι Γερμανοί επέστρεψαν στο Δίστομο και λίγο αργότερα ο επικεφαλής τους ξεψύχησε.

Τα τελευταία του λόγια, σύμφωνα με τις μαρτυρίες ήταν: «Δεν θα αφήσετε ούτε γάτα».
Οι άντρες του υπάκουσαν με υπερβάλλοντα ζήλο τις εντολές. Ο απολογισμός της σφαγής του Διστόμου είναι 220 άμαχοι. Ανάμεσά τους παιδιά, γυναίκες και βρέφη.

Σε μια περίπτωση, οι σφαγείς σκότωσαν ένα μωρό με την ξιφολόγχη και χάραξαν τον αγκυλωτό σταυρό στο πρόσωπό του.

Το έγκλημα, όπως συνέβη και σε άλλα μαρτυρικά χωριά στην Ελλάδα, έμεινε ατιμώρητο. Μάλιστα ο αντισυνταγματάρχης Κάρλ Σύμερς πριν από το Δίστομο είχε αιματοκυλήσει την  Κλεισούρα στην Καστοριά με 280 νεκρούς.

Δείτε το σχετικό βίντεο της «Μηχανής του Χρόνου» με συγκλονιστικές μαρτυρίες επιζώντων, που αν και ήταν τότε παιδιά, οι σκηνές της σφαγής έμειναν ανεξίτηλες στη μνήμη τους, εδώ.

Δείτε ακόμη:   ΕΡΤ: Η σφαγή στο Δίστομο – 10 Ιουνίου 1944

Advertisements

Γρηγόρης Λαμπράκης

56 χρόνια από την δολοφονική επίθεση.

Γρηγόρης Λαμπράκης

Πηγή: sansimera.gr

Γιατρός, αθλητής, πολιτικός, μα πάνω απ’ όλα αγωνιστής της Δημοκρατίας και της Ειρήνης. Γεννήθηκε στην Κερασίτσα Αρκαδίας στις 3 Απριλίου 1912. Μετά το τέλος των εγκύκλιων σπουδών του μετέβη στην Αθήνα και εισήλθε στην Ιατρική. Από τα εφηβικά του χρόνια ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και αναδείχθηκε δέκα φορές βαλκανιονίκης στο άλμα εις μήκος, ενώ επί 23 χρόνια (1936-1959) κατείχε το πανελλήνιο ρεκόρ του αγωνίσματος.

Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Το 1943 ίδρυσε την «Ένωση των Ελλήνων Αθλητών» και διοργάνωσε αγώνες, από τα έσοδα των οποίων τροφοδοτούσε τα λαϊκά συσσίτια. Μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και το 1950 αναγορεύθηκε υφηγητής στην έδρα της Μαιευτικής και Γυναικολογίας.

Στις εκλογές «της βίας και της νοθείας», όπως έμεινε στην ιστορία η εκλογική διαδικασία της 29ης Οκτωβρίου 1961, πολιτεύθηκε με το ΠΑΜΕ (Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδος), έναν συνασπισμό αριστερών δυνάμεων με επικεφαλής την ΕΔΑ και εξελέγη βουλευτής Πειραιά. Τον ίδιο χρόνο δραστηριοποιήθηκε στο ειρηνιστικό κίνημα και με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε η «Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη» (ΕΕΔΥΕ).

Στις 21 Απριλίου 1963 η ΕΕΔΥΕ διοργάνωσε Πορεία Ειρήνης από τον Μαραθώνα στην Αθήνα. Η αστυνομία απαγόρευσε την πορεία και συνέλαβε πολλούς από τους διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων και τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Λαμπράκης, προστατευόμενος από τη βουλευτική του ασυλία, πραγματοποίησε μόνος την πορεία, κρατώντας ένα μικρό πανό με το σύμβολο της ειρήνης. Αμέσως μετά συνελήφθη από την αστυνομία.

Στις 22 Μαΐου 1963 ο Γρηγόρης Λαμπράκης παρέστη και μίλησε σε εκδήλωση για την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη. Μετά το τέλος της εκδήλωσης δέχθηκε δολοφονική επίθεση σε κεντρικό δρόμο της πόλης από τρίκυκλο, στο οποίο επέβαιναν οι ακροδεξιοί Σπύρος Γκοτζαμάνης και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης. Τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε στις 27 Μαΐου 1963, σε ηλικία 51 ετών. Ο θάνατός του προκάλεσε αγανάκτηση στην κοινή γνώμη, οξύτατη πολιτική κρίση, αλλά και διεθνή κατακραυγή.

Την επομένη ένα πλήθος 500.000 ανθρώπων συγκεντρώθηκε στο Α’ Νεκροταφείο για το «Ύστατο Χαίρε». Γρήγορα, η συγκέντρωση μετατράπηκε σε διαδήλωση καταδίκης της δεξιάς κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Παλατιού.

Φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας Λαμπράκη ήταν ο Σπύρος Γκοτζαμάνης και ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, αλλά η δικαστική έρευνα που διεξήγαγαν ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας και ο νεαρός ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης έφεραν στο φως σχέσεις των αρχών με ένα ακροδεξιό παρακράτος. Ο ανακριτής Σαρτζετάκης απήγγειλε, μάλιστα, κατηγορίες και εναντίον ανώτατων αξιωματικών της Χωροφυλακής. Οι φυσικοί αυτουργοί καταδικάσθηκαν τον Δεκέμβριο του 1966 σε πολυετή φυλάκιση και απελευθερώθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Η δολοφονία Λαμπράκη επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αφού διερωτήθηκε «ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;» εγκατέλειψε την πρωθυπουργία και την πολιτική τον Ιούνιο του 1963 και αποσύρθηκε στο Παρίσι. Χιλιάδες νέοι ίδρυσαν τον πολιτικό οργανισμό «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη», που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο προοδευτικό κίνημα της δεκαετίας του ’60. Πρώτος γραμματέας της οργάνωσης ανέλαβε ο Μίκης Θεοδωράκης.

Η ζωή και ο θάνατος του Γρηγόρη Λαμπράκη ενέπνευσε τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό στο περίφημο πολιτικό του μυθιστόρημα με τον τίτλο Ζ. Το 1969 μεταφέρεται με μεγάλη επιτυχία στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, με πρωταγωνιστές τους Υβ Μοντάν, Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Ειρήνη Παπά.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης με την προσωπικότητα και τη δράση του παραμένει και σήμερα ένα σύμβολο της Δημοκρατίας και του αγωνιζόμενου ανθρώπου κατά της πολιτικής καταπίεσης.

Δήλωση Νίκου Χουντή για την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Δήλωση Νίκου Χουντή (ΛΑΕ) για την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη Γενοκτονία των Ποντίων, ο ευρωβουλευτής της Λαϊκής Ενότητας, Νίκος Χουντής, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Συμπληρώνονται σήμερα 100 χρόνια από την Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. 100 χρόνια από τους σφαγιασμούς και τους διωγμούς των Ελλήνων του Πόντου, που γνώρισαν, με το αίμα και τον πόνο τους, τι σημαίνει εθνικισμός και ολοκληρωτισμός.

Ο ελληνικός λαός θυμάται με θλίψη την 19η Μαΐου και αγωνίζεται για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Αγωνίζεται, όμως, και για την καταδίκη κάθε εθνικισμού που σκορπά μίσος, βία και πόνο, μεταξύ των λαών.

Το αίτημα για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων αποτελεί μια ιστορική αναγκαιότητα, που πρέπει να γίνει σεβαστή, τόσο από την Τουρκία, όσο και από τη διεθνή κοινότητα και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο δυστυχώς τον Απρίλη, δεν δέχτηκε να συζητήσει σχετικό αίτημα, Ελλήνων ευρωβουλευτών, μεταξύ των οποίων ήμουν και εγώ.

Ο αγώνας για την ιστορική δικαίωση, όμως, θα συνεχιστεί».

Γραφείο Τύπου της Λαϊκής Ενότητας,
18/05/2019

Η αντιφασιστική νίκη των λαών

9η Μαΐου 1945

Του Γιώργου Πετρόπουλου
Πηγή: efsyn.gr

Από το 1945 και μετά η 9η Μαΐου καθιερώθηκε ως η μέρα της νίκης των λαών κατά του φασισμού.

Όχι τυχαία, καθώς αυτή την ημέρα συνθηκολόγησε άνευ όρων η ναζιστική Γερμανία και τελείωσε οριστικά, για την Ευρώπη, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Σ’ εκείνη την -ταπεινωτική για τη ναζιστική Γερμανία και θριαμβευτική για τους συμμάχους- τελετή, εκ μέρους των χωρών της αντιχιτλερικής συμμαχίας παρόντες ήταν: από μέρους της ΕΣΣΔ ο στρατάρχης Γ. Κ. Ζούκοφ, από μέρους της Αγγλίας ο στρατάρχης της αεροπορίας Α. Τέντερ, από τις ΗΠΑ ο στρατηγός Κ. Σπάατς και από μέρους της Γαλλίας ο στρατηγός Ντε Λατρ ντε Τασινί.

Το φασιστικό τέρας υποκύπτει

Ο στρατάρχης Ζούκοφ περιγράφει στα απομνημονεύματά του το ιστορικό γεγονός με κάθε λεπτομέρεια:

Ώρα 24η ακριβώς -γράφει ο Ζούκοφ- μπήκαμε στην αίθουσα. Άρχιζε η 9η Μαΐου 1945. Όλοι καθίσαμε στο τραπέζι που ήταν στον τοίχο, όπου υπήρχαν οι κρατικές σημαίες της Σοβιετικής Ένωσης, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αγγλίας και της Γαλλίας.

– Εμείς, οι αντιπρόσωποι της Ανωτάτης Διοίκησης των Σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων και της Ανωτάτης Διοίκησης των συμμαχικών στρατευμάτων, είπα ανοίγοντας τη συνεδρίαση, είμεθα εξουσιοδοτημένοι από τις κυβερνήσεις του αντιχιτλερικού συνασπισμού να δεχτούμε την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας από τη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση. Καλέσατε στην αίθουσα τους αντιπροσώπους της Γερμανικής Γενικής Διοίκησης.

Όλοι οι παριστάμενοι γύρισαν τα κεφάλια τους προς την πόρτα. Πρώτος, χωρίς να βιάζεται και προσπαθώντας να διατηρήσει φαινομενική ηρεμία, πέρασε το κατώφλι ο στρατάρχης Κάιτελ, δεξί χέρι του Χίτλερ. Σήκωσε το χέρι με τη στραταρχική του ράβδο, χαιρετίζοντας τους αντιπροσώπους της Ανωτάτης Διοίκησης των σοβιετικών και συμμαχικών στρατευμάτων. Μετά τον Κάιτελ μπήκε ο στρατηγός Στουμπφ. Ανάστημα λίγο κάτω του μέτριου, με μάτια γεμάτα κακία και αδυναμία. Ταυτόχρονα μπήκε ο ναύαρχος Φον Φρίντεμπουργκ που έμοιαζε πρόωρα γερασμένος.

Απευθύνθηκα στη γερμανική αντιπροσωπεία:

– Έχετε στα χέρια σας την πράξη τής άνευ όρων παράδοσης, την μελετήσατε και είσθε εξουσιοδοτημένοι να υπογράψετε την πράξη αυτή;

– Μάλιστα, τη μελετήσαμε και είμαστε έτοιμοι να την υπογράψουμε, απάντησε με υπόκωφη φωνή ο στρατάρχης Κάιτελ, δίνοντάς μας το ντοκουμέντο που είχε υπογράψει ο ναύαρχος Ντένιτς. Το ντοκουμέντο αυτό έλεγε ότι ο Κάιτελ, ο Φον Φρίντεμπουργκ και ο Στουμπφ είναι εξουσιοδοτημένοι να υπογράψουν την πράξη τής άνευ όρων παράδοσης.

Ήταν κάθε άλλο παρά ο υπερφίαλος εκείνος Κάιτελ, ο οποίος δεχόταν την παράδοση της νικημένης Γαλλίας. Τώρα φαινόταν τσακισμένος, αν και προσπαθούσε να κρατήσει κάποια πόζα.

Αφού σηκώθηκα, είπα τα εξής:

– Προτείνω στη γερμανική αντιπροσωπεία να πλησιάσει εδώ, στο τραπέζι. Εδώ θα υπογράψετε την πράξη τής άνευ όρων παράδοσης της Γερμανίας.

Ο Κάιτελ σηκώθηκε γρήγορα από τη θέση του, ρίχνοντας σε μας μια εχθρική ματιά, ύστερα κατέβασε τα μάτια και, παίρνοντας αργά από το τραπέζι τη στραταρχική ράβδο του, προχώρησε με αβέβαιο βήμα προς το τραπέζι μας. Το μονόκλ τού έπεσε και κρεμάστηκε στο κορδόνι. Το πρόσωπό του γέμισε με κόκκινες κηλίδες.

Μαζί του πλησίασαν στο τραπέζι ο στρατηγός Στουμπφ, ο ναύαρχος Φον Φρίντεμπουργκ και οι Γερμανοί αξιωματικοί που τους συνόδευαν. Αφού διόρθωσε το μονόκλ, ο Κάιτελ κάθισε στην άκρη του τραπεζιού και με τρεμάμενο ελαφρά χέρι και χωρίς να βιάζεται υπέγραψε πέντε αντίτυπα της πράξης για την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας.

Μετά έθεσαν τις υπογραφές τους οι Στουμπφ και Φρίντεμπουργκ. Μετά την υπογραφή της πράξης, ο Κάιτελ σηκώθηκε από το τραπέζι, φόρεσε το δεξί γάντι του και προσπάθησε πάλι να επιδείξει το στρατιωτικό του παράστημα, αλλά δεν τα κατάφερε και γύρισε ήσυχα πίσω στο τραπέζι του.

Στις 9 Μαΐου 1945 ώρα 0.43′, η υπογραφή της πράξης για την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας είχε τελειώσει.

Ένας κόσμος γεμάτος ελπίδα

Η συντριβή της ναζιστικής Γερμανίας γέμισε με ελπίδα ολόκληρο τον πλανήτη ότι ο μεταπολεμικός κόσμος θα ήταν ένας κόσμος που θα κυριαρχούσε η ειρήνη, η δημοκρατία και η ελευθερία.

Την ελπίδα αυτή αποτύπωναν στα μεταξύ τους μηνύματα και οι ηγέτες της αντιχιτλερικής συμμαχίας.

«Σας διαβιβάζω εγκάρδιον χαιρετισμόν με την ευκαιρίαν της λαμπράς νίκης που εσημειώσατε εκδιώξαντες τους επιδρομείς από το έδαφός σας και συντρίψαντες την ναζιστικήν τυραννίαν. Πιστεύω σταθερώς ότι από την φιλίαν και την αμοιβαίαν κατανόησιν μεταξύ του βρετανικού λαού και του ρωσικού λαού εξαρτάται το μέλλον τής ανθρωπότητος…» έγραφε, σε μήνυμα που έστειλε στις 9 Μαΐου 1945 προς τον Ι. Β. Στάλιν, τον Κόκκινο Στρατό και τον σοβιετικό λαό, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουιν. Τσόρτσιλ.

«Εκφράζω την βεβαιότητα διά την εις το μέλλον επιτυχή εξέλιξιν, κατά την μεταπολεμικήν περίοδον, των φιλικών σχέσεων που ανεπτύχθησαν μεταξύ των χωρών μας κατά την περίοδον του πολέμου»,
απαντούσε την άλλη μέρα ο Στάλιν.

Στο δικό του μήνυμα προς τον σοβιετικό ηγέτη ο Αμερικανός πρόεδρος Χ. Τρούμαν σημείωνε:
«Εκτιμώμεν μεγάλως την μεγαλειώδη συμβολήν της πανισχύρου Σοβιετικής Ενώσεως εις την υπόθεσιν του πολιτισμού και της ελευθερίας. Διεδηλώσατε την ικανότητα ενός φιλελευθέρου και εις ύψιστον βαθμόν ανδρείου λαού να συντρίψη τας κακάς δυνάμεις της βαρβαρότητος, οσονδήποτε ισχυραί και αν είναι αύται.»

Ο Στάλιν απαντούσε:
«Ο κοινός αγών των σοβιετικών, αμερικανικών και βρετανικών στρατιών εναντίον των Γερμανών επιδρομέων, ολοκληρωθείς με την πλήρη συντριβήν και ήτταν τους, θα καταχωρισθή εις την Ιστορίαν ως υπόδειγμα συνεργασίας των λαών μας.»

Η Ιστορία βέβαια δεν ακολούθησε ούτε τον δρόμο των ελπίδων ούτε τον δρόμο των ευχών. Στη συνέχεια ήρθε ο ψυχρός πόλεμος και πόλεμοι ξεσπούσαν διαρκώς σε περιφερειακό επίπεδο.

Ο πλανήτης όμως κατάφερε να ζήσει τα τελευταία 70 χρόνια χωρίς Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πρόκειται για μια νίκη των λαών που εδραιώθηκε με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και διατηρείται, ακόμα κι αν σήμερα απειλείται από την οικονομική κρίση, την αναβίωση του φασισμού, του ρατσισμού, του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων και της περιστολής των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

Υπό αυτή την έννοια η 9η Μαΐου είναι ένα ιστορικό ορόσημο που σήμερα δείχνει στους λαούς πως πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση, ώστε να μην επιτρέψουν την αναβίωση του φασισμού, να προστατεύσουν την ειρήνη και όσα κατέκτησαν στη διάρκειά της, τις δημοκρατικές τους ελευθερίες και τα δικαιώματα.

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου…

Από το υπό έκδοση ιστορικό μυθιστόρημα
«Η Κραυγή της Σιωπής»

Του Σπύρου Τζόκα
Πηγή: Iskra.gr

ΜΕΡΑ ΜΑΓΙΟΥ… Μια φωτογραφία, χίλιες λέξεις που λέει και ο λαός μας. Ο τριαντάχρονος Τάσος Τούσης, από το Ασβεστοχώρι, νεκρός στο δρόμο και η μητέρα του πεσμένη στα γόνατα, ικέτιδα προς τους χωροφύλακες να σταματήσουν να πυροβολούν και να πέφτουν και άλλοι νέοι νεκροί και τραυματίες στο λιθόστρωτο…

Εικόνα αρχαίας τραγωδίας.

Και στη συνέχεια η ιστορία του, η μικρή ιστορία ενός έντιμου βιοπαλαιστή. Ο Τάσος ήταν επαγγελματίας οδηγός και συντηρούσε την οικογένεια του, την μητέρα του και τις τέσσερις αδελφές του. Προκομμένος και εργατικός  νέος καθώς ήταν, κατάφερε μετά το γάμο  του να αποκτήσει με φοβερές οικονομίες ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο για να δουλέψει μόνος του. Η καπνεργάτρια Έλλη, η γυναίκα του, ήταν πάντα στο πλευρό του και τον βοηθούσε. Έχτιζαν τη ζωή τους λιθαράκι – λιθαράκι.

Στις 9 Μαΐου οι αυτοκινητιστές είχαν κηρύξει απεργία. Ο Τάσος, όπως έκανε πάντα, απέργησε. Δεν πήγε στη δουλειά και κατέβηκε στη συγκέντρωση με τους συναδέλφους του. Στη διαδήλωση ομάδα απεργών προσπάθησαν να εμποδίσουν κάποιους απεργοσπάστες.

Σε μια τέτοια ενέργεια, στην οδό Μ. Αλεξάνδρου, οι χωροφύλακες επιτέθηκαν στους διαδηλωτές με πυροβολισμούς. Πυροβολισμούς στο ψαχνό. Εκεί ο Τάσος άφησε την τελευταία του πνοή. Το παλικάρι που καμάρωναν οι συγγενείς και οι φίλοι του. Το αποκούμπι της χαροκαμένης μάνας.

Η αξία της ζωής ήταν αρκετά υποτιμημένη. Και το γνώριζαν καλά οι βασανισμένες αυτές γυναίκες.

Η φωτογραφία αυτή απέκτησε τη δική της ιστορία. Ο σπαραγμός της μάνας έγινε πηγή έμπνευσης για τον τότε 27χρονο, ανερχόμενο ποιητή, Γιάννη Ρίτσο.

Με τον τίτλο «Μοιρολόι», η εφημερίδα Ριζοσπάστης φιλοξενούσε, στις 12 Μαΐου, τα πρώτα δείγματα της νέας ποιητικής του συλλογής.

Ο «Επιτάφιος» γνώρισε εν τη γενέσει, τις διώξεις και τον αποκλεισμό, αλλά είχε μεγάλη απήχηση στο λαό.  Παραδόθηκε τελικά στην πυρά μαζί με τα άλλα «απαγορευμένα βιβλία» που την καταστροφή τους διέταξε η δικτατορία του Μεταξά, που επιβλήθηκε λίγους μήνες αργότερα.  Στους στύλους του Ολυμπίου Διός κάηκαν τα τελευταία 250 εναπομείναντα αντίτυπα μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία.

Το αίμα, οι 12 νεκροί διαδηλωτές και οι 300 τραυματίες, οι εκτεταμένα συμπλοκές που σημειώθηκαν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και η λαϊκή συμμετοχή έδιναν στην καθολική διαμαρτυρία τη μορφή εξέγερσης. Η κατάσταση ήταν εκρηκτική.

Το καθεστώς αντέδρασε ακαριαία. Στρατιωτικές δυνάμεις έζωσαν την πόλη. Ο λαός δεν το έβαλε κάτω, δεν κάθισε στα αυγά του. Ετοίμασε την αντίσταση του. Το καλοκαίρι του 1936 ήταν θερμό.  Εξεγέρσεις και απεργίες είχαν δημιουργήσει μια εκρηκτική κατάσταση.

Οι δύο μεγάλες συνομοσπονδίες των εργαζομένων, η Γενική και η Ενωτική αποφάσισαν να κηρύξουν γενική πανελλαδική απεργία στις 5 Αυγούστου.

Δεν πρόλαβαν, όμως. Δεν ξημέρωσε απεργιακά η πέμπτη Αυγούστου, γιατί τα ξημερώματα η απεργία ματαιώθηκε βίαια. Η πόλη ξύπνησε ανώμαλα. Το προηγούμενο βράδυ έγιναν χιλιάδες συλλήψεις. Άνοιξαν οι φυλακές και τα κρατητήρια. Ανάμεσα τους και οι ηγέτες των συνδικάτων. «Δικτατορία» ψιθύριζε ο κόσμος. Το είχαν ξαναδεί το έργο. Ένας άλλος τώρα δικτάτορας…  ο Ιωάννης Μεταξάς.

Ναπολέων Σουκατζίδης: Ο ήρωας που ενέπνευσε τον Παντελή Βούλγαρη

Της Κατερίνας Καραβία
Πηγή: 3pointmagazine.gr

«Αυτή την ταινία την όφειλα στον Ναπολέοντα» θα πει ο Παντελής Βούλγαρης για τη νέα του ταινία «Το τελευταίο σημείωμα» με θέμα την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών αγωνιστών από τους Ναζί κατακτητές στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944.

Κεντρικός ήρωας ο κρητικός κομμουνιστής αγωνιστής Ναπολέων Σουκατζίδης. Η ιστορία του ενέπνευσε τον Βούλγαρη που θέλησε έτσι κανείς να μην ξεχάσει αυτόν και τους 199 άλλους κομμουνιστές που πέθαναν για την πατρίδα.

Κομμουνιστής ως το τέλος

«Ο Ναπολέων Σουκατζίδης, γεννήθηκε στην Προύσα της Μικράς Ασίας το 1909. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Κρήτη και συγκεκριμένα στο Αρκαλοχώρι Ηρακλείου. Σπούδασε στη Μέση και Ανώτατη Εμπορική Σχολή και εργάστηκε ως λογιστής στο εργοστάσιο Μίνως. Ήταν φοβερά μορφωμένος και ήξερε 6 γλώσσες, Ρωσικά, Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Τούρκικα και φυσικά Ελληνικά.

Υπήρξε στέλεχος του ΚΚΕ και πρόεδρος των Εμποροϋπαλλήλων Ηρακλείου με μεγάλη συνδικαλιστική δράση η οποία ήταν και ο λόγος της σύλληψής του από την Δικτατορία του Μεταξά με το «Ιδιώνυμο». Έτσι τον Απρίλιο του 1937 εξορίζεται στον Άη Στράτη. Δεν θα ξαναγυρίσει στον τόπο του ποτέ.

Άη Στράτης, Ακροναυπλία, Τρίκαλα, Λάρισα, Χαϊδάρι

Από εξορία σε εξορία και από φυλακή σε φυλακή ήταν η ζωή του Σουκατζίδη για 8 ολόκληρα χρόνια. Δύσκολα χρόνια που όμως δεν λυγίζουν τον Ναπολέοντα που με χαμόγελο και ελπίδα στέκεται δίπλα στους συντρόφους του, τους βοηθά, τους συμπαραστέκεται. Δίπλα του και η αρραβωνιαστικιά του Χαρά, η οποία τον επισκέπτεται από φυλακή σε φυλακή.

Η Βούλα Δαμιανάκου τον συναντά σε ένα από τα στρατόπεδα του μαρτυρίου και γράφει για αυτόν στο βιβλίο «Μνημόσυνο»:

«Μόνο τεχνίτης μεγάλος θα μπορούσε να ζωγραφίσει την όψη του την χαμογελαστή. Όψη που να χορεύουν πάνω της αγκαλιασμένες η πίστη και το θάρρος, η σεμνότητα κι η αξιοπρέπεια, η ευγένεια κι η μεγαλοσύνη, η αγάπη κ η συγκατάβαση και πάνω σ’ όλα η καλοσύνη. Τίποτα δεν είχε για όλους εμάς τους συγκρατούμενούς του τόση γοητευτική δύναμη όσο το φωτεινό του χαμόγελο που το σκόρπιζε άφθονο σε φίλους και σ’ εχθρούς, σε άδικους και δίκιους. Δεν είταν κρατούμενος που να μην ένιωσε το χάδι απ’ το βλέμμα του, τη ζέστα απ’ το χαμόγελό του, την προθυμία της απεριόριστής του συγκατάβασης. Είταν σαν να μάγευε και να θεράπευε μαζί.

Εμάλωνε με το χαμόγελο, έκανε σύσταση με το χαμόγελο, δεχόταν ή αρνιόταν κάτι με το χαμόγελο, τους αντιπάλους του με το χαμόγελο τους έβαζε στη θέση τους και την ακαταδεξιά του ακόμη και την περιφρόνησή του την έδειχνε με το χαμόγελο. Με το χαμόγελο αποχαιρέταγε τους συντρόφους του όταν τους παίρναν για εκτέλεση, κι αυτό του το χαμόγελο είταν ένα χαμόγελο σφαγμένο και πιο θλιμμένο από το κλάμα».

Το Κολαστήριο του Χαϊδαρίου

Ακόμα και όταν ο Μουσολίνι κηρύσσει πόλεμο την Ελλάδα και επιστρατεύονται οι πάντες, ο Μεταξάς αρνείται να απελευθερώσει τους κομμουνιστές από τις φυλακές, παρόλο που οι περισσότεροι με πάθος ήθελαν να πολεμήσουν για την Πατρίδα τους. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όταν η Ελλάδα παραδίδεται στη Ναζιστική Γερμανία το καθεστώς του παραδίδει στους Γερμανούς τους φυλακισμένους αγωνιστές.

Κάπως έτσι βρέθηκε ο Σουκατζίδης στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στο Χαϊδάρι μαζί με εκατοντάδες άλλους αγωνιστές. Βασανιστήρια, καψόνια, ανακρίσεις και τέλος εκτελέσεις ήταν κάτι το καθημερινό στο κολαστήριο του Χαϊδαρίου.

Ο Σουκατζίδης διατελεί χρέη διερμηνέα εκεί καθώς γνωρίζει Γερμανικά. Μια θέση που απαιτεί τεράστιο ψυχικό σθένος, καθώς οι Ναζί δεσμώτες τον ξεχωρίζουν για την μόρφωση και το ήθος του και του συμπεριφέρονται με εύνοια κάποιες φορές που θα τον φέρνει σε δύσκολη θέση απέναντι στους συντρόφους του ενώ παρευρίσκεται και στις ανακρίσεις των αγωνιστών, από την άλλη ο ίδιος έχει χρέος απέναντι στους κρατουμένους να τους προστατεύει, να τους βοηθά και να μεταδίδει τυχόν πληροφορίες που άκουγε από τους Γερμανούς.

Αλύγιστος

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που μας παραδίδει ο Φλούντζης. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ο τρομερός Radomski επέβλεπε μία ομάδα Εβραίων που μετέφεραν μπάζα και αντιλήφθηκε ότι ένας από τους εργάτες δεν είχε εντελώς γεμάτο τον ντενεκέ του και βάδιζε με πιο αργό βήμα. Ο «Σύρμας» έβαλε τις φωνές και ζήτησε από τον Σουκατζίδη να τον χτυπήσει. Εκείνος, φυσικά, αρνήθηκε με επιμονή, πράγμα που εξαγρίωσε τον διοικητή.Έτσι, άρχισε να χτυπά με μεγάλη αγριότητα τον διερμηνέα. Εν τω μεταξύ ο Εβραίος έφυγε. Όταν το είδε αυτό ο Radomski, είπε στον Ναπολέοντα ότι ο άνθρωπος που υπεράσπιζε ήταν τεμπέλης και θρασύς. Έτσι, του ζήτησε ξανά να τον χτυπήσει. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε και αναγκάστηκε να υποστεί νέο ξυλοδαρμό από τον βάναυσο διοικητή.

Η λίστα των μελλοθάνατων

Στις 27 Απριλίου του 1944, στους Μολάους Λακωνίας, διμοιρία του ΕΛΑΣ υπό τον Μανώλη Σταθάκη επιτίθεται κατά του γερμανού Διοικητή Φράντς Κρεχ σκοτώνοντας αυτόν και 4 μέλη της συνοδείας του. Η τακτική των Ναζί ήταν γνωστή κατά το τέλος του πολέμου. Για κάθε νεκρό Γερμανό θα εκτελούνται 50 Έλληνες ως αντίποινα. Έτσι λοιπόν αποφασίστηκε η εκτέλεση 200 αυτή τη φορά κρατουμένων του Χαϊδαρίου.

Ο Σουκατζίδης είναι αυτός που θα αναγνώσει τα 200 ονόματα. Ένας ένας φωνάζει παρών. Μπρος το θάνατο και οι διακόσοι χαμογελούν.

Ανάμεσα στη λίστα ο Σουκατζίδης θα πει και το δικό του όνομα. «Παρών». Ο ίδιος αποδέχθηκε τη μοίρα με ένα χαμόγελο και παρέδωσε τη σφυρίχτρα και τα χαρτιά του στον βοηθό διερμηνέα Θανάση Μερεμέτη λέγοντάς του:

«Θανάση, μη ξεχνάς ποτέ πως είσαι Έλληνας κρατούμενος και εξυπηρετείς Έλληνες αγωνιστές. Να είσαι πάντα καλός και μαλακός μαζί τους. Στο πρόσωπό σου τους αποχαιρετώ όλους».

Ο διοικητής Καρλ Φίσερ δίνει στον Ναπολέοντα την ευκαιρία να σώσει την ζωή του, και να εκτελεστεί στη θέση του κάποιος άλλος.

Όπως χαρακτηριστικά λέει η Δαμιανάκου, ο Σουκατζίδης ανταπαντά: «Θέλεις να μ’ αντικαταστήσεις όχι από εχτίμηση, αλλά μόνο και μόνο για να με κάμεις από Σουκατζίδη τίποτα. Μ’ αν πραγματικά μ’ εχτιμάς, η μόνη χάρη που μπορείς να μου κάμεις είναι να μ’ αφήσεις να πεθάνω σαν όλους στη θέση μου, γιατί ο συνεπής αγωνιστής δεν αλλάζει τη θέση του με τίποτε και για κανέναν λόγο, μάλιστα όταν η θέση του αυτή είναι μπροστά στο πολυβόλο».

Μια μαρτυρία λέει πως το στρατόπεδο σείστηκε από τα χειροκροτήματα των συγκρατουμένων και ότι οι Γερμανοί παγώσαν μπροστά στο μεγαλείο της θυσίας του Σουκατζίδη αλλά και των πανηγυρισμών των μελλοθάνατων που δεν έδειξαν στιγμή φόβο.

Από την άλλη ο Δ. Ψαθάς αφηγείται: «Κι εκεί στο Χαϊδάρι, διακόσια ονόματα φωνάζει ο στρατοπεδάρχης. Οι Ακροναυπλιώτες. Άνθρωποι που λιώσαν στα μπουντρούμια και τις εξορίες της τετάρτης Αυγούστου, που δεμένους χειροπόδαρα τους άφησε στον Γερμανό.

-Ναπολέων Σουκατζίδης

Βγαίνει κι ο Ναπολέων. Και ο στρατοπεδάρχης κομπιάζει μπροστά σ’ αυτόν τον ήρωα που μιλά εφτά γλώσσες και δέχεται μέσα στο Χαϊδάρι με θεϊκή γαλήνη τα μαρτύρια και κρατά στις καρδιές των μαρτύρων αναμμένη τη φλόγα της ελπίδας και του αγώνα.

-Όχι εσύ, Ναπολέων!
-Γιατί όχι εγώ;
-Εσύ δεν θα τουφεκιστείς.
-Και πόσους θα τουφεκίσεις, αν εξαιρεθώ εγώ;
-Διακόσιους.
-Όχι. Δεν δέχομαι κανένας να μ’ αντικαταστήσει. Είμαι Έλληνας!

Επιμένει ο στρατοπεδάρχης. Αλύγιστος ο Ναπολέων. Και βγαίνουν έξω απ’ τον σωρό οι διακόσιοι και στήνουνε χορό: Έχε γεια, καημένε κόσμε, έχε γεια, γλυκειά ζωή! Βλέπει ο Γερμανός στρατοπεδάρχης τούτους τους διακόσιους που απάνω τους βαραίνει ο ίσκιος του θανάτου να χορεύουν, να τραγουδούν και ν’ αποχαιρετάνε τους συντρόφους τους – σαστίζει. Τι είναι τούτο δω;

Αντηχεί ο αέρας από αντάρα αντρίκια:

-Έχετε γεια, παιδιά.
-Ζήτω η Ελλάδα!
-Σαν άντρες θα πάμε!

«Γεια σου Πατρίδα»

Ξημερώνει Πρωτομαγιά του 1944, και από το Χαϊδάρι φεύγουν 10 γερμανικά φορτηγά με κατεύθυνση την Καισαριανή. Μέσα στοιβαγμένοι 200 μελλοθάνατοι. Ο δρόμος γεμίζει σημειώματα, στη μάνα, στον πατέρα, στα αδέλφια, στους αγαπημένους, στους συναγωνιστές, παρακαταθήκη για αυτούς που έμεναν πίσω να συνεχίσουν την πάλη για την ελευθερία.

Στην Καισαριανή τα πολυβόλα έχουν στηθεί. Ανά 20 εκτελούνται. Οι εναπομείναντες αναγκάζονται να τους κουβαλήσουν μέχρι τα φορτηγά για να ταφούν αργότερα. Η μόνη τους επιθυμία να μην τους κλείσουν τα μάτια, τα τελευταία τους λόγια «Ζήτω η Ελλάδα!», «Ζήτω η λευτεριά!»

Το τελευταίο σημείωμα

Κάποια από τα σημειώματα που έριξαν στην διαδρομή οι μελλοθάνατοι σώθηκαν καθώς βρέθηκαν από περαστικούς:

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γράφει στον πατέρα του: «Φώτην Σουκατζίδην, Αρκαλοχώρι Ηρακλείου Κρήτης. Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου…».

Στην αρραβωνιαστικιά του Χαρά γράφει: «Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ‘θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου».

«Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές» έγραψε ο Μήτσος Ρεμπούτσικας.

Ο Νίκος Μαριακάκης γράφει: «Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά, παρά να ζει σκλάβος, N.Μαριακάκης Γεωπόνος Χανιά, 1-5-44, Όποιος το βρει να μην το καταστρέψει».

Με λιτό τρόπο ο Κώστας Τσίρκας συμπυκνώνει στο σημείωμά του τον ηρωισμό των πρωταγωνιστών της εποχής “Πρωτομαγιά. Γεια σας. Όλοι πάμε στη μάχη.”

Ενώ η ανήλικη δεκαεφτάχρονη Ηρώ Κωνσταντοπούλου αφήνει πίσω της το εξής τετράστιχο: “Υπομονή κι υπομονή, καρτέρι και καρτέρι, και τούτος ο Σεπτέμβριος τη λευτεριά θα φέρει.”

 «Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί.
Γυμνοί: κατάσαρκα φορώντας σημαίες –
η Ελλάδα τις έραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε τα πουλιά που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους τον ανατέλλοντα πυρφόρον.
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς να ανοίγουν στο μέλλον. Εμείς
μερτικό δε ζητήσαμε. Τίποτα. Μόνο θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δε βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας»

Γ. Ρίτσος

 

Μια αφήγηση για την Πρωτομαγιά του 1944.

Από συνέντευξη του Γιάννη Βόγλη στο tvxs το 2010

Θα πω μια πραγματική ιστορία. Μικρός μεγάλωσα στο Βύρωνα, σε ένα ύψωμα. Εκεί ακούγαμε κάθε μέρα τα μυδράλια από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής και από τις ριπές υπολογίζαμε περίπου πόσες ήταν οι εκτελέσεις.
Την Κυριακή την 1η του Μάη του 1944, έγινε η μεγάλη εκτέλεση των 200.
Αυτή η εκτέλεση κράτησε σχεδόν ολόκληρη την ημέρα. Όλος ο κόσμος ήταν στις πόρτες και στα παράθυρα. Νεκρική σιγή. Δεν μιλούσε κανείς. Κάποτε τα μυδράλια σταμάτησαν. Προς στο σούρουπο, από κάτω στο δρόμο φάνηκαν κάποιες μικρές φλογίτσες που ανέβαιναν. Όσο η πορεία ανέβαινε πλήθαινε, γιατί ο κόσμος έβγαινε από τα σπίτια του και ακολουθούσε.
Κρατούσαν μικρά δαδιά. Τότε δεν υπήρχαν κεριά. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Φτάσαμε σ’ ένα πλάτωμα που ήταν ένα μεγάλο σταυροδρόμι.
Από όλους τους δρόμους ερχόταν κόσμος με δαδιά αναμμένα. Εκεί σιωπηλά γονατίσαμε και με σκυφτό το κεφάλι, ψάλλαμε, το «Πέσατε θύματα, αδέλφια μου εσείς». Αυτή η ενότητα, και αυτή η ομοψυχία που υπήρχε, ήταν αυτό που έκανε τη διαφορά με το σήμερα.
Η ουσία, είναι μία τώρα, να ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή θα αφυπνιστεί ο κόσμος, και θα κατέβει πραγματικά στους δρόμους να διεκδικήσει αυτό που του ανήκει. Γιατί αυτό πρέπει να γίνει. Δεν έχουμε καμία άλλη λύση. Δεν θα μας λυπηθεί κανένας, δεν θα φροντίσει κανένας για μας, παρά μόνο εάν διεκδικήσουμε. Πρέπει να απαιτούμε, και όχι να επαιτούμε…