Κατηγορία: Ιστορικά

21 Oκτωβρίου 1918: Πραγματοποιείται το πρώτο εργατικό συνέδριο στην Ελλάδα

Αναδημοσίευση από kar.org.gr
Αρχική πηγή: politikokafeneio.com
Σαν σήμερα το 1918 έγινε το πρώτο εργατικό συνέδριο στην Ελλάδα που οδήγησε στην ίδρυση της ΓΣΕΕ.

Με αφορμή το γεγονός αυτό, λίγα λόγια για το πώς φτασαμε σε αυτό.

Το Νοέμβρη του 1918 το ελληνικό προλεταριάτο, ολιγάριθμο αλλά εξαιρετικά μαχητικό, απόκτησε το πρώτο του πολιτικά ανεξάρτητο κόμμα, το Σoσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας. Μέσα σε συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης της χώρας και πολιτικής καταπίεσης από την ανταντόφιλη βενιζελική κυβέρνηση, συνθήκες στρατιωτικού νόμου και πολεμικού πυρετού, με την άρχουσα τάξη βαθιά διασπασμένη, το προλεταριάτο έκανε το μεγάλο βήμα προς την πολιτική του ανεξαρτησία. Η ιστορική αυτή πράξη έγινε κάτω από την επίδραση της ακτινοβολίας της Ρώσικης Επανάστασης.

Η κρίση του ιμπεριαλισμού, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η χρεοκοπία της Δεύτερης Διεθνούς και των τμημάτων της, έβαζε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της κρίσης ηγεσίας της εργατικής τάξης και την ανάγκη της άμεσης λύσης του. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα, αυτή την εποχή ήταν κατακερματισμένο σε πολλές οργανώσεις, που βρίσκονταν κάτω από την ιδεολογική, και κάποτε και την οργανωτική, επιρροή της άρχουσας τάξης. Η ανάγκη της ενοποίησής τους για την καθοδήγηση των μεγάλων αγώνων της εργατικής τάξης ήταν επιτακτική. Η οικονομική και πολιτική κρίση του συστήματος εκείνη την περίοδο δημιουργούσε τους όρους μιας αναπτυσσόμενης εμφυλιοπολεμικής κατάστασης. Η εργατική τάξη απειλούνταν με αφανισμό. Χρειαζόταν το κόμμα της για να αναλάβει τον ιστορικό της ρόλο.

Η πορεία προς τη σύγκλιση του Πρώτου Πανελλαδικού Σοσιαλιστικού Συνέδριου δεν ήταν εύκολη, ούτε ευθύγραμμη. Ήταν γεμάτη ζιγκ ζαγκ, εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις. Οι έλληνες σοσιαλιστές, κάνοντας κάποια βήματα προς τα εμπρός και περισσότερα προς τα πίσω, υποχωρώντας στις πιέσεις της μπουρζουαζίας και συνάμα παλεύοντας ενάντιά της, με πολύ ανεπαρκές θεωρητικό οπλοστάσιο, συγχέοντας οι περισσότεροι τις μαρξιστικές με τις φιλελεύθερες και ανθρωπιστικές ιδέες, αποτελούσαν τη συμπυκνωμένη έκφραση βαθιών ιστορικών αντιφάσεων του νεαρού ελληνικού καπιταλισμού. Οι αδυναμίες τους καθυστέρησαν αλλά δεν κατάφεραν να εμποδίσουν τη δημιουργία του πρώτου Εργατικού Κόμματος.

Η δύναμή τους εκφράζονταν στην απόφασή τους να αναλάβουν την ιστορική τους αποστολή, να χτίσουν το Επαναστατικό Κόμμα. Δεν ήταν μια προσωπική ικανότητα των πρωτοπόρων αυτών μαχητών. Αντανακλούσε την δύναμη και την αποφασιστικότητα ολόκληρης της εργατικής τάξης, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παγκόσμια, σε συνθήκες βαθιάς κρίσης και παρακμής της αστικής τάξης και του συστήματός της. Η προλεταριακή επανάσταση ήταν παρούσα σε κάθε χώρα. Η νίκη της στη Ρωσία ήταν μόνο η πρώτη στιγμή, μια στιγμή όμως που έδωσε τεράστια ώθηση στις δυνάμεις της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης.

Το Πρώτο Πανελλαδικό Σοσιαλιστικό Συνέδριο διαπεράστηκε από αυτό το επαναστατικό πνεύμα. Ήταν αντικειμενικά δεμένο με την προλεταριακή επανάσταση, χαιρέτισε τη Γερμανική Επανάσταση που είχε ξεσπάσει, πήρε ανοιχτά το μέρος της νεαρής σοβιετικής δημοκρατίας ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επιβουλές. Το πρόγραμμα του νέου κόμματος έβαζε σαν κύριο στόχο την οργάνωση του προλεταριάτου για την κατάκτηση της εξουσίας και την συντονισμένη παγκόσμια δράση των εργατών για «το θρίαμβο του διεθνούς σοσιαλισμού». Ξαναγυρίζουμε σ΄ αυτό τον πρώτο ιστορικό σταθμό του ελληνικού εργατικού κινήματος σήμερα που βρισκόμαστε μπροστά στην επιτακτική ιστορική αναγκαιότητα της Επανίδρυσης της Τέταρτης Διεθνούς που θα οργανώσει σε παγκόσμια κλίμακα το προλεταριάτο για την κατάληψη της εξουσίας. Βγάζουμε τα απαραίτητα ιστορικά μαθήματα που θα μας είναι χρήσιμα για το μεγάλο αυτό εγχείρημά μας.

Από αυτή τη σκοπιά εξετάζει αυτή μας η μελέτη την πορεία προς το ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΕΚΕ, όλους τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους, τους αναγκαίους για την ίδρυση του πρώτου ανεξάρτητου εργατικού κόμματος στην Ελλάδα.

Οι αγώνες της εργατικής τάξης

Η δεκαετία 1908 – 1918 γνώρισε το μεγαλύτερο απεργιακό κύμα από τη μία άκρη της Ελλάδας μέχρι την άλλη, από την Αθήνα, τον Πειραιά, το Λαύριο μέχρι την Καρδίτσα, τον Βόλο, την Πάτρα, τη Σύρα, την Κέρκυρα. Παρά το χαμηλό επίπεδο συνδικαλιστικής οργάνωσης, η εργατική τάξη έδινε αποφασιστικές μάχες για την βελτίωση του άθλιου βιοτικού της επίπεδου και των όρων δουλειάς της. Αλλά και τα προηγούμενα χρόνια γνώρισαν σημαντικές κινητοποιήσεις, ιδιαίτερα του αγροτικού πληθυσμού. Το 1900 έγινε τοπική εξέγερση στην Σπάρτη για «ένα δικαιότερο φορολογικό σύστημα». Η πείνα, η φυματίωση, οι φόροι, οι μεταναστεύσεις εξαγρίωναν τους αγρότες, τους εργάτες, τους φτωχούς μικροαστούς στις πόλεις και τα χωριά.

(περισσότερα…)

Advertisements

Η αεροπορική τραγωδία των Άνδεων

Μια ιστορία ύμνος στην θέληση για επιβίωση

The first photo taken by the rescuers on December 22, 1972.

Της Αθηνάς Τζίμα
Πηγή: mixanitouxronou.gr

Οκτώβριος 1972. Ήταν Παρασκευή και 13, όταν το αεροσκάφος της Ουρουγουανής ομάδας ράγκμπι απογειώθηκε από τη Μεντόζα, την τελευταία πόλη της Αργεντινής πριν από τις Άνδεις. Προορισμός του ήταν το Σαντιάγο της Χιλής, αλλά για να φτάσει έπρεπε να διασχίσει την οροσειρά.
Όμως, το αεροσκάφος δεν θα άντεχε τις πιέσεις του αέρα πάνω από τις υψηλότερες κορυφές, γι’ αυτό ο πιλότος επέλεξε να κατευθυνθεί νότια, από ένα πέρασμα όπου οι γεωλογικές συνθήκες ήταν καλύτερες.

Στις 3.21 μ.μ. ο πιλότος ενημέρωσε το αεροδρόμιο της Χιλής ότι ετοιμαζόταν να διασχίσει το πέρασμα.
Στις 3.24 μ.μ. είχε περάσει στην άλλη πλευρά και κατευθύνθηκε βόρεια προς στο Σαντιάγο.
Αργότερα, όσοι μελέτησαν την υπόθεση κατέληξαν ότι εκείνη τη στιγμή έγινε το μοιραίο λάθος.

Η απόσταση που διήνυσε το αεροπλάνο έπαιρνε συνήθως 10 με 11 λεπτά, αλλά ο πιλότος Φεράντας τη διήνυσε σε μόλις 3 λεπτά. Πίστευε ότι είχε περάσει στην άλλη πλευρά των Ανδέων.
Στην πραγματικότητα βρίσκονταν στη μέση του περάσματος. Γύρω τους υπήρχαν βουνά. Το αεροσκάφος κινούνταν μες στα σύννεφα και ο πιλότος δεν μπορούσε να δει ότι το αεροσκάφος πετούσε ανάμεσα στις κορυφές της οροσειράς, που πίστευε ότι είχε προσπεράσει.

Ένα πτώμα ανάμεσα στα συντρίμμια του αεροσκάφους

Ξαφνικά τα σύννεφα διαλύθηκαν. Ο πιλότος με απότομο ελιγμό, ίσα που πρόλαβε να αποφύγει μία κορυφή. Δυστυχώς όμως το αεροσκάφος δεν πρόλαβε να πάρει αρκετό ύψος, και χτύπησε στο βουνό. Το δεξί φτερό αποκολλήθηκε και το αεροσκάφος προσγειώθηκε άτσαλα σε μία απότομη πλαγιά. Κύλησε σαν έλκηθρο και κατέληξε σε ένα χιονισμένο ίσιωμα, σε υψόμετρο 3,5 χιλιομέτρων.
Από τους 45 επιβαίνοντες, πέθαναν αμέσως οι 12, ανάμεσα τους και ο πιλότος. Επέζησαν 33 επιβάτες, που για τους επόμενους δύο μήνες θα έδιναν τον δυσκολότερο αγώνα της ζωής τους.

Η ομάδα ράγκμπι «Old Christians»

Το αεροσκάφος μετέφερε τους αθλητές της ομάδας ράγκμπι «Old Christians», οι οποίοι επρόκειτο να αγωνιστούν εναντίον της χιλιανής ομάδας «Old Boys» στο Σαντιάγο της Χιλής. Οι αγώνες διεξάγονται στο πλαίσιο του λατινοαμερικάνικου τουρνουά ράγκμπι για το Copa de la Amistad, γνωστό και ως «Κύπελλο Φιλίας».

Το ταξίδι τους είχε ξεκινήσει πριν από μια μέρα, στις 12 Οκτωβρίου, από το Μοντεβιδέο. Σταμάτησαν στη Μεντόζα μέχρι να περάσει η κακοκαιρία για να διασχίσουν τις Άνδεις. Το πρωί της 13ης Οκτωβρίου ετοιμάζονταν για το τελικό μέρος του ταξιδιού τους. Ήταν ενθουσιασμένοι για τον αγώνα που θα έδιναν στη Χιλή και για το 3ημερο διακοπών που θα ακολουθούσε.
Μάλιστα, οι διοργανωτές τους είχαν πει να προσκαλέσουν τις οικογένειές τους, γιατί υπήρχαν 10 ελεύθερες θέσεις στο αεροσκάφος.

Μετά τη σύγκρουση, οι επιζήσαντες βγήκαν από τα συντρίμμια του αεροσκάφους και αντίκρισαν ένα πρωτόγνωρο θέαμα. Οι περισσότεροι απ’ τους Ουρουγουανούς αθλητές δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους χιόνι. Το μεγαλύτερο υψόμετρο που είχαν βρεθεί μέχρι τότε δεν ξεπερνούσε τα 500 μέτρα. Ήταν εντελώς απροετοίμαστοι για αυτές τις καιρικές συνθήκες.

Φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από την πτώση του αεροπλάνου.

Ο αγώνας για την επιβίωση

Την πρώτη νύχτα πέθαναν πέντε επιβάτες από το κρύο και κυρίως τους τραυματισμούς. Ανάμεσά τους ήταν και ο συγκυβερνήτης του αεροσκάφους, που πριν υποκύψει, επαναλάμβανε τη φράση: «Περάσαμε το Κουρικό! Περάσαμε το Κουρικό!» Το Κουρικό ήταν περιοχή στη Χιλή, στη δυτική πλευρά των Άνδεων.

Το αεροσκάφος δεν έφτασε ποτέ εκεί. Αντιθέτως, βρισκόταν ακόμα στην Αργεντινή, σε ένα σημείο τόσο απόκρημνο και δύσβατο, που δεν είχε καν ονομασία.

Όταν ξημέρωσε η δεύτερη μέρα, οι 28 επιζήσαντες είδαν ένα αεροπλάνο να πετά πάνω από το σημείο της σύγκρουσης. Άρχισαν να φωνάζουν, να χοροπηδούν, έκαναν τα πάντα για να τραβήξουν την προσοχή του πιλότου. Δυστυχώς, δεν τους είδαν. Το αναγνωριστικό αεροπλάνο απομακρύνθηκε γρήγορα.

Την 11η μέρα, άκουσαν στο τρανζίστορ του αεροσκάφους ότι σταμάτησαν οι έρευνες για τον εντοπισμό τους. Τα νέα απέλπισαν όλους τους επιζώντες, εκτός από έναν, ονόματι Γκουστάβο Νίκολιτς. «Αυτό σημαίνει», δήλωσε ο Νίκολιτς, «ότι θα πρέπει να φύγουμε μόνοι μας από εδώ».

Η αποφασιστικότητα του νεαρού έδωσε κουράγιο στους επιζώντες να συνεχίσουν. Αλλά για να τα καταφέρουν, έπρεπε να ξεπεράσουν τα όρια τους.

Οι ανθρωποφάγοι

Για να αντιμετωπίσουν τις χαμηλές θερμοκρασίες, συγκεντρώνονταν στο εσωτερικό του αεροσκάφους και μοιράζονταν τη ζεστασιά των κορμιών τους. Για φαγητό, είχαν λίγες σοκολάτες και μερικά μπουκάλια κρασί. Μετά από λίγες μέρες, άρχισαν να τρώνε τις δερμάτινες ζώνες των καθισμάτων και έψαχναν απεγνωσμένα μέσα στο χιόνι για ίχνη τροφής. Δεν υπήρχε τίποτα.

Η μόνη λύση που τους απέμενε ήταν να φάνε τους νεκρούς, δηλαδή τους φίλους και τους συγγενείς τους. Οι περισσότεροι επιζώντες ήταν καθολικοί. Δικαιολόγησαν την απόφασή τους, λέγοντας ότι ήταν σαν να τρώνε το σώμα και το αίμα του Χριστού στη Θεία Κοινωνία.
Ίσως σαν βιβλική τιμωρία, στις 29 Οκτωβρίου ήρθε μία χιονοστιβάδα που σκότωσε άλλους οχτώ.

Η διάσωση

Οι επιζώντες βασίστηκαν στα λεγόμενα του συγκυβερνήτη που πίστευε ότι είχαν φτάσει στο Κουρικό και αποφάσισαν να κινηθούν δυτικά. Δεν γνώριζαν ότι μόλις 29 χιλιόμετρα ανατολικά, υπήρχε ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο που θα μπορούσε να τους προστατέψει από την κακοκαιρία.

Λόγω των κακουχιών και της εξάντλησης, κανείς απ’ τους επιζώντες δεν άντεχε να διανύσει τέτοιες αποστάσεις. Γι’ αυτό επιλέχθηκαν τρεις, που θα αναλάμβαναν την αποστολή, αφού συγκέντρωναν δυνάμεις. Τα ονόματά τους ήταν Νάντο Παράντο, Ρομπέρτο Κανέσα και Αντόνιο Βιζιντίν.

Ξεκίνησαν στις 12 Δεκεμβρίου και μετά από ώρες πεζοπορίες, εντόπισαν τμήματα του αεροπλάνου και ορισμένες απ’ τις βαλίτσες τους. Συνέχιζαν την πεζοπορία, αλλά το δεύτερο βράδυ κόντεψαν να πεθάνουν από το κρύο και αποφάσισαν να επιστρέψουν στην αρχική τους κατασκήνωση. Πρώτα όμως πήραν τις μπαταρίες του αεροσκάφους που βρήκαν τυχαία. Τις χρησιμοποίησαν για να ενεργοποιήσουν τα συστήματα επικοινωνίας του αεροσκάφους και να καλέσουν βοήθεια.

Δυστυχώς το σχέδιο απέτυχε. Δεν έμενε άλλη λύση από τη δύσκολη, σχεδόν ακατόρθωτη κατάβαση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν το κρύο, το οποίο αντιμετώπισαν κατασκευάζοντας αυτοσχέδιους υπνόσακους από το υλικό που χρησιμοποιούνταν για τη μόνωση του αεροπλάνου.

Το υλικό τους προστάτευσε απ’ το κρύο και κατάφεραν να βρουν βοήθεια, μετά από εννιά μέρες πεζοπορίας. Είχαν σωθεί και ενημέρωσαν και για τους υπόλοιπους επιζώντες που οι αρχές τους είχαν ξεγράψει.

Στις 22 και 23 Δεκεμβρίου, ελικόπτερα μετέφεραν τους 16 επιζώντες στο νοσοκομείο. Μέσα σε λίγες μέρες, η ιστορία είχε κάνει το γύρω του κόσμου.
Τα μίντια επέλεξαν να εστιάσουν όχι στη δύναμη και το κουράγιο των επιζώντων, αλλά στην ανθρωποφαγία. Η καθολική εκκλησία δήλωσε επισήμως ότι η ανθρωποφαγία των συγκεκριμένων ανθρώπων δεν ήταν αμαρτία. Οι συγγενείς των νεκρών συγχώρεσαν τους επιζώντες, λέγοντας ότι ήταν ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης.

Η ιστορία των Ουρουγουανών αθλητών μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 1993, στην ταινία «Οι Επιζήσαντες».

«Με το όπλο παρά πόδα»

9-10-1949

Η διαχείριση της ήττας
του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
από τον Γενικό Γραμματέα του Κ.Κ.Ε.
Νίκο Ζαχαριάδη

Της Βιβής Τσαβαλιά
Πηγή: barikat.gr

Στις 29 Αυγούστου 1949 και ο τελευταίος μαχητής τού Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας εγκατέλειψε το ελληνικό έδαφος και το σύνολο των μαχητών συγκεντρώθηκαν εντός του αλβανικού εδάφους. Η ηγεσία του ΚΚΕ συγκάλεσε στις 9 Οκτωβρίου 1949 την 6η Ολομέλεια, για να εκτιμήσει τις αιτίες της «υποχώρησης» και να θέσει τα νέα καθήκοντα ενόψει της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί.[1]

Στην ομιλία του ο Νίκος Ζαχαριάδης,[2] αναφέρεται σε σωστή απόφαση, η οποία έτυχε κακής υλοποίησης. Στα αίτια της αποτυχίας εγκαθίδρυσης λαϊκής δημοκρατίας στην Ελλάδα, εκτός από την αμερικάνικη βοήθεια και την προδοσία του Τίτο, προσθέτει και τα λάθη των μαχητών κατά την υλοποίηση των καθηκόντων τους. Ισχυρίζεται ότι, αν το 1946 γνώριζαν την προδοσία του Τίτο για την οποία είναι σίγουρος ότι από τότε εξυφαινόταν, δεν θα έπαιρναν απόφαση για έναρξη ένοπλου αγώνα, γιατί αυτή βασίστηκε στην αναμενόμενη γιουγκοσλαβική βοήθεια. Ωστόσο, ξέρουμε σήμερα καλά, ότι το 1946, στη 2ηολομέλεια της Κ.Ε. τού ΚΚΕ, στην οποία -μεταξύ των άλλων- θα λαμβάνονταν η απόφαση για τη συμμετοχή, ή όχι, στις επικείμενες εκλογές, απουσίαζε από την απόφαση που πάρθηκε, οποιαδήποτε μνεία, τόσο για συμμετοχή ή για αποχή όσο και για προσφυγή σε ένοπλη πάλη. Αναφέρει, επίσης, ότι δεν υπολόγιζαν καθόλου σε εξωτερική ένοπλη επέμβαση. Με δεδομένο όμως ότι η Ελλάδα ήταν σφιχτά δεμένη στο άρμα των αγγλο-αμερικανών, δεν απαιτείται καμία ιδιαίτερη διορατικότητα για να καταλάβει κανείς ότι μια τέτοια ανάμειξη ήταν πολύ πιθανή και με νωπή ακόμα την επέμβαση τού Σκόμπυ κατά τα Δεκεμβριανά.

Τα πρώτα αντάρτικα σώματα που δημιουργήθηκαν από την άνοιξη του 1946 και μετά, βγήκαν στα βουνά αυτοβούλως, είτε γιατί εδιώκοντο είτε γιατί διαφωνούσαν με το σταμάτημα της ένοπλης πάλης και τη συμφωνία της Βάρκιζας.

Στη συνέχεια της ομιλίας του, ο Ζαχαριάδης τονίζει ότι θα πιέσει για εκλογές κι ότι θα ξαναστήσει το δημοκρατικό μέτωπο. Τι άλλαξε, άραγε, τώρα προς το καλύτερο, ώστε οι εκλογές που τώρα επιζητά και το 1946 περιφρόνησε, να είναι το ζητούμενο στην παρούσα φάση; Γιατί χρειαζόταν να παρεμβληθεί αυτός ο φοβερός κύκλος του αίματος και του αλληλοσπαραγμού, για να οδηγηθούμε τελικά σε εκλογές; Μήπως, οι κατάλογοι είχαν διορθωθεί; Μήπως η τρομοκρατία είχε λιγοστέψει; Καμιά κριτική, καμιά συγγνώμη προς έναν λαό που τόσα υπέφερε, όχι μόνο από τις επεμβάσεις των ξένων και των ντόπιων συνεργατών τους, αλλά και από μια αριστερή πολιτική ηγεσία, που αδυνατούσε να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Οι αιτίες της ήττας και η αρχή της χαφιεδολογίας

Την κεντρική εισήγηση στην 6η ολομέλεια θα πραγματοποιήσει το «alter ego» τού Ζαχαριάδη, ο Μπαρτζιώτας.[3] Ο εισηγητής μιλάει για προσωρινή υποχώρηση και προσπαθεί να δώσει την εντύπωση στο ακροατήριο, ότι επίκειται ανασύνταξη του στρατεύματος, γιατί ο επόμενος γύρος αναμένεται σύντομα.

Στην εισήγησή του εμφαίνεται για πρώτη φορά και αρκετά δειλά η κριτική και η μομφή για τη συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία ένα χρόνο μετά, στην 3η Συνδιάσκεψη, θα πάρει ξεκάθαρη μορφή επίθεσης και κατασυκοφάντησης του ηγέτη του ΚΚΕ κατά την περίοδο της Αντίστασης και της συμφωνίας της Βάρκιζας, Γιώργη Σιάντου. Αυτή η τακτική της κατασυκοφάντησης τού δήθεν «εσωτερικού εχθρού» θα επανέρχεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που χρειάζεται να φορτωθεί σε κάποιον ένα λάθος και ο χορός των εξιλαστήριων θυμάτων και των αποδιοπομπαίων τράγων θα κρατήσει καλά για πολλά χρόνια ακόμα και θα ταλανίσει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας, μαζί με το φάντασμα του χαφιεδισμού.

Ο Βασίλης Μπαρτζιώτας κοιτάζει τον φακό έχοντας δίπλα του τον Νίκο Ζαχαριάδη

Η υποχώρηση, σύμφωνα με τον Μπαρτζιώτα, προέκυψε:

«α) Γιατί το κόμμα μας δεν μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα των εφεδρειών και του ανεφοδιασμού, ιδιαιτέρα στα τμήματα του Δ.Σ.Ε. της Νότιας Ελλάδας. β) Γιατί η βοήθεια του Αμερικανοαγγλικού ιμπεριαλισμού ήταν φέτος μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά και γ) Στην προδοσιά του Τίτο. Όλες αυτές οι αιτίες μαζί παρμένες δίνουν σωστή απάντηση στο ερώτημα γιατί νικηθήκαμε στο Βίτσι Γράμμο».

Οι εφεδρείες και ο ανεφοδιασμός ήταν πράγματι πρόβλημα, που δυσκόλευε μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, και οφειλόταν στην απροθυμία του λαού να πάρει μέρος οικειοθελώς σε μια νέα πολεμική σύρραξη. Ο μοναρχοφασισμός είχε απομονώσει τους μαχητές του ΔΣΕ αποψιλώνοντας τα χωριά, από τα οποία θα μπορούσαν να προμηθευθούν ανθρώπινο δυναμικό και υλικά εφόδια, μετακινώντας βίαια σε στρατόπεδα στις πόλεις, μακριά από τα θέατρα των πολεμικών συγκρούσεων πάνω από 700.000 αγρότες. Αυτό ήταν ένα δεδομένο, που έπρεπε να λάβουν σοβαρά υπόψη οι καθοδηγητές του ΔΣΕ, κατά την λήψη των όποιων αποφάσεων. Η πλάστιγγα, που έγερνε συνεχώς προς την αντίθετη κατεύθυνση ήταν αδύνατο να ανατραπεί εκ των έσω, ενώ η έξωθεν βοήθεια, που κάποτε είχαν αόριστα αφήσει να αιωρηθεί οι σοσιαλιστικές χώρες, ήταν πλέον φανερό ότι δεν ήταν ούτε ορατή ούτε αναμενόμενη. Απεναντίας, η κατακόρυφη αύξηση της αγγλοαμερικανικής βοήθειας ήταν απολύτως προβλέψιμη, αφού οι κομμουνιστές γνώριζαν πολύ καλά το ζωτικό ρόλο, που έπαιζε η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας για τις δυο παραπάνω χώρες. Το κλείσιμο των συνόρων από τον Τίτο, δυο μήνες πριν την κατάρρευση, απλώς επιτάχυνε εκείνο που ήταν αναπόφευκτο.

YOU TUBE

Ο Βασίλης Μπαρτζιώτας μεταφέρει χαιρετισμό εκ μέρος του ΚΚΕ και του Νίκου Ζαχαριάδης στο συνέδριο του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας του Εμβέρ Χότζα, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.

Σχετικά με την 6η ολομέλεια, διαβάζουμε στο δοκίμιο Ιστορίας του Κ.Κ.Ε. (Β’ τόμος, 1949-1968) την παρακάτω κριτική: «Παρά τον αναμφισβήτητα αρνητικό ρόλο που έπαιξε ο Τίτο στον αγώνα του ΔΣΕ, ήταν λαθεμένη η τοποθέτηση της 6ης Ολομέλειας ότι, «αν απ’ το 1946 ήταν γνωστός ο άτιμος ρόλος του προβοκάτορα Τίτο, τότε το ΚΚΕ δεν θα κατάληγε στην απόφαση να ξαναπάρει τα όπλα». Η απόφαση για τον ένοπλο αγώνα καθορίστηκε πρωταρχικά από την όξυνση των ταξικών αντιθέσεων στην Ελλάδα, παίρνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη δυνατότητα βοήθειας προς το ΔΣΕ από τη Γιουγκοσλαβία, αλλά και από άλλα κράτη της εργατικής εξουσίας».[4] Και παρακάτω σημειώνει, ότι το ντοκουμέντο της λίμνης Ρίτσα περιλάμβανε «αντιφατικές θέσεις ως προς τα καθήκοντα του Κόμματος, όπως η διατήρηση μικρών παρτιζάνικων τμημάτων. Από την άλλη, έθεταν ως στόχο του ΚΚΕ τη δημιουργία δημοκρατικού συνασπισμού στη βάση ενός μίνιμουμ προγράμματος για την ανατροπή του μοναρχοφασισμού».[5]

Αμέσως μετά την 6η ολομέλεια αρχίζουν να διαφαίνονται τα πρώτα σημάδια αμφισβήτησης των επιλογών Ζαχαριάδη και μια σκληρή εσωκομματική πάλη από τους σημαντικότερους εν δυνάμει ανταγωνιστές του, με μεγάλη ιστορία στο κίνημα της Αντίστασης και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αλλά και κατά τον Εμφύλιο. Έτσι, μετά την ανοιχτή πρώτη αμφισβήτηση των επιλογών του από τον Μάρκο Βαφειάδη -ήδη από την 5η ολομέλεια τού 1949- στις αρχές τού ’50, τόσο ο Μήτσος Παρτσαλίδης όσο και ο Κώστας Καραγιώργης, επίσης με επιστολές-πλατφόρμες, γνωστοποιούν στο Κ.Κ.Σ.Ε. τις υποψίες τους για το ρόλο τού Ζαχαριάδη. Και τότε αρχίζει ο μακρύς και οδυνηρός χορός της «χαφιεδολογίας» και «πρακτορολογίας», σύμφυτος πάντα με τη νοοτροπία και την ιδιοσυγκρασία τού Γ.Γ. τού Κ.Κ.Ε., στάση την οποία δεν θα εγκαταλείψει μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Κώστας Καραγιώργης, διευθυντής του Ριζοσπάστη (1944-1947), στέλεχος του ΚΚΕ, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Αργότερα θα αποκηρυχθεί από το ΚΚΕ και κατ΄εντολήν του Ζαχαριάδη θα συλληφθεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα στη Ρουμανία και θα θανατωθεί. Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου παραμένουν και σήμερα ένα μυστήριο.

Ο Ζαχαριάδης, επιμένοντας στο άτοπο ιστορικά αλλά και θρυλικό «με το όπλο παρά πόδα», για να συντηρήσει την ψευδαίσθηση ότι η υποχώρηση είναι προσωρινή κι ότι επίκειται νέος γύρος ένοπλης πάλης, αποστέλλει μέσω της 7ης ολομέλειας «Χαιρετιστήριο προς τα αντάρτικα τμήματα».[6]Αναφέρεται δηλαδή στους μαχητές τού Δ.Σ.Ε., που εγκλωβίστηκαν σε διάφορα σημεία της Ελλάδας μετά την μαζική υποχώρηση στην Αλβανία, του κύριου κορμού τού Δημοκρατικού Στρατού από το Γράμμο-Βίτσι, και μάχονταν εκόντες άκοντες για την επιβίωσή τους και προκειμένου να μην συλληφθούν και σταλούν στα στρατοδικεία, τις φυλακές και τα ξερονήσια. Όλους αυτούς τους απελπισμένους αγωνιστές εκμεταλλεύεται ο Ζαχαριάδης, προκειμένου να πείσει, ότι είναι επιλογή τού κόμματος η συντήρηση αντάρτικων σωμάτων στη «σκλάβα Ελλάδα». Έτσι, από την ασφάλεια της απόστασης τους «αναθέτει» τα νέα τους καθήκοντα.

Καθοδηγώντας το κίνημα από απόσταση

Λίγο πριν τη διεξαγωγή της 7ης ολομέλειας (14-18 Μαΐου 1950) και συγκεκριμένα στις 26 Απριλίου, το Π.Γ. εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία εκτιμούσε την κατάσταση στην Ελλάδα.[7] Και αυτή η ανακοίνωση τού Π.Γ. διαπερνάται από την ιδέα, την οποία η ηγεσία τού Κ.Κ.Ε. προσπαθεί να ενσταλάξει και να εμπεδώσει, τόσο στους μαχητές που βρίσκονται στις λαϊκές δημοκρατίες όσο και στους κομμουνιστές που ενημερώνονται για την γραμμή του κόμματος από τον ραδιοφωνικό σταθμό «Λεύτερη Ελλάδα», ότι, δηλαδή,  η ήττα είναι προσωρινή και η υποχώρηση του Δ.Σ.Ε. ένας τακτικός ελιγμός, προκειμένου να ειρηνεύσει η χώρα.

Η ηγεσία τού Κ.Κ.Ε. εγκαινιάζει εδώ την ολέθρια τακτική της απόπειρας καθοδήγησης του κινήματος στην Ελλάδα από ένα Π.Γ. και μια Κ.Ε. που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αποκομμένοι από την ελληνική πραγματικότητα, πράγμα που θα αποβεί μοιραίο σε πάμπολλες περιπτώσεις και, φυσικά, αλυσιτελές. Στα ανορθόδοξα και καιροσκοπικά που χαρακτήριζαν την πολιτική τού Ζαχαριάδη την ίδια περίοδο πρέπει να καταγράψουμε και την -χωρίς αρχές και ενδοιασμούς- εναλλαγή της πολιτικής γραμμής τού κόμματος στο Μακεδονικό,[8] σύμφωνα με το τι βόλευε κάθε φορά την ηγεσία τού Κ.Κ.Ε. και όχι το τι πραγματικά εξυπηρετούσε, τις ανάγκες και τα συμφέροντα του λαού της Μακεδονίας. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα τέτοιας αμοραλιστικής τακτικής απ’ το κλείσιμο τού Ζαχαριάδη στην 7η ολομέλεια για το 1ο θέμα:

Ο Μήτσος Παρτσαλίδης, δήμαρχος Καβάλας προπολεμικά, Γενικός Γραμματέας του ΕΑΜ, επικεφαλής της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (Κυβέρνηση του Βουνού). Η σύγκρουσή του με την πολιτική Ζαχαριάδη οδήγησε  στη διαγραφή του από το ΚΚΕ, το 1952. Αργότερα ο Παρτσαλίδης εντάχθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού.

«Περνώ στο μακεδονικό.[…] Βάλαμε στην 5η Ολομέλεια το ζήτημα της αυτοδιάθεσης τού μακεδονικού λαού, της απελευθέρωσης του, μέχρι τη δημιουργία δικού του ξεχωριστού κράτους. Ο σ. Παρτσαλίδης λέει: Μα τι θα γίνει η Μακεδονία, του Τίτου; Μ’ ακριβώς, σύντροφε, ενάντια και σ’ αυτό στρεφόμαστε, ενάντια και στον Τίτο, που κι’ αυτός όπως και ο μοναρχοφασισμός τυραννεί το μακεδονικό λαό. […] Αλλά σε μας ο μακεδόνικος λαός στο τμήμα το δικό μας, στο Βίτσι πάλευε για την εθνική του αποκατάσταση κι’ εμείς αυτό το πράγμα δεν μπορούσαμε να το αρνηθούμε. Το λέω αυτό γιατί δεν πρόκειται περί μανούβρας πολιτικής της στιγμής». Και συνεχίζει: «Μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες που εμείς ρίξαμε το σύνθημα το κέρδος θα ήταν πολύ μεγάλο αν εμείς κερδίζαμε τη μάχη τού Βίτσι κινητοποιώντας και αυτόν τον παράγοντα. Πολύ μεγάλο θάταν το κέρδος μας. Χάσαμε τη μάχη. Και τώρα στην εκτίμησή μας υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες. Αυτό όμως δεν πάει να πει, και δω δεν εκφράζω την γνώμη του Π.Γ., αυτό δεν πάει κατά τη γνώμη μου να πει, πως το σύνθημά μας είτανε λαθεμένο. Τότε γιατί το αλλάξαμε πάλι στην 6η Ολομέλεια; Γιατί έπαψε ο ελληνικός λαός άμεσα να παλεύει με το όπλο στο χέρι για την απελευθέρωσή του, άλλαξε η κατάσταση και ο μακεδονικός λαός δεν έβαζε σαν άμεσο σκοπό την απελευθέρωση, δεν μπορούσε να βάλει πραχτικά αυτό το πράγμα, και χωρίς εμείς ν’ απαρνιώμαστε τη γενική αρχή τού δικαιώματος της αυτοδιάθεσης μέχρι και τού αποχωρισμού πραχτικά, ξανάρθαμε στο σύνθημα της ισοτιμίας, της αυτονομίας».[9]

Ο επιμερισμός των ευθυνών, στους άλλους.

Ένα χρόνο μετά την 6η ολομέλεια, αναζητώντας τις αιτίες της ήττας, στην 3η συνδιάσκεψη τον Οκτώβρη τού 1950,[10] επισημαίνουμε τις εξής διαφορές: Κατά πρώτον, ο Ζαχαριάδης καταγγέλλει ρητά ως λαθεμένη την πολιτική γραμμή στην «πρώτη Κατοχή» και ως μη σωστή την οργανωτική δουλειά, και γι’ αυτό θεωρεί πως χάθηκε η επανάσταση. Το κρατάμε αυτό, γιατί αποτελεί το προανάκρουσμα της ανοιχτής επίθεσης που θα κάνει στη συνέχεια, στις επιλογές του κόμματος επί ηγεσίας Σιάντου και δεν θα διστάσει να κατηγορήσει τον νεκρό πια ηγέτη του Κ.Κ.Ε. ως χαφιέ των Άγγλων.

Ο Ζαχαριάδης αποφαίνεται ότι η αποχή από τις εκλογές του 1946 ήταν λάθος τακτικής, όχι γιατί θα αναδεικνύονταν κοινοβουλευτικά η δύναμη του ΕΑΜ και του κόμματος -γεγονός που θα άλλαζε πιθανά τον αιματηρό ρου της ιστορίας- αλλά γιατί, κατά την άποψή του, θα δινόταν η ευκαιρία να εξευτελίσουν το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, γεγονός που θα διευκόλυνε τον δρόμο για την ένοπλη πάλη.

Από την ανάγνωση των χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από τις ομιλίες των στελεχών, που πήραν μέρος στην 3η συνδιάσκεψη,[11] η οποία είχε σκοπό να αποβάλει τους αμφισβητίες τού «μεγάλου αρχηγού» και να «μπετονάρει» όλους τους λιγόψυχους, που κάτω από το κράτος τού φόβου, της αβεβαιότητας για το μέλλον και της ανάγκης του συνανήκειν, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν στις οικτρές συνθήκες της υπερορίας, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι -εν ονόματι της κομματικής επιβίωσης- ο σύντροφος για τον σύντροφο έγινε θηρίο. Καταπλήσσει το ανήκουστο υβρεολόγιο με το οποίο αδίστακτα περιλούζουν όσους τολμούν να εκφράσουν ελεύθερα την άποψή τους για την ασφυκτική έλλειψη δημοκρατίας στη λειτουργία των κομματικών οργάνων και να ασκήσουν κριτική στις απανωτές λανθασμένες αποφάσεις τού Ζαχαριάδη, αλλά και το διαρκές λιβανωτό προς τους «αναμφισβήτητους ηγέτες», δηλαδή τον Στάλιν και το κακέκτυπό του, τον ίδιο τον Ζαχαριάδη. Η χαμέρπεια, η ποταπότητα, η ισοπέδωση της ανθρώπινης υπόστασης και προσωπικότητας, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, ενώ στις ιδέες αντιπαρατίθενται φθηνά, χυδαία και αναπόδεικτα κουτσομπολιά. Από την τελική ομιλία τού Ζαχαριάδη προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα, ότι η βασική αιτία για τη δήθεν προσωρινή υποχώρηση τού Δ.Σ.Ε. οφείλεται στην προδοσία τού Τίτο. Για την ήττα από τους Άγγλους στα Δεκεμβριανά αναμφισβήτητα αποκλειστική ευθύνη είχε ο «χαφιές» Σιάντος. Για την ήττα στη δεύτερη ένοπλη εξέγερση (1946-1949) -εκτός των προαναφερθέντων- ευθύνονται, με την «προδοτική» συμπεριφορά τους οι Βαφειάδης και Καραγιώργης. Ο λαοπρόβλητος καπετάνιος τού ΕΛΑΣ, Άρης Βελουχιώτης, ευτελίζεται ως μέθυσος και δηλωσίας και αποχωρεί -κατ’ αυτό τον τρόπο- από το πάνθεον των λαϊκών ηρώων. Τέλος, ο Μήτσος Παρτσαλίδης, που κράτησε γερά το ΕΑΜ στα δύσκολα χρόνια και θα μπορούσε, εν δυνάμει, να θεωρηθεί ανταγωνιστής τού Ζαχαριάδη, καθυβρίζεται και εξαναγκάζεται σε ταπεινωτική αναδίπλωση, αφού προηγήθηκε ο αναγκαστικός αυτοεξευτελισμός.

Ο στρατιωτικός αρχηγός του ΔΣΕ, Μάρκος Βαφειάδης, σε εξώφυλλο του αμερικάνικου περιοδικού TIME, το 1948. Μετά τον Εμφύλιο θα αλληλοκατηγορηθεί για την ήττα με τον Ζαχαριάδη. Οι θέσεις του (η λεγόμενη Πλατφόρμα Βαφειάδη) θα αποτελέσουν για χρόνια δημοφιλή πηγή άντλησης ερμηνειών για την ήττα στον Εμφύλιο από την αντιζαχαριαδική πλευρά. Βεβαίως, και αυτές οι ερμηνείες είναι μάλλον μονόπλευρες. Μεταπολιτευτικά, ο Μάρκος Βαφειάδης θα εκλεγεί βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, χωρίς αυτό να πρέπει να οδηγεί σε αναδρομικές ερμηνείες της ιστορικής του στάσης.

Έτσι, η 3η συνδιάσκεψη θα αποτελέσει μια από τις μελανότερες σελίδες της ιστορίας του κόμματος, ένα βήμα όπου θα αναμετρηθούν η μετριότητα και η οπισθοδρόμηση με το ανανεωτικό πνεύμα, το οποίο προς το παρόν και για αρκετά ακόμα χρόνια μαζί με τον ελληνικό λαό, θα μείνουν οι μεγάλοι ηττημένοι της εμφύλιας τραγωδίας.

Η αποστροφή «Η ΘΕΣΗ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΒΑΣΙΚΑ ΣΩΣΤΗ» στοιχειώνει κυριολεκτικά όλες τις εκτιμήσεις του Ζαχαριάδη σε όλες τις ομιλίες που έκανε, με σκοπό την αποτίμηση της κατάστασης στις νέες συνθήκες και την ήττα του ΔΣΕ καθώς και τη θέσπιση των νέων καθηκόντων. Φυσικά πουθενά δεν αναφέρεται σε ήττα, αλλά σε προσωρινή υποχώρηση, φράση την οποία διέγραψε και ο ίδιος ο Στάλιν στη σχετική έκθεση που του υποβλήθηκε το Γενάρη του ’50. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι αγώνας κάτω από την ηγεσία του θα μπορούσε να ηττηθεί και στο ότι ήθελε να αποσοβήσει τη δυσαρέσκεια, τη γκρίνια και την υποδόρια αμφισβήτηση που ένιωθε να φιδοσέρνεται ανάμεσα στους μαχητές τού Δ.Σ.Ε. αλλά και να εμπνεύσει -στην αρχή τουλάχιστον- την ελπίδα και την πίστη στην προσωρινότητα της υποχώρησης. Ωστόσο, οι βεβαιότητές του έπειθαν όλο και λιγότερο, ενώ όλο και περισσότερα πρωτοκλασάτα στελέχη άρχισαν να τον αμφισβητούν, με επιστολές τους τόσο προς την υπόλοιπη ηγεσία του ΚΚΕ όσο και προς και τον ίδιο το Στάλιν. Αυτή η αποστασία -όπως την ένιωσε και όχι η γόνιμη κριτική όπως στην πραγματικότητα ήταν- εκ μέρους των συντρόφων του, ξεχείλισε το ποτήρι της ανοχής και της αντοχής του.

Στα τραγικά λάθη της ηγεσίας του πρέπει να πιστώσουμε και την επιθυμία του να συνεχίσει να καθοδηγεί εκ του μακρόθεν τον αγώνα των κομμουνιστών που παρέμειναν στην Ελλάδα και υφίσταντο την εκδικητική σκληρότητα του νικητή, με διώξεις και φυλακίσεις. Η σύσταση πολύπλοκου παράνομου κομματικού μηχανισμού και η πληροφόρηση μέσω προσώπων και ασυρμάτων δεν ήταν δυνατόν να μεταφέρουν αυτούσια την πραγματικότητα που βίωναν οι έλληνες στην καθημαγμένη χώρα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μια σειρά από αναμενόμενες αλλά και αθέμιτες στρεβλώσεις στην πληροφόρηση που λάμβανε η καθοδήγηση. Σαν φυσικό αποτέλεσμα υπήρξε η ανάπτυξη υπερβολικής καχυποψίας, ένθεν κακείθεν, και αντικειμενικά λανθασμένη εκτίμηση της κατάστασης και κατά συνέπεια λήψη αναντίστοιχων με την πραγματικότητα αποφάσεων.

Ο Ζαχαριάδης, τέκνο της εποχής του, του περίγυρού του και της μεγαλομανίας του, υπήρξε το ίδιο ανίκανος να διαχειριστεί έναν ένοπλο αγώνα, αλλά κυρίως – και περισσότερο μάλιστα – ανάξιος να αποδεχθεί την ήττα, να τη διαχειριστεί αλλά και να διδαχθεί από αυτήν. Υπήρξε μοιραίος άνθρωπος, στο βαθμό που ένα πρόσωπο μπορεί να χαράξει και να επηρεάσει την ιστορία, χωρίς να παραβλέπουμε φυσικά το γεγονός ότι εκμεταλλεύτηκε την τυφλή εμπιστοσύνη που του έδειξαν άνθρωποι με αντικειμενικά χαμηλό θεωρητικό υπόβαθρο.

Για λόγους σφαιρικής ενημέρωσης και παράθεσης όλων των απόψεων, σας συστήνουμε να διαβάσετε ακόμη Καινούργια κατάσταση – Καινούργια καθήκοντα, Ομιλία του Νίκου Ζαχαριάδη στην 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (Οκτώβρης 1949) από τον Ριζοσπάστη.


[1] Αρχείο ΑΣΚΙ, «Πρακτικά 6ης Ολομέλειας της Κ.Ε. τού ΚΚΕ, 9-10-1949»: http://askiweb.eu/index.php?lang=gr

[2] Αρχείο ΑΣΚΙ, «Ομιλία Ν. Ζαχαριάδη στην 6η Ολομέλεια της Κ.Ε. τού ΚΚΕ, 9-10-1949»: http://askiweb.eu/index.php?lang=gr

[3] Αρχείο ΑΣΚΙ, «Εισήγηση Β. Μπαρτζιώτα στην 6η Ολομέλεια της Κ.Ε. τού ΚΚΕ, 9-10-1949»: http://62.103.28.111/ds/rec.asp?id=87639&nofoto=0

[4] Δοκίμιο Ιστορίας τού ΚΚΕ – Β’ Τόμος 1949-1968, τρίτη έκδοση, Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2012, σ. 192

[5] ό.π. σ. 195

[6] Επίσημα κείμενα ΚΚΕ – Τόμος έβδομος 1949-1955, «Χαιρετιστήριο προς τα ανταρτικά τμήματα», Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 1995, σ. 42

[7] «Απόφαση του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα (26.4.50)», Επίσημα κείμενα ΚΚΕ – Τόμος έβδομος 1949-1955, Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 1995, σελίδα 21-30.

[8] «Κλείσιμο Ν. Ζαχαριάδη στην 7η ολομέλεια της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε για το 1ο θέμα: ‘Οι υποδείξεις τού Β.Κ.Π. (μπ.) και η εσωκομματική κατάσταση’», 7η Ολομέλεια τής ΚΕ τού ΚΚΕ, 14-18 τού Μάη 1950. Εισηγήσεις, Λόγοι, Αποφάσεις, Εκδόσεις τής Κεντρικής Επιτροπής τού Κομμουνιστικού Κόμματος τής Ελλάδας, 1950

[9] ό.π., σ. 175, 176

[10]ΙΙΙ Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ (10-14/10/1950), Εισηγήσεις, λόγοι, αποφάσεις, Εκδ. της κεντρ. επιτρ. του ΚΚΕ, Αύγουστος 1951

[11]Ροδάκης Π. – Γραμμένος Μπ. (έρευνα), 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ 10-14/10/1950, Εισηγήσεις – λόγοι – αποφάσεις, Τα απόρρητα πρακτικά μιας σκηνοθετημένης δίκης εναντίον των πρώτων κομμουνιστών της ανανέωσης, Εκδόσεις Γλάρος, 1988

Τσε Γκεβάρα

50 χρόνια από την δολοφονία του.

che

Του Νίκου Μπογιόπουλου
Πηγή: enikos.gr

Σήμερα συμπληρώνονται 48 χρόνια (σημείωση δική μας: το άρθρο είναι του 2015) από την αιχμαλωσία και την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, στις 8 προς 9 Οκτώβρη 1967, στη Βολιβία.

Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε να τον εκτελέσει ήταν ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν.

Ο Μάριο Τεράν, ο δολοφόνος του Τσε, το 2006 υποβλήθηκε σε εγχείρηση από Κουβανούς γιατρούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της «Επιχείρησης Θαύμα» και προσφέρουν – δωρεάν – τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο Τεράν έπασχε από καταρράκτη. Οι επεμβάσεις καταρράκτη δεν είναι και τόσο απλό πράγμα για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αμερική.

Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συμπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε  σε εφημερίδα της Βολιβίας ευχαριστήριο μήνυμα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του. Του δολοφόνου, δηλαδή, του (και) γιατρού Τσε Γκεβάρα…

«Θυμηθείτε αυτό το όνομα – Μάριο Τεράν – ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώνει, μπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύματός του»,

ήταν το ρεπορτάζ με το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφημερίδα «Γκράνμα» της Κούβας.

Λίγο πριν τη δολοφονία του, ο Τσε είχε στείλει στα παιδιά του ένα γράμμα:

«Αγαπημένα μου Ιλδίτα, Αλεϊδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο,

Αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράμμα, θα πει πως πια δεν είμαι ανάμεσά σας. Σχεδόν δε θα με θυμάστε πια και τα πιο μικρά θα μ’ έχουν ξεχάσει.

Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκεφτόταν, και που σίγουρα ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του (….).

Να μελετάτε πολύ, για να μπορέσετε να κυριαρχήσετε στην τεχνική, που θα σας επιτρέψει να κυριαρχήσετε στη φύση (…). Να ‘στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά μπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ’ οποιονδήποτε, σ’ οποιαδήποτε χώρα του κόσμου (…). Πάντα, παιδιά μου, θα ελπίζω να σας ξαναδώ.

Ένα μεγάλο και δυνατό φιλί απ’ τον Μπαμπά».

Δεν είδε ποτέ ξανά τα παιδιά του. Στις 8 προς 9 Οκτώβρη του 1967 ο κομαντάντε Τσε Γκεβάρα θα περνούσε στο πάνθεον των «αθανάτων» της Ιστορίας με διαβατήριο την πίστη του στις πεποιθήσεις του. Χτυπήθηκε από δυο σφαίρες στο σβέρκο. Πισώπλατα.

Οι δολοφόνοι του, αν και αιχμάλωτος, δεν είχαν το κουράγιο να τον κοιτούν στα μάτια ούτε καν τη στιγμή που τον εκτελούσαν.

Οι δολοφόνοι του μοίρασαν ανά την υφήλιο τη φωτογραφία του νεκρού Τσε πιστεύοντας ότι έτσι θα σφράγιζαν και θα έκλειναν τους λογαριασμούς τους μαζί του.

Έκαναν λάθος. Μια άλλη φωτογραφία ήταν εκείνη που έμελλε να μείνει στην Ιστορία.

«Υπήρξε από τους πιο οικείους, από τους πιο θαυμαστούς, από τους πιο αγαπητούς, και, δίχως αμφιβολία, ο πιο εξαίρετος από τους επαναστάτες συντρόφους μας (…).

Ξεχείλιζε από ένα βαθύ πνεύμα μίσους και περιφρόνησης προς τον ιμπεριαλισμό (…).

Ικανός αρχηγός, αυθεντία, δεξιοτέχνης του επαναστατικού πολέμου. Κι όμως, με τον ηρωικό και δοξασμένο θάνατό του, κάποιοι επιχειρούν να αρνηθούν την ισχύ ή την αξία των αντιλήψεων και των αντάρτικων ιδεών του. Μπορεί να πεθάνει ο δεξιοτέχνης, κύρια όταν η τέχνη του είναι τόσο επικίνδυνη όσο η επαναστατική πάλη, αλλά εκείνο που με κανέναν τρόπο δε θα πεθάνει είναι η τέχνη στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του και την ευφυΐα του (…).

Επέδρασε σημαντικά στη στάση του η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της ιστορίας δε σταματά, ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…).

Άνθρωποι σαν κι αυτόν είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν (…)».

Με αυτά τα λόγια αποχαιρετούσε ο Φιντέλ Κάστρο, στον επικήδειο που εκφώνησε στην Πλατεία της Επανάστασης, στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Τον Τσε.

Συχνά επανέρχεται το ερώτημα: Τι ήταν εκείνο που οδήγησε έναν από τους ηγέτες μιας από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα να προσφέρει τόσο αφειδώλευτα –  και κατά άλλους τόσο «απερίσκεπτα» και τόσο «τυχοδιωκτικά» – την ίδια του τη ζωή στο πεδίο των μαχών για την κοινωνική απελευθέρωση;

Στη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή επέδρασε σημαντικά αυτό που περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο. Η αντίληψη, δηλαδή «ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δεν σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…)».

Αυτός ήταν ο Τσε. Ασταμάτητος. Αλύγιστος. Παθιασμένος. Αμετανόητος. Τέτοιος ήταν ο Τσε και αυτός ήταν ο λόγος που συγκαταλέγεται σε εκείνους τους ελάχιστους που κατάφεραν να μετατρέψουν το θάνατό τους σε ένα τόσο στέρεο σκαλοπάτι για να ανυψωθεί το αίτημα για ζωή, για ανθρώπινη ζωή, ακόμη ψηλότερα.

Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δεν θα μπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του. Πόσο μάλλον να την εξοντώσουν.

Το έγκλημα, αντί να σβήσει τα ίχνη αυτού του ασθματικού γιατρού από την Αργεντινή, μετατράπηκε σε βαθιά, σε ζωογόνα και ελπιδοφόρα ανάσα για τους αδικημένους, για τους λαούς όλου του κόσμου.

Ό,τι  δεν κατάφεραν με τον Τσε  εκείνοι που τον δολοφόνησαν, νόμισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να τον μετατρέψουν σε μια ακίνδυνη στάμπα πάνω σε μπλουζάκια και «μοδάτα» αξεσουάρ.

Ούτε αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. Δεν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ: «Η ζωή του Τσε» – έλεγε ο Σαρτρ – «είναι η ιστορία του πληρέστερου ανθρώπου της εποχής μας».

Αυτή η «πλήρης Ιστορία», που ο Τσε την έγραψε και την διηγήθηκε με τη ζωή και το θάνατό του, είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Τσε συνεχίζει να ζει».

Όσοι προσπαθούν να εξαντλήσουν την εξήγηση αυτής της «αθανασίας», εστιάζοντας στην εικόνα του Τσε σαν «γητευτή των φοιτητικών ονείρων», ξεχνούν ότι ο Τσε των εργατών και των αγροτών, ο Τσε των ταπεινών και καταφρονεμένων, ο Τσε της νεολαίας, δε μας άφησε κληρονομιά μόνο το απίστευτο βλέμμα του.

Ένα βλέμμα που κοιτάζει μακριά αλλά στέρεα προς το φαινομενικά αδύνατο.

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Τσε και οι σύντροφοί του στην Κούβα έγιναν η απόδειξη της νίκης απέναντι στην καταπίεση, στη διαφθορά, στο φασισμό, στον ιμπεριαλισμό.

Δεν ήταν μόνο ότι ο Τσε αρνήθηκε μια «στρωμένη» και άνετη ζωή, πριν την κουβανέζικη επανάσταση, ότι δεν θαμπώθηκε από τις τιμές, τα πόστα, την αναγνώριση, μετά την επικράτηση της επανάστασης.

Στην περίπτωση του Τσε ο τίτλος του «συμβόλου» δεν του χαρίστηκε μετά θάνατον. Ήταν ένας τίτλος που ως καθοδηγητής και ως σύντροφος, ως οδηγός και ως κομαντάντε στην ανειρήνευτη πάλη του ενάντια σε αυτήν την αδικία, τον είχε κατακτήσει ήδη.

Ο Τσε ουδέποτε αισθάνθηκε ότι ήταν «άγιος», έστω κι αν είχε ήδη θεοποιηθεί από πολλούς ανθρώπους. Δεν άφησε ποτέ περιθώρια για «αγιοποίηση». Τελικά, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Που έκανε ό,τι πίστευε. Και πίστευε ό,τι έκανε.

«Δεν είμαι απελευθερωτής (libertador). Δεν υπάρχουν libertadores. Οι ίδιοι οι άνθρωποι απελευθερώθηκαν μόνοι τους», έλεγε ο Τσε.

Όλα αυτά μαζί συνθέτουν κομμάτια από τον «μύθο» του Τσε. Αλλά και πάλι δεν είναι αρκετά να εξηγήσουν το γιατί ο Τσε Γκεβάρα «ζει».

Γιατί, τελικά, εκείνο που στην πραγματικότητα κρατά «ζωντανό» τον Τσε είναι ότι παραμένουν τραγικά ζωντανά και δραματικά επίκαιρα όλα όσα τον «δημιούργησαν».

Ο πραγματικός λόγος που ο Τσε  παραμένει «ζωντανός» είναι ότι παραμένουν ζωντανά όλα όσα τον «γέννησαν».

Ο Τσε «ζει» γιατί, ως πολεμιστής και ως πολιτικός, ήταν ο κομαντάντε μιας υπόθεσης που και ως θεωρία και ως πράξη θα βρει την ολοκλήρωσή της, μόνο όταν καταργηθεί κάθε μορφής εκμετάλλευση.

Ο μαρξισμός και το κομμουνιστικό ιδεώδες είναι πλήρως εξαγνισμένο μέσα μου, έλεγε ο Τσε, προσθέτοντας με απόλυτη σαφήνεια:

«Δεν υπάρχει για μας κανείς άλλος ορισμός του σοσιαλισμού, πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο».

Ο Τσε θα παραμένει «ζωντανός» για όσο το βλέμμα του θα δείχνει ότι είναι ρεαλιστικό το όραμά του για έναν κόσμο ελεύθερο, δημοκρατικό, χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς καταπίεση.

«Αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, είσαι σύντροφός μου», έλεγε ο Τσε.

Για όσο στον κόσμο η αδικία θα εξακολουθεί το έργο της, όσο οι έννοιες «τιμή» και «αξιοπρέπεια» θα υπάρχουν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων,  ο Τσε θα είναι «ζωντανός».

Γιατί

«ο άνθρωπος  έλεγε ο Τσε – πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιμή».

Η Μάχη της Ρεκάς

Η έναρξη της ένοπλης αντίστασης

Αναδημοσίευση από ektosgrammis.gr
Πηγή: katiousa.gr

H χαράδρα (φαράγγι) της Ρεκάς βρίσκεται στην οροσειρά της Γκιώνας, στο κέντρο της Ρούμελης. Είναι ανάμεσα στα χωριά Προσήλιο και Βίνιανη (Φωκίδας). Μέρος άγριο, «ανάποδο», δύσκολα προσβάσιμο, είναι εκείνο το μέρος, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1942 όπου δίνεται η πρώτη μάχη του ΕΛΑΣ κατά των κατακτητών (Ιταλοί).

Η μάχη της Ρεκάς έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Σηματοδοτεί την έναρξη της ένοπλης αντίστασης του ελληνικού λαού.

Πρόκειται για το πρώτο χτύπημα που έχει άμεσο αντίχτυπο: Να χαμογελάσει ο λαός (τα νέα για την νίκη των ανταρτών μεταδίδονται αστραπιαία) και να τρομάξουν οι κατοχικές αρχές αντιλαμβανόμενες πως πλέον υπάρχουν ένοπλα αντάρτικα τμήματα.

Στη μάχη αυτή, χωρίς υπερβολή, παίρνουν μέρος οι πρώτοι των πρώτων. Οι πρώτοι αντάρτες του ΕΛΑΣ οι οποίοι παίρνουν την πρωτοβουλία να συγκροτήσουν τον αντάρτικο στρατό.

Στην ουσία προετοιμάζεται από μέρες και το τμήμα των ανταρτών του ΕΛΑΣ είναι η μείξη των δύο πρώτων αντάρτικων τμημάτων (Παρνασσίδας και Φθιώτιδας).

Το αντάρτικο τμήμα της Φθιώτιδας δημιουργήθηκε στην Σπερχειάδα τον Μάιο του 1942 ενώ το αντάρτικο τμήμα της Παρνασσίδας δημιουργήθηκε στην Αγόριαννη τον Ιούλιο του 1942. Μέχρι όμως την μάχη της Ρεκάς δεν έχει υπάρξει καμιά ουσιαστική δραστηριότητα (ένοπλη σύγκρουση).

Στην μάχη της Ρεκάς παίρνει μέρος ο Άρης Βελουχιώτης. Επίσης συμμετέχουν ο Διαμαντής (Γιάννης Αλεξάνδρου, ο μετέπειτα υποστράτηγος του Δημοκρατικού Στρατού, σκοτώθηκε στον εμφύλιο), ο Νικηφόρος (Δημήτρης Δημητρίου), αλλά και οι Καραλιβαναίοι, βιβλικές μορφές του βουνού που φυγοδικούσαν για ποινικά αδικήματα μέχρι την ένταξή τους στον ΕΛΑΣ (σκοτώθηκαν στην περίοδο της λευκής τρομοκρατίας). Συμμετέχει επίσης ο Πελοπίδας (Παντελής Λάσκας, σκοτώθηκε στον εμφύλιο), ο καπετάν Μπάφας (εκτελέστηκε στα Δεκεμβριανά), ο Γιώργος Φυσέκης (σκοτώθηκε από ταγματασφαλίτες στην μάχη των Γαργαλιάνων), ο Θάνος (Φώτης Μαστροκώστας, στην φυλακή από το 1945, αποφυλακίστηκε το 1961 σαν φυματικός και πέθανε μία εβδομάδα μετά την αποφυλάκισή του), ο Πλιατσικολούκας (Λουκάς Τσίτζιρας), ο Γιώργος Χουλιάρας (Περικλής), ο Σουραβλής, ο Νικήτας, ο Αριστείδης, ο Μενέλαος, ο γερο-Δυσσέας, ο Λευτέρης Χρυσιώτης (Σπύρος Τσιλιγιάννης, εκτελέστηκε με εντολή Γούσια – Γιώργου Βοντίτσιου τον Δεκέμβριο του 1947), και άλλοι (συνολικά, δύναμη περίπου 35 ανταρτών). Η τραγική ειρωνεία που τους επιφύλαξε η «τύχη»: Οι άνθρωποι που σηματοδότησαν την έναρξη της αντίστασης σε φασισμό και ναζισμό, οι περισσότεροι από αυτούς εκτελέστηκαν από το μεταπολεμικό και εμφυλιακό παρακράτος.

Βασικός στόχος του Άρη Βελουχιώτη και των ανταρτών είναι να δοθεί ένα χτύπημα κατά των κατοχικών στρατευμάτων, ώστε να γίνει γνωστός ο ΕΛΑΣ. Βρισκόμαστε άλλωστε σε μια περίοδο που στην ουσία αντιστασιακό κίνημα οργανωμένο δεν υπάρχει, παρά μόνο μεμονωμένες ομάδες και αγωνιστές που για να αποφύγουν τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις έχουν βγει στο βουνό.

Ύστερα από νυχτερινή παρακολούθηση, σε μια σύντομη μάχη που γίνεται τα ξημερώματα εξολοθρεύεται το μεγαλύτερο μέρος της Ιταλικής δύναμης (αποτελείται από 50 Ιταλούς στρατιώτες, σκοτώθηκαν οι 35) με εξαίρεση δύο που καταφέρνουν να διαφύγουν και 13 αιχμαλώτους.

Ο απόηχος της μάχης υπήρξε ακριβώς αυτός που ήθελαν οι αντάρτες και προσωπικά ο Άρης Βελουχιώτης. Το ηθικό του λαού εξυψώνεται, πλέον δεν είναι μύθος ότι υπάρχει αντάρτικος στρατός, ο ΕΛΑΣ. Γίνεται πλέον πραγματικότητα η έναρξη της ένοπλης σύγκρουσης με τις κατοχικές δυνάμεις.

Από το σημείο όμως αυτό και μετά αρχίζουν και οι ουσιαστικές δυσκολίες. Το πρώτο πράγμα που έχουν να διαχειριστούν οι αντάρτες είναι η τύχη των αιχμαλώτων. Αφού προτείνεται στις κατοχικές αρχές να υπάρξει ανταλλαγή των αιχμαλώτων με πολιτικούς κρατούμενους, πολιτικοί κρατούμενοι εκτελούνται δείχνοντας ότι οι κατοχικές αρχές δεν θέλουν να έρθουν σε καμιά διαπραγμάτευση με τους αντάρτες. Ως εκ τούτου, λίγες μέρες αργότερα εκτελούνται και οι αιχμάλωτοι.

Το δεύτερο ζήτημα που προκύπτει είναι τα αντίποινα από τους Ιταλούς.

Λίγες μέρες αργότερα, οι Ιταλοί πυρπολούν ολοσχερώς το κοντινό χωριό Προσήλιο. Στόχος να τρομοκρατήσουν τους κατοίκους κάτι όμως το οποίο δεν πετυχαίνουν. Κατά την διάρκεια της Κατοχής δεν υπάρχει ούτε μια οικογένεια του Προσήλιου (Σεγδίτσα) που να μην έχει μπει μέλος της στον αντάρτικο στρατό. Καί η πυρπόληση του χωριού σηματοδοτεί κάτι πολύ σημαντικό: Την προσπάθεια των κατακτητών να απομονώσουν τους αντάρτες από τα λαϊκά στρώματα και την ύπαιθρο. Το αποτέλεσμα για αυτούς είναι πλήρως αποκαρδιωτικό. Η ύπαιθρος όχι μόνο δεν απομονώνει αλλά αντίθετα αγκαλιάζει τον ΕΛΑΣ, τον τροφοδοτεί με νέους αγωνιστές αλλά και αναλαμβάνει την σίτισή του. Οι τσοπάνηδες μετατρέπονται μαζικά σε πληροφοριοδότες και υποστηρικτές του λαϊκού στρατού.

Το χωριό Προσήλιο (Σεγδίτσα) πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς από τις Ιταλικές δυνάμεις οι οποίες απαγόρευσαν στους εκτοπισμένους χωριανούς να επισκεφτούν το χωριό μετά την πυρπόλησή του. Οι Ιταλοί σκότωσαν ακόμα και τα ζώα με στόχο να ανακόψουν την τροφοδοσία των ανταρτών. Το χωριό δεν κατοικήθηκε ούτε μετά τον πόλεμο λόγω των γεγονότων της λευκής τρομοκρατίας και του εμφυλίου πολέμου. Η καθολική συμμετοχή του χωριού στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είχε ως αποτέλεσμα μέχρι και την λήξη του εμφυλίου πολέμου οι κάτοικοι να ζουν σε σπηλιές και καλύβες της περιοχής.

Η μάχη του Μαραθώνα.

Η σημαντικότερη μάχη στην ιστορία της ανθρωπότητας
που έκρινε σε μεγάλο βαθμό την μετέπειτα πορεία της.

12 Σεπτεμβρίου 490 π.Χ.

Πηγή: sansimera.gr

Περίφημη μάχη, που έγινε τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 490 π.Χ. στην πεδιάδα του Μαραθώνα, μεταξύ των Αθηναίων και των Πλαταιέων με αρχηγό τον Μιλτιάδη και των Περσών με αρχηγούς τον Δάτι και τον Αρταφέρνη. Η κύρια πηγή πληροφόρησης για τη Μάχη του Μαραθώνα, όπως και για το σύνολο των Περσικών Πολέμων, παραμένει ο Ηρόδοτος, ο αποκαλούμενος «πατέρας της Ιστορίας». Όσον αφορά την ακριβή ημερομηνία της μάχης, ο Γερμανός φιλόλογος Φίλιπ Άουγκουστ Μπεκ (1785-1867) πρότεινε το 1855 την 12η Σεπτεμβρίου, η οποία από τότε επικράτησε ως η συμβατική ημερομηνία για τη Μάχη του Μαραθώνα.

 Το 490 π.Χ. έγινε η δεύτερη περσική εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας, με σκοπό να τιμωρηθούν οι Αθηναίοι και οι Ερετριείς, επειδή είχαν βοηθήσει τους Ίωνες να ξεσηκωθούν κατά των Περσών. Παράλληλα, όμως, ήταν και η αρχή για την πραγματοποίηση του σχεδίου υποταγής ολόκληρης της Ελλάδας από τον Δαρείο. Μαζί τους, οι Πέρσες είχαν ως οδηγό και σύμβουλο τον πρώην τύραννο της Αθήνας Ιππία, γιο του Πεισίστρατου.

Ο Περσικός στόλος με το στρατό ακολούθησε αυτή τη φορά διαφορετικό δρόμο σε σχέση με την πρώτη εκστρατεία του Μαρδόνιου (492 π.Χ). Από την Κιλικία, όπου συγκεντρώθηκε, έπλευσε στη Σάμο, πέρασε από τις Κυκλάδες κι έφθασε στην Ερέτρια. Μετά την κατάληψη της Ερέτριας, οι Πέρσες είχαν στόχο να υποτάξουν την Αθήνα και να επαναφέρουν στην αρχή τον πιστό σ’ αυτούς Ιππία. Με την καθοδήγηση του ηλικιωμένου άνδρα πέρασαν από την Ερέτρια απέναντι στον Μαραθώνα και στην αμμώδη παραλία του σημερινού Σχινιά.

Την εκλογή του τόπου επέβαλαν από κοινού πολιτικά κριτήρια (οι φτωχοί κάτοικοι της περιοχής, οι Διάκριοι, υποστήριζαν τους Πεισιστρατίδες) και στρατηγικοί λόγοι (η πεδιάδα ήταν κατάλληλη για τη δράση του περσικού ιππικού). Από την πλευρά των Αθηναίων η αποστολή του στρατού τους στον Μαραθώνα αποτελούσε στρατηγική επιλογή, καθώς η Αθήνα δεν περιστοιχιζόταν από ισχυρά τείχη και δεν διέθετε στόλο για να αντιμετωπίσει τον ανεφοδιασμό σε περίπτωση πολιορκίας. Εξάλλου, η πεδιάδα προσφερόταν για τη δράση της αθηναϊκής φάλαγγας.

Οι Αθηναίοι ζήτησαν τη βοήθεια των Σπαρτιατών, με αγγελιοφόρο τον Φειδιππίδη. Οι Σπαρτιάτες, αν και δέχτηκαν, δεν έστειλαν εγκαίρως βοήθεια (οι 2.000 άνδρες που υποσχέθηκαν έφθασαν στο Μαραθώνα την επομένη της μάχης). Ο λόγος που επικαλέστηκαν ήταν θρησκευτικός. Γιόρταζαν τα Κάρνια και δεν μπορούσαν να εκστρατεύσουν πριν από την πανσέληνο. Ο Πλάτωνας, όμως, αναφέρει (Νόμοι 3, 698 Ε) ότι δίσταζαν να υλοποιήσουν τη δέσμευσή τους προς τους Αθηναίους, επειδή βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Μεσσηνίους και τους είλωτες. Στο κάλεσμα των Αθηναίων ανταποκρίθηκαν μόνο οι Πλαταιείς με 1.000 άνδρες.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Αθηναίοι στρατοπέδευσαν στο Ηράκλειο του Μαραθώνος, στις βορειοανατολικές υπώρειες του όρους Αγριελίκι, όπου υπήρχε νερό και μπορούσαν να ελέγξουν τον ορεινό όγκο προς την Αθήνα και να υποχωρήσουν σε περίπτωση ήττας. Από το ύψωμα, επίσης, μπορούσαν να παρακολουθούν τις κινήσεις του εχθρού. Η δύναμη των Αθηναίων, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, ανερχόταν σε 10.000 και των Πλαταιέων σε 1.000 άνδρες, ενώ των Περσών σε 44.000 με 55.000 άνδρες (νεώτερες εκτιμήσεις τους υπολογίζουν σε 26.000). Οι στρατηγοί των Αθηναίων είχαν διχαστεί, καθώς μερικοί δεν ήθελαν να ξεκινήσει η μάχη, προτού έλθει η βοήθεια των Σπαρτιατών. Τελικά, ο Μιλτιάδης τους έπεισε να επιτεθούν αμέσως κατά των Περσών και του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία.

Η έναρξη της επίθεσης ορίστηκε για το πρωί, προκειμένου να επιτευχθεί ο αιφνιδιασμός των αντιπάλων. Η σύγκρουση έγινε στην ομαλή περιοχή κοντά στον τύμβο, όπου βρισκόταν το περσικό στρατόπεδο. Οι Αθηναίοι έπρεπε να διατρέξουν απόσταση 8 σταδίων (περίπου 1,5 χιλιομέτρου) προς τις εχθρικές γραμμές για να αποφευχθούν κατά το δυνατόν οι βολές από τους τοξότες που διέθεταν οι αντίπαλοι. Οι οπλίτες ήταν παρατεταγμένοι σε πλάτος ίσο με αυτό της περσικής δύναμης. Οι πτέρυγες ήταν ενισχυμένες, ενώ το κέντρο, όπου αντιστοιχούσε το ισχυρότερο τμήμα του περσικού στρατού, ήταν ασθενές. Στο αριστερό άκρο, όπως έβλεπαν προς τον εχθρό, βρίσκονταν οι Πλαταιείς. Στο δεξιό άκρο έλαβε τη θέση του, σύμφωνα με την παλιά συνήθεια, ο πολέμαρχος Καλλίμαχος. Το ανίσχυρο κέντρο οδηγούσαν ο Αριστείδης και ο Θεμιστοκλής, που διέθεταν την απαραίτητη στρατιωτική ικανότητα, ώστε να καλύψουν την εύθραυστη αυτή γραμμή και να καθοδηγήσουν την προγραμματισμένη υποχώρηση.

Όπως είχε σχεδιαστεί, το ελληνικό κέντρο εξασθένησε, αλλά οι πτέρυγες αναπτύχθηκαν και περικύκλωσαν τους Πέρσες, που τελικά τράπηκαν σε φυγή. Μέσα στη σύγχυση, πολλοί Πέρσες που δεν γνώριζαν την περιοχή, έπεφταν στο μεγάλο έλος, όπου οι απώλειες ήταν βαριές. Οι περισσότεροι, όμως, έτρεχαν στα πλοία που ήταν αναπτυγμένα στην ακτή του Σχινιά. Στη συμπλοκή σώμα με σώμα που ακολούθησε, καθώς οι Πέρσες προσπαθούσαν να επιβιβαστούν στα πλοία και οι Αθηναίοι να τους εμποδίσουν και να τα κάψουν, έπεσαν ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, ο στρατηγός Στησίλαος και ο Κυναίγειρος, αδελφός του τραγικού ποιητή Αισχύλου.

H ηρωική μορφή του Κυναίγειρου έμεινε μοναδικό παράδειγμα ανδρείας και αυταπάρνησης στην Ιστορία. Όταν οι νικημένοι Πέρσες έτρεξαν πανικόβλητοι στα καράβια τους για να σωθούν, ο Κυναίγειρος άρπαξε με τα στιβαρά χέρια του ένα καράβι και προσπάθησε να το συγκρατήσει για να μην αποπλεύσει και να προφτάσουν έτσι οι συμπολεμιστές του να το καταλάβουν. Τότε, ένας Πέρσης του έκοψε το χέρι, αλλά ο Κυναίγειρος έπιασε το πλοίο με το άλλο του χέρι. Όταν ο Πέρσης του έκοψε και το δεύτερο χέρι, ο Κυναίγειρος γράπωσε το πλοίο με τα δόντια του. Ο γενναίος Αθηναίος εγκατέλειψε την προσπάθεια, όταν ο Πέρσης στρατιώτης του έκοψε το κεφάλι.

Κι ενώ εξακολουθούσε η μάχη γύρω από τα πλοία των Περσών, ο αγγελιοφόρος Φειδιππίδης έφυγε πεζός από τον Μαραθώνα για να φέρει τη χαρμόσυνη είδηση της νίκης στους Αθηναίους. Υπερέβαλε εαυτόν κατά τη διαδρομή και μόλις αναφώνησε «Νενικήκαμεν» ενώπιον των συμπολιτών του, έπεσε νεκρός από την εξάντληση. Ο Ηροδότος δεν αναφέρει κάτι σχετικό, αλλά ο θρύλος αυτός διαδόθηκε μεταγενέστερα από τον ιστορικό Πλούταρχο (ο Φειδιππίδης αναφέρεται ως Θέρσιππος) και στη συνέχεια από τον ρητοροδιδάσκαλο και συγγραφέα Λουκιανό τον Σαμοσατέα, που αναφέρει τον Φειδιππίδη ως Φιλιππίδη.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Αθηναίοι έχασαν στη μάχη 192 άνδρες και οι Πλαταιείς 11, ενώ οι απώλειες των Περσών ανήλθαν σε 6.400 νεκρούς και 7 βυθισμένα πλοία. Νεώτερες εκτιμήσεις, που αναφέρει η Wikipedia στο σχετικό αγγλικό λήμμα, ανεβάζουν τους νεκρούς των ελληνικών δυνάμεων σε 1.000 – 3.000 και υποβιβάζουν αυτές των Περσών στις 4.000 – 5.000.

Οι Αθηναίοι, αφού έθαψαν τους νεκρούς τους στον Μαραθώνα, ανήγειραν μνημείο από λευκή πέτρα, πάνω στο οποίο χαράχτηκε το επίγραμμα του λυρικού ποιητή Σιμωνίδη του Κείου:

Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι
χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν.

Μετά την ήττα τους στο Μαραθώνα, οι Πέρσες έπλευσαν με το στόλο τους προς την Αθήνα, ελπίζοντας να τη βρουν αφρούρητη και να την καταλάβουν. Ο Μιλτιάδης, όμως, πρόλαβε να οδηγήσει έγκαιρα το στρατό στην πόλη κι έτσι οι Πέρσες αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Ασία.

Η νίκη των Αθηναίων στο Μαραθώνα:

  • Διέλυσε τον μύθο του αήττητου των Περσών και αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων.
  • Έδειξε την ανωτερότητα της ελληνικής πολεμικής τακτικής και ανέδειξε τη στρατιωτική μεγαλοφυΐα του Μιλτιάδη.
  • Ανέδειξε την πόλη τους σε δεύτερη δύναμη στην Ελλάδα, μετά τη Σπάρτη.
  • Ανέκοψε την προσπάθεια παλινόρθωσης της τυραννίας στην Αθήνα.
  • Εξασφάλισε τον αναγκαίο χρόνο, ώστε οι Έλληνες να προετοιμαστούν για τη συνέχιση του αγώνα τους κατά των Περσών.
  • Διέσωσε τον πολιτισμό τους κι έσωσε την Ευρώπη από το βάρβαρο ασιατισμό της εποχής εκείνης. Όπως είπε ο σπουδαίος Βρετανός φιλόσοφος και οικονομολόγος Τζον Στιούαρτ Μιλ «η μάχη του Μαραθώνα υπήρξε, ακόμα και για τη βρετανική ιστορία, σημαντικότερη κι από τη μάχη του Χέιστινγκς».

Λαϊκές παραδόσεις ή μύθοι περιέβαλαν από πολύ νωρίς τη νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα, ενώ η πίστη πως οι θεοί παρουσιάστηκαν και βοήθησαν στη μάχη ήταν διάχυτη. Εκτός από την ιστορία με τον Φειδιππίδη, ο Πλούταρχος αναφέρει ότι οι στρατιώτες είδαν το φάντασμα του μυθικού βασιλιά της Αθήνας Θησέα με πλήρη στρατιωτική εξάρτυση να καθοδηγεί και να οδηγεί τον ελληνικό στρατό προς τη νίκη. Ο Παυσανίας αφηγείται ότι κατά τη διάρκεια της μάχης εμφανίστηκε ένας αγρότης, που κρατούσε ένα άροτρο και «θέρισε» αρκετούς Πέρσες. Μετά τη μάχη, όταν τον αναζήτησαν, δεν το βρήκαν. Ρώτησαν το μαντείο, από το οποίο έλαβαν την απάντηση ότι πρέπει να τιμήσουν τον Εχετλαίο (εχέτλη = λαβή αρότρου). Σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό Κλαύδιο Αιλιανό, στη μάχη πήρε μέρος κι ένας σκύλος, που πολέμησε γενναία στο πλευρό του αφεντικού του.

Σχετικά
  • Εμπνευσμένος από τη διαδρομή του Φειδιππίδη από τον Μαραθώνα στην Αθήνα για να μεταφέρει το άγγελμα της νίκης είναι ο Μαραθώνιος δρόμος, που ως αγώνισμα δεν υπήρχε στην αρχαιότητα. Η ιδέα γέννησης αυτού του αθλήματος και η ένταξή του στους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες οφείλεται στον Γάλλο γλωσσολόγο και ελληνιστή Μισέλ Μπράλ, φίλο του Πιερ ντε Κουμπερτέν, που πρότεινε κατά την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 στην Αθήνα «την επανάληψη του διάσημου εκείνου δρόμου που εξετέλεσε ο στρατιώτης του Μαραθώνος».
  • Το Σπάρταθλον, ο ετήσιος διεθνής αγώνας υπερμαραθωνίου δρόμου 245,3 χιλιομέτρων, που διεξάγεται από το 1983 στη διαδρομή Αθήνα – Σπάρτη, αναβιώνει την πορεία του αγγελιοφόρου Φειδιππίδη, που εστάλη από τους Αθηναίους για να ζητήσει βοήθεια από τη Σπάρτη, λίγες ημέρες πριν από τη Μάχη του Μαραθώνα.
  • Ο σπουδαίος τραγικός ποιητής Αισχύλος θεωρούσε ως μεγαλύτερο επίτευγμά του τη συμμετοχή του στη Μάχη του Μαραθώνα, παρά τα θεατρικά του έργα. Γι’ αυτό στον τάφο του υπήρχε το επίγραμμα:
    «Αισχύλον Εοφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει
    μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
    αλκήν δ’ ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι
    και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος»
  • Στις 8 Δεκεμβρίου 2010, κατά την 2.500η επέτειο του γεγονότος, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ με ψήφισμά της αναγνώρισε ότι η μάχη του Μαραθώνα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μάχες στην ιστορία της ανθρωπότητας.