Κατηγορία: Ιστορικά

Η επανάσταση που χάθηκε…

Με την ευκαιρία της επετείου υπογραφής της Συμφωνίας της Καζέρτας
(26 Σεπτεμβρίου 1944)

hsymfoniatisvarkizas

Του Σωτήρη Μάρταλη
Πηγή: dea.org.gr

Όποιος ελέγχει το στρατό, την ένοπλη δυνατότητα να επιβάλλει τις απόψεις του, έχει ουσιαστικά την εξουσία. Αυτή την αλήθεια προσπάθησαν οι καπιταλιστές να την κερδίσουν μέσα από τις συμφωνίες Λιβάνου, Καζέρτας και Βάρκιζας, παρά τον αντίθετο γι’ αυτούς συσχετισμό δυνάμεων. Αντίθετα το ΚΚΕ, παρά το ότι έλεγχε πολιτικά και στρατιωτικά όλη την Ελεύθερη Ελλάδα, μέχρι και τα τέλη του 1945 έμεινε σταθερά προσανατολισμένο στην «ομαλή εσωτερική δημοκρατική εξέλιξη» και, παρά τις παλινωδίες του, αυτό φάνηκε καθαρά σε όλες τις προαναφερθείσες συμφωνίες. Σταθερά επιδίωκε, παρά την κυριαρχία του, συνεργασία και συγκυβέρνηση με την αστική τάξη.

Πρώτη πράξη του δράματος αποτέλεσε το κίνημα των φαντάρων της Μέσης Ανατολής. Τον Απρίλη του 1944 ξέσπασε το κίνημα της Μέσης Ανατολής από φαντάρους και ναύτες, αριστερούς και δημοκρατικούς στην πλειοψηφία τους, οι οποίοι εκδηλώθηκαν ανοιχτά υπέρ της ΠΕΕΑ, με αποτέλεσμα να επέμβουν οι δυνάμεις των Άγγλων, με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης Παπανδρέου. Η μισή περίπου δύναμη του στρατού της Μέσης Ανατολής (20.000 στρατιώτες) κλείστηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, στη Λιβύη και την Ερυθραία. Στη συνάντηση στο Λίβανο, στις 17 Μάη 1944, η αντιπροσωπεία από ηγετικά στελέχη των ΚΚΕ, ΠΕΕΑ, ΕΑΜ και ΕΛΑΣ (ενώ ελέγχουν την Ελεύθερη Ελλάδα και έχουν συντριπτικά μεγαλύτερες δυνάμεις από τις οργανώσεις ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ), διεκδίκησε τη δημιουργία κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και παράλληλα αποκήρυξε το κίνημα της Μέσης Ανατολής.

Η συμφωνία του Λιβάνου προέβλεπε:
«1. Ανασύνταξις και πειθάρχησις των ενόπλων ελληνικών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής υπό την σημαίαν της Ελληνικής Πατρίδος…» «Όλοι εμείναμε σύμφωνοι ότι η στάσις της Μέσης Ανατολής απετέλεσεν έγκλημα εναντίον της πατρίδος. Όλοι μας εμείναμε σύμφωνοι ότι η ανάκρισις πρέπει να συνεχιστεί και ότι οι υποκινηταί της στάσεως πρέπει να τιμωρηθούν αναλόγως προς τας ευθύνας των…»
«2. Η ενοποίησις και πειθάρχησις υπό τας διαταγάς της Εθνικής Κυβερνήσεως όλων των αντάρτικων Σωμάτων της Ελευθέρας Ελλάδος…».

Τελικά η αντιπροσωπεία των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ΠΕΕΑ και ΚΚΕ, αντί για τα μισά σημαντικά υπουργεία που διεκδικούσαν, θα πάρουν το ένα τέταρτο: πέντε δευτερεύοντα χαρτοφυλάκια.

Στις 26 Σεπτέμβρη του 1944, στην Καζέρτα της Νότιας Ιταλίας συνέρχεται νέα σύσκεψη, όπου, μεταξύ άλλων, αποφασίζεται:

«1. Όλες οι αντάρτικες δυνάμεις που δρουν στην Ελλάδα τίθενται υπό τας διαταγάς της ελληνικής κυβερνήσεως εθνικής ενότητας.

2. Η ελληνική κυβέρνησις θέτει τας δυνάμεις αυτάς υπό τας διαταγάς του στρατηγού Σκόμπυ.

3. Οι αρχηγοί των ανταρτών θα απαγορεύσουν πάσαν απόπειρα των υπ’ αυτών μονάδων να αναλάβουν την αρχήν ανά χείρας. Τοιαύτη πράξις θα θεωρηθή ως έγκλημα και θα τιμωρηθή αναλόγως.

4. Όσον αφορά τας Αθήνας ουδεμία ενέργεια θα αναληφθή εκτός υπό τας αμέσους διαταγάς του στρατηγού Σκόμπυ, στρατηγού διοικούντος τας εν Ελλάδι δυνάμεις».

Οι διοικήσεις των περιοχών Αθήνας και Θεσσαλονίκης ανατίθενται σε δύο γνωστούς φασίστες, το συνταγματάρχη Σπηλιωτόπουλο, πρώην αρχηγό της Χωροφυλακής της κυβέρνησης Τσολάκογλου, και τον συνταγματάρχη Παπαγεωργίου, πρώην ηγέτη του Π.Α.Ο., που διαλύθηκε από τον ΕΛΑΣ από της πρώτες ώρες της Αντίστασης για τις ύποπτες δραστηριότητές του. Η Καζέρτα είναι ο Λίβανος των στρατιωτικών. Την περίοδο που ο ΕΛΑΣ θριαμβεύει στα πεδία των μαχών, που η μια μετά την άλλη πόλεις και χωριά απελευθερώνονται ύστερα από σκληρές μάχες με τους ναζί, που αποχωρούν, οι ηγέτες του αντάρτικου συνυπογράφουν συμφωνίες που προετοιμάζουν και οργανώνουν τη σφαγή του.

Τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχωρούν από την Αθήνα στις 12 Οκτώβρη του 1944. Ο ΕΛΑΣ δίνει τις τελευταίες σκληρές μάχες στον Πειραιά για να σώσει τις εγκαταστάσεις στο λιμάνι και το εργοστάσιο ηλεκτρικού στη Δραπετσώνα. Μέχρι τις 18 Οκτώβρη, που φτάνει στην Αθήνα η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του Παπανδρέου, δεν έκανε τίποτα για να πάρει την εξουσία. Εξάλλου είχαν υπογράψει γι’ αυτό στο Λίβανο και την Καζέρτα. Για να μπορέσει η αστική τάξη να αποκαταστήσει την εξουσία της, έπρεπε πρώτα απ’ όλα να αφοπλίσει τον ΕΛΑΣ, μια ένοπλη δύναμη την οποία όχι μόνο δεν μπορούσε να ελέγξει, αλλά ήταν πολύ ισχυρότερη από τις δικές της ασθενικές δυνάμεις. Η Ορεινή Ταξιαρχία, που σχηματίστηκε από τα «νομιμόφρονα» στοιχεία του στρατού τα οποία είχαν διαλύσει στη Μ. Ανατολή, αριθμούσε 2.500 άνδρες, ο «Ιερός Λόχος» 1.000, οι δυνάμεις Αστυνομίας και Χωροφυλακής περίπου 6.500 και σ’ αυτούς πρόσθεσαν τις διάφορες φασιστοσυμμορίες, όπως η «Χ» του Γρίβα με 3.000 άνδρες, φτάνοντας σε ένα σύνολο 13.000 ανδρών, με μηδενικό ηθικό. Η άρχουσα τάξη στηριζόταν ουσιαστικά στη στρατιωτική δύναμη του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Το Δεκέμβρη του 1944, η Κ.Ε. του ΕΑΜ καλεί σε μεγάλο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα ενάντια στην απόφαση του Παπανδρέου για αποστράτευση της «Εθνικής Πολιτοφυλακής» του ΕΑΜ και παράδοση των όπλων της. Το τεράστιο και ειρηνικό συλλαλητήριο χτυπάει στο «ψαχνό» η αστυνομία, με απολογισμό 23 νεκρούς και 140 τραυματίες. Ο Δεκέμβρης και η μάχη της Αθήνας είχε ξεκινήσει και κράτησε 33 μέρες.

Οι βρετανικές δυνάμεις έφτασαν τους 26.000 άνδρες με 200 τανκς και αεροπλάνα. Απέναντι σ’ αυτή την πίεση, η ηγεσία του ΚΚΕ, αντί να «ρίξει» τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, διέταξε να κινηθούν προς την Ήπειρο με στόχο τη διάλυση του ΕΔΕΣ. Στρατιωτικά τμήματα του ΕΛΑΣ δεν μπήκαν ποτέ στην πόλη και τη μάχη τη σήκωσε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ, 20.000 άνδρες με ελαφρύ οπλισμό, και μόνο 1.500 άνδρες του τακτικού ΕΛΑΣ από την Πελοπόννησο.

Η ηγεσία του ΚΚΕ υποχρεώθηκε να δώσει τη μάχη της Αθήνας και την έδωσε διστακτικά, ελπίζοντας σε συμβιβασμό και επαναφορά της Αριστεράς στην κυβέρνηση με καλύτερους όρους. Αντίθετα η άλλη πλευρά ήταν καθαρή και αποφασισμένη. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα του Τσόρτσιλ στο στρατηγό Σκόμπυ στις 5 Δεκέμβρη, πριν ακόμα εμπλακούν στη μάχη οι αγγλικές δυνάμεις: «…Μη διστάσετε πάντως να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη, όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση».

Ύστερα από 33 μέρες ηρωικής πάλης, στις 5 Γενάρη ο ΕΛΑΣ εγκαταλείπει την Αθήνα. Αλλά στην υπόλοιπη Ελλάδα, στα 4/5 της χώρας κυριαρχούσε ο ΕΛΑΣ, με 75.000 άνδρες. Μια μάχη είχε χαθεί, όχι όμως και ο πόλεμος. Όμως η ηγεσία του ΚΚΕ συμφώνησε και υπέγραψε ανακωχή. Στις 12 Φλεβάρη, μετά από διαπραγματεύσεις 10 ημερών, υπογράφεται η περίφημη «Συμφωνία της Βάρκιζας».

Ουσιαστικά ήταν μια υποταγή άνευ όρων. Η αντιπροσωπεία ΚΚΕ-ΕΑΜ κέρδισε γενικόλογες μη δεσμευτικές υποσχέσεις για ελεύθερο πολιτικό βίο, σεβασμό στις πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες, εκλογές σε ένα χρόνο και δημοψήφισμα για το πολιτειακό. Αρνήθηκαν να άρουν τον στρατιωτικό νόμο. Οι Ιερολοχίτες θα παρέμεναν, ενώ ο ΕΛΑΣ, το ΕΛΑΝ και η Πολιτοφυλακή αποστρατεύονταν (διαλύονταν) και διατάσσονταν να παραδώσουν αμέσως τα όπλα τους. Αμνηστεύονταν τα πολιτικά αδικήματα, αλλά: «Εξαιρούνται της αμνηστείας τα συναφή κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία διά την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος…» Ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε αυτό το σημείο ήταν η αμνήστευση των «ηθικών αυτουργών», δηλαδή της ηγεσίας, επειδή οι αποφάσεις ήταν πολιτικά αδικήματα, αλλά οι απλοί μαχητές, ως φυσικοί αυτουργοί, παραδόθηκαν στα νύχια της αστικής τρομοκρατίας.

Με δάκρυα στα μάτια, οι αντάρτες αναγκάζονται, ουσιαστικά από την ηγεσία τους, να παραδώσουν τα όπλα τους.

Τι λέει για όλα αυτά σήμερα η ηγεσία του ΚΚΕ;

Για τη συμφωνία του Λιβάνου: «Η αντιπροσωπεία έκανε απαράδεκτες υποχωρήσεις. Επιβεβαίωσε τον ρυθμιστικό ρόλο του Βρετανικού Στρατηγείου… δέχθηκε να συμμετάσχουν η ΠΕΕΑ, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ σαν ανίσχυρη μειοψηφία στην κυβέρνηση και καταδίκασε την πατριωτική αντιφασιστική πάλη των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Έτσι κλείστηκε μια συμφωνία που δεν ανταποκρινόταν στο συσχετισμό των δυνάμεων, που υπήρχαν τότε, και τις αρχές του ιδρυτικού του ΕΑΜ, γεγονός που αποτέλεσε σοβαρότατο λάθος αρχών με βαριές επιπτώσεις στην έκβαση του αγώνα».

Για τη συμφωνία της Καζέρτας: «Η “Συμφωνία της Καζέρτας”, ύστερα από τη “Συμφωνία του Λιβάνου”, με τους απαράδεκτους όρους που κι αυτή περιείχε, έδωσε νέες, ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες στους Άγγλους ιμπεριαλιστές…».

Στη «Διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής για τα 90χρονα του ΚΚΕ» αναφέρεται: «Παρά την απαράδεκτη “Συμφωνία της Βάρκιζας” (12 Φλεβάρη 1945) και τις ολέθριες για το ΕΑΜικό κίνημα συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, η αστική τάξη δεν είχε μπορέσει να ανακτήσει την πλήρη ιδεολογική και πολιτική της κυριαρχία…»

Σήμερα λοιπόν η ηγεσία του ΚΚΕ μιλάει για σοβαρότατο λάθος και χαρακτηρίζει μεν απαράδεκτες και ολέθριες τις συμφωνίες, αλλά δεν μας εξηγεί γιατί η τότε ηγεσία τις υπέγραψε ή γιατί έκανε απανωτά το ένα λάθος πάνω από το άλλο. Πράγματι, 90 χρόνια αγώνες και θυσίες από τις χιλιάδες αγωνιστών που με αυταπάρνηση πάλεψαν και παλεύουν μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ για ένα καλύτερο αύριο, για το σοσιαλισμό, δεν άξιζαν αυτά τα αποτελέσματα. Οι αγώνες και οι θυσίες τους δεν αξίζουν να καταλήξουν και σήμερα στα ίδια αδιέξοδα…

Advertisements

H συμφωνία του Λιβάνου ή πώς οι συνεχείς υποχωρήσεις οδηγούν στο φιάσκο, τον εξευτελισμό και την τελική ήττα.

(Πάσα ομοιότης με σημερινές καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική)

sarosi0010

Του Ηλία Μυλωνά
Πηγή: Rproject.gr

«Η Συμφωνία του Λιβάνου αποδείχτηκε Βατερλώ του ΕΑΜ, του ΚΚΕ και γενικότερα των αριστερών δυνάμεων»
Βασίλης Ραφαηλίδης – «Η ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974»

Τον Μάιο του 1944 το ΕΑΜ, υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ, κυριαρχούσε στο συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής επικράτειας. Ο ΕΛΑΣ ήταν πανίσχυρος, στρατολογώντας συνεχώς και με αμείωτη ένταση νέους αγωνιστές, ενώ βελτίωνε τον εξοπλισμό του κατάσχοντας όπλα από τις γερμανικές αυτοκινητοπομπές που χτυπούσε και από τις ιταλικές μονάδες που είχαν ήδη συνθηκολογήσει και βρίσκονταν στρατοπεδευμένες σε διάφορα σημεία.

Οι Εγγλέζοι, βλέποντας το τέλος του πολέμου να πλησιάζει, ανησυχούσαν σφόδρα για τις εξελίξεις στην Ελλάδα και τη διόγκωση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Είχαν ήδη επιχειρήσει να υποδαυλίσουν μια εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα στις αντάρτικες ομάδες, η οποία όμως κατέληξε σε απόλυτη επικράτηση του ΕΛΑΣ και πανωλεθρία του ΕΔΕΣ και του στρατηγού Ζέρβα, ο οποίος έφυγε τρέχοντας από την Ήπειρο φτάνοντας μέχρι την Κέρκυρα για να γλυτώσει, καθώς και στην  διάλυση  του 542 συντάγματος του συνταγματάρχη Ψαρρού και της οργάνωσης του ΕΚΚΑ. Διαπράττοντας ένα σοβαρό πολιτικό λάθος τότε, κάποιοι επικεφαλής του ΕΛΑΣ της περιοχής της Φωκίδας εκτέλεσαν τον συνταγματάρχη Ψαρρό, δίνοντας για μεγάλο διάστημα επιχειρήματα στη δεξιά αντιδραστική προπαγάνδα.

 Στις πόλεις είχε ήδη αρχίσει η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας από τον πρωθυπουργό Ράλλη, ο οποίος πρόσφερε μισθό και φαγητό οργανώνοντας έτσι στρατιωτικά κάποιους πειναλέους, μαζί με όλα τα κοινωνικά κατακάθια και τα λούμπεν στοιχεία που κυκλοφορούσαν τότε, για να τους στρέψει όταν θα ερχόταν η ώρα ενάντια στο ΕΑΜ. Με εγγλέζικα χρήματα φυσικά.

Ήδη οι ισχυροί ηγέτες του κόσμου Στάλιν, Ρούζβελτ, Τσώρτσιλ συμφώνησαν σε μια σειρά διασκέψεων, αρχής γενομένης αυτής  της Τεχεράνης το Φεβρουάριο του ίδιου έτους, όπου τέθηκαν τα ζητήματα της στρατηγικής που θα ακολουθήσουν το επόμενο διάστημα για την επίσπευση του πολέμου (ο Στάλιν ζητούσε απαιτητικά μια ακόμη απόβαση στην Ευρώπη πέραν αυτής της Ιταλίας για την ανακούφιση του ανατολικού μετώπου), την ίδια ώρα όμως έγιναν και οι πρώτες συζητήσεις για τις περίφημες ζώνες επιρροής. Στην πραγματικότητα εκεί τέθηκαν τα θεμέλια για τις οριστικές αποφάσεις που θα έπαιρναν στη Γιάλτα τον επόμενο χρόνο.

(περισσότερα…)

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου.

Epanastasi_3_Septemvri

 

Πολιτικοστρατιωτικό κίνημα, που εκδηλώθηκε στην Αθήνα στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, με σκοπό την παραχώρηση Συντάγματος από τον Όθωνα. Μέχρι τότε, ο βασιλιάς κυβερνούσε ως απόλυτος μονάρχης, χωρίς να λογοδοτεί στους υπηκόους του («ελέω θεού μοναρχία»).

Στις αρχές του 1843 είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στη χώρα μας, το οποίο προϋπέθετε την ύπαρξη Συντάγματος. Ήταν ένα αίτημα που είχε τεθεί από τα φιλελεύθερα στοιχεία του Αγγλικού και Γαλλικού Κόμματος ήδη από την εποχή του Καποδίστρια. Σύνταγμα ζητούσαν και οι παραγκωνισμένοι από τον Όθωνα πρόκριτοι και αγωνιστές του ’21, που ανήκαν κυρίως στο Ρωσικό Κόμμα και ήθελαν μέσω των κοινοβουλευτικών διαδικασιών να ακουστεί και πάλι η φωνή τους. Η ιδέα του Συντάγματος έθελγε και τις λαϊκές μάζες, που είχαν μεν μια θολή εικόνα για το τι αυτό αντιπροσώπευε, αλλά πίστευαν ότι ήταν το αναγκαίο μέσο για να λυθούν τα οξυμένα προβλήματά τους.

Την ίδια εποχή, η Ελλάδα βρισκόταν υπό τη δαμόκλειο σπάθη των πιστωτών της. Από την αρχή του χρόνου αδυνατούσε να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις και οι πιστωτές τής επέβαλαν μια δυσβάστακτη οικονομική συμφωνία («μνημόνιο» θα λέγαμε σήμερα), που περιλάμβανε μείωση των κρατικών δαπανών, περικοπές μισθών και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, αθρόες αποστρατεύσεις αξιωματικών (όχι όμως και των Βαυαρών) και κλείσιμο πρεσβειών. Έτσι, διευρύνθηκε σημαντικά ο κύκλος των δυσαρεστημένων με το καθεστώς. Ο Όθωνας φαινόταν να μην ελέγχει την κατάσταση.

Το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου ήταν προϊόν συνωμοσίας τριών ανθρώπων: του κεφαλλονίτη αγωνιστή και διπλωμάτη Ανδρέα Μεταξά (Ρωσικό Κόμμα), που έφερε τον τίτλο του Κόμη, του αιγιώτη αγωνιστή Ανδρέα Λόντου (Αγγλικό Κόμμα) και του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη (Γαλλικό Κόμμα). Αργότερα, μυήθηκαν και στρατιωτικοί, όπως ο συνταγματάρχης του Ιππικού Δημήτριος Καλλέργης, τον οποίο οι συνωμότες πέτυχαν να μεταθέσουν από το Ναύπλιο στην Αθήνα. Οι αρχές είχαν πληροφορίες για επικείμενο στασιαστικό κίνημα, πήραν κάποια μέτρα, τα οποία όμως αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά.

Εξ αυτού του λόγου το κίνημα επισπεύσθηκε και εκδηλώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 (αντί της 25ης Μαρτίου 1844, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο). Η Φρουρά των Αθηνών, που στρατοπέδευε στο Μοναστηράκι, στασίασε και με αρχηγό τον Δημήτριο Καλλέργη παρατάχθηκε στην πλατεία έμπροσθεν των Ανακτόρων (κτίριο της σημερινής Βουλής), η οποία θα μετονομασθεί εξ αφορμής του γεγονότος αυτού σε Πλατεία Συντάγματος.
Την ίδια ώρα, πλήθος κόσμου με επικεφαλής τον Ιωάννη Μακρυγιάννη κατέφθασε μπροστά από τα ανάκτορα, αλαλάζοντας «Ζήτω το Σύνταγμα».

Ο Όθων εκείνο το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί, παρά τη συνήθειά του, και εργαζόταν στο γραφείο του. Ένας αξιωματικός των κινηματιών εισήλθε στα ανάκτορα και του ανακοίνωσε την επανάσταση του στρατού. Ο βασιλιάς απέστειλε προς τους επαναστάτες τον Υπουργό των Στρατιωτικών για να πληροφορηθεί και επισήμως τα αιτήματά τους, αλλά αυτοί τον συνέλαβαν και τον έθεσαν υπό περιορισμό. Πάντως, η βασίλισσα Αμαλία είχε φροντίσει προηγουμένως να ανακοινώσει στον σύζυγό της ότι οι επαναστάτες ζητούσαν Σύνταγμα και πολιτικές ελευθερίες. Τον συμβούλευσε, μάλιστα, να κάνει δεκτά τα αιτήματά τους.

Τότε, ο βασιλιάς αναγκάσθηκε να εμφανισθεί από ένα παράθυρο των Ανακτόρων (το τέταρτο δεξιά των Προπυλαίων της Βουλής, πάνω από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη) και να ανοίξει διάλογο με τον έφιππο Καλλέργη, ο οποίος του εξήγησε ότι λαός και στρατός απαιτούν την άμεση σύγκληση Εθνοσυνέλευσης για την κατάρτιση Συντάγματος. Ο βασιλιάς προσπάθησε να κερδίσει χρόνο και υποσχέθηκε την εκπλήρωση του αιτήματος την επομένη. Ο Καλλέργης ήταν ανένδοτος και ζήτησε την άμεση αποδοχή του αιτήματος, ενώ αξίωσε ακόμη την παραίτηση της κυβέρνησης και τον σχηματισμό κυβέρνησης που θα απολάμβανε την εμπιστοσύνης του λαού και την αποπομπή των Βαυαρών από τη δημόσια διοίκηση, εκτός των αποδεδειγμένα φιλελλήνων.

Ο Όθωνας αποσύρθηκε στο γραφείο του και ζήτησε να συναντηθεί με τους ξένους πρεσβευτές για διαβουλεύσεις. Όμως, αυτοί εμποδίστηκαν να εισέλθουν στο παλάτι από τον Καλλέργη, μία τολμηρή κίνηση που έκρινε την κατάσταση. Ο Όθωνας αντιλήφθηκε ότι ήταν πλήρως απομονωμένος και προς στιγμήν σκέφθηκε να παραιτηθεί. Τελικά, αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών και τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας υπέγραψε τα αναγκαία διατάγματα για τη σύγκληση Εθνοσυνελεύσεως.

Στη συνέχεια διόρισε πρωθυπουργό τον αρχηγό του Ρωσικού Κόμματος, Ανδρέα Μεταξά, ενώ επίλεκτα μέλη του κινήματος τον πλαισίωσαν στα βασικά υπουργεία (Ανδρέας Λόντος στο Στρατιωτικών, Κωνσταντίνος Κανάρης στο Ναυτικών, Ρήγας Παλαμήδης στο Εσωτερικών και Δρόσος Μανσόλας στο Οικονομικών). Το κίνημα, που ήταν αναίμακτο, έληξε και τυπικά γύρω στις 3 το μεσημέρι, όταν το συγκεντρωμένο πλήθος διαλύθηκε και οι στρατιώτες επέστρεψαν στη βάση τους στο Μοναστηράκι.

Σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, στα τέλη Οκτωβρίου του 1843 θα διεξαχθούν οι πρώτες εκλογές στην Ελλάδα. Η Βουλή που θα προκύψει, συνέρχεται στις 8 Νοεμβρίου με πρόεδρο τον υπέργηρο Πανούτσο Νοταρά και αποφασίζει να λάβει το όνομα «Η της Γ’ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις». Κύριο έργο είναι η σύνταξη του Συντάγματος, το οποίο ψηφίστηκε στις 18 Μαρτίου 1844 και αποτέλεσε τη βάση για όλα τα επόμενα.