Κατηγορία: Οικονομία

Απόφαση Eurogroup: μια γραμμή για τους «από πάνω» – μια διαρκής κόλαση για τους «από κάτω»

Του Γιώργου Σαπουνά *
Πηγή: rproject.gr

Αναμφισβήτητα το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της απόφασης του πρόσφατου Eurogroup είναι το πρωτοφανές βάθος χρόνου της συμφωνίας: ως το 2060! Και το περιεχόμενο αυτής; Λιτότητα!

Εάν δίπλα σ’ αυτό προ­σθέ­σου­με και την ευ­ρω­παϊ­κή στή­ρι­ξη για έξοδο στις αγο­ρές (η απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της οποί­ας μένει βέ­βαια να απο­δει­χθεί) έχου­με την ερ­μη­νεία για την αντί­δρα­ση της εγ­χώ­ριας άρ­χου­σας τάξης, του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου και όχι μόνο: χαρές και πα­νη­γύ­ρια! (Θ. Φέσ­σας – πρό­ε­δρος του Συν­δέ­σμου Ελ­λη­νι­κών Βιο­μη­χα­νιών (ΣΕΒ): «Εξαι­ρε­τι­κά θε­τι­κή εξέ­λι­ξη … μας απο­μα­κρύ­νει από την αβε­βαιό­τη­τα για την ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία και μας επι­τρέ­πει να σχε­διά­σου­με, με σχε­τι­κή ασφά­λεια, το μέλ­λον» και Κ. Μί­χα­λος – πρό­ε­δρος του Εμπο­ρι­κού και Βιο­μη­χα­νι­κού Επι­με­λη­τη­ρί­ου της Αθή­νας (ΕΒΕΑ): «η συμ­φω­νία … εξο­βε­λί­ζει κάθε κίν­δυ­νο νέας ανα­τα­ρα­χής και δη­μιουρ­γεί τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις προ­κει­μέ­νου η χώρα να απο­τά­ξει τα δεινά που επι­φέ­ρουν τα μνη­μό­νια και, σχε­διά­ζο­ντας και υλο­ποιώ­ντας ένα εθνι­κό σχέ­διο ανά­πτυ­ξης, να κάνει το άλμα προς τα εμπρός…»).

Όταν βέ­βαια μι­λά­νε οι ίδιοι οι κα­πι­τα­λι­στές η γνώμη των πο­λι­τι­κών τους εκ­προ­σώ­πων πε­ρισ­σεύ­ει. Πράγ­μα­τι, από την θέση της αντι­πο­λί­τευ­σης τα μνη­μο­νια­κά κόμ­μα­τα πε­ριο­ρί­στη­καν να κρι­τι­κά­ρουν την ανα­ντι­στοι­χία των δια­κη­ρυγ­μέ­νων στό­χων της κυ­βέρ­νη­σης (χρέος και QE) με τα απο­τε­λέ­σμα­τα και έντε­χνα να απο­φύ­γουν την κρι­τι­κή σε αυτά καθ’ αυτά.

Εάν ο Τσί­πρας δεν είχε υπο­πέ­σει στην λάθος εκτί­μη­ση και ιδιαί­τε­ρα στην δη­μό­σια δή­λω­ση για τις δυ­να­τό­τη­τες που υπήρ­χαν στο συ­γκε­κρι­μέ­νο eurogroup, πριν από τις γερ­μα­νι­κές εκλο­γές, θα πα­ρου­σια­ζό­ταν σή­με­ρα ως ο κυ­ρί­αρ­χος του πο­λι­τι­κού παι­χνι­διού με τόνο θριαμ­βι­κό. Παρά ταύτα ξε­κα­θα­ρί­ζει (ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο) ότι ερ­γά­ζε­ται με … στο­χο­προ­σή­λω­ση για την εξυ­πη­ρέ­τη­ση του εθνι­κού, αστι­κού συμ­φέ­ρο­ντος και πα­ρα­λαμ­βά­νει γι αυτό τους αστι­κούς επαί­νους δυ­σκο­λεύ­ο­ντας την ζωή του Μη­τσο­τά­κη και εν γένει της μνη­μο­νια­κής αντι­πο­λί­τευ­σης. Εξάλ­λου ποιος άλλος θα μπο­ρού­σε να πε­ρά­σει όλα αυτά τα μέτρα και να κλεί­σει τέ­τοιες συμ­φω­νί­ες, για μισό αιώνα, απ’ όλους αυ­τούς;

Θα μπο­ρέ­σει, ωστό­σο, πράγ­μα­τι ο Τσί­πρας και η κυ­βέρ­νη­σή του να στα­θε­ρο­ποι­ή­σει τον ελ­λη­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό επα­να­φέ­ρο­ντας την «κα­νο­νι­κό­τη­τα» πρώτα και κύρια στο πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα, επι­τυγ­χά­νο­ντας και «μο­νι­μο­ποιώ­ντας» την κοι­νω­νι­κή ανοχή, ανα­στυ­λώ­νο­ντας τον δι­κομ­μα­τι­σμό, «ανα­νε­ώ­νο­ντας» την σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία;

Από την απο­φυ­γή της άμε­σης πτώ­σης της κυ­βέρ­νη­σης μέχρι την στα­θε­ρο­ποί­η­ση υπάρ­χει πολύ με­γά­λη από­στα­ση.

Πρώτα και κύρια κάτι τέ­τοιο δεν είναι καν στο χέρι του. Το ελ­λη­νι­κό κα­θε­στώς υπερ­κα­θο­ρί­ζε­ται από το αστα­θές ευ­ρω­παϊ­κό και διε­θνές πλαί­σιο. Όσο πο­λι­τεύ­ε­ται, ιδιαί­τε­ρα στην εξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, ως το πι­στό­τε­ρο σκυλί των ιμπε­ρια­λι­στών στην πε­ριο­χή το μόνο που πε­τυ­χαί­νει είναι να βυ­θί­ζει τον λαό στις πλέον επι­κίν­δυ­νες πε­ρι­πέ­τειες. Οι ανα­κα­τα­τά­ξεις, οι αντι­θέ­σεις, η πο­λι­τι­κή και γε­ω­πο­λι­τι­κή αστά­θεια χα­ρα­κτη­ρί­ζουν το διε­θνές πε­ρι­βάλ­λον και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο την ίδια την ΕΕ/ΟΝΕ. Ται­ρια­στό το σχό­λιο του διευ­θυ­ντή της Monde Diplomatique, Σερζ Χα­λί­μι, πριν λίγες μέρες: «…Την δε­κα­ε­τία του 1920, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας ότι, μετά από μια πε­ρί­ο­δο απερ­γιών και επα­να­στά­σε­ων, στην πλειο­νό­τη­τα των ευ­ρω­παϊ­κών χωρών –ιδίως στη Βρε­τα­νία και στη Γερ­μα­νία– τα κα­θε­στώ­τα είχαν πα­γιω­θεί, η Κομ­μου­νι­στι­κή Διε­θνής ανα­γκά­στη­κε να ανα­γνω­ρί­σει τη «στα­θε­ρο­ποί­η­ση του κα­πι­τα­λι­σμού». Επι­θυ­μώ­ντας ωστό­σο να κρα­τή­σει τον κόσμο σε επα­γρύ­πνη­ση, τον Σε­πτέμ­βριο του 1928 ανα­κοί­νω­σε ότι η ηρε­μία αυτή ήταν «με­ρι­κή, προ­σω­ρι­νή και επι­σφα­λής». Η προει­δο­ποί­η­ση έμοια­ζε μη­χα­νι­κή, σή­κω­νε με­γά­λη αμ­φι­σβή­τη­ση, τόση ήταν η ευ­φο­ρία της Χρυ­σής Δε­κα­ε­τί­ας. Έναν χρόνο αρ­γό­τε­ρα ήρθε η «Μαύρη Πέμ­πτη» της Γουόλ Στριτ…»

Όσο για τους ευ­ρω­παί­ους συμ­μά­χους για τους οποί­ους επαί­ρε­ται ο Τσί­πρας – καθώς πράγ­μα­τι, αυτή την φορά ο Σόι­μπλε δέ­χτη­κε ομο­βρο­ντία επι­θέ­σε­ων προ­κει­μέ­νου να εγκα­τα­λεί­ψει την σκλη­ρή γραμ­μή (ο γερ­μα­νι­κός δε­ξιός Τύπος τον κα­τη­γο­ρεί τώρα ότι οπι­σθο­χώ­ρη­σε στις απαι­τή­σεις των Ελ­λή­νων) – υπο­νο­ώ­ντας την ευ­ρω­παϊ­κή σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία θα πρέ­πει να απο­φα­σί­σει σε πια εκ­δο­χή ανα­φέ­ρε­ται, στον Μα­κρόν, στον Κορ­μπίν ή στον Σουλτς.

Πάνω απ’ όλα όμως το πρό­βλη­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ (αν προ­σπε­ρά­σου­με τους γε­λοί­ους αν και επι­κίν­δυ­νους, ακρο­δε­ξιούς ΑΝΕΛ με τους οποί­ους συ­γκυ­βερ­νά) είναι ότι δεν απέ­κτη­σε ποτέ τους δε­σμούς των σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών κομ­μά­των με τις υπο­τε­λείς τά­ξεις αλλά και με με­ρί­δες του με­γά­λου κε­φα­λαί­ου (πώς θα μπο­ρού­σε άλ­λω­στε), κάτι το οποίο δεν «αντι­γρά­φε­ται» μέσα στην κρίση και μά­λι­στα με πο­λι­τι­κή μό­νι­μης λι­τό­τη­τας και επι­τρο­πεί­ας. Όσο κι αν προ­σπα­θεί να κα­μου­φλά­ρει την κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή με πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα «αρι­στε­ρής δια­κό­σμη­σης» η ουσία πα­ρα­μέ­νει και κα­τα­νο­εί­ται βιω­μα­τι­κά, κα­θη­με­ρι­νά από την κοι­νω­νι­κή πλειο­ψη­φία καθώς όχι μόνο δεν αλ­λά­ζει το μνη­μο­νια­κό τα­ξι­κό τοπίο της ανερ­γί­ας, της ερ­γα­σια­κής ζού­γκλας, της διά­λυ­σης του κρά­τους πρό­νοιας αλλά βα­θαί­νει διαρ­κώς η νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη στρα­τη­γι­κή της λι­τό­τη­τας σε βάρος του κό­σμου της ερ­γα­σί­ας και των κα­τώ­τε­ρων κοι­νω­νι­κών στρω­μά­των και τά­ξε­ων. Με την πρό­σφα­τη συμ­φω­νία παίρ­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μο­νι­μό­τη­τας.

Παρά την με­γά­λη κοι­νω­νι­κή απο­γο­ή­τευ­ση από τα κα­μώ­μα­τα του Τσί­πρα και της κυ­βέρ­νη­σής του, παρά την υπο­χώ­ρη­ση του κι­νή­μα­τος και την θλι­βε­ρή κα­τά­πτω­ση της συν­δι­κα­λι­στι­κής γρα­φειο­κρα­τί­ας, οι αντι­κει­με­νι­κές συν­θή­κες στην Ελ­λά­δα μα και πα­νευ­ρω­παϊ­κά ευ­νο­ούν νέες κοι­νω­νι­κές εκρή­ξεις, ένα νέο γύρο «απ΄τα κάτω» και «απ’ τ’ αρι­στε­ρά». Η ευ­θύ­νη βα­ραί­νει τον «κόσμο της Αρι­στε­ράς» και κατά προ­τε­ραιό­τη­τα τα κόμ­μα­τα και τις ορ­γα­νώ­σεις. Ο ίδιος ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ πο­ντά­ρει σή­με­ρα κυ­ρί­ως στην (δι­καιο­λο­γη­μέ­νη) απέ­χθεια που προ­κα­λεί η Δεξιά και ο Μη­τσο­τά­κης (ακόμη και εντός της Δε­ξιάς) στους «από κάτω» και ελ­πί­ζει να επα­να­συ­σπει­ρώ­σει εκλο­γι­κά ένα ση­μα­ντι­κό μέρος από τις τε­ρά­στιες διαρ­ρο­ές του. Με την προ­ϋ­πό­θε­ση να μην συ­σπει­ρω­θεί όλος αυτός ο κό­σμος στ’ αρι­στε­ρά του όπου το πο­λι­τι­κό κενό «φω­νά­ζει»!

Τί­θε­νται όροι και προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την ανα­τρο­πή του σκη­νι­κού. Πρώτ΄απ΄όλα η συ­γκέ­ντρω­ση της δύ­να­μης σε αρι­στε­ρή, ρι­ζο­σπα­στι­κή πο­λι­τι­κή γραμ­μή άμε­σης ρήξης. Με το εγ­χώ­ριο κε­φά­λαιο, με τους δα­νει­στές, με την ΟΝΕ/ΕΕ και τα ιμπε­ρια­λι­στι­κά κέ­ντρα.  Αυτό απαι­τεί την ενό­τη­τα της αρι­στε­ράς, την ενιο­με­τω­πι­κή προ­σέγ­γι­ση. Οι τα­ξι­κές «δια­πι­στώ­σεις» χωρίς εναλ­λα­κτι­κό σχέ­διο για το σή­με­ρα απο­τε­λούν την δι­καιο­λο­γία και το πρό­σχη­μα της σε­χτα­ρι­στι­κής αδρά­νειας και ητ­το­πά­θειας. Αντί­στρο­φα η ενω­τι­κή γραμ­μή απαι­τεί ταυ­τό­χρο­να τα­ξι­κή ευ­θυ­κρι­σία. Δεν μπο­ρεί να πα­νη­γυ­ρί­ζουν και να στη­ρί­ζουν (για την ώρα) οι αστοί τις επι­λο­γές και τις επι­δό­σεις της κυ­βέρ­νη­σης και αρι­στε­ρές φωνές να την κα­τη­γο­ρούν για… ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα! Απαι­τεί­ται προ­τε­ραιό­τη­τα στις πο­λι­τι­κές αιχ­μές του προ­γράμ­μα­τος που συ­γκρο­τούν οι επεί­γου­σες ανά­γκες και τα αι­τή­μα­τα των «από κάτω», του κό­σμου της δου­λειάς, της νε­ο­λαί­ας, των ανέρ­γων, των γυ­ναι­κών, των απο­κλει­σμέ­νων… Με σαφή και ρητά δια­τυ­πω­μέ­νο αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό. Ο τρί­τος πα­ρά­γο­ντας, ίσως ο σο­βα­ρό­τε­ρος στην πε­ρί­ο­δο, αφορά στην οι­κο­δό­μη­ση και στή­ρι­ξη τα­ξι­κών, αρι­στε­ρών, κι­νη­μα­τι­κών συλ­λο­γι­κο­τή­των. Η κα­τά­στα­ση του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος δεν είναι με­τα­φυ­σι­κό ζή­τη­μα. Η ευ­θύ­νη αφορά εξ ολο­κλή­ρου την πο­λι­τι­κή αρι­στε­ρά. Σή­με­ρα τον δρόμο τον δεί­χνουν οι μα­χη­τι­κές εκ­δη­λώ­σεις αντί­στα­σης όπως η απερ­γία που ορ­γα­νώ­θη­κε στον κλάδο των «ντε­λι­βε­ρά­δων», των παι­διών με τα μη­χα­νά­κια, η 48ωρη απερ­γία με σκλη­ρή πε­ρι­φρού­ρη­ση και πολύ με­γά­λη συμ­με­το­χή των ενοι­κια­ζο­μέ­νων στην ΕΤΕ και κάθε δυ­να­μι­κή και απο­φα­σι­στι­κή κί­νη­ση που ξε­πη­δά απ’ τα κάτω ξε­περ­νώ­ντας την αναί­σχυ­ντη συν­δι­κα­λι­στι­κή γρα­φειο­κρα­τία που υπο­νο­μεύ­ει και κα­τα­στρέ­φει ότι έχει απο­μεί­νει στο ορ­γα­νω­μέ­νο, συν­δι­κα­λι­στι­κό κί­νη­μα.

* Ο Γιώργος Σαπουνάς είναι μέλος της ΠΓ της ΛΑΕ

Παν. Λαφαζάνης: Μνημόνιο, επιτροπεία και σκληρή λιτότητα στη χώρα για 50 χρόνια

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Δήλωση Παναγιώτη Λαφαζάνη Γραμματέα του Π.Σ της ΛΑ.Ε από την Καρδίτσα

Η κυβέρνηση Τσίπρα με πρωτοφανείς πραξικοπηματικές και αντισυνταγματικές διαδικασίες έθεσε τη χώρα υπό μνημονιακή κατοχή, επιτροπεία και λιτότητα μέχρι το 2060.

Αυτό αντιπροσωπεύει η δέσμευση για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2022 και πρωτογενή πλεονάσματα πάνω του 2% μέχρι το 2060.

Οι αποφάσεις του Eurogroup αντιπροσωπεύουν την πλήρη υποδούλωση μιας κυβέρνησης υπαλλήλων η οποία επιχειρείται να εμφανιστεί ως το δήθεν μικρότερο κακό.

Η δόση που πήρε σε δόσεις η κυβέρνηση είναι θηλιά στο λαιμό της χώρας και σωτηρία για τους πιστωτές, ενώ η υπόθεση του χρέους, έστω και με μέτρα ασπιρίνες, έχει καταλήξει σε ένα αόριστο ευχολόγιο με την ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου.

Καμιά χώρα και ποτέ δεν είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο νεοαποικιοποίησης.

Από το Γραφείο Τύπου

16/6/2017

Η απόφαση eurogroup για λιτότητα έως το 2060 και οι γελοίοι γελωτοποιοί του ΣΥΡΙΖΑ

Του Παναγιώτη Μαυροειδή
Πηγή: pandiera.gr

Η απόφαση του χθεσινού eurogroup είναι απελπιστικά σαφής. Για την κυβέρνηση δημιουργεί προβλήματα επικοινωνιακής φύσης. Για τα εργατικά και λαϊκά στρώματα όμως, αποτελεί μία ακόμη ταφόπλακα και υποθήκευση του μέλλοντος έναντι των τοκογλύφων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και του «μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε» των ξένων και Ελλήνων αρπακτικών που ονομάζουν «επενδυτές».

Η σύνοψη είναι τούτη:

Πρώτο: Πρωτογενή πλεονάσματα και λιτότητα διαρκείας έως το 2060 (!), υπό καθεστώς διαρκούς επιτροπείας

Δεύτερο: Καμία απολύτως «ελάφρυνση» χρέους. Απολύτως! Μόνο μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος (μνημονίου), δηλαδή το καλοκαίρι του 2018, θα συζητηθεί, «αν υπάρχει ανάγκη», για μετάθεση μέρους δανειακών υποχρεώσεων «από 0 έως 15 χρόνια», έτσι ώστε το χρέος να καταστεί «βιώσιμο», δηλαδή να μπορούν οι τοκογλύφοι να εισπράττουν.

Ο Τσίπρας σε συνέντευξή του τον Γενάρη σε συνέντευξή του στην εφημερίδα των Συντακτών έλεγε πως:

«είναι θέμα αξιοπρέπειας, δημοκρατίας, ακόμη και παραβίασης του Συντάγματος, ακόμη και να συζητάμε για προνομοθέτηση νέων μέτρων».

Ωστόσο νομοθέτησε κανονικά μέτρα σφαγής των συντάξεων, μείωσης του αφορολόγητου  και άλλα, ύψους 4,5 δις με την αγόγγυστη φυσικά στήριξη όλων των βουλευτών, μαζί και των δήθεν «αριστερούληδων».

Το δικαιολόγησε λέγοντας, πως «τα ψηφίσαμε, αλλά δε θα εφαρμοστούν αν πρώτα δε μας δώσουν ρύθμιση για το χρέος».

Τώρα λοιπόν που για το χρέος δεν πήραν αλλά έδωσαν, πως δικαιολογούνται;

Προσέξτε τι λέει το πρώτο σημείο για τη χθεσινή απόφαση-κόλαφο του eurogroup που ορίζει πρωτογενή πλεονάσματα και μνημόνιο διαρκείας έως το 2060:

«Το κυριότερο σημείο της σημερινής απόφασης είναι η -για πρώτη φορά- σαφής δέσμευση του Eurogroup ότι θα υποστηριχθεί η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές και η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος, με τη δημιουργία, μάλιστα, ενός σημαντικού αποθέματος ρευστότητας για να στηριχθεί η έξοδος της χώρας στις αγορές».

Δηλαδή τι λένε οι άνθρωποι; Ποιες είναι οι δύο «επιτυχίες»;

Η πρώτη είναι πως οι ευρωπαίοι και διεθνείς τοκογλύφοι του κεφαλαίου, δέχτηκαν πως εάν και όταν η Ελλάδα βγει από το ειδικό καθεστώς θεσμικής και δεσμευμένης δανειοδότησης μέσω Μνημονίων και μηχανισμών της ΕΕ, θα μπορεί να δανείζεται, τοκογλυφικά πάντα, ελεύθερα και χωρίς περιορισμό, από τις «αγορές», δηλαδή από τους ίδιους. Μα τόσο μεγάλη υποχώρηση έκαναν; Δέχτηκαν να κρατήσουν τον «πελάτη» τους!

Η δεύτερη όμως «επιτυχία» κατά την κυβέρνηση, είναι ακόμη πιο λαμπρή: Δεσμεύτηκαν λέει οι Ευρωπαίοι για την «επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος». Δηλαδή τα αφεντικά της ΕΕ, κάμφθηκαν τελικά και δέχτηκαν να εφαρμοστούν μέχρι τέλους όλα τα σφαγιαστικά μνημονιακά μέτρα!

Προσέξτε και αυτό το σημείο της κυβερνητικής ανακοίνωσης:

«Υπήρξε θετική εκτίμηση του ΔΝΤ σε σχέση με τη βιωσιμότητα του χρέους σε αντίθεση με την εκτίμηση της 22ας Μαΐου, όπου το ΔΝΤ θεωρούσε ότι το ελληνικό χρέος δεν βρίσκεται σε τροχιά βιωσιμότητας»

Ο Σαμαράς σας το έγραψε αυτό λεβέντες; Τώρα πανηγυρίζετε που οι τοκογλύφοι θεωρούν το χρέος «βιώσιμο», δηλαδή πληρωτέο;

Παραληρούν, αλλά και προκαλούν!

Ας χρησιμοποιήσουμε λοιπόν την τόσο πλούσια ελληνική γλώσσα: Οι άνθρωποι είναι γελοίοι γελωτοποιοί. Τα καταφέρνουν μια χαρά: Τα αφεντικά τους ευθυμούν και χαχανίζουν. Κοιτάξτε τι είπε η Λαγκάρντ στη συνέντευξη τύπου:

«Δεν περιμέναμε 140 προαπαιτούμενα. Είχαμε μειώσει τις απαιτήσεις μας σε 7 κρίσιμα (συντάξεις, φορολογία, αγορά εργασίας κ.λπ.)»!

7 ζητούσαν, 140 πήραν! Τέτοια πρεμούρα από τους υποτακτικούς!

Δόση-θηλειά στον λαιμό της χώρας και «αέρας κοπανιστός» για χρέος.

Βατερλό το Eurogroup για την χώρα.

Πηγή: Iskra.gr

Η κυβέρνηση με την δόση των 8,5 δισ., που θα δοθεί με δόσεις και θα κατευθυνθεί κατά κύριο λόγο στις τσέπες των πιστωτών για την εξόφληση χρέους προς αυτούς, το μόνο που εξασφάλισε είναι να σφίξει ακόμα περισσότερο την θηλιά στον λαιμό της χώρας.

Η χορήγηση της δόσης εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τους πιστωτές και όχι την Ελλάδα και δόθηκε από το Eurogroup για να αποφύγει η χώρα μας την «χρεοκοπία» η οποία, αν συνέβαινε, θα μπορούσε να ανοίξει με ριζοσπαστική πολιτική έναν δρόμο σωτηρίας, ενώ για τους πιστωτές θα σήμαινε βαρύτατο πλήγμα, στο οποίο, όμως, δεν θα μπορούσαν να αντιδράσουν.

Η απόφαση του Eurogroup για την δόση είναι διπλά απαράδεκτη και παγιδευτική για την χώρα, αφού συνοδεύεται και με «αέρα κοπανιστό» για το χρέος, μιας και η απόφαση περιορίζεται σε αόριστα ευχολόγια για μέτρα, στην πραγματικότητα ημίμετρα–ασπιρίνες, στο τέλος του 2018.

Τσίπρας – Τσακαλώτος χωρίς ντροπή και αιδώ παρέδωσαν–ξεπούλησαν για άλλη μία φορά τα πάντα.

Το χρέος, ο Σόιμπλε, οι εφοπλιστές και το βουντού

Υποσημειώσεις για τον ρόλο του ευρώ

Του Δημήτρη Λένη
Πηγή: ektosgrammis.gr

Πρόσφατα, στο πλαίσιο της διαμάχης (ή «διαμάχης») της Γερμανίας με το ΔΝΤ για την εξέλιξη της αξιολόγησης και του ελληνικού χρέους, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έκανε μια σειρά από δηλώσεις που αφορούσαν τη χώρα μας.

Από αυτές που ακούστηκαν περισσότερο εδώ, η πρώτη (στην οποία είχε ομολογουμένως ένα κάποιο δίκιο) ήταν ότι ο κ. Τσίπρας εξελέγη με την υπόσχεση να καταργήσει τα φορολογικά προνόμια των εφοπλιστών, αλλά «τίποτα δεν έγινε». Η δεύτερη (στην οποία επίσης είχε ένα κάποιο δίκιο) ήταν πως «εάν η Ελλάδα θέλει να παραμείνει υπό τις ισχύουσες προϋποθέσεις συμμετοχής σε ένα σταθερό νόμισμα με χαμηλά επιτόκια, τότε πρέπει να θέσει την οικονομία και τον κρατικό της μηχανισμό σε κατάσταση που να διασφαλίζει αυτή την παραμονή μακροχρόνια». Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα εσωτερική λογική που συνδέει αυτές τις δύο, επιφανειακά τόσο διαφορετικές έως αντιφατικές, δηλώσεις.

Αντιφατικές επειδή, αν πάρουμε για μια στιγμή τη θέση ενός νεοφιλελέ αναλυτή, μπορούμε να αναρωτηθούμε: «Αν η Ελλάδα πρέπει να γίνει ανταγωνιστική, ώστε να παραμείνει στο ευρώ, πώς θα το καταφέρει αυτό αν διώξει τους εφοπλιστές της, ένα από τα πιο παραγωγικά κεφάλαια διεθνώς, αυξάνοντας τη φορολογία τους; Ο χερ Σόιμπλε φαίνεται πως μας δουλεύει». Είναι ενδιαφέρον ότι και αυτή η άποψη θα είχε, επίσης, ένα κάποιο δίκιο. Συγκεκριμένα, ότι ο χερ Σόιμπλε μας δουλεύει.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή, κοιτώντας κάποια δεδομένα.

Τα δεδομένα…

Και το πρώτο από αυτά είναι το γεγονός ότι το γερμανικό διαμετακομιστικό εμπόριο χάνει γρήγορα θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη. Μία μέρα μετά τις «εφοπλιστικές» δηλώσεις Σόιμπλε, η τρίτη μεγαλύτερη (και η αρχαιότερη) γερμανική εταιρεία θαλάσσιων μεταφορών, η Rickmers, βάρεσε κανόνι (γεγονός που προφανώς το γνώριζε ήδη ο Σόιμπλε όταν έκανε τις δηλώσεις του). «Η Rickmers είναι γαλαζοαίματη της ναυτιλίας», λέει ο Βασίλης Καρατζάς, διευθύνων σύμβουλος της Karatzas Marine Advisors με έδρα τη Νέα Υόρκη. «Το να τους βλέπουμε να καταθέτουν αίτημα πτώχευσης είναι σαν να βλέπουμε έναν βασιλιά να χάνει τον θρόνο του»[1] [σ.σ.: κλαψ, λυγμ].

Το δεύτερο γεγονός είναι ότι το ελληνόκτητο εφοπλιστικό κεφάλαιο (αφήνουμε εδώ κατά μέρος τις οργανικές του σχέσεις με το Λονδίνο) κατέχει περίπου τον μισό εμπορικό στόλο της Ε.Ε., ένα ποσοστό πραγματικά τεράστιο και κάπως ασύμβατο με τη διεθνή θέση της χώρας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

Τα δύο παραπάνω γεγονότα τα υπενθυμίζει χαιρέκακα στην απάντησή της στον χερ Σόιμπλε η ΕΕΕ, η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών: «Ο κ. Σόιμπλε, αγνοώντας με εμμονή το ιδιαίτερα ευνοϊκό καθεστώς που διέπει τη γερμανική ναυτιλία, στρέφεται με τις δηλώσεις του εναντίον της ελληνικής ναυτιλίας, που τυχαίνει όμως να εκπροσωπεί και το 50% της κοινοτικής, μια πρωτιά που μάλλον ενοχλεί. [. . .] Δημιουργείται επίσης το ερώτημα μήπως η αποτυχία της γερμανικής ναυτιλιακής πολιτικής, που παρ’ όλες τις ευνοϊκές ρυθμίσεις σε όλα τα επίπεδα (πλοιοκτησία, διαχείριση, φυσικό πρόσωπο) δεν κατάφερε να στηρίξει τη ναυτιλία της, είναι το κίνητρο που υποκινεί τον υπουργό στις δηλώσεις αυτές»,[2] κ.ο.κ. (Ενδιαφέρον στοιχείο: οι εφοπλιστές, επιδεικνύοντας με περηφάνια το απύθμενο θράσος τους, δεν παραλείπουν να σημειώσουν επίσης ότι οι φοροαπαλλαγές τους είναι συνταγματικά επιβεβλημένες, άρα δεν μπορεί να γίνει τίποτε γι’ αυτές, δυστυχώς [σ.σ.: κλαψ, λυγμ]. Το κατόρθωμα-φάρο αυτό του αντιλαϊκισμού, να εντάξει δηλαδή σε σύνταγμα χώρας το μεγαλύτερο ρουσφέτι της παγκόσμιας ιστορίας, το κατάφερε θυμίζουμε ο γίγας του νομικού ορθολογισμού και του συνταγματικού διαφωτισμού, ο Ευάγγελος Βενιζέλος.)

Το τρίτο γεγονός έχει να κάνει με τον αδυσώπητο πόλεμο που διεξάγεται αυτή τη στιγμή στο διεθνές διαμετακομιστικό εμπόριο για εκκαθάριση μη παραγωγικών κεφαλαίων, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση, με αφορμή την κρίση.[3] Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε πριν από δέκα χρόνια περίπου, πριν από την κρίση, με τις τεράστιες παραγγελίες καραβιών που έγιναν τότε (βασικά σε ναυπηγεία σε χώρες τής Άπω Ανατολής). Όταν ήρθε η κρίση, ο διεθνής εφοπλισμός βρέθηκε με πολλά, τεράστια και ακριβά καράβια που δεν είχε τι να τα κάνει, δεδομένης της μείωσης των εμπορικών ροών (αν και, απ’ ό,τι φαίνεται, οι Έλληνες εφοπλιστές ήταν σε σχετικά καλύτερη κατάσταση έχοντας κρατήσει τις παραγγελίες τους και έχοντας περισσότερα καράβια στα τάνκερ και όχι στα ξηρού φορτίου). Η διαδικασία αυτή, τμήμα της «κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου», είχε αποτέλεσμά καμιά δεκαριά κανόνια μεγάλου μεγέθους.[4] Η Κορεατική Hanjin πέρυσι ήταν το μεγαλύτερο από αυτά, ενώ και η «δική μας» COSCO δεν θα την είχε γλιτώσει αν δεν ήταν κρατική – αν δηλαδή το ΚΚΚ δεν είχε σαφή άποψη για τα στρατηγικά του συμφέροντα. Η Rickmers είναι απλώς ο τελευταίος κρίκος σε μια μακριά αλυσίδα, αν και ιδιαίτερα σημαντικός κρίκος, τόσο λόγω της ιστορίας της εταιρείας όσο και κυρίως λόγω της γερμανικής ανικανότητας να τη στηρίξει. Δεν είναι όμως μόνο τα κανόνια: το τελευταίο διάστημα οι ειδοποιήσεις για μειώσεις κερδών πέφτουν σαν το χαλάζι, επηρεάζοντας το σύνολο των μεγαθηρίων της σχετικής αγοράς.

Οι ναυτιλιακές, ως διεθνείς εμπορικές επιχειρήσεις, αυτά που μπορούν να κάνουν για να επαναφέρουν την κερδοφορία τους είναι:

– να προσλαμβάνουν ναύτες μόνο από «φτηνές» χώρες: πρόκειται για στρατηγική που χρόνια ακολουθεί το ελληνόκτητο κεφάλαιο και στηρίζεται στην απόλυτη υπεραξία·

– να συγχωνευθούν, αυξάνοντας τις οικονομίες κλίμακας και μειώνοντας τα κόστη·

– να αναδιαρθρωθούν, δηλαδή να εφαρμόσουν νέες τεχνολογίες, είτε μέσα στο ίδιο το καράβι, μειώνοντας έτσι το προσωπικό (ήδη στη Νορβηγία κάνουν πειράματα με μη επανδρωμένα καράβια) είτε στον τρόπο με τον οποίο φορτώνονται ξεφορτώνονται τα εμπορεύματα, μειώνοντας τους χρόνους αναμονής (τα παραπάνω βασίζονται στην σχετική υπεραξία).

Η αναδιάρθρωση τώρα, αντίθετα από τις απλές απολύσεις, δεν γίνεται από μόνη της, είναι μια διαδικασία για την οποία χρειάζονται κεφάλαια τα οποία μπορεί να τα δώσει ως δάνειο μόνο μια τράπεζα. Για να το κάνει αυτό η τράπεζα, πρέπει να κρίνει ότι το σχέδιο που προτείνει η ναυτιλιακή, το «business plan» όπως το λέμε, έχει όντως πιθανότητες να δώσει κέρδη, άρα και το δάνειο να αποπληρωθεί με τον τόκο του στην ώρα του κ.λπ. Αν η τράπεζα, με τα δικά της κριτήρια –τα οποία συνήθως δεν διαφέρουν και πολύ από το βουντού– κρίνει ότι η επιχείρηση δεν έχει σοβαρές πιθανότητες να τα καταφέρει, τότε μόνο μία λύση μένει, το λουκέτο. Έτσι λοιπόν έγινε και στην περίπτωση της Rickmers που λέγαμε στην αρχή: η εταιρεία πήγε στην τράπεζά της, την HSH Nordbank, και ζήτησε νέο δάνειο και αναδιάρθρωση του χρέους της, λέγοντας ότι θα αναδιαρθρωθεί και η ίδια. «Η HSH Nordbank ανακοίνωσε ότι το συμβούλιο της εξέτασε προσεκτικά τα επιχειρηματικά σχέδια της Rickmers προτού αποφασίσει ότι δεν είναι βιώσιμα»…

… Το οποίο βασικά σημαίνει ότι άκουσαν την παρουσίαση του εκπροσώπου της εταιρείας και δεν τους άρεσαν και τόσο πολύ αυτά που προβλέπονταν για τα επόμενα πέντε δέκα χρόνια εκεί μέσα. Η διαδικασία τής σε βάθος χρόνου πρόβλεψης κερδοφορίας είναι μια διαδικασία του τύπου «μου αρέσει γιατί φαίνεται να ξέρει τι λέει» σε αντίθεση με το «δεν μου άρεσε καθόλου». Πρόκειται για μια διαδικασία τόσο επιστημονική όσο και το βουντού. «Οι ομολογιούχοι της Rickmers», συνεχίζει η ανακοίνωση της τράπεζας, «λένε ότι αναμένουν από την ιδιοκτήτρια της εταιρείας, Bertram R.C. Rickmers, να διαφυλάξει τα πάγια της εταιρείας».

… και η μαύρη μαγεία

Εάν δει κανείς μια χώρα ως επιχείρηση, με τον τρόπο δηλαδή που βλέπουν τις χώρες οι Σόιμπλε και οι Μητσοτάκηδες του κόσμου αυτού, τότε όταν επιχειρηθεί μια αντίστοιχη διαδικασία επαναχρηματοδότησης και αναδιάρθρωσης σε μια χώρα –και όχι απλώς σε μια επιχείρηση– προκύπτουν δύο σοβαρά προβλήματα: το πρώτο είναι ότι οι μικρομέτοχοι της «επιχείρησης»-χώρα, οι ψηφοφόροι δηλαδή, είναι αδύνατο να δεχτούν το κλείσιμο της «επιχείρησης». Εξάλλου, πώς ακριβώς «κλείνεις» μια χώρα;

Το δεύτερο είναι ότι, αντίθετα με μια πραγματική επιχείρηση, οι μικρομέτοχοι-ψηφοφόροι είναι δύσκολο να δεχτούν τις αναδιαρθρώσεις που απαιτεί κάθε αξιοσέβαστο business plan. Ο μέσος ψηφοφόρος δεν είναι εύκολο να ψηφίσει για «μη λαϊκιστές», δηλαδή διάφορους τυχάρπαστους, μηδενικών πολιτικών ικανοτήτων τύπους (εντελώς τυχαίο παράδειγμα: η Μέυ της Βρετανίας) που προτείνουν μονότονα τα ίδια και τα ίδια μέτρα, επώδυνα για την κοινωνία αλλά ευχάριστα για την τσέπη των κολλητών τους. Και αυτό μάλιστα σε περιόδους κρίσης, που η «επιχείρηση»-χώρα δεν προσφέρει κάποιου τύπου «μέρισμα». Σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, ένα τέτοιο μέρισμα μπορεί π.χ. να είναι δουλειές για όλους. Αντίθετα λοιπόν, σε περιόδους κρίσης οι ψηφοφόροι είναι πολύ πιθανό να προτιμήσουν τον «λαϊκιστή» της εκλογικής τους περιφέρειας, που μπορεί καμιά φορά να λέει και την αλήθεια, ή –πιο συχνά– διαφορετικά ψέματα (π.χ. να προτείνει να σταματήσουν μεν οι απολύσεις ντόπιων, αλλά και να μην προσληφθούν άλλοι ξένοι), ή απλώς υπόσχεται να διαφυλάξει τα πάγια της χώρας και να μην τα ξεπουλήσει μπιρ παρά.

Έτσι και στην περίπτωσή μας. Ο χερ Σόιμπλε μας λέει ότι το business plan που υπέβαλε η κυβέρνηση δεν είναι επαρκές. Γιατί; Επειδή στη διαπραγμάτευση Βερολίνου-ΔΝΤ αφενός διαπιστώνεται βέβαια η «τεράστια πρόοδος» που έχει κάνει η Ελλάδα, αλλά από την άλλη προκύπτουν διαφωνίες για το από εδώ και πέρα: συγκεκριμένα οι διαφωνίες αφορούν τη βιωσιμότητα του χρέους ΜΕΤΑ το 2030 και μέχρι το 2059.[5] Θα επρόκειτο περί απίστευτης γελοιότητας (με την έννοια ότι αφορά κάτι χαζούς) αν δεν μας αφορούσε κι εμάς. Γιατί το 2030 είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς με οποιαδήποτε επιστημονική βεβαιότητα που θα βρίσκεται η οικονομική κατάσταση μιας μεγάλης επιχείρησης. Μα τι λέμε, το 2030 είναι αδύνατο να προβλεφθεί πού θα βρίσκεται το ψιλικατζίδικο της γωνίας. Επομένως, το να προβλεφθεί πού θα είναι τότε η Γερμανία ή, πολλώ μάλλον, η Ελλάδα είναι κάτι που μόνο ένας μεγάλος μάγος του βουντού μπορεί να το κάνει. Κι αυτό πάλι, μόνο με περιορισμένη αξιοπιστία. Όποια δεν το πιστεύει, μπορεί να ρίξει μια ματιά στις προβλέψεις όλων των μεγάλων μάγων στις παραμονές της τρέχουσας κρίσης: τα πράγματα τότε τα έβλεπαν όλοι τους υπέροχα. Οι πιο απαισιόδοξοι ανάμεσά τους έλεγαν ότι κάνα δυο μικροπροβλήματα που φαίνονταν στον ορίζοντα δεν ήταν και τόσο σοβαρά και ότι δεν υπήρχε τίποτα που να μην το διευθετεί ένας μικρός χορός της βροχής. (Περίεργο. Φαίνεται ότι κανείς δεν τον χόρεψε τελικά αυτόν τον χορό.)

Το επίδικο επομένως είναι καθαρά πολιτικό – και όχι οικονομικό: το κατά πόσο θα δεχτεί η Ελλάδα τις αναδιαρθρώσεις. Όμως ο συγκεκριμένος τρόπος που αυτό σερβίρεται είναι οικονομικού χαρακτήρα και είναι το νόμισμα, το ευρώ. Και η δήλωση του Σόιμπλε είναι εξαιρετικά εναργής.

Πράγματι ο Γερμανός υπουργός γνωρίζει από (ταξικό) ένστικτο ότι το χρήμα είναι το αίμα της «οικονομίας», δηλαδή του καπιταλισμού. Το χρήμα δεν είναι ένα απτό «πράγμα», π.χ. πλούτος· το χρήμα είναι μετρητής ανταλλακτικής αξίας, μιας κοινωνικής δηλαδή σχέσης. Όμως το νόμισμα (το ευρώ, το δολάριο, το γεν, το φράγκο κ.λπ.), ως συγκεκριμένη υλοποίηση του γενικού καπιταλιστικού χρήματος στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού κουβαλάει μέσα του τους όρους συγκρότησης του γενικού κοινωνικού κεφαλαίου και τους ειδικούς ιστορικούς προσδιορισμούς αυτού του συγκεκριμένου κράτους. Με άλλα λόγια, το νόμισμα που χρησιμοποιεί ένα κράτος, λίγο πολύ καθορίζει τον τρόπο που θα «ρέει» η ανταλλακτική αξία στα όριά του. Και, ως διεθνές χρήμα, ως μέσο διεθνών συναλλαγών, μετράει σε έναν βαθμό και τη θέση του κράτους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής τροφικής πυραμίδας είναι εκεί επειδή έχουν πιο κοφτερά δόντια, εκμεταλλεύονται δηλαδή αποτελεσματικότερα τους εργαζόμενούς τους και αυτό φαίνεται στην σταθερότητα του νομίσματός τους, στα χαμηλά επιτόκια, στο γεγονός ότι γίνεται αμέσως σεβαστό και επιθυμητό από όλους τους υπόλοιπους καπιταλιστές. Τέτοιο φιλοδοξούσε να γίνει το ευρώ όταν θα μεγάλωνε – αλλά έπεσε στον δρόμο του η Ελλάδα…

Σοβαρά τώρα, στην περίπτωση του ευρώ, ενός νομίσματος-συμβιβασμού και ισορροπίας δυνάμεων των Ευρωπαίων εταίρων, το νόμισμα λειτουργεί ως εξαναγκασμός υιοθέτησης των στάνταρ των πιο παραγωγικών δυνάμεων, ακριβώς όπως τα λέει ο Σόιμπλε. Μάλιστα ο ίδιος σε παράλληλες δηλώσεις του σε ιταλικά μέσα είπε: «Εάν μια χώρα δεν θέλει να φύγει [σ.σ.: από την ευρωζώνη], πρέπει να κάνει δομικές μεταρρυθμίσεις, όπως η Ελλάδα. Με το ευρώ έχει τελειώσει η εποχή που κάποιες χώρες μπορούσαν να είναι ανταγωνιστικές με υποτίμηση των νομισμάτων τους». Σύμφωνα με πηγές του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών, αυτό σημαίνει επίσης ότι «η Ελλάδα θα έχει ολοκληρώσει την προσπάθεια εξόδου από την κρίση χρέους όταν το μεταρρυθμιστικό της πλαίσιο θα της επιτρέπει να αυξήσει σταθερά τις εξαγωγές της και όχι όταν θα έχει απλώς μειώσει σε απόλυτα μεγέθη το χρέος της».[6]

Ακριβώς! Τα «σκληρά» νομίσματα κερδίζουν αυτόν τον χαρακτηρισμό από τη σκληρή εκμετάλλευση των εργαζομένων στο εσωτερικό της χώρας που τα εκδίδει. Η «σκληρότητα» έχει να κάνει με τη διαρκή δυνατότητα εξαγωγών, πρώτα εμπορευμάτων και αργότερα, όταν το νόμισμα έχει πλέον κατοχυρωθεί διεθνώς, κεφαλαίων. Όποιος θέλει λοιπόν να χρησιμοποιεί το «σκληρό» ευρώ, θα πρέπει αναγκαστικά να είναι «ανταγωνιστικός» στις εξαγωγές του ή να κόψει τον λαιμό του.

Με βάση τα παραπάνω, είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς τι ακριβώς το ουτοπικό είναι αυτό που περιμένει η ελληνική κυβέρνηση ως «ελάφρυνση του χρέους» και «επιστροφή στις αγορές». Για το ευρωπαϊκό κέντρο, η διαδικασία αυτή δεν έχει σκοπό τη μείωση του χρέους, ώστε να «ξαναγυρίσει η χώρα στην κανονικότητα», αλλά ακριβώς το αντίθετο, την αύξηση της παραγωγικότητας ώστε να μειωθεί «μακροπρόθεσμα» το χρέος. Οι διαφορές μεταξύ Γερμανών και Γάλλων είναι διαφορές βαθμού και όχι ποιότητας, όλοι θέλουν το ίδιο πράγμα, απλώς οι Γάλλοι είναι λίγο πιο μαλακοί. Είναι προφανές επομένως ότι η μόνες δυνατές «λύσεις» που μπορεί να δοθούν είναι εκείνες που δεν θα αρέσουν στην κυβέρνησή μας (και, εννοείται ούτως ή άλλως, ούτε σε μας).

Να παρατηρήσουμε εδώ ότι η διαδικασία αυτή εντάσσεται σε ευρύτερες αλλαγές στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Η μετατόπιση της διεθνούς παραγωγικής ισχύος ανατολικά, στην Κίνα, φτάνει σταδιακά στα όριά της. Οι μισθοί και τα κόστη εκεί θα αρχίσουν τώρα να ανεβαίνουν, μια διαδικασία που ο καθρέφτης της είναι η σταδιακή πτώση του κόστους παραγωγής στη Δύση μέχρι να επιτευχθεί μια ισορροπία κάπου στη μέση. Η Ελλάδα, με βάση αυτό το σκεπτικό, πρέπει να αποτελέσει το παράδειγμα για το πώς επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο. Φυσικά δεν διευκρινίζεται, σε περίπτωση γενικότερης επιτυχίας, το πώς θα γίνει να είναι όλες οι χώρες ταυτόχρονα μικρές Γερμανίες που το εμπορικό τους ισοζύγιο θα είναι πάντα θετικό. Όταν κάποια χώρα εξάγει, κάποια άλλη εισάγει, όταν κάποια είναι πλεονασματική, κάποια άλλη είναι ελλειμματική. Αν λοιπόν το νεοφιλελεύθερο όραμα επιτύχει παγκοσμίως, πώς ακριβώς γίνεται αυτό, να μην υπάρχει κάποιος που να εισάγει τα εξαγώγιμα προϊόντα όλων των άλλων;

Τέλος πάντων, αδιαφορώντας, όπως πάντα κάνουν, για την πραγματικότητα, το σχέδιο που προτείνουν οι νεοφιλελεύθεροι είναι να καταστεί η Ελλάδα παράδειγμα για τους υπόλοιπους. Παράδειγμα αναγκαίο δεδομένης της σοβαρότατης μακροχρόνιας κρίσης στις μεγάλες χώρες της Ε.Ε. (κυρίως Ιταλία αλλά και Γαλλία, Ισπανία κ.ο.κ.). Αν δεν υπάρξει επιτυχία εδώ, το τρέχον μοντέλο συσσώρευσης τίθεται εν αμφιβόλω, με άδηλες ευρύτερες συνέπειες. Σε αυτό ομονοούν τόσο η Γερμανία όσο και το ΔΝΤ, με τις ανησυχίες του δεύτερου να περιορίζονται στις διεθνείς και όχι μόνο ευρωπαϊκές ισορροπίες που οφείλει αυτό να τηρεί. Εξού και οι προσχηματικές και αστείες διαφωνίες των δύο ως προς τη βιωσιμότητα.

Αν λοιπόν η χώρα διατηρήσει την τρέχουσα θέση της στην ευρωζώνη και δεν επιχειρήσει από μόνη της τη δύσκολη διαδικασία απαλλαγής της από τον ιμπεριαλιστικό της βραχνά (και τον ιμάντα μεταβίβασης της εξουσίας του, το ευρώ), τότε είτε θα φύγουμε όταν φύγουν και οι υπόλοιποι (με αφορμή λ.χ. την Ιταλία σε ένα καταστροφικό διαλυτικό γεγονός) είτε θα προκύψει το θαύμα και η Ελλάδα θα γίνει ένα λαμπρό εξαγωγικό υπόδειγμα, μια χώρα που με τη σκληρή δουλειά της και τον τίμιο ιδρώτα των καπιταλιστών της θα δείξει σε όλη την οικουμένη, με σφιγμένα τα δόντια αλλά και λάμψη στα μάτια, τον δρόμο της εξόδου από την κρίση.

Το πώς ακριβώς θα γίνει δυνατό αυτό το θαύμα του βουντού είναι κάτι που το συμβούλιο των μάγων ακόμα συνεδριάζει για να το αποφασίσει.


[1] «Πτώχευσε η τρίτη μεγαλύτερη ναυτιλιακή της Γερμανίας», capital.gr, 4.6.2017.

[2] Ηλίας Μπέλλος, «Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών: Προκλητικά αβάσιμες οι δηλώσεις Σόιμπλε για την ελληνική ναυτιλία», kathimerini.gr, 2.6.2017.

[3] «Why the Global Shipping Industry Will Be Tough to Salvage», stratfor.com, 27.3.2017.

[4] «Dry-bulk shipping under water as bankruptcies rise», hellenicshippingnews.com, 8.2.2016.

[5] Γιάννης Αγγέλης, «Λύση θα υπάρξει, αλλά όχι αυτή που περιμένει η Αθήνα», capital.gr, 2.6.2017.

[6] Γιάννης Αγγέλης, «Διπλή και… ασφυκτική η πίεση στην Αθήνα πριν από τη συμφωνία», capital.gr, 3.6.2017.

Το μικρότερο Δημόσιο κοστίζει ακριβά σε Παιδεία και Υγεία

Η αρχή του τέλους της μονιμότητας στο Δημόσιο φαίνεται να έχει ήδη ξεκινήσει, ενώ οι παρεμβάσεις που επέφερε ένα πλέγμα μνημονιακών διατάξεων τα τελευταία χρόνια, μοιάζει δύσκολο να ανατραπούν ώστε να επιτρέψουν στον δημόσιο τομέα την κάλυψη των διαρκώς αυξανόμενων κοινωνικών αναγκών.

Του Στέργιου Ζιαμπάκα
Πηγή: ΕφΣυν

Συρρίκνωση! Σε μια λέξη μόνο συνοψίζεται η πορεία του δημόσιου τομέα στη διάρκεια της εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών των τελευταίων ετών και ειδικότερα σε επίπεδο μισθών, απασχόλησης, εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και κοινωνικών δομών.

Ραγδαία και σε συμπυκνωμένο χρόνο η μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων κατά 30%, κατακόρυφη μείωση προσωπικού κατά 221.324 εργαζόμενους και θεσμικές παρεμβάσεις που συνέτειναν στον περιορισμό του Δημοσίου πλήττοντας ιδιαίτερα το κράτος πρόνοιας -επιβεβαιώνοντας έτσι στον απόλυτο βαθμό ότι οι πολιτικές για «μικρότερο κράτος» επιδιώκουν μικρότερο κοινωνικό κράτος-, καταγράφονται μεταξύ άλλων στην αναλυτική μελέτη που εκπόνησε το Κοινωνικό Πολύκεντρο της ΑΔΕΔΥ και παρουσιάζει σε αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.».

Ωστόσο η μελέτη (με τίτλο: «Απασχόληση, Αμοιβές, Θεσμικές Παρεμβάσεις στον Δημόσιο Τομέα στο πλαίσιο Περιοριστικών Πολιτικών»), πέρα από την καταγραφή των εξελίξεων στο Δημόσιο μεταξύ 2009-2016, οδηγεί παράλληλα τον αναγνώστη της σε ανησυχητικά συμπεράσματα για το μέλλον.

Η αρχή του τέλους της μονιμότητας στο Δημόσιο φαίνεται να έχει ήδη ξεκινήσει, έστω με τη μορφή της υπονόμευσής της, ενώ οι παρεμβάσεις που επέφερε ένα πλέγμα μνημονιακών διατάξεων τα τελευταία χρόνια μοιάζει δύσκολο να ανατραπούν ώστε να επιτρέψουν στον δημόσιο τομέα την κάλυψη των διαρκώς αυξανόμενων κοινωνικών αναγκών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης του Κοινωνικού Πολύκεντρου της ΑΔΕΔΥ, η συνολική απασχόληση στο Δημόσιο (συμπεριλαμβανομένων και των ΔΕΚΟ) μεταξύ 2009 και 2016 (Σεπτέμβριο) μειώθηκε κατά 21,9%, ποσοστό που ισοδυναμεί με την απώλεια 221.324 εργαζομένων. Η αντίστοιχη μείωση στους μόνιμους υπαλλήλους καταγράφει ποσοστό 18,6% (128.930 εργαζόμενους). Σε επίπεδο απόλυτων αριθμών οι μεγαλύτερες μειώσεις τακτικού προσωπικού (κατά την περίοδο 2012-15) εντοπίζονται σε κρίσιμους για το κοινωνικό κράτος τομείς: στην Παιδεία (17.803), στην Υγεία (13.708), στους ΟΤΑ (11.831).

Δεν περνά απαρατήρητο ότι Παιδεία και Υγεία παραμένουν οι τομείς με τις μεγαλύτερες μειώσεις σε προσωπικό και κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2015-Σεπτεμβρίου 2016. Συγκεκριμένα, σύμφωνα πάντα με τη μελέτη, στη διάρκεια αυτού του έτους υπήρξαν 2.851 αποχωρήσεις υπαλλήλων, εκ των οποίων οι 1.918 στην Παιδεία και οι 326 στην Υγεία.

Ομως οι απώλειες στο μόνιμο ανθρώπινο δυναμικό αναπληρώθηκαν μόλις κατά 15,6% στο πλαίσιο των μνημονιακών περιορισμών στις προσλήψεις.  Αυτός ο χαμηλός βαθμός αναπλήρωσης είναι ιδιαίτερα εμφανής και πάλι στην Παιδεία και στην Υγεία – τα ποσοστά αναπλήρωσης όσων εργαζομένων αποχώρησαν αντιστοιχούν στο 5,6% και στο 13,8%.

Παρεμβάσεις απορρύθμισης

Οι απώλειες θέσεων εργασίας και αμοιβών συνέπεσαν με θεσμικές παρεμβάσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες επίσης περιοριστικού περιεχομένου για την οργάνωση του Δημοσίου. Το αποτέλεσμα ήταν μια εντελώς «διαφορετική και ανεξίτηλη», σύμφωνα με τους μελετητές, εικόνα ως προς το εύρος του, τους όρους διάρθρωσης των υπηρεσιών του και διοίκησης του ανθρώπινου δυναμικού του.

Με τα νέα οργανογράμματα, επί θητείας Κυρ. Μητσοτάκη στο υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης, μειώθηκαν οι δομές των υπουργείων σε ποσοστό περίπου 40%, υπολογίζοντας ένα «δημοσιονομικό όφελος» της τάξης των περίπου 11 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μια «επιπλέον εισοδηματική μείωση, η οποία προστέθηκε στις γενικότερες μειώσεις αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων» αναφέρει η μελέτη, σύμφωνα με την οποία η περικοπή των οργανικών μονάδων -με συνέπεια την περικοπή αντίστοιχων θέσεων ευθύνης- σηματοδότησε επίσης «ένα γενικευμένο περιορισμό του δικαιώματος στην υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων και λειτούργησε έτσι ως αντικίνητρο στην καθημερινότητα των δημοσίων υπαλλήλων και στη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών».

Κρίσιμο ρόλο στην περιστολή των θέσεων απασχόλησης διαδραματίζει καθ’ όλη τη μνημονιακή περίοδο ο κανόνας προσλήψεων στη βάση των αποχωρήσεων (1 πρόσληψη για κάθε 5 αποχωρήσεις μέχρι το 2016, 1 πρόσληψη για κάθε 4 αποχωρήσεις φέτος, 1 προς 3 το 2018 κ.ο.κ.), ο οποίος, αν και επικαιροποιείται ετησίως, «εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να δημιουργεί ανορθολογισμούς και υποστελέχωση σε κρίσιμους τομείς της δημόσιας διοίκησης», τονίζει η μελέτη.

Αλλωστε κατά τους μελετητές, η ρύθμιση που έδωσε το 2016 τη δυνατότητα στους υπαλλήλους οι οποίοι αποχώρησαν στη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου (19/8/2015-27/2/2016) να επανέλθουν στην υπηρεσία μέχρι την αυτοδίκαιη απόλυσή τους λόγω συμπλήρωσης του 67ου έτους ηλικίας τους, «καταδεικνύει το πρόβλημα της αδυναμίας ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης στο πλαίσιο της υφιστάμενης δημοσιονομικής προσαρμογής και του κανόνα προσλήψεων» και ταυτόχρονα αποτελεί «μια έμμεση παραδοχή της αδυναμίας της Δημόσιας Διοίκησης να ανταποκριθεί στις αρμοδιότητές της με το υφιστάμενο ανθρώπινο δυναμικό της».

Αν και οι μελετητές αναφέρουν στα συμπεράσματά τους ότι οι νομοθετικές παρεμβάσεις που πλήττουν τον δημόσιο τομέα, κυρίως κατά την περίοδο 2010-14, αλλάζουν κατεύθυνση κατά το 7μηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2015, οπότε και επιχειρείται η επανασύσταση ειδικοτήτων και η επαναπρόσληψη προσωπικού, τονίζουν ωστόσο ότι «η υπογραφή του τρίτου Μνημονίου και οι απορρέουσες από αυτό δεσμεύσεις για περιορισμό των δημόσιων δαπανών δεν ευνοούν την ουσιαστική αποκατάσταση των δικαιωμάτων των εργαζομένων του δημόσιου τομέα και την ανταπόκρισή του στην κάλυψη των αναγκών μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται αδιάλειπτα από τις πολιτικές λιτότητας και τον περιορισμό του ρόλου των δημόσιων υπηρεσιών και των κοινωνικών παροχών».

Η μεγάλη αλήθεια που δεν παραλείπουν να ξεκαθαρίσουν οι μελετητές είναι ότι «η βασική συνιστώσα των όποιων αλλαγών στο Δημόσιο παραμένει η δημοσιονομική προσαρμογή με βάση τις κατευθύνσεις στο πλαίσιο των δανειακών συμβάσεων».

Ως επίλογος, η επισήμανση που περιέχεται στην εισαγωγή της μελέτης των Γιάννη Κουζή, Γιώργου Γιούλου, Ηλία Ιωακείμογλου, Φωτεινής Σανιδά και Σπύρου Τσουκαλά:

Η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των εξελίξεων στην Ευρώπη επισύροντας την υποχώρηση του κράτους πρόνοιας, συστατικού στοιχείου του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου που βιώνει μια σταδιακή απορρύθμιση παράλληλα με την αποδιάρθρωση και την απορρύθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας, χάριν της ανταγωνιστικότητας που αναδεικνύεται σε κυρίαρχη αξία υπό την επίδραση των νεοφιλελεύθερων δοξασιών.

Επέλαση της ελαστικής εργασίας

Η «απάντηση» που δόθηκε στην αποχώρηση των υπαλλήλων με καθεστώς μονιμότητας, ήταν οι προσλήψεις με ελαστικές (ή έστω ελαστικότερες) μορφές εργασίας. Εστιάζοντας στην τετραετία 2012-2015 η μελέτη διαπιστώνει μείωση του αριθμού των εργαζομένων με καθεστώς σταθερής απασχόλησης κατά 62.201 υπαλλήλους και αύξηση των έκτακτων εργαζομένων κατά 14.619 εργαζόμενους.

Πρόκειται για μια «σημαντική αλλαγή στη σύνθεση του απασχολούμενου προσωπικού στο Δημόσιο, με τον περιορισμό της σταθερής απασχόλησης παράλληλα με την ενίσχυση του έκτακτου προσωπικού στο πλαίσιο της γενικότερης συρρίκνωσης της απασχόλησης στο Δημόσιο» τονίζει η μελέτη. Για το 2015 η έκτακτη απασχόληση αποτελούσε το 13,2% της συνολικής απασχόλησης σε αυτό, ενώ το 2012 ήταν στο 10,3%. Επιπλέον εκτοξεύτηκε το ποσοστό προσλήψεων υπαλλήλων με καθεστώς Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου (ΙΔΑΧ).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της περιόδου 2013-Οκτωβρίου 2016, οι προσλήψεις προσωπικού ΙΔΑΧ ανέρχονται στο 21,8%.

«Αυτό σημαίνει ότι περισσότερο από το 1/5 του νεοπροσλαμβανόμενου τακτικού προσωπικού δεν έχει καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς τις διαφορετικές εργασιακές ταχύτητες που λειτουργούν στον στενό δημόσιο τομέα», επισημαίνουν οι μελετητές, παρατηρώντας ότι το φαινόμενο αυτό αποκτά ιδιαίτερες διαστάσεις και από τους ρυθμούς ανάπτυξής του: οι προσλήψεις με καθεστώς ΙΔΑΧ αντιπροσωπεύουν το 2013 το 10,3% του συνόλου των προσλήψεων σε τακτικό προσωπικό, για να εκτοξευτούν στο 28,5% κατά το πρώτο 9μηνο του 2016.

«Οι εξελίξεις αυτές ως προς το εργασιακό καθεστώς ενισχύουν σημαντικά την παρουσία των πολλαπλών εργασιακών καθεστώτων με τις συνακόλουθες πολλαπλές ταχύτητες εργασιακών δικαιωμάτων αλλοιώνοντας την παραδοσιακή εικόνα της απασχόλησης στον χώρο του Δημοσίου και συγκλίνοντας με τα εργασιακά καθεστώτα που ισχύουν στον ιδιωτικό τομέα» αναφέρουν οι μελετητές.

Ολα αυτά ενώ όχι μόνο έχει θεσμοθετηθεί, αλλά και έχει επεκταθεί στο Δημόσιο η κοινωφελής εργασία με τις πεντάμηνες και οκτάμηνες συμβάσεις, επιβεβαιώνοντας ξεκάθαρα την κατεύθυνση της εξίσωσης (προς τα κάτω) της απασχόλησης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Μεγάλες μισθολογικές απώλειες

Στο 30% ανέρχεται η συρρίκνωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων μεταξύ 2009-2016 και άρα στο ίδιο ποσοστό βρίσκεται και η πτώση της αγοραστικής δύναμης των υπαλλήλων -με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ιδιόμορφη ελληνική οικονομία η οποία, σύμφωνα με άλλες μελέτες, «κρατιέται» από τις καταναλωτικές δαπάνες δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων.

Οι διάμεσες καθαρές αποδοχές των υπαλλήλων σήμερα είναι της τάξης των 1.000 ευρώ, πέφτοντας από τα 1.200 ευρώ που ήταν το 2009. Οι σημερινές μέσες αποδοχές καταγράφονται στα 1.043 ευρώ.

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι μεταβολές στην κατανομή των καθαρών αμοιβών του δημόσιου τομέα παρουσίασαν δύο διακριτές κινήσεις:

α) Κατά τα έτη 2010-2013 (ιδιαίτερα δε, το 2012-2013) υπήρξε μείωση των αμοιβών εργασίας σε ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα, από τις χαμηλότερες έως και τις υψηλότερες.

β) Κατά τα έτη 2014-2016 δεν υπήρξε περαιτέρω μεταβολή των μέσων αποδοχών, αλλά περιορισμός της διασποράς των ατομικών αποδοχών γύρω από τη μέση τιμή.

Πιο συγκεκριμένα, εξηγούν οι μελετητές, υπήρξε μείωση του 25% των υψηλότερων αποδοχών και κάποια αύξηση του 25% των χαμηλότερων. Με άλλα λόγια, αυξήθηκε η συγκέντρωση των καθαρών αποδοχών γύρω από τον μέσο όρο των 1.043 ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι η συνολική μισθολογική δαπάνη στο Δημόσιο έχει παγιωθεί από το 2014 στα 21,8 δισ. ευρώ ετησίως.

  • Η μελέτη του Κοινωνικού Πολύκεντρου της ΑΔΕΔΥ θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα 12 Ιουνίου, στις 9.00 μ.μ., στο κτίριο Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134, Αθήνα).

Μέτρα για το χρέος: Υπερ-μνημόνιο μέχρι το 2060 με πλεονάσματα πάνω από 2%!

Του Πάνου Κοσμά *

«Εμείς κάναμε το καθήκον μας, τώρα η μπάλα είναι στο γήπεδο των δανειστών», δήλωσε πρόσφατα ο Αλέξης Τσίπρας, θέλοντας να πει με αυτό ότι τα μέτρα που ψήφισε στη Βουλή η πλειοψηφία των 153 βουλευτών των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήταν το οδυνηρό στοιχείο της συμφωνίας, ενώ η συμφωνία για το χρέος θα είναι το «δωράκι» που τη συνοδεύει.

Ωστό­σο, στο γή­πε­δο των δα­νει­στών παί­ζε­ται «βρό­μι­κο» πο­δό­σφαι­ρο και το «ματς» πήγε στην πα­ρά­τα­ση. Το χει­ρό­τε­ρο όμως είναι ότι η συμ­φω­νία για το χρέος όχι μόνο δεν θα είναι το «δω­ρά­κι» που θα συ­νο­δεύ­ει τα μέτρα, αλλά θα απο­τε­λεί ενός εί­δους υπερ-μνη­μό­νιο που θα εκτεί­νε­ται πολλά χρό­νια μετά το 2022. Χει­ρό­τε­ρο όμως και απ’ αυτό, είναι ότι το εν λόγω υπερ­μνη­μό­νιο θα επο­πτεύ­ε­ται από τον Ευ­ρω­παϊ­κό Μη­χα­νι­σμό Στα­θε­ρό­τη­τας (ESM), που στο με­τα­ξύ θα έχει με­τα­σχη­μα­τι­στεί σε «ευ­ρω­παϊ­κό νο­μι­σμα­τι­κό τα­μείο».

Εν­νο­εί­ται ότι η κυ­βέρ­νη­ση του Αλέξη Τσί­πρα καμιά δου­λειά και καμιά θέση δεν έχει σ’ αυτές τις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις…

Όταν μα­λώ­νουν τα βου­βά­λια…

Στο χώρο των δα­νει­στών δε­σπό­ζει η «κό­ντρα» με­τα­ξύ ΔΝΤ και γερ­μα­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης. Ωστό­σο, πολ­λα­πλή «κα­ρα­μπό­λα» αντι­πα­ρά­θε­σης και δια­φο­ρε­τι­κών στο­χεύ­σε­ων υπάρ­χει και με­τα­ξύ των με­ρί­δων της ευ­ρω­παϊ­κής τρόι­κας: Γερ­μα­νί­ας, Γαλ­λί­ας-Βρυ­ξελ­λών και Ευ­ρω­παϊ­κής Κε­ντρι­κής Τρά­πε­ζας (ΕΚΤ).

Πράγ­μα­τι, χωρίς επί­τευ­ξη συμ­φω­νί­ας για το χρέος, το ΔΝΤ δεν μπο­ρεί να συμ­με­τά­σχει στο ελ­λη­νι­κό πρό­γραμ­μα και άρα πρέ­πει να απο­χω­ρή­σει κα­τα­γρά­φο­ντας μια με­γα­λο­πρε­πή απο­τυ­χία και διεκ­δι­κώ­ντας εγ­γυ­ή­σεις ότι του­λά­χι­στον θα πάρει τα λεφτά του πίσω. Η γερ­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση, από την άλλη, χωρίς συμ­φω­νία δια­κιν­δυ­νεύ­ει να πάει στις εκλο­γές με ένα οξύ ευ­ρω­παϊ­κό επει­σό­διο κρί­σης το οποίο θα δια­λύ­σει όλες τις ελ­πί­δες που γέν­νη­σαν στις ευ­ρω­παϊ­κές κα­γκε­λα­ρί­ες οι εκλο­γι­κές νίκες των main stream συ­στη­μι­κών ρευ­μά­των στις εκλο­γές σε Αυ­στρία, Ολ­λαν­δία και Γαλ­λία. Όσο για τη Γαλ­λία, τις Βρυ­ξέλ­λες και την ΕΚΤ, έχουν λό­γους να φο­βού­νται ότι θα με­τρή­σουν ακόμη με­γα­λύ­τε­ρες απώ­λειες -και όχι μόνο στο ρόλο και το κύρος τους- σε πε­ρί­πτω­ση κα­τάρ­ρευ­σης της συμ­φω­νί­ας. Υπό τις πα­ρού­σες συν­θή­κες, ισχύ­ει αυτό που έχει κατά κόρον γρα­φτεί στο διε­θνή Τύπο: είναι υπο­χρε­ω­μέ­νοι να συμ­φω­νή­σουν – και το ξέ­ρουν όλοι.

Ωστό­σο, πίσω από τις επι­κοι­νω­νια­κές προ­σποι­ή­σεις υπάρ­χει ουσία.

Το ΔΝΤ είναι σε πο­ρεία απο­δρο­μής από τα ευ­ρω­παϊ­κά προ­γράμ­μα­τα, δια­κιν­δυ­νεύ­ο­ντας σο­βα­ρά την «καλή του φήμη» ως εγ­γυ­η­τή της πα­γκό­σμιας το­κο­γλυ­φί­ας. Θέλει ένα «τι­μη­τι­κό υστε­ρό­γρα­φο» με τη νέα, βρα­χυ­πρό­θε­σμη εμπλο­κή του με το ελ­λη­νι­κό πρό­γραμ­μα, για να μη φύγει σαν απο­τυ­χη­μέ­νο. Επι­πλέ­ον, η ηγε­σία του πλευ­ρο­κο­πεί­ται σο­βα­ρά από τη διοί­κη­ση Τραμπ, το υπουρ­γείο Οι­κο­νο­μι­κών των ΗΠΑ και το ίδιο το αμε­ρι­κα­νι­κό Κο­γκρέ­σο, που ζη­τούν απε­μπλο­κή από το ελ­λη­νι­κό πρό­γραμ­μα και απει­λούν με αυ­στη­ρό έλεγ­χο των πε­πραγ­μέ­νων και των όρων εμπλο­κής από το αμε­ρι­κα­νι­κό νο­μο­θε­τι­κό σώμα!

Η γερ­μα­νι­κή ηγε­σία, από την άλλη, θέλει οπωσ­δή­πο­τε να εξα­σφα­λί­σει πολ­λούς πα­ράλ­λη­λους στό­χους: Πρώτο, την εξυ­πη­ρέ­τη­ση των εκλο­γι­κών στό­χων του Χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τι­κού κόμ­μα­τος. Που δεν αρ­κεί­ται μόνο στην πρω­τιά, αλλά θέλει να απο­τρέ­ψει μια καλή επί­δο­ση των Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τών ώστε να τους οδη­γή­σει σε κυ­βέρ­νη­ση «με­γά­λου συ­να­σπι­σμού» με τους όρους της Μέρ­κελ και του Σόι­μπλε – με τον τε­λευ­ταίο ξανά στη θέση του… Σε αντί­θε­ση με την αρ­θρο­γρα­φία περί «απο­μό­νω­σης» του Σόι­μπλε, η σκλη­ρή γραμ­μή για το χρέος απο­δί­δει εκλο­γι­κά, όπως έδει­ξαν και τα πρό­σφα­τα απο­τε­λέ­σμα­τα των εκλο­γών στα τρία γερ­μα­νι­κά κρα­τί­δια.  Δεύ­τε­ρο, τη συ­γκρό­τη­ση του γαλ­λο-γερ­μα­νι­κού άξονα χωρίς υπο­ψία χα­λά­ρω­σης, αλλά αντί­θε­τα πάνω σε ένα πλάνο πει­θάρ­χη­σης της Ευ­ρώ­πης. Ο Μα­κρόν ούτως ή άλλως ήρθε με την εντο­λή να υλο­ποι­ή­σει την επί δε­κα­ε­τί­ες ανα­βαλ­λό­με­νη «θα­τσε­ρι­κή επα­νά­στα­ση» στη Γαλ­λία, αλλά κατά τα άλλα, τα συμ­φέ­ρο­ντα του γαλ­λι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού εξυ­πη­ρε­τού­νται κα­λύ­τε­ρα από το κα­νο­νι­στι­κό πλαί­σιο των ευ­ρω­παϊ­κών συν­θη­κών, όπου ο κ. Σόι­μπλε έχει μια κα­λύ­τε­ρη ιδέα, όπως θα δούμε πα­ρα­κά­τω…  Τρίτο, το γερ­μα­νι­κό σχέ­διο πει­θάρ­χη­σης – ανα­μόρ­φω­σης της Ευ­ρώ­πης στη­ρί­ζε­ται ρητά όχι στη «συ­μπλή­ρω­ση» των ευ­ρω­παϊ­κών συν­θη­κών, αλλά στην ανά­θε­ση ρόλου υπε­ρε­πό­πτη των ευ­ρω­παϊ­κών υπο­θέ­σε­ων στον ESM, με τη με­τα­τρο­πή του σε «ευ­ρω­παϊ­κό νο­μι­σμα­τι­κό τα­μείο». «Λε­πτο­μέ­ρεια»: Για τη λήψη απο­φά­σε­ων στον ESM απαι­τεί­ται πλειο­ψη­φία 80%, ενώ η Γερ­μα­νία κα­τέ­χει δι­καιώ­μα­τα ψήφου 28%…

Οι Βρυ­ξέλ­λες συ­ντάσ­σο­νται αυ­το­νό­η­τα με τη Γαλ­λία και το «σε­βα­σμό» στο ευ­ρω­παϊ­κό κα­νο­νι­στι­κό πλαί­σιο – σε­βα­σμός και εν ανά­γκη συ­ναι­νε­τι­κή συ­μπλή­ρω­ση των συν­θη­κών. Τέλος, ο Ντρά­γκι έχει αρ­χί­σει να φο­βά­ται για το «δικό του μα­γα­ζί», δια­λα­λεί απε­γνω­σμέ­να ότι τα όρια της ΕΚΤ είναι πε­πε­ρα­σμέ­να και ότι «κάτι πρέ­πει να κά­νουν και οι πο­λι­τι­κοί» και δη­λώ­νει ότι χωρίς κα­θα­ρή λύση στο ελ­λη­νι­κό χρέος, τα ελ­λη­νι­κά ομό­λο­γα δεν θα εντα­χθούν στο πρό­γραμ­μα «πο­σο­τι­κής χα­λά­ρω­σης».

Τε­λι­κά, προς επίρ­ρω­ση της αλή­θειας της γνω­στής λαϊ­κής ρήσης, «όταν μα­λώ­νουν τα βου­βά­λια, την πλη­ρώ­νουν τα βα­τρά­χια»: οι αλ­λη­λο-εκ­βια­σμοί των «βου­βα­λιών», ως συ­νή­θως, κα­τα­λή­γουν σε εν χρω κουρά όχι του χρέ­ους, αλλά του κε­φα­λιού του κα­σί­δι…

Η φόρ­μου­λα της συμ­φω­νί­ας

Παρ’ όλα αυτά, έστω και την τε­λευ­ταία στιγ­μή, ισχύ­ει ότι «είναι υπο­χρε­ω­μέ­νοι να συμ­φω­νή­σουν». Διότι η δια­κύ­βευ­ση δεν είναι απλώς μια εμπλο­κή στο ελ­λη­νι­κό πρό­γραμ­μα, αλλά ένα διε­θνές επει­σό­διο κρί­σης – που κα­νείς δεν το θέλει αυτή τη στιγ­μή. Αυτό φαί­νε­ται να πι­στεύ­ουν και οι χρη­μα­τι­στη­ρια­κές αγο­ρές, αυτοί οι ναοί της πα­γκό­σμιας το­κο­γλυ­φί­ας, που υπο­δέ­χτη­καν το «αδιέ­ξο­δο» στο Eurogroup με άνοδο.

Η φόρμουλα για τη συμφωνία υπάρχει ήδη στη συμφωνία για τα μέτρα μέχρι και το 2022. Η τεχνική επεξεργασία στηρίζεται στο συνδυασμό εκτιμήσεων για δύο θεμελιώδη και απολύτως αλληλοσυσχετιζόμενα μεγέθη: τους ρυθμούς ανάπτυξης και το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων. Για ποια περίοδο; Κρατηθείτε: για την περίοδο από το 2023 έως και το… 2060! Σύμφωνα με έγγραφο του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών που διέρρευσε, υπάρχουν δύο σενάρια: Το αισιόδοξο, προβλέπει ότι για μείωση του χρέους κάτω από 60% του ΑΕΠ το 2060, απαιτείται μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης τουλάχιστον 1,3% και πρωτογενή πλεονάσματα τουλάχιστον 2,6% – για 37 συνεχόμενα χρόνια!!! Το απαισιόδοξο, που είναι σχεδόν ταυτόσημο με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, προβλέπει ότι με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 1% και με ετήσιο πλεόνασμα 1,5%, το 2060 το χρέος θα εκτοξευτεί στο 220% του ΑΕΠ!!!

Το απόλυτα κρίσιμο μέγεθος είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα. Όπου με πλεονάσματα κάτω από 2% του ΑΕΠ απαιτείται «κούρεμα» του χρέους, ενώ με πλεονάσματα πάνω από 2,6% του ΑΕΠ δεν απαιτείται καμία παρέμβαση στο χρέος! Ο συμβιβασμός για το ύψος των πλεονασμάτων αναζητείται λοιπόν στην περιοχή μεταξύ 2% και 2,6% του ΑΕΠ, πιθανότατα περί το 2,2% του ΑΕΠ.

Εδώ υπάρχουν ήδη δύο συγκλονιστικές ειδήσεις: Πρώτο, ότι οι δανειστές προβλέπουν οικονομική καχεξία μέχρι και το 2060 με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης στο αισιόδοξο 1,3%! Δεύτερο, ότι το υποτιθέμενο «δωράκι» του χρέους θα «κλειδώσει» την  υποχρέωση για πρωτογενή πλεονάσματα πάνω από 2% του ΑΕΠ ετησίως μέχρι και το 2060!!!

Αυτή είναι η «ανάπτυξη που έρχεται», αυτή είναι και η «έξοδος από τα μνημόνια» που υπόσχεται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ! Ένα υπερ-μνημόνιο διάρκειας 37 ετών, που θα διαδεχθεί το τετραετές μνημόνιο μέχρι και το 2022.

Στα νύχια του ESM 

Το αυτονόητο ερώτημα είναι: ποιος θα επιβλέπει αυτό το υπερμνημόνιο των 37 ετών; Σίγουρα όχι το ΔΝΤ, το οποίο θα μείνει «για λίγο ακόμη». Την απάντηση την ξέρουμε: ο ESM σε ρόλο «ευρωπαϊκού ΔΝΤ». Εδώ υπάρχει μια τρίτη είδηση: ενώ όλα γίνονται για την παραμονή στην Ευρωζώνη, η Ελλάδα δεν επανέρχεται στην ευρωπαϊκή «κανονικότητα», δεν ελέγχεται με βάση τις ευρωπαϊκές συμφωνίες (κριτήρια Μάαστριχτ και Δημοσιονομικό Σύμφωνο), αλλά προορίζεται να αποτελέσει τον πρώτο «πελάτη» του ESM – διότι καινούργιο «μαγαζί» χωρίς πελάτες δεν έχει νόημα…

Δεν πρόκειται απλώς για κυβερνητικά ψέματα αλλά για ωμό αμοραλισμό: το υποτιθέμενο «δωράκι» για το χρέος, όπου η κυβέρνηση έχει τεθεί εκτός συζήτησης, είναι μια «φόλα» ιστορικών διαστάσεων.

*Προδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

(σκίτσο του Πέτρου Ζερβού, από την Εφ.Συν.)