Κατηγορία: Ιστορικά

27/11/1095: Οι «πολεμιστές του Χριστού» ξεκινούν για την Α’ Σταυροφορία.

www.kar.org.gr_2015-11-26_12-01-26_screenshot_22

Πηγή: kar.org.gr
από rizospastis.gr

Στις 27 Νοέμβρη του 1095, στη Σύνοδο του Κλερμόν-Φεράν της Γαλλίας, ο πάπας Ουρβανός Β` κήρυξε τον «ιερό πόλεμο» εναντίον των «αλλόπιστων», μουσουλμάνων κατακτητών της «Αγίας Γης» και κάλεσε τους χριστιανούς της Δύσης να πολεμήσουν για την απελευθέρωση του Παναγίου Τάφου. Η κραυγή των συναθροισμένων πιστών «Ο Θεός το θέλει» (Dieus le lolt), που επανέλαβε ο πάπας, έγινε το σύνθημα της πρώτης Σταυροφορίας. Οσοι θα έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία θα ονομάζοταν «πολεμιστές του Χριστού», θα έφεραν στην ενδυμασία τους το σύμβολο του σταυρού και θα εξασφάλιζαν από την Εκκλησία την άφεση για τις βιαιότητες που θα «αναγκάζονταν» να διαπράξουν κατά τη διάρκεια της «ιερής εκστρατείας». Τέλος, θα είχαν πολλά κοσμικά-οικονομικά ωφελήματα. Την πνευματική αρχηγία της πρώτης Σταυροφορίας, όπως ήταν φυσικό, ανέλαβε ο ίδιος ο πάπας και αντιπρόσωπος του ορίστηκε ο επίσκοπος του Ποδίου Αντεμάρ ντε Μοντέιγ. Χαρακτηριστικό της επιχείρησης ήταν ότι δεν υπήρχε ενιαία στρατιωτική διοίκηση, αλλά συμμετείχαν σ” αυτή διάφορες στρατιές και ομάδες πολεμιστών με επικεφαλής σημαντικούς φεουδαρχικούς παράγοντες της Δύσης. Οι πρώτοι που ανταποκρίθηκαν στην παπική έκκληση ήταν άτομα από λαϊκά στρώματα που αποτέλεσαν πέντε ομάδες άναρχου και ασυντόνιστου πλήθους από άντρες, γυναίκες και παιδιά που άρχισαν να κατευθύνονται προς την «Αγία Γη». Οι περισσότεροι από τους σταυροφόρους ήταν άτομα τυχάρπαστα, απελπισμένοι που εύρισκαν διέξοδο στην αθλιότητα που ζούσαν. Στην πορεία τους οι ομάδες αυτές επιδίδονταν σε λεηλασίες και σφαγές και ορισμένες από αυτές δεν άργησαν να διαλυθούν. Τον Ιούνη του 1096 η μια από τις δύο μεγάλες και σχετικά καλύτερα οργανωμένες ομάδες σταυροφόρων έφτασε στην Κωνσταντινούπολη με επικεφαλής τον Γουαλτέριο τον Ακτήμονα. Η περιπετειώδης πορεία των σταυροφόρων στις χώρες της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης είχε ποικίλα επεισόδια. Συγκρούσεις με τους ντόπιους πληθυσμούς, λεηλασίες και καταστροφές των πόλεων και της υπαίθρου, πολλές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Στη συνέχεια, οι σταυροφόροι πέρασαν στη Μικρά Ασία και προχώρησαν προς την Ιερουσαλήμ, την οποία κατέλαβαν στις 15 Ιουλίου του 1099. Ο σκοπός της εκστρατείας επιτεύχθηκε, αλλά αυτό που σφράγισε την επιχείρηση ήταν η λεηλασίες και οι σφαγές που διέπραξαν οι «πολεμιστές του Χριστού». Το «ιδανικό» της απελευθέρωσης του Πανάγιου Τάφου αποκαλύφθηκε ότι χρησιμοποιήθηκε ως προκάλυμμα του κατακτητικού μένους και της άπληστης διαρπαγής των εμπνευστών της.

Αφιέρωμα: Οκτωβριανή Επανάσταση.

98η επέτειος της εξέγερσης των Μπολσεβίκων

12189974_1223409054341347_378356479148351614_n

Πηγή: Iskra.gr

Η όξυνση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, η αναπτυσσόμενη κοινωνική αναταραχή, τα κινήματα και οι εξεγέρσεις σε σειρά χωρών, μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα, καθιστούν επίκαιρη τη μελέτη της επαναστατικής εμπειρίας του Οκτώβρη. Με αφορμή την 94η επέτειο (το άρθρο αναρτήθηκε το 2011) της εξέγερσης των Μπολσεβίκων, η ΙΣΚΡΑ προβαίνει σε ένα αφιέρωμα, παρουσιάζοντας τέσσερα κείμενα από τη συλλογή «Ο Οκτώβρης και η Εποχή μας» (εκδ. Τόπος, Αθήνα 2010).

Σύμφωνα με το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 ξεκίνησε με ένοπλη εξέγερση στην Πετρούπολη, στις 25 Οκτωβρίου 1917  ημερομηνία η οποία αντιστοιχεί στις 7 Νοεμβρίου 1917 σύμφωνα με το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο.

Γραμμένα από τους Τ. Μαστρογιαννόπουλο, Α. Κλόκε, Ε. Φίσερ και Κ. Ράντεκ, αναφέρονται στην περίοδο από την νίκη του Οκτώβρη ως το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θίγοντας ζητήματα ιστορίας και στρατηγικής του κινήματος. Ο Τ. Μαστρογιαννόπουλος αναλύει την πορεία των Μπολσεβίκων προς την εξουσία μέσα από τις διάφορες καμπές της ταξικής πάλης από τον Φλεβάρη ως τον Οκτώβρη. Ο Α. Κλόκε εξετάζει πώς έθεσε και χειρίστηκε το Κόμμα του Λένιν τα στρατηγικά ζητήματα της επανάστασης αλλά και τις τάσεις που οδήγησαν στο σταλινικό εκφυλισμό. Ο Ε. Φίσερ, αυστριακός κομμουνιστής που έζησε τα γεγονότα από πρώτο χέρι, αναφέρεται στις σταλινικές εκκαθαρίσεις και την κατάσταση στην Κομμουνιστική Διεθνή και την ΕΣΣΔ πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέλος, ο Κ. Ράντεκ, διακεκριμένος δημοσιολόγος των Μπολσεβίκων, αναλύει τα κύρια γνωρίσματα της προσωπικότητας και της επαναστατικής δράσης του Λένιν.

* Η κεντρική διάθεση του έργου γίνεται από τις Εκδόσεις Τόπος, Πλαπούτα 2 και Καλλιδρομίου, 210 8222835.

(περισσότερα…)

Καραμανλής και Τσαλδάρης αναφέρονται ως πράκτορες των ναζί σε απόρρητο έγγραφο της CIA.

188554-bis1-thumb-large

Πηγή: tvxs.gr

Ένα αποχαρακτηρισμένο – από το 2006 – απόρρητο έγγραφο της CIA που εμπλέκει τους δύο πρώην πρωθυπουργούς Κωνσταντίνο Καραμανλή και Κωνσταντίνο Τσαλδάρη με τους ναζί, παρουσιάζοντάς τους ως πράκτορες των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων και συνεργάτες του Μαξ Μέρτεν, κάνει τις τελευταίες ώρες τον γύρο του διαδικτύου.

Πρόκειται για έγγραφο-μαρτυρία διπλωματικού υπαλλήλου, σύμφωνα με το οποίο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αλλά και ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης εμφανίζονται σε λίστα των πρακτόρων των ναζί κατά την περίοδο της κατοχής. Ωστόσο η σχετική λίστα με τους πράκτορες δεν περιλαμβάνεται στο απόρρητο έγγραφο της CIA.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται, όσοι αναγράφονται στη λίστα φέρονται να είχαν συνεργαστεί και με τον Μαξ Μέρτεν, τον σφαγέα της Θεσσαλονίκης, στην εξόντωση των Εβραίων της πόλης.

Το άκρως απόρρητο έγγραφο, το οποίο έχει πλέον αποχαρακτηριστεί και έχει αναρτηθεί στη σελίδα της CIA, έχει ημερομηνία 16 Σεπτεμβρίου του 1962.

Σύμφωνα με το έγγραφο, ο τότε σύμβουλος της πρεσβείας Ιωάννης Μοσχόπουλος, αποκάλυψε πως κατά τη δίκη στο Ισραήλ του ναζί και υπεύθυνου για τις δολοφονίες εκατομμυρίων Εβραίων Άντολφ Άιχμαν, παρουσιάστηκε έγγραφο, μεταξύ των στοιχείων, με ένα πίνακα των ναζί στον οποίον αναγράφονταν οι συνεργάτες-πράκτορές τους στην Ελλάδα. Σε αυτόν τον πίνακα ήταν και τα ονόματα του Κωνσταντίνου Καραμανλή και Κωνσταντίνου Τσαλδάρη. Και οι δύο παρουσιάζονται ως πράκτορες και συνεργάτες του Μαξ Μέρτεν.

Στην περιγραφή του αποχαρακτηρισμένου εγγράφου αναφέρεται: «Άκρως απόρρητον. Το όνομα του πρωθυπουργού κ. Κωνστ. Καραμανλή περιλαμβάνεται πράγματι εις τον πίνακα των πρακτόρων των γερμανικών αρχών κατοχής, ως συνεργάτης του Μέρτεν εις την εξόντωσιν των Εβραίων».

Η τότε ελληνική κυβέρνηση φέρεται ακόμη – όπως αναφέρεται στο έγγραφο – μέσω του διπλωματικού της εκπροσώπου στο Ισραήλ όσο και μέσω του διπλωματικού εκπροσώπου του Ισραήλ στην Αθήνα, να έκανε επίμονα διαβήματα προς την κυβέρνηση του Ισραήλ ώστε να «μη κοινολογηθή κατ’ ουδένα τρόπον ο εν λόγω πίναξ κατά τη δίκην, ίνα να μη αποκαλυφθή προφανώς το όνομα του κ. Καραμανλή». Το Ισραήλ «δέχτηκε την ελληνική παράκληση και ο γενικός εισαγγελέας του Ισραήλ, Χάουσνερ, δεν χρησιμοποίησε κατά τη δίκη τα στοιχεία του συγκεκριμένου πίνακα».

Το έγγραφο της CIA

http://issuu.com/tvxorissinora/docs/merten__max_0081?e=0/31019697

Τσε Γκεβάρα

Che

Του Νίκου Μπογιόπουλου
Πηγή: enikos.gr

Σήμερα συμπληρώνονται 48 χρόνια από την αιχμαλωσία και την δολοφονία του Τσε Γκεβάρα, στις 8 προς 9 Οκτώβρη 1967, στη Βολιβία.

Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε να τον εκτελέσει ήταν ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν.

Ο Μάριο Τεράν, ο δολοφόνος του Τσε, το 2006 υποβλήθηκε σε εγχείρηση από Κουβανούς γιατρούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της «Επιχείρησης Θαύμα» και προσφέρουν – δωρεάν – τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο Τεράν έπασχε από καταρράκτη. Οι επεμβάσεις καταρράκτη δεν είναι και τόσο απλό πράγμα για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αμερική.

Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συμπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε  σε εφημερίδα της Βολιβίας ευχαριστήριο μήνυμα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του. Του δολοφόνου, δηλαδή, του (και) γιατρού Τσε Γκεβάρα…

«Θυμηθείτε αυτό το όνομα – Μάριο Τεράν – ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώσει μπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύματός του»,

ήταν το ρεπορτάζ με το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφημερίδα «Γκράνμα» της Κούβας.

Λίγο πριν τη δολοφονία του, ο Τσε είχε στείλει στα παιδιά του ένα γράμμα:

«Αγαπημένα μου Ιλδίτα, Αλεϊδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο,

Αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράμμα, θα πει πως πια δεν είμαι ανάμεσά σας. Σχεδόν δε θα με θυμάστε πια και τα πιο μικρά θα μ’ έχουν ξεχάσει.

Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκεφτόταν, και που σίγουρα ήταν πιστός στις πεποιθήσεις του (….).

Να μελετάτε πολύ, για να μπορέσετε να κυριαρχήσετε στην τεχνική, που θα σας επιτρέψει να κυριαρχήσετε στη φύση (…). Να ‘στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά μπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ’ οποιονδήποτε, σ’ οποιαδήποτε χώρα του κόσμου (…). Πάντα, παιδιά μου, θα ελπίζω να σας ξαναδώ.

Ένα μεγάλο και δυνατό φιλί απ’ τον Μπαμπά».

Δεν είδε ποτέ ξανά τα παιδιά του. Στις 8 προς 9 Οκτώβρη του 1967 ο κομαντάντε Τσε Γκεβάρα θα περνούσε στο πάνθεον των «αθανάτων» της Ιστορίας με διαβατήριο την πίστη του στις πεποιθήσεις του. Χτυπήθηκε από δυο σφαίρες στο σβέρκο. Πισώπλατα.

Οι δολοφόνοι του, αν και αιχμάλωτος, δεν είχαν το κουράγιο να τον κοιτούν στα μάτια ούτε καν τη στιγμή που τον εκτελούσαν.

Οι δολοφόνοι του μοίρασαν ανά την υφήλιο τη φωτογραφία του νεκρού Τσε πιστεύοντας ότι έτσι θα σφράγιζαν και θα έκλειναν τους λογαριασμούς τους μαζί του.

Έκαναν λάθος. Μια άλλη φωτογραφία ήταν εκείνη που έμελλε να μείνει στην Ιστορία.

«Υπήρξε από τους πιο οικείους, από τους πιο θαυμαστούς, από τους πιο αγαπητούς, και, δίχως αμφιβολία, ο πιο εξαίρετος από τους επαναστάτες συντρόφους μας (…).

Ξεχείλιζε από ένα βαθύ πνεύμα μίσους και περιφρόνησης προς τον ιμπεριαλισμό (…).

Ικανός αρχηγός, αυθεντία, δεξιοτέχνης του επαναστατικού πολέμου. Κι όμως, με τον ηρωικό και δοξασμένο θάνατό του, κάποιοι επιχειρούν να αρνηθούν την ισχύ ή την αξία των αντιλήψεων και των αντάρτικων ιδεών του. Μπορεί να πεθάνει ο δεξιοτέχνης, κύρια όταν η τέχνη του είναι τόσο επικίνδυνη όσο η επαναστατική πάλη, αλλά εκείνο που με κανέναν τρόπο δε θα πεθάνει είναι η τέχνη στην οποία αφιέρωσε τη ζωή του και την ευφυΐα του (…).

Επέδρασε σημαντικά στη στάση του η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της ιστορίας δε σταματά, ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…).

Άνθρωποι σαν κι αυτόν είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν (…)».

Με αυτά τα λόγια αποχαιρετούσε ο Φιντέλ Κάστρο, στον επικήδειο που εκφώνησε στην Πλατεία της Επανάστασης, στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967, τον Ερνέστο Γκεβάρα. Τον Τσε.

Συχνά επανέρχεται το ερώτημα: Τι ήταν εκείνο που οδήγησε έναν από τους ηγέτες μιας από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ου αιώνα να προσφέρει τόσο αφειδώλευτα –  και κατά άλλους τόσο «απερίσκεπτα» και τόσο «τυχοδιωκτικά» – την ίδια του τη ζωή στο πεδίο των μαχών για την κοινωνική απελευθέρωση;

Στη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή επέδρασε σημαντικά αυτό που περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο. Η αντίληψη, δηλαδή «ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δεν σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…)».

Αυτός ήταν ο Τσε. Ασταμάτητος. Αλύγιστος. Παθιασμένος. Αμετανόητος. Τέτοιος ήταν ο Τσε και αυτός ήταν ο λόγος που συγκαταλέγεται σε εκείνους τους ελάχιστους που κατάφεραν να μετατρέψουν το θάνατό τους σε ένα τόσο στέρεο σκαλοπάτι για να ανυψωθεί το αίτημα για ζωή, για ανθρώπινη ζωή, ακόμη ψηλότερα.

Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δεν θα μπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του. Πόσο μάλλον να την εξοντώσουν.

Το έγκλημα, αντί να σβήσει τα ίχνη αυτού του ασθματικού γιατρού από την Αργεντινή, μετατράπηκε σε βαθιά, σε ζωογόνα και ελπιδοφόρα ανάσα για τους αδικημένους, για τους λαούς όλου του κόσμου.

Ό,τι  δεν κατάφεραν με τον Τσε  εκείνοι που τον δολοφόνησαν, νόμισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να τον μετατρέψουν σε μια ακίνδυνη στάμπα πάνω σε μπλουζάκια και «μοδάτα» αξεσουάρ.

Ούτε αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. Δεν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ: «Η ζωή του Τσε» – έλεγε ο Σαρτρ – «είναι η ιστορία του πληρέστερου ανθρώπου της εποχής μας».

Αυτή η «πλήρης Ιστορία», που ο Τσε την έγραψε και την διηγήθηκε με τη ζωή και το θάνατό του, είναι ταυτόχρονα και η απάντηση στο ερώτημα «γιατί ο Τσε συνεχίζει να ζει».

Όσοι προσπαθούν να εξαντλήσουν την εξήγηση αυτής της «αθανασίας», εστιάζοντας στην εικόνα του Τσε σαν «γητευτή των φοιτητικών ονείρων», ξεχνούν ότι ο Τσε των εργατών και των αγροτών, ο Τσε των ταπεινών και καταφρονεμένων, ο Τσε της νεολαίας, δε μας άφησε κληρονομιά μόνο το απίστευτο βλέμμα του.

Ένα βλέμμα που κοιτάζει μακριά αλλά στέρεα προς το φαινομενικά αδύνατο.

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι ο Τσε και οι σύντροφοί του στην Κούβα έγιναν η απόδειξη της νίκης απέναντι στην καταπίεση, στη διαφθορά, στο φασισμό, στον ιμπεριαλισμό.

Δεν ήταν μόνο ότι ο Τσε αρνήθηκε μια «στρωμένη» και άνετη ζωή, πριν την κουβανέζικη επανάσταση, ότι δεν θαμπώθηκε από τις τιμές, τα πόστα, την αναγνώριση, μετά την επικράτηση της επανάστασης.

Στην περίπτωση του Τσε ο τίτλος του «συμβόλου» δεν του χαρίστηκε μετά θάνατον. Ήταν ένας τίτλος που ως καθοδηγητής και ως σύντροφος, ως οδηγός και ως κομαντάντε στην ανειρήνευτη πάλη του ενάντια σε αυτήν την αδικία, τον είχε κατακτήσει ήδη.

Ο Τσε ουδέποτε αισθάνθηκε ότι ήταν «άγιος», έστω κι αν είχε ήδη θεοποιηθεί από πολλούς ανθρώπους. Δεν άφησε ποτέ περιθώρια για «αγιοποίηση». Τελικά, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Που έκανε ό,τι πίστευε. Και πίστευε ό,τι έκανε.

«Δεν είμαι απελευθερωτής (libertador). Δεν υπάρχουν libertadores. Οι ίδιοι οι άνθρωποι απελευθερώθηκαν μόνοι τους», έλεγε ο Τσε.

Όλα αυτά μαζί συνθέτουν κομμάτια από τον «μύθο» του Τσε. Αλλά και πάλι δεν είναι αρκετά να εξηγήσουν το γιατί ο Τσε Γκεβάρα «ζει».

Γιατί, τελικά, εκείνο που στην πραγματικότητα κρατά «ζωντανό» τον Τσε είναι ότι παραμένουν τραγικά ζωντανά και δραματικά επίκαιρα όλα όσα τον «δημιούργησαν».

Ο πραγματικός λόγος που ο Τσε  παραμένει «ζωντανός» είναι ότι παραμένουν ζωντανά όλα όσα τον «γέννησαν».

Ο Τσε «ζει» γιατί, ως πολεμιστής και ως πολιτικός, ήταν ο κομαντάντε μιας υπόθεσης που και ως θεωρία και ως πράξη θα βρει την ολοκλήρωσή της, μόνο όταν καταργηθεί κάθε μορφής εκμετάλλευση.

Ο μαρξισμός και το κομμουνιστικό ιδεώδες είναι πλήρως εξαγνισμένο μέσα μου, έλεγε ο Τσε, προσθέτοντας με απόλυτη σαφήνεια:

«Δεν υπάρχει για μας κανείς άλλος ορισμός του σοσιαλισμού, πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο».

Ο Τσε θα παραμένει «ζωντανός» για όσο το βλέμμα του θα δείχνει ότι είναι ρεαλιστικό το όραμά του για έναν κόσμο ελεύθερο, δημοκρατικό, χωρίς πείνα, χωρίς φτώχεια, χωρίς καταπίεση.

«Αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, είσαι σύντροφός μου», έλεγε ο Τσε.

Για όσο στον κόσμο η αδικία θα εξακολουθεί το έργο της, όσο οι έννοιες «τιμή» και «αξιοπρέπεια» θα υπάρχουν στο λεξιλόγιο των ανθρώπων,  ο Τσε θα είναι «ζωντανός».

Γιατί

«ο άνθρωπος  έλεγε ο Τσε – πρέπει να περπατάει με το κεφάλι απέναντι στον ήλιο. Και ο ήλιος πρέπει να κάψει το μέτωπο και καίγοντάς το να το σφραγίσει με τη σφραγίδα της τιμής. Όποιος περπατάει σκυφτός, χάνει αυτήν την τιμή».

 

«Ο Γερμανός έβγαλε την ξιφολόγχη και την κάρφωσε στην πλάτη του βρέφους»

Η σφαγή στις Λιγκιάδες Ιωαννίνων, επειδή οι αντάρτες σκότωσαν τον φίλο του Χίτλερ.

olokaftoma-ligkades570

Πηγή: mixanitouxronou.gr

Στις 3 Οκτωβρίου του 1943 έξι καμιόνια με Γερμανούς καταδρομείς της μεραρχίας «Εντελβάις» εισέβαλαν στο χωριό Λιγκιάδες Ιωαννίνων και διέπραξαν ένα φριχτό έγκλημα.
Πυρπόλησαν τα σπίτια του χωριού, σκότωσαν και έκαψαν, όσους κατοίκους δεν είχαν διαφύγει. Οι ναζί δεν έκαναν διακρίσεις. Σκότωναν αδιακρίτως γυναίκες, μικρά παιδιά και βρέφη.
Από τα 82 θύματα του ολοκαυτώματος των Λιγκιάδων, τα 34 ήταν παιδιά και μωρά, οι 37 ήταν γυναίκες και οι 11 ηλικιωμένοι.
Από τη «μαύρη» λίστα των εκτελεσθέντων απουσιάζουν οι νέοι άντρες, εξαιτίας ενός τυχαίου περιστατικού: Αν και ήταν Κυριακή, δηλαδή αργία και ημέρα εκκλησιασμού, ο παπάς της περιοχής λειτουργούσε σε ένα διπλανό χωριό και έτσι οι περισσότεροι άντρες αποφάσισαν να πάνε στα χωράφια τους για να δουλέψουν.
Όταν επέστρεψαν, αντίκρισαν εικόνες φρίκης!
Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Οι Γερμανοί εκτός από τα σπίτια είχαν κάψει ζωντανούς και αρκετούς κατοίκους, ενώ άλλους τους πυροβόλησαν εν ψυχρώ, αφού τους κατέβασαν στα υπόγεια των σπιτιών τους.
Μητέρες με τα νεκρά παιδιά τους στην αγκαλιά, ηλικιωμένοι πνιγμένοι στο αίμα και σωροί από πτώματα στην πλατεία του χωριού, συνέθεταν το αποτρόπαιο σκηνικό στους Λιγκιάδες μετά το πέρασμα των Γερμανών.

Οι συγκλονιστικές μαρτυρίες των επιζώντων. Μεταξύ τους ένα βρέφος 15 μηνών.

Από την ομαδική σφαγή επέζησαν ελάχιστοι. Ανάμεσά τους και ένα βρέφος 15 μηνών, ο Παναγιώτης Μπαμπούσκας.

Η μητέρα του δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από έναν Γερμανό, την ώρα που κρατούσε στην αγκαλιά το μωρό της.

Κι όμως, το βρέφος κατάφερε να επιζήσει και βρέθηκε αρκετές ώρες αργότερα να θηλάζει τη νεκρή μητέρα του. Οι κάτοικοι που το βρήκαν το μετέφεραν αμέσως στο νοσοκομείο του ΕΛΑΣ.
Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει στο θαύμα. Το μικροσκοπικό πλάσμα είχε καταφέρει να κρατηθεί στη ζωή παρά το ισχυρό τραύμα από την ξιφολόγχη.
Ο Παναγιώτης Μπαμπούσκας είναι σήμερα ο μοναδικός επιζών της γερμανικής θηριωδίας.
Ζει στην Ελευσίνα, έχει δημιουργήσει οικογένεια και στην πλάτη του έχει ακόμα το σημάδι από την ξιφολόγχη του Γερμανού.
Οι υπόλοιποι επιζώντες δεν βρίσκονται πια στη ζωή, αλλά οι μαρτυρίες τους έχουν καταγραφεί από τον γερμανό ιστορικό Κριστόφ Σμινκ-Γουστάβους και συγκλονίζουν.
Ελένη Χολέβα: «Εμένα μια σφαίρα βρήκε το παιδί μου τον Αλέξη στο κεφάλι. Του τίναξε τα μυαλά που μου γέμισαν το πρόσωπο και τα στήθια. Έπεσα και εγώ σαν χαμένη σφίγγοντας στην αγκαλιά μου το κουτσοκεφαλιασμένο μου παιδί. Ήμουν πνιγμένη στα αίματα».
Χαράλαμπος Λιούρης: «Μες στην πόρτα στάθηκε ένας Γερμανός. Άρχισε να μας πυροβολεί με το αυτόματο. Εκεί που λες, αφού τον είχα αγκαλιά, ο Νικήτας πήρε ολάκερη τη ριπή. Εδώ στο λαιμό την πήρε και κρέμασε το κεφάλι του σαν το κατσίκι που σφάζεις. Το αίμα του Νικήτα χύθηκε απάνω μου».

Ο δάσκαλος Χρήστος Παππάς, έχασε και τα τέσσερα παιδιά του από τα πυρά των Γερμανών και ένα μήνα μετά έζησε ξανά την τραγωδία, όταν οι εκτελεστές τον υποχρέωσαν να σκάψει στο ρημαγμένο χωριό για να δουν αν πράγματι είχαν εκτελεστεί άμαχοι. «Πήγαμαν λοιπόν σ΄ αυτά τα σπίτια και σκάψαμαν στα συντρίμματα. Βρήκαμαν μικρά κεφαλάκια… Μπροστά από διάφορα σπίτια κείτονταν ακόμη ανθρώπινα υπολείμματα…».

Η «αιτία» της σφαγής

Αφορμή για το μακελειό ήταν ο θάνατος ενός γερμανού αξιωματικού, του Γιόζεφ Ζάλμινγκερ από τους αντάρτες.
Ο Ζάλμινγκερ ήταν παλιός αγωνιστής του Γ’ Ράιχ και συνοδοιπόρος του Αδόλφου Χίτλερ.
Περιγράφεται σαν ένας από τους πιο απάνθρωπους Ναζί που πέρασαν από την Ήπειρο.
Τα ξημερώματα της 1ης Οκτωβρίου επέστρεφε από ένα γλέντι στην Πρέβεζα, όταν το αυτοκίνητό του έπεσε σε ένα οδόφραγμα που είχαν στήσει οι αντάρτες, οι οποίοι τον σκότωσαν.
Η απώλεια ήταν μεγάλη για τους Γερμανούς που αποφάσισαν να εκδικηθούν άμεσα.

Η εντολή του στρατιωτικού διοικητή ήταν σαφής: «Εκδικηθείτε την ειδεχθή δολοφονία με μια αμείλικτη επιχείρηση αντεκδίκησης σε ακτίνα 20 χιλιομέτρων από το σημείο τέλεσής της».
Η μεραρχία «Εντελβάις» έκανε πράξη την εντολή και έσφαξε το χωριό. Οι κάτοικοι που επέζησαν, χρειάστηκαν αρκετό καιρό και πολύ πείσμα για να καταφέρουν να ξαναζωντανέψουν τον τόπο τους. Φιλοξενήθηκαν σε διπλανά χωριά και σιγά-σιγά έφτιαξαν από την αρχή το χωριό τους.

Κατά καιρούς οι απόγονοι των θυμάτων υπέβαλαν αιτήματα για αποζημιώσεις, αλλά κανένα δεν έχει γίνει δεκτό. Οι γερμανοί εκτελεστές της σφαγής στους Λιγκιάδες καταδικάστηκαν στη δίκη της Νυρεμβέργης, όμως λίγο αργότερα αφέθησαν ελεύθεροι…

«…Και μας δείχνουν φωτεινό το δρόμο…»!

74 χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ.

eam

Του Νίκου Μπογιόπουλου
Πηγή: imerodromos.gr

Πρίν 74  χρόνια, σαν σήμερα, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941, αποφασίστηκε, στην κατεχόμενη από τα ναζιστικά στρατεύματα Αθήνα, η ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ).

Η ίδρυση και η δράση του ΕΑΜ στάθηκε από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα ενώθηκαν και πάλεψαν πλάι – πλάι, κάτω από τις δοξασμένες σημαίες μιας ενιαίας πατριωτικής απελευθερωτικής οργάνωσης, τόσο τεράστια πλήθη, που μετριούνταν σε εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια αγωνιστές και αγωνίστριες.

Το ΕΑΜ και ο στρατός του, ο δοξασμένος ΕΛΑΣ, έγραψαν ένα «νέο ’21».

Πολέμησαν το φασίστα Γερμανο-Ιταλό κατακτητή, χτυπήθηκαν από τον αγγλο-αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και τίμησαν μέχρι τέλους τον όρκο για «Λεύτερη Ελλάδα».

Ψυχή και καρδιά του ΕΑΜ υπήρξε το ΚΚΕ.

Ήδη από τις 1 – 3 Ιούλη του 1941, κατά την 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, προσδιορίστηκε με σαφήνεια ότι το άμεσο επιτακτικό καθήκον για το Κόμμα, το λαό και τις οργανώσεις του ήταν η συγκρότηση ενός μετώπου εθνικής απελευθέρωσης.

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας – έλεγε η απόφαση της Ολομέλειας – καλεί τον ελληνικό λαό, τα κόμματα και τις οργανώσεις του, σ’ ένα εθνικό μέτωπο της απελευθέρωσης:

α) Για το διώξιμο της γερμανοϊταλικής κατοχής από την Ελλάδα.

β) Για την ανατροπή της κυβέρνησης – οργανέτου τους.

γ) Για την καθημερινή υποστήριξη και υπεράσπιση της Σοβιετικής Ενωσης.

δ) Για την υποστήριξη κάθε συνεπούς αντιφασιστικής δύναμης με όλα τα μέσα.

ε) Για το σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης απ’ όλα τα κόμματα, που θ’ αποκαταστήσει τις δημοκρατικές ελευθερίες του λαού, θα του εξασφαλίσει ψωμί και δουλειά, θα συγκαλέσει Συντακτική Εθνοσυνέλευση και θα υπερασπιστεί την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Ελλάδας από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική δύναμη».

Στις επαφές που έγιναν ανάμεσα στους εκπροσώπους του ΚΚΕ και τους εκπροσώπους των άλλων κομμάτων, το Μάη και τον Ιούνη του 1941, τα παλιά αστικά κόμματα χαρακτήρισαν «τυχοδιωκτισμό» τα σχέδια για οργάνωση αντίστασης εναντίον των κατακτητών και απέρριψαν τις προτάσεις για συνεργασία. Μόνο μερικά κόμματα και ομάδες συμφώνησαν να πραγματοποιηθεί η ενότητα για την οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Αυτά ήταν: Το Αγροτικό Κόμμα, το νεοσύστατο κόμμα «Ενωση Λαϊκής Δημοκρατίας» (ΕΛΔ), με επικεφαλής τον Ηλία Τσιριμώκο και το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (Χ. Χωμενίδης).

Οι εκπρόσωποι αυτών των κομμάτων προχώρησαν στις 27 Σεπτέμβρη του 1941 στην ίδρυση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ).

Λίγο πριν, στις αρχές Σεπτέμβρη 1941, συγκλήθηκε η 7η Ολομέλεια της ΚΕ του Κόμματος, που αποφάσισε την επιτάχυνση των διαδικασιών συγκρότησης του ΕΑΜ.

«Είναι καιρός – τονιζόταν στην απόφαση της Ολομέλειας – να περάσουμε από τη φιλολογία σε πρακτική δράση, στον τομέα αυτό. Από κάτω ίσαμε πάνω, πρέπει να αποκρυσταλλώσουμε τη συνένωση των εθνικών δυνάμεων, να τους δώσουμε οργανωτική μορφή. Η δουλειά άρχισε και θα προχωρήσει με όσους και όποιους θέλουν να δέχονται να αγωνιστούν για το ξεσκλάβωμα της χώρας».

Οι σκοποί του ΕΑΜ όπως διατυπώθηκαν στο ιδρυτικό του ήταν οι εξής:

«α) Η απελευθέρωση του Εθνους μας από τον σημερινόν ξένον ζυγόν και η απόκτησις της πλήρους ανεξαρτησίας της χώρας μας.

β) Ο σχηματισμός προσωρινής κυβερνήσεως, σκοπός της οποίας θα είναι η προκήρυξις εκλογών διά Συντακτικήν Εθνοσυνέλευσιν, με βάσιν την αναλογικήν, ίνα ο λαός αποφανθή κυριαρχικώς επί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του.

γ) Η κατοχύρωσις του κυριαρχικού τούτου δικαιώματος του ελληνικού λαού, όπως αποφανθεί περί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του, παρά πάσαν αντιδραστικήν απόπειραν, ήτις θα τείνει να επιβάλλει εις τον λαόν λύσεις αντιθέτους προς τας επιθυμίας του και η εκμηδένισης, δι’ όλων των μέσων του ΕΑΜ και των οργάνων που το αποτελούν, πάσης τοιαύτης απόπειρας».

Λίγους μήνες αργότερα, κυκλοφορεί το μνημειώδες έργο του μεγάλου Κομμουνιστή διανοητή Δημήτρη Γληνού, μέλους του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, με τίτλο «Τι είναι και το θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο».

 

glinos_eam

 

Μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο του βιβλίου  πιέζοντας εδώ

Η επανάσταση που χάθηκε…

Με την ευκαιρία της επετείου υπογραφής της Συμφωνίας της Καζέρτας
(26 Σεπτεμβρίου 1944)

hsymfoniatisvarkizas

Του Σωτήρη Μάρταλη
Πηγή: dea.org.gr

Όποιος ελέγχει το στρατό, την ένοπλη δυνατότητα να επιβάλλει τις απόψεις του, έχει ουσιαστικά την εξουσία. Αυτή την αλήθεια προσπάθησαν οι καπιταλιστές να την κερδίσουν μέσα από τις συμφωνίες Λιβάνου, Καζέρτας και Βάρκιζας, παρά τον αντίθετο γι’ αυτούς συσχετισμό δυνάμεων. Αντίθετα το ΚΚΕ, παρά το ότι έλεγχε πολιτικά και στρατιωτικά όλη την Ελεύθερη Ελλάδα, μέχρι και τα τέλη του 1945 έμεινε σταθερά προσανατολισμένο στην «ομαλή εσωτερική δημοκρατική εξέλιξη» και, παρά τις παλινωδίες του, αυτό φάνηκε καθαρά σε όλες τις προαναφερθείσες συμφωνίες. Σταθερά επιδίωκε, παρά την κυριαρχία του, συνεργασία και συγκυβέρνηση με την αστική τάξη.

Πρώτη πράξη του δράματος αποτέλεσε το κίνημα των φαντάρων της Μέσης Ανατολής. Τον Απρίλη του 1944 ξέσπασε το κίνημα της Μέσης Ανατολής από φαντάρους και ναύτες, αριστερούς και δημοκρατικούς στην πλειοψηφία τους, οι οποίοι εκδηλώθηκαν ανοιχτά υπέρ της ΠΕΕΑ, με αποτέλεσμα να επέμβουν οι δυνάμεις των Άγγλων, με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης Παπανδρέου. Η μισή περίπου δύναμη του στρατού της Μέσης Ανατολής (20.000 στρατιώτες) κλείστηκε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, στη Λιβύη και την Ερυθραία. Στη συνάντηση στο Λίβανο, στις 17 Μάη 1944, η αντιπροσωπεία από ηγετικά στελέχη των ΚΚΕ, ΠΕΕΑ, ΕΑΜ και ΕΛΑΣ (ενώ ελέγχουν την Ελεύθερη Ελλάδα και έχουν συντριπτικά μεγαλύτερες δυνάμεις από τις οργανώσεις ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ), διεκδίκησε τη δημιουργία κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και παράλληλα αποκήρυξε το κίνημα της Μέσης Ανατολής.

Η συμφωνία του Λιβάνου προέβλεπε:
«1. Ανασύνταξις και πειθάρχησις των ενόπλων ελληνικών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής υπό την σημαίαν της Ελληνικής Πατρίδος…» «Όλοι εμείναμε σύμφωνοι ότι η στάσις της Μέσης Ανατολής απετέλεσεν έγκλημα εναντίον της πατρίδος. Όλοι μας εμείναμε σύμφωνοι ότι η ανάκρισις πρέπει να συνεχιστεί και ότι οι υποκινηταί της στάσεως πρέπει να τιμωρηθούν αναλόγως προς τας ευθύνας των…»
«2. Η ενοποίησις και πειθάρχησις υπό τας διαταγάς της Εθνικής Κυβερνήσεως όλων των αντάρτικων Σωμάτων της Ελευθέρας Ελλάδος…».

Τελικά η αντιπροσωπεία των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ΠΕΕΑ και ΚΚΕ, αντί για τα μισά σημαντικά υπουργεία που διεκδικούσαν, θα πάρουν το ένα τέταρτο: πέντε δευτερεύοντα χαρτοφυλάκια.

Στις 26 Σεπτέμβρη του 1944, στην Καζέρτα της Νότιας Ιταλίας συνέρχεται νέα σύσκεψη, όπου, μεταξύ άλλων, αποφασίζεται:

«1. Όλες οι αντάρτικες δυνάμεις που δρουν στην Ελλάδα τίθενται υπό τας διαταγάς της ελληνικής κυβερνήσεως εθνικής ενότητας.

2. Η ελληνική κυβέρνησις θέτει τας δυνάμεις αυτάς υπό τας διαταγάς του στρατηγού Σκόμπυ.

3. Οι αρχηγοί των ανταρτών θα απαγορεύσουν πάσαν απόπειρα των υπ’ αυτών μονάδων να αναλάβουν την αρχήν ανά χείρας. Τοιαύτη πράξις θα θεωρηθή ως έγκλημα και θα τιμωρηθή αναλόγως.

4. Όσον αφορά τας Αθήνας ουδεμία ενέργεια θα αναληφθή εκτός υπό τας αμέσους διαταγάς του στρατηγού Σκόμπυ, στρατηγού διοικούντος τας εν Ελλάδι δυνάμεις».

Οι διοικήσεις των περιοχών Αθήνας και Θεσσαλονίκης ανατίθενται σε δύο γνωστούς φασίστες, το συνταγματάρχη Σπηλιωτόπουλο, πρώην αρχηγό της Χωροφυλακής της κυβέρνησης Τσολάκογλου, και τον συνταγματάρχη Παπαγεωργίου, πρώην ηγέτη του Π.Α.Ο., που διαλύθηκε από τον ΕΛΑΣ από της πρώτες ώρες της Αντίστασης για τις ύποπτες δραστηριότητές του. Η Καζέρτα είναι ο Λίβανος των στρατιωτικών. Την περίοδο που ο ΕΛΑΣ θριαμβεύει στα πεδία των μαχών, που η μια μετά την άλλη πόλεις και χωριά απελευθερώνονται ύστερα από σκληρές μάχες με τους ναζί, που αποχωρούν, οι ηγέτες του αντάρτικου συνυπογράφουν συμφωνίες που προετοιμάζουν και οργανώνουν τη σφαγή του.

Τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχωρούν από την Αθήνα στις 12 Οκτώβρη του 1944. Ο ΕΛΑΣ δίνει τις τελευταίες σκληρές μάχες στον Πειραιά για να σώσει τις εγκαταστάσεις στο λιμάνι και το εργοστάσιο ηλεκτρικού στη Δραπετσώνα. Μέχρι τις 18 Οκτώβρη, που φτάνει στην Αθήνα η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του Παπανδρέου, δεν έκανε τίποτα για να πάρει την εξουσία. Εξάλλου είχαν υπογράψει γι’ αυτό στο Λίβανο και την Καζέρτα. Για να μπορέσει η αστική τάξη να αποκαταστήσει την εξουσία της, έπρεπε πρώτα απ’ όλα να αφοπλίσει τον ΕΛΑΣ, μια ένοπλη δύναμη την οποία όχι μόνο δεν μπορούσε να ελέγξει, αλλά ήταν πολύ ισχυρότερη από τις δικές της ασθενικές δυνάμεις. Η Ορεινή Ταξιαρχία, που σχηματίστηκε από τα «νομιμόφρονα» στοιχεία του στρατού τα οποία είχαν διαλύσει στη Μ. Ανατολή, αριθμούσε 2.500 άνδρες, ο «Ιερός Λόχος» 1.000, οι δυνάμεις Αστυνομίας και Χωροφυλακής περίπου 6.500 και σ’ αυτούς πρόσθεσαν τις διάφορες φασιστοσυμμορίες, όπως η «Χ» του Γρίβα με 3.000 άνδρες, φτάνοντας σε ένα σύνολο 13.000 ανδρών, με μηδενικό ηθικό. Η άρχουσα τάξη στηριζόταν ουσιαστικά στη στρατιωτική δύναμη του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Το Δεκέμβρη του 1944, η Κ.Ε. του ΕΑΜ καλεί σε μεγάλο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα ενάντια στην απόφαση του Παπανδρέου για αποστράτευση της «Εθνικής Πολιτοφυλακής» του ΕΑΜ και παράδοση των όπλων της. Το τεράστιο και ειρηνικό συλλαλητήριο χτυπάει στο «ψαχνό» η αστυνομία, με απολογισμό 23 νεκρούς και 140 τραυματίες. Ο Δεκέμβρης και η μάχη της Αθήνας είχε ξεκινήσει και κράτησε 33 μέρες.

Οι βρετανικές δυνάμεις έφτασαν τους 26.000 άνδρες με 200 τανκς και αεροπλάνα. Απέναντι σ’ αυτή την πίεση, η ηγεσία του ΚΚΕ, αντί να «ρίξει» τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, διέταξε να κινηθούν προς την Ήπειρο με στόχο τη διάλυση του ΕΔΕΣ. Στρατιωτικά τμήματα του ΕΛΑΣ δεν μπήκαν ποτέ στην πόλη και τη μάχη τη σήκωσε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ, 20.000 άνδρες με ελαφρύ οπλισμό, και μόνο 1.500 άνδρες του τακτικού ΕΛΑΣ από την Πελοπόννησο.

Η ηγεσία του ΚΚΕ υποχρεώθηκε να δώσει τη μάχη της Αθήνας και την έδωσε διστακτικά, ελπίζοντας σε συμβιβασμό και επαναφορά της Αριστεράς στην κυβέρνηση με καλύτερους όρους. Αντίθετα η άλλη πλευρά ήταν καθαρή και αποφασισμένη. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα του Τσόρτσιλ στο στρατηγό Σκόμπυ στις 5 Δεκέμβρη, πριν ακόμα εμπλακούν στη μάχη οι αγγλικές δυνάμεις: «…Μη διστάσετε πάντως να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη, όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση».

Ύστερα από 33 μέρες ηρωικής πάλης, στις 5 Γενάρη ο ΕΛΑΣ εγκαταλείπει την Αθήνα. Αλλά στην υπόλοιπη Ελλάδα, στα 4/5 της χώρας κυριαρχούσε ο ΕΛΑΣ, με 75.000 άνδρες. Μια μάχη είχε χαθεί, όχι όμως και ο πόλεμος. Όμως η ηγεσία του ΚΚΕ συμφώνησε και υπέγραψε ανακωχή. Στις 12 Φλεβάρη, μετά από διαπραγματεύσεις 10 ημερών, υπογράφεται η περίφημη «Συμφωνία της Βάρκιζας».

Ουσιαστικά ήταν μια υποταγή άνευ όρων. Η αντιπροσωπεία ΚΚΕ-ΕΑΜ κέρδισε γενικόλογες μη δεσμευτικές υποσχέσεις για ελεύθερο πολιτικό βίο, σεβασμό στις πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες, εκλογές σε ένα χρόνο και δημοψήφισμα για το πολιτειακό. Αρνήθηκαν να άρουν τον στρατιωτικό νόμο. Οι Ιερολοχίτες θα παρέμεναν, ενώ ο ΕΛΑΣ, το ΕΛΑΝ και η Πολιτοφυλακή αποστρατεύονταν (διαλύονταν) και διατάσσονταν να παραδώσουν αμέσως τα όπλα τους. Αμνηστεύονταν τα πολιτικά αδικήματα, αλλά: «Εξαιρούνται της αμνηστείας τα συναφή κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία διά την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος…» Ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε αυτό το σημείο ήταν η αμνήστευση των «ηθικών αυτουργών», δηλαδή της ηγεσίας, επειδή οι αποφάσεις ήταν πολιτικά αδικήματα, αλλά οι απλοί μαχητές, ως φυσικοί αυτουργοί, παραδόθηκαν στα νύχια της αστικής τρομοκρατίας.

Με δάκρυα στα μάτια, οι αντάρτες αναγκάζονται, ουσιαστικά από την ηγεσία τους, να παραδώσουν τα όπλα τους.

Τι λέει για όλα αυτά σήμερα η ηγεσία του ΚΚΕ;

Για τη συμφωνία του Λιβάνου: «Η αντιπροσωπεία έκανε απαράδεκτες υποχωρήσεις. Επιβεβαίωσε τον ρυθμιστικό ρόλο του Βρετανικού Στρατηγείου… δέχθηκε να συμμετάσχουν η ΠΕΕΑ, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ σαν ανίσχυρη μειοψηφία στην κυβέρνηση και καταδίκασε την πατριωτική αντιφασιστική πάλη των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Έτσι κλείστηκε μια συμφωνία που δεν ανταποκρινόταν στο συσχετισμό των δυνάμεων, που υπήρχαν τότε, και τις αρχές του ιδρυτικού του ΕΑΜ, γεγονός που αποτέλεσε σοβαρότατο λάθος αρχών με βαριές επιπτώσεις στην έκβαση του αγώνα».

Για τη συμφωνία της Καζέρτας: «Η “Συμφωνία της Καζέρτας”, ύστερα από τη “Συμφωνία του Λιβάνου”, με τους απαράδεκτους όρους που κι αυτή περιείχε, έδωσε νέες, ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες στους Άγγλους ιμπεριαλιστές…».

Στη «Διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής για τα 90χρονα του ΚΚΕ» αναφέρεται: «Παρά την απαράδεκτη “Συμφωνία της Βάρκιζας” (12 Φλεβάρη 1945) και τις ολέθριες για το ΕΑΜικό κίνημα συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, η αστική τάξη δεν είχε μπορέσει να ανακτήσει την πλήρη ιδεολογική και πολιτική της κυριαρχία…»

Σήμερα λοιπόν η ηγεσία του ΚΚΕ μιλάει για σοβαρότατο λάθος και χαρακτηρίζει μεν απαράδεκτες και ολέθριες τις συμφωνίες, αλλά δεν μας εξηγεί γιατί η τότε ηγεσία τις υπέγραψε ή γιατί έκανε απανωτά το ένα λάθος πάνω από το άλλο. Πράγματι, 90 χρόνια αγώνες και θυσίες από τις χιλιάδες αγωνιστών που με αυταπάρνηση πάλεψαν και παλεύουν μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ για ένα καλύτερο αύριο, για το σοσιαλισμό, δεν άξιζαν αυτά τα αποτελέσματα. Οι αγώνες και οι θυσίες τους δεν αξίζουν να καταλήξουν και σήμερα στα ίδια αδιέξοδα…