Κατηγορία: Πολιτική

Δουλεύουν για τη μονιμοποίηση της λιτότητας

Πίσω από τους τακτικισμούς για το χρόνο των εκλογών

Του Αντώνη Νταβανέλου
Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί το ερώτημα για το χρόνο των εκλογών. Η μεγάλη φθορά του ΣΥΡΙΖΑ –και η προοπτική επιδείνωσης της κατάστασης για το κυβερνητικό κόμμα– είναι η πολιτική βάση για όσους εισηγούνται στον Τσίπρα «εκλογές τώρα», με στόχο να κρατήσει κάποιες δυνάμεις που θα επιτρέπουν ελπίδες για συμμετοχή στον πολιτικό ανταγωνισμό από θέση πρωταγωνιστή ή, έστω, σημαντικού παίκτη.

Όμως, αυτή τη φορά η επιλογή δεν θα γίνει «ελεύθερα» από την ομάδα Τσίπρα. Οι δανειστές –σε αντίθεση με την «κατανόηση» που έδειξαν το Σεπτέμβρη του 2015– φαίνεται ότι θεωρούν απόλυτη προτεραιότητα τη συνέχεια και τη σταθερότητα στην προώθηση του μνημονιακού προγράμματος, αδιαφορώντας για τις πολιτικές συνέπειες που θα αντιμετωπίσουν όσοι ανέλαβαν αυτή τη βρόμικη δουλειά. Στην επιλογή αυτή συγκλίνουν και ντόπιες καθεστωτικές δυνάμεις: Ο ακραιφνής νεοφιλελεύθερος Κωσταντίνος Μίχαλος ζήτησε «να σταματήσει η καραμέλα περί πρόωρων εκλογών», σημειώνοντας ότι «το μόνο που φέρνουν είναι αναστάτωση στην οικονομία» και προτείνοντας «να δούμε, επιτέλους, να υλοποιείται το Σύνταγμα που προσδιορίζει εκλογές κάθε 4 χρόνια». Όσοι, με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζουν εκλογές τον Οκτώβρη του 2019, μοιάζουν επιφανειακά να υποστηρίζουν τον Τσίπρα. Όμως πρόκειται για δηλητηριώδη «υποστήριξη»: Η αναβολή της εκλογικής αναμέτρησης για μετά την 1/1/2019 ταυτίζεται με την ανάληψη της «πατρότητας» των προνομοθετημένων σκληρών μέτρων του μνημονίου 3 και θα έχει συνέπειες στην εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ.

Για να ξεφύγει από ανάλογα διλλήματα, ή απλώς για να χρυσώσει το χάπι, το κυβερνητικό επιτελείο επανέρχεται στο «αφήγημα» ότι το success story του Αυγούστου του 2018 μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για να «γυρίσει το πολιτικό παιχνίδι». Πρόκειται για προσπάθεια χωρίς καμιά προοπτική επιτυχίας.

Η τυπική λήξη του προγράμματος του 3ου μνημονίου, τον Αύγουστο του 2018, σε κάθε περίπτωση συνοδεύεται με βασικές υποχρεώσεις για την κυβέρνηση:

– Την παραδοχή ότι το «προνομοθετημένο πρόγραμμα» θα υλοποιηθεί στο ακέραιο και εγκαίρως. Που σημαίνει την κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς» στις παλιές καταβαλλόμενες συντάξεις από 1/1/2019 και τη θεσμοθέτηση της μείωσης του αφορολόγητου ποσού στα 5.685 ευρώ από 1/1/2020 (αν καμφθεί τελικά η απαίτηση του ΔΝΤ να εφαρμοστεί και αυτό από την 1/1/2019).

– Τη δέσμευση μη ανατροπής όλων των παλαιότερων αντιμεταρρυθμίσεων των μνημονίων 1, 2 και 3, πιθανότατα με «ρήτρα» που θα απαγορεύει ακόμα και δευτερεύουσας σημασίας τροποποιήσεις.

– Τη δέσμευση για τα εξωφρενικά πλεονάσματα, της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ, τουλάχιστον μέχρι το 2022.

– Την κατάθεση συγκεκριμένης-δεσμευτικής λίστας ιδιωτικοποιήσεων, που θα περιγράφει τον ετήσιο ρυθμό σε αυτό το μεγάλο πλιάτσικο.

Με αυτά τα δεδομένα θα είναι τουλάχιστον γελοία η απόπειρα της κυβέρνησης να μιλήσει για το τέλος της επιτροπείας. Το πολύ πολύ να της επιτραπεί να δηλώσει ότι περνάμε σε καθεστώς «επιτήρησης» (όπως το χαρακτήρισε ο Μοσκοβισί), για να κάνει επικοινωνιακό παιχνίδι πάνω στο αν οι «επισκέψεις» της τρόικας θα γίνονται 2 ή 4 φορές το χρόνο.

Στα Eurogroup στις 24 Μαΐου και 21 Ιουνίου, η κυβέρνηση θα περιμένει να δει τις προθέσεις των δανειστών για τα ζητήματα του χρέους. Μέχρι τώρα όλα δείχνουν ότι η συζήτηση αυτή θα περιοριστεί σε μια διασπορά των πληρωμών μέσα στο χρόνο και ίσως σε μια προστασία από ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων. Όπως γράφει και ο γερμανικός Τύπος, αυτό σημαίνει ότι οι δανειστές «κλωτσάνε το τενεκεδάκι λίγο παραπέρα», αφήνοντας ανοιχτό για αργότερα το ενδεχόμενο μιας νέας «παρέμβασης».

Στην πραγματικότητα, πέρα από τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, η κυβέρνηση Τσίπρα βρίσκεται στη θέση: Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Πόλεμος κατά της διαφθοράς

Σε αυτό το σημείο, το μόνο όπλο που απομένει στον ΣΥΡΙΖΑ είναι το να εκμεταλλευτεί τις αδυναμίες των αντιπάλων του.

Και, πράγματι, τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ έχουν πολλούς σκελετούς στην ντουλάπα τους. Ασκώντας την κυβερνητική εξουσία για δεκαετίες, ταυτίστηκαν με την αθλιότητα της ντόπιας κυρίαρχης τάξης, που πρωταγωνίστησε στη φοροκλοπή, στη λεηλασία του Δημοσίου και των τραπεζών, στη μίζα και στη διαφθορά.

Όμως ο πόλεμος κατά της διαφθοράς δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αποδώσει πολιτικά οφέλη, αν είναι εικονικός. Ο Αλ. Τσίπρας βρίσκεται στο Μαξίμου, πλέον, για 3 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα, οι διαβόητες «λίστες» αποδείχθηκαν μη αξιοποιήσιμες από μια κυβέρνηση που στην πραγματικότητα δεν τολμά να συγκρουστεί με τους ολιγάρχες. Σε αυτό το διάστημα τα θαλασσοδάνεια των καπιταλιστών από τις τράπεζες εξακολούθησαν να γράφονται στο χιόνι. Σε αυτό το διάστημα οι ιδιωτικοποιήσεις συνέχισαν να είναι ένα θερμοκήπιο διαφθοράς. Σε αυτό το διάστημα η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε, με τα πιο απίθανα προσχήματα, να υπόσχεται «φιλέτα» σε ομίλους και οικογένειες καπιταλιστών, με όρους που θα προκαλούσαν ντροπή ακόμα και στα πιο διεφθαρμένα καθεστώτα. Και, κυρίως, έχει δεσμευτεί ότι θα συνεχίσει απαρέκλιτα έτσι: Το λιμάνι του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, τα αεροδρόμια, ο ΟΠΑΠ, το Ελληνικό κ.ο.κ. έχουν ανοίξει το δρόμο για όσα σχεδιάζονται σχετικά με το ΟΑΚΑ, τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ κλπ.

Αυτή η πολιτική, παρά τα υπαρκτά ανάλογα «εγκλήματα» των αντιπάλων του Αλ. Τσίπρα, στην πραγματικότητα ξεδοντιάζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και στο μέτωπο της επικοινωνιακής αξιοποίησης ενός, τάχα μου, πολέμου κατά της διαφθοράς. Το ξεφούσκωμα της υπόθεσης Novartis (ενός υπαρκτού και μεγάλου σκανδάλου) είναι διδακτικό. Η κυβέρνηση προσεγγίζει με ταχύτητα το σημείο όπου ο «πόλεμος κατά της διαφθοράς» θα στραφεί εναντίον της, όπου τα σκάνδαλα θα αρχίσουν να χτυπάνε την πόρτα των στελεχών της «πρώτης φοράς Αριστερά».

Απέναντι σε όλα αυτά, η μόνη προοπτική είναι η πάλη για την ανατροπή. Πάλη για την ανατροπή στο κεντρικό σημείο, στην καρδιά της κυβερνητικής πολιτικής: ανατροπή των μνημονίων και της βάρβαρης νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Και η πάλη αυτή αναπόφευκτα στρέφεται κατεξοχήν ενάντια σε αυτούς που σήμερα ασκούν τις μνημονιακές πολιτικές, τρέχοντας με σπασμένα φρένα προς τον πάτο του βούρκου, χωρίς όμως να ξεχνάμε ότι οι ομόλογοί τους, αυτοί της Δεξιάς και του πιο παραδοσιακού σοσιαλφιλελεύθερου «κέντρου» είναι μια από τα ίδια.

Advertisements

«Μισώ τους αδιάφορους»

Με την ευκαιρία της επετείου του θανάτου του Αντόνιο Γκράμσι
(27 Απριλίου 1937)

 

«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.

Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της Ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην Ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα.

Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει.

Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία, λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η Ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.

Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους.

11 Φεβρουαρίου 1917»

Χαιρετισμός Στρατούλη εκ μέρους της ΛΑ.Ε, στην 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Αναγκαίο σήμερα όσο ποτέ το κινηματικό, πολιτικό και εκλογικό μέτωπο των αριστερών και ριζοσπαστικών δυνάμεων

Αντιπροσωπεία της ΛΑΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ από τους Δημήτρη Στρατούλη και Δημήτρη Σαραφιανό, μέλη της Πολιτικής Γραμματείας του, παραβρέθηκε σήμερα στις εργασίες της 4ης συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μετά από σχετική πρόσκληση της.

Στις εργασίες της συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκ μέρους της αντιπροσωπείας της ΛΑΕ απηύθυνε χαιρετισμό ο Δημήτρης Στρατούλης.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Σας ευχαριστούμε για την πρόσκληση και σας μεταφέρω τους αγωνιστικούς χαιρετισμούς του Π.Σ. της ΛΑ.Ε.

Από το βήμα της συνδιάσκεψής σας, σας απευθύνουμε πρόσκληση να αναβαθμίσουμε τις κοινές δράσεις των δυνάμεών μας σε όλο και ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά μέτωπα της τρέχουσας περιόδου.

Επίσης σας απευθύνουμε πρόσκληση ν’ αλλάξουμε σελίδα, ν’ αφήσουμε πίσω ένα παρελθόν άγονων αντιπαραθέσεων στο χώρο της Αριστεράς και παίρνοντας υπόψη τις νέες και όλο και σκληρότερες πραγματικότητες, που διαμορφώνουν ο άγριος καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός στη σημερινή συγκυρία, να ξεκινήσουμε την συζήτηση για την προώθηση μίας κεντρικής πολιτικής συνεργασίας μας. Μία τέτοια συνεργασία θεωρούμε ότι θα συμβάλλει στην αναζωογόνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος στη χώρα μας.

Η εργατική τάξη, η νεολαία και τα λαϊκά στρώματα της χώρας μας, μαστίζονται εδώ και 7 χρόνια από τη μνημονιακή λεηλασία των εισοδημάτων και περιουσιών τους, την πολύ μεγάλη ανεργία και φτώχεια, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, των ονείρων και των ελπίδων τους.

Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια χώρα, όπου οι ντόπιοι και ξένοι δυνάστες της, το κεφάλαιο, η ΕΕ, το ΔΝΤ, έχουν καταργήσει την εθνική και λαϊκή κυριαρχία της και επιβάλλουν το νόμο του οικονομικά ισχυρού.

Όμως, ο λαός και η νεολαία της χώρας μας, που αγωνίστηκαν, πίστεψαν και προδόθηκαν αυτή την 7ετία, σήμερα αναζητούν, μουδιασμένα και επιφυλακτικά πλέον, μία νέα ελπίδα για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση, τα μνημόνια και τη λιτότητα.

Τα μνημόνια, η λιτότητα, το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου, η ταπεινωτική επιτροπεία των δανειστών, που έχουν οδηγήσει σε φτωχοποίηση την εργατική τάξη και το λαό, θα συνεχιστούν για πολλά χρόνια και μετά την τυπική ολοκλήρωση του μνημονίου, εάν και αυτή τελικά πραγματοποιηθεί.

Ταυτόχρονα, η πολεμική επέμβαση των ΗΠΑ, Βρετανίας, Γαλλίας στη Συρία και η εμπλοκή της χώρας μας σ’ αυτή, καθώς και σ’ όλο τον ιμπεριαλιστικό σχεδιασμό τους στην περιοχή μας και στην Ανατολική Μεσόγειο, οδηγούν το λαό και τη χώρα μας σε νέες περιπέτειες.

Θεωρούμε λοιπόν καθήκον, για όποιον θέλει να συνεχίσει να λέγεται Αριστερός, για όποιον παλεύει για ένα καλύτερο σήμερα και για την κοινωνική απελευθέρωση του αύριο, να δράσει από κοινού στα κοινωνικά μέτωπα της περιόδου και για την ανάπτυξη αντιπολεμικού αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στη χώρα μας και στην ευρύτερη περιοχή. Επίσης, να συνεργασθεί σε πολιτικό επίπεδο χωρίς πρωτοκαθεδρίες και ηγεμονισμούς σε όλες τις πολιτικές μάχες που έρχονται για να διαμορφωθούν οι όροι της μεγάλης ανατροπής, και για την προώθηση μιας ελπιδοφόρας εναλλακτικής λύσης, που έχουν ανάγκη τα λαϊκά στρώματα.

Γνωρίζουμε ότι χρειάζονται νέες ιδέες και νέες επεξεργασίες, τόσο σε προγραμματικό, όσο και πολιτικό επίπεδο. Ότι δηλαδή απαιτείται μία ριζική επανίδρυση και επαναθεμελίωση της Αριστεράς, ένα μεταβατικό πρόγραμμα, για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα και την κομμουνιστική προοπτική.

Γι’ αυτό το στόχο, βέβαια, πρέπει να ξεπεράσουμε την πεπατημένη αφενός ενός πρακτικισμού, που δεν εντάσσεται σε συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, και αφετέρου ενός αφηρημένου αναστοχασμού πέρα και έξω από την κινηματική και πολιτική δράση. Η διαδικασία της επανίδρυσης θα γίνει με νέα αναβάπτιση της Αριστεράς στο εργατικό, στο νεολαιίστικο, στο λαϊκό κίνημα και στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα καθώς και στην προσπάθεια οικοδόμησης μίας εναλλακτικής πολιτικής προοπτικής.

Συντρόφισσες και σύντροφοι

Για εμάς, η επιτακτική ανάγκη της συγκρότησης μετώπου των αριστερών και ριζοσπαστικών δυνάμεων συμπυκνώνεται σε αιτήματα-κρίκους ενός σύγχρονου ριζοσπαστικού μεταβατικού προγράμματος με σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Αιτήματα όπως η κατάργηση μνημονίων και της λιτότητας, η διαγραφή του δημόσιου χρέους, η διευρυμένη σεισάχθεια των ιδιωτικών χρεών των λαϊκών στρωμάτων, η εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των τραπεζών, η αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων, η αποτροπή της ιδιωτικοποίησης και η επανεθνικοποίηση επιχειρήσεων στρατηγικής ή κοινωνικής σημασίας, η στήριξη και αναβάθμιση της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης, της δημόσιας, καθολικής και δωρεάν υγείας και παιδείας, της μικρομεσαίας αγροτιάς και της νεολαίας. Αιτήματα, όμως, που όλοι γνωρίζουμε, ειδικά μετά την εμπειρία του δημοψηφίσματος του 2015, ότι δεν μπορούν να υλοποιηθούν μέσα στη νεοφιλελεύθερη φυλακή της ΟΝΕ και της ΕΕ, που δεν μεταρρυθμίζονται, παρά μόνο ανατρέπονται.

Για αυτό θεωρούμε κεντρικούς στόχους για την υλοποίηση ενός φιλολαϊκού προγράμματος παραγωγικής ανασυγκρότησης και κοινωνικού μετασχηματισμού την έξοδο από την ευρωζώνη και την αποδέσμευση από την ΕΕ.

Υποκείμενο αυτής της αναγκαίας αντιμνημονιακής ανατροπής θα είναι η εργατική τάξη και ο οργανωμένος λαός με τη δράση και τους αγώνες του, με όχημα ένα ευρύ μέτωπο κοινωνικού και πολιτικού αγώνα με κορμό τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το διαρκές κάλεσμά μας για αυτό είναι ειλικρινές και αφορά σε όλα τα επίπεδα δράσης (κοινωνικά και πολιτικά).

Συνεπώς, οι περιπτώσεις κοινών δράσεων, που αναπτύξαμε μ’ εσάς και άλλες αριστερές και ριζοσπαστικές δυνάμεις τα προηγούμενα χρόνια, τις οποίες δεν πρέπει να υποτιμάμε, κατά τη γνώμη μας δεν φτάνουν σήμερα για να αντιμετωπίσουμε την πρωτοφανούς αγριότητας επίθεση του κεφαλαίου, του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου στην εργατική τάξη, στο λαό και τη νεολαία.

Οι κοινές δράσεις μας ενάντια στο αλυσόδεμα του λαού μας στο ευρωμνημονιακό καθεστώς της εκμετάλλευσης και της επιτροπείας, ενάντια στον πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό, το ρατσισμό και τον φασισμό πρέπει να αναβαθμιστούν. Σε αυτές θα πρέπει να κυριαρχήσει, όχι η στείρα αντιπαράθεση ποιος θα κερδίσει από τον άλλο, αλλά η ευγενική άμιλλα μεταξύ μας, για το ποιος θα προσφέρει περισσότερα στο λαό και στο κίνημα. Ούτε είναι δυνατόν αυτές οι κοινές δράσεις να αποσυνδέονται από την ανάγκη που γίνεται συνεχώς και πιο επιτακτική για συγκρότηση πολιτικού μετώπου.

Οι κινηματικοί αγωνιστικοί δεσμοί, που έχουμε αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια, οι ανάγκες και η θέληση του λαού, οι προγραμματικές μας συγκλίσεις που ήδη υπάρχουν, με δυνατότητα αυτοτελούς έκφρασης εκεί που διαφωνούμε, πρέπει κατά τη γνώμη μας να μας οδηγήσουν όχι μόνο σε κινηματική αλλά και σε κεντρική πολιτική και εκλογική συνεργασία.

Αυτή η κοινή δράση και αυτό το κοινωνικό, πολιτικό και εκλογικό μέτωπο των δυνάμεων της Αριστεράς δεν είναι μόνο απόλυτα αναγκαίο αλλά και εφικτό και ρεαλιστικό, αρκεί να επιδειχθεί η ανάλογη ειλικρινής ενωτική πολιτική βούληση. Εάν υπάρξει ένα τέτοιο μέτωπο, τότε πολύ γρήγορα θα υπάρξουν μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, θα υποβοηθηθεί σημαντικά η αναζωογόνηση και ανάπτυξη του κινήματος και η ανατροπή του σημερινού μνημονιακού πολιτικού σκηνικού.

Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να παγιωθεί το μνημονιακό καθεστώς, να κυριαρχήσουν στο λαό και τη νεολαία ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση και παθητικότητα και να μείνει ανοιχτός ο δρόμος στο συντηρητισμό, την ακροδεξιά και το φασισμό.

Σύντροφοι και συντρόφισσες,

Αυτό το πολιτικό μέτωπο θέλουμε και έχουμε προτείνει να ξεκινήσει με πρώτο μεγάλο βήμα την κοινή δράση και τη συνεργασία ανάμεσα στη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εάν προωθηθεί αυτή η συνεργασία, η διεύρυνσή της και με άλλες δυνάμεις είναι αυτονόητο ότι προϋποθέτει τη συγκατάθεση όλων εκείνων που θα ξεκινήσουν αυτό το ενωτικό εγχείρημα.

Με αυτές τις σκέψεις, με αίσθημα αλληλεγγύης και ιστορικότητας των στιγμών, σας απευθύνουμε τον χαιρετισμό μας. Καλές εργασίες στη συνδιάσκεψή σας και καλούς αγώνες.

Κυβέρνηση φτερό στον άνεμο

Άγρια λιτότητα, συγκρούσεις ολιγαρχών,
εθνικιστικοί ανταγωνισμοί

Του Αντώνη Νταβανέλου
Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Στις αρχές της φετινής χρονιάς, θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ότι στον Τύπο πολλαπλασιάζονταν τα αισιόδοξα σενάρια σχετικά με τις προοπτικές της κυβέρνησης Τσίπρα.

Ήταν πολλά τα άρθρα και οι αναλύσεις που υπογράμμιζαν ότι παρά τη δημοσκοπική κατρακύλα, που παραπέμπει στην αποδιάρθρωση της κοινωνικής βάσης που στήριξε τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διαθέτει κάποια «σοβαρά χαρτιά» –συνδεδεμένα κυρίως με μια κάποια καθεστωτική «σταθεροποίηση» μετά την επιβολή του Μνημονίου 3– που θα της επέτρεπαν τελικά, αν όχι «να γυρίσει το παιχνίδι», τουλάχιστον να παραμείνει ως ισχυρός και αλώβητος παίκτης μέσα σε αυτό, ελπίζοντας σε επάνοδο σε πρωταγωνιστικό ρόλο, στις… μεθεπόμενες εκλογές. Συνυπολογίζοντας τα ολοφάνερα προβλήματα συνοχής της ΝΔ και τις φανερές ηγετικές αδυναμίες του Κυρ. Μητσοτάκη, στο Μαξίμου επεξεργάζονταν, λέει, μια τακτική που θυμίζει τις ελπίδες που είχε ο Αντώνης Σαμαράς με το σχέδιο αντιμετώπισης του ΣΥΡΙΖΑ ως «αριστερή παρένθεση», μόνο που τώρα μιλούσε για την προοπτική μιας «δεξιάς παρένθεσης» η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά τα όμορφα σενάρια, όμορφα καίγονται.

Δύο μήνες μετά, τα κεντρικά σημεία αυτής της στρατηγικής αποδεικνύονται μάλλον ως ναρκοπέδια για την κυβέρνηση, παρά ως βάθρα για μια πολιτική αντεπίθεσή της.

Οικονομία

Ασφαλώς στο κέντρο είναι οι εξελίξεις στην οικονομία. Το τσάκισμα των μισθών και των εργατικών κατακτήσεων, που επιτάχυνε το Μνημόνιο 3, οδήγησε σε μια αύξηση των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων και στην εμφάνιση ενός κλίματος «καπιταλιστικής αισιοδοξίας». Όμως ο καπιταλισμός, διεθνώς και εδώ, δεν έχει βγει από την κρίση, το σύστημα δεν έχει αποκαταστήσει τη δυναμική του. Το «μίνι κραχ» στα διεθνή χρηματιστήρια και ο εμπορικός πόλεμος που κήρυξε ο Τραμπ είναι κάτι παραπάνω από δυνατές προειδοποιήσεις. Και αίφνης, ο Αλ. Τσίπρας είδε το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και τον… Στουρνάρα να του υπογραμμίζουν ότι δεν πείθονται από τις τύχες μιας γραμμής που, έστω επικοινωνιακή, θα έκανε λόγο περί «καθαρής εξόδου». Η κυβέρνηση, υποχρεωμένη να αναζητήσει σημείο ισορροπίας μεταξύ μιας νέας «πιστοληπτικής γραμμής στήριξης» ή ενός 4ου Μνημονίου, βλέπει την 4η αξιολόγηση να γίνεται μια διαδικασία-τούρμπο και την πολυαναμενόμενη «λήξη του προγράμματος» τον Αύγουστο του ’18 να μετατρέπεται από ευκαιρία πανηγυρισμών σε πεδίο σοβαρής δοκιμασίας.

Ειδικότερα το ΔΝΤ διαμηνύει πλέον καθαρά ότι το διεθνές περιβάλλον δεν προσφέρεται για πειραματισμούς και ότι το Ταμείο επιθυμεί την επίσπευση της θεσμοθέτησης των δρακόντειων μέτρων λιτότητας που είχαν αφεθεί για το 2019 (κατάργηση αφορολόγητου, περικοπή «προσωπικής διαφοράς» στις καταβαλλόμενες συντάξεις) από το 2ο εξάμηνο του 2018, ώστε να είναι εφικτή η υλοποίησή τους από την 1.1.2019. Μόνο που έτσι τα μέτρα αυτά θα υποχρεωθεί να τα υπογράψει, συγκεκριμένα, η κυβέρνηση Τσίπρα, επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο τις σχέσεις της με τα εργατικά-λαϊκά στρώματα και δημιουργώντας ακόμα περισσότερα ερωτηματικά σχετικά με την αξιοπιστία της τακτικής της «δεξιάς παρένθεσης».

Άγριοι ανταγωνισμοί

Ένα άλλο πεδίο όπου η κυβέρνηση εμφάνιζε επιτυχίες, ήταν η βελτίωση των σχέσεών της με τμήματα της ντόπιας κυρίαρχης τάξης. Και η επιφανειακή ανάγνωση της πολιτικής ιστορίας αυτού του τόπου λέει ότι οι καλές σχέσεις με τις οικογένειες και τους ομίλους των καπιταλιστών μεταφράζονται «αυτόματα» σε πολιτική δύναμη. Και έμοιαζε ότι είναι έτσι: Οι χορηγίες του ΟΠΑΠ και η «ρευστότητα» του Σαββίδη έδιναν στον Ν. Παππά και στον Αλ. Φλαμπουράρη μεγάλη επικοινωνιακή ισχύ. Μόνο που αυτά ισχύουν ανεμπόδιστα κυρίως σε «ομαλές» περιόδους. Αντίθετα σήμερα, η συμμαχία της «εξυγίανσης» ενάντια στον Μαρινάκη ήρθε ξαφνικά τούμπα. Οι καλύτεροι φίλοι των «φίλων του πρωθυπουργού» μετατράπηκαν ξαφνικά σε αλληλοσπαρασσόμενες Τίγρεις και Αρκούδες. Και είμαστε ακόμα στην αρχή: Πριν να στεγνώσει το μελάνι της περιγραφής της ένοπλης εισβολής του Ιβάν στο γήπεδο της Τούμπας, ο Δ. Γιαννακόπουλος απαιτεί –για τη σωτηρία του Παναθηναϊκού…– το ΟΑΚΑ, ενώ οι αδελφοί Αγγελόπουλοι δήλωσαν αμέσως ότι ο μπασκετικός Ολυμπιακός επιθυμεί χώρο για νέο γήπεδο στο Ελληνικό! Οσονούπω θα καταφτάσει και ο Μαρινάκης, ζητώντας την πλήρη κυριότητα στο γήπεδο Καραϊσκάκη…

Η μόνη ιδιαιτερότητα που έχει ο πόλεμος των μεγιστάνων στο ποδόσφαιρο είναι ότι αυτός διεξάγεται περίπου δημόσια. Όμως στην πραγματικότητα τα ίδια –ή και χειρότερα!– γίνονται στο εμπόριο καυσίμων, στην ενέργεια, στα δημόσια έργα, στο σκυλοκαβγά για το ποιος θα επωφεληθεί από τις ιδιωτικοποιήσεις κλπ. Οι λυκοσυμμαχίες μεταξύ των καπιταλιστών είναι τόσο ασταθείς και υπονομευμένες, που μετατρέπουν την κυβερνητική «διαιτησία» επ’ αυτών, σε αποσταθεροποιητική δύναμη ενάντια στην ίδια τη συνοχή της κυβέρνησης και τις προοπτικές της. Την επαύριο των γεγονότων στην Τούμπα είδαμε ζωντανά τις αποδείξεις: με την αιφνίδια επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, αλλά και με το μπαράζ δημοσιεύσεων στον ακροδεξιό Τύπο που σπεύδει να προαναγγείλει την ίδρυσης μιας ελληνικής «Λέγκας του Βορρά», με την υποστήριξη της Εκκλησίας και του Όρους, με φιλική αναφορά προς τη Ρωσία του Πούτιν και με εθνικιστική, ρατσιστική, αλλά κυρίως φιλομνημονιακή πολιτική…

«Εθνικά θέματα»

Ένα άλλο πεδίο όπου έμοιαζε να στηρίζεται μια κάποια ενίσχυση της κυβέρνησης ήταν η θεαματική σύσφιξη των σχέσεών της με τις δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και κυρίως τις ΗΠΑ. Παρόλο που ο Τζέφρι Παϊάτ παρεμβαίνει δημόσια ως ο πιο ένθερμος υποστηρικτής του Αλ. Τσίπρα, η «ενεργητική διπλωματία» του Ν. Κοτζιά αντί για ευκαιρία συσπείρωσης γύρω από την κυβέρνηση αποδεικνύεται μάλλον ως πορεία μέσα στο μαγκάλι με τα κάρβουνα.

Γιατί είναι άλλο να γνωρίζεις ότι το όνομα Gorna Makedonia θα είναι μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία για τον ελληνικό καπιταλισμό και άλλο να επιδιώκεις να συσπειρώσεις γύρω σου όλες τις εθνικιστικές ψευδαισθήσεις (που αποκλείουν κάθε χρήση του ονόματος Μακεδονία και των παραγώγων αυτού στους… μη-Έλληνες), όταν έχεις προαποφασίσει να μη συγκρουστείς μαζί τους, όταν συγκυβερνάς με τον Καμένο και συνεργάζεσαι αρμονικά με τον καθοδηγητή και χρηματοδότη των ποντιακών και παμμακεδονικών οργανώσεων του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης. Γιατί είναι άλλο να γνωρίζεις ότι στις ΑΟΖ της Ανατ. Μεσογείου επιχειρείς, μαζί με τους Αμερικανούς και την ΕΕ, μια μεγάλη ανατροπή ισχύος προς όφελος των ντόπιων καπιταλιστών και του κράτους τους, και είναι τελείως άλλο πράγμα το να αντέξεις να καθοδηγήσεις όλες τις συγκρούσεις και τα επικίνδυνα «επεισόδια» που συνεπιφέρει αυτή η επιλογή. Το παράδειγμα των εξοπλισμών είναι χαρακτηριστικό: Μια κυβέρνηση της τάχα Αριστεράς, μια κυβέρνηση που επιβάλει μνημόνιο χωρίς δήθεν να το υιοθετεί, τη στιγμή που διατηρεί τον ΕΝΦΙΑ και κόβει τις συντάξεις, διαπραγματεύεται αγορές όπλων (φρεγάτες, εκσυγχρονισμός F16, παραγγελία F35 κοκ) κόστους παραπλήσιου με το κόστος του Μνημονίου 2 που υπέγραψαν οι Σαμαράς-Βενιζέλος!

Προοπτικές

Παρά τα επιφαινόμενα, η κυβέρνηση Τσίπρα έχει χάσει κάθε «σταθερότητα», γιατί κινείται χωρίς μπούσουλα, χωρίς δική της πολιτική, μέσα σε ιδιαίτερα αντιφατικές και επικίνδυνες συνθήκες. Παραμένει στην κυβερνητική εξουσία κυρίως και εφόσον υλοποιεί τις κατευθύνσεις που συμφώνησε το καλοκαίρι του 2015 με τους δανειστές και την ντόπια κυρίαρχη τάξη. Συνήθως, η κατάληξη μιας τέτοιας κυβέρνησης είναι να πεταχτεί σαν στυμμένη λεμονόκουπα, όταν θα έχει τελειώσει τη βρόμικη δουλειά, όταν θα έχει πάψει να είναι χρήσιμη στις αυθεντικά καθεστωτικές δυνάμεις.

Το ερώτημα που τίθεται από αυτές τις εξελίξεις και παραμένει καίριο δεν είναι το πόσο θα αντέξει ο Τσίπρας στο Μαξίμου. Είναι το εάν και κατά πόσο ο κόσμος που απογοητεύεται μαζικά και αποσύρει τις ελπίδες του από τον ΣΥΡΙΖΑ, θα βρει πολιτική έκφραση, θα βρει «σημείο αναφοράς» για να συνεχίσει τον αγώνα ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, ενάντια στα μνημόνια, ενάντια στον εθνικισμό, στο ρατσισμό και στην απειλή του πολέμου.

Και το ερώτημα αυτό αφορά στην τακτική, στη δράση, στην κινηματική και πολιτική συνεργασία των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με την ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πρώτη γραμμή των ευθυνών.

Έληξαν με επιτυχία οι εργασίες του Π.Σ της ΛΑ.Ε

Μέτωπο ΤΩΡΑ για ανατροπή
και εναλλακτική λύση

Έληξαν με επιτυχία οι εργασίες του Πολιτικού Συμβουλίου (Π.Σ) της ΛΑ.Ε, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή (18/3/2018) με την έγκριση της Πολιτικής του Απόφασης, η οποία υπερψηφίστηκε με ευρύτατη πλειοψηφία (13 λευκά από το κόκκινο Δίκτυο και 1 κατά) και θα δοθεί στη δημοσιότητα τις επόμενες ημέρες.

Εισήγηση για τις πολιτικές εξελίξεις και τα πολιτικά καθήκοντα της ΛΑ.Ε στην παρούσα συγκυρία έκανε ο Γραμματέας του Π.Σ της ΛΑ.Ε Παναγιώτης Λαφαζάνης, ο οποίος στην παρέμβασή του μεταξύ άλλων τόνισε:

Την εισήγηση της Πολιτικής Γραμματείας (ΠΓ) προς το Π.Σ. παρουσίασε ο Δημήτρης Στρατούλης, που μαζί με τους Παναγιώτη Σωτήρη, ΓιώργοΜελισσαρόπουλο, Αντώνη Νταβανέλο, Παναγιώτη Μαντά και Στάθη Λεουτσάκο ορίστηκαν με απόφαση του Π.Σ ως Επιτροπή Πολιτικής Απόφασης και επεξεργάστηκαν τις τροπολογίες και προσθήκες που κατέθεσαν στην συνεδρίαση τα μέλη του Π.Σ.

Στη διάρκεια της συνεδρίασης του Π.Σ της ΛΑ.Ε έγινε γόνιμος και ουσιαστικός διάλογος, στον οποίο πήραν μέρος με ομιλίες τους 35 από τα μέλη του οργάνου.

Οι προσθήκες και τροπολογίες, που κατατέθηκαν από μέλη του Π.Σ. στο Σχέδιο Πολιτικής Απόφασης, μετά από σχετική επεξεργασία τους και εν συνεχεία εισήγηση της επιτροπής απόφασης προς το Π.Σ έγιναν οι περισσότερες δεκτές  με ευρύτατη πλειοψηφία από αυτό και ενσωματώθηκαν στο τελικό κείμενο της Πολιτικής του Απόφασης.

Η Πολιτική Απόφαση του Π.Σ της ΛΑ.Ε περιλαμβάνει ανάλυση των διεθνών εξελίξεων και ιδιαίτερα της κατάστασης στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή μας.

Σε αυτή αναφέρεται ότι η Ελλάδα μπορεί να προβάλλει ένα νέο όραμα ειρήνης, ελπίδας, συνεργασίας και προοπτικής στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή μας, και να υπερασπίσει αποτελεσματικά την εθνική και λαϊκή κυριαρχία της, μόνο εάν εφαρμόσει μία νέα ανεξάρτητη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Επίσης, μια πολιτική διεθνών οικονομικών σχέσεων, που να υπηρετεί τους παραπάνω στόχους.

Ότι, επίσης η ΛΑΕ θα συμβάλλει στην αναγέννηση ενός πλατιού, μαζικού και ενωτικού, φιλειρηνικού – αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στη χώρα μας και θα πάρει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση, όπως και για την συγκρότηση ενός ευρύτατου αντιιμπεριαλιστικού- αντιπολεμικού μετώπου. Για μια ειρηνική Βαλκανική Χερσόνησο χωρίς πολεμικές αντιπαραθέσεις, χωρίς το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Μία Βαλκανική, η οποία θα μπορεί να συμβάλει,  και για μια νέα Μεσογειακή συνεργασία ειρήνης, προόδου και σταθερότητας, χωρίς ξένους στόλους και βάσεις, ανταγωνισμούς εξοπλισμών και με προστασία του περιβάλλοντος.

Η απόφαση του ΠΣ της ΛΑΕ περιλαμβάνει και αναλυτική εκτίμηση και για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις.

Σύμφωνα με την απόφαση το κυβερνητικό success story, περί δήθεν εξόδου από τα μνημόνια δεν ισχύει. Η χώρα μας δεν βγαίνει ουσιαστικά από τα μνημόνια, αφού οι 550 εφαρμοστικοί τους νόμοι θα εξακολουθούν να ισχύουν. Οι πολιτικές λιτότητας θα συνεχιστούν μέχρι το 2060 λόγω δέσμευσής της για υψηλά και εξοντωτικά πρωτογενή πλεονάσματα. Επιπλέον  η κυβέρνηση  έχει δεσμευτεί  και έχει ψηφίσει  μείωση  του αφορολόγητου, μείωση των συντάξεων και  εκποίηση  της δημόσιας περιουσίας και για μετά την «τυπική λήξη» του 3ου μνημονίου επεκτείνοντάς το με αυτό τον τρόπο και για τα επόμενα χρόνια.  Η αυστηρή εποπτεία από τους δανειστές της θα επεκταθεί για πολλές δεκαετίες μέχρι να αποπληρώσει το 75% του δημοσίου χρέους της. Η δημόσια περιουσία της θα είναι υποθηκευμένη στο ελεγχόμενο από τους δανειστές “υπερταμείο” για 99 χρόνια.

Ότι, επίσης, γίνεται σαφές, από τις τελευταίες εξελίξεις, ότι ο μεταλλαγμένος μνημονιακά ΣΥΡΙΖΑ έχει μετατραπεί σε δύναμη που υπηρετεί με ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο το εγχώριο οικονομικό κατεστημένο, τους δανειστές της χώρας, τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Γι’ αυτό το λόγο, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, δεν μπορούν να ασκήσουν, σε αυτό το πεδίο, καμία αντιπολίτευση στην κυβέρνηση.

Επίσης η απόφαση θέτει όλες τις δυνάμεις της ΛΑΕ σε κινηματική, πολιτική, προγραμματική και εκλογική ετοιμότητα. Χαράσσει τις βασικές κατευθύνσεις της ΛΑ.Ε για την προώθηση της εναλλακτικής πολιτικής της πρότασης, που έχει ως προϋπόθεση την έξοδο από το ευρώ, το εθνικό νόμισμα, τη ρήξη με την ΕΕ, τη διαγραφή χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και συνοδεύεται από ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα που διαπερνιέται από τις αξίες και αρχές τηςδημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της εθνικής ανεξαρτησίας.

Επίσης η απόφαση δρομολογεί συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση πολιτικού, κοινωνικού, εκλογικού μετώπου των αριστερών, αντιμνημονιακών, δημοκρατικών και πατριωτικών δυνάμεων, την επαναθεμελίωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς, την αναγέννηση του λαϊκού και ιδιαίτερα τουεργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Για τις συνεργασίες αναφέρει ότι η ΛΑΕ με στόχο τη συγκρότηση κοινωνικού, πολιτικού και εκλογικού μετώπου  στη βάση κοινού προγράμματος απευθύνεταιχωρίς ηγεμονισμούς και ισότιμα κατά προτεραιότητα σε όλες τις αριστερές, ριζοσπαστικές, κινηματικές δυνάμεις, αλλά και σε  δημοκρατικές, πατριωτικές και αντιμνημονιακές δυνάμεις και συλλογικότητες, που έχουν να επιδείξουν δημοκρατική προσήλωση και αντιμνημονιακή συνέπεια, δεν αντιπαρατίθενται σε βασικές αρχές και αξίες μας, δεν αναπαράγουν εθνικιστικές αντιλήψεις και δεν υιοθετούν επικίνδυνες αντιπροσφυγικές απόψεις.

Επίσης, η απόφαση περιλαμβάνει κατευθύνσεις για την ανάπτυξη των εργατικών και λαϊκών αγώνων, το άνοιγμα άμεσων κοινωνικών και πολιτικών μετώπων ενάντια στις εφαρμοζόμενες μνημονιακές πολιτικές με κεντρικές προτεραιότητες την οργάνωση των αντιστάσεων ενάντια στη νέα εργασιακή, ασφαλιστική και προνοιακή κατεδάφιση και το νέο σαρωτικό κύμα του ξεπουλήματος του δημοσίου πλούτου της χώρας αλλά και φοροεπιδρομής στα λαϊκά στρώματα, που περιλαμβάνονται στα πλαίσια της τέταρτης αξιολόγησης και των δεσμεύσεων, που ανέλαβε αλλά και θα αναλάβει η κυβέρνηση για συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών και μετά την τυπική λήξη – εάν και αυτή υπάρξει -του, 3ου μνημονίου. 

Ως βασική προτεραιότητα τίθεται στην απόφαση η περαιτέρω ανάπτυξη, διεύρυνση και επέκταση σε όλη τη χώρα και σε κάθε γειτονιά του κινήματος κατά των πλειστηριασμών με στόχο την οριστική αποτροπή της αρπαγής της λαϊκής κατοικίας και περιουσίας από τις τράπεζες, την τρόικα, την κυβέρνηση, τα κερδοσκοπικά funds και διάφορα «κοράκια» με ηλεκτρονικούς πλέον πλειστηριασμούς, ηλεκτρονικές κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών και εξώσεις που γρήγορα θα ακολουθήσουν τους πλειστηριασμούς.

Προτεραιότητα δίνεται στα προβλήματα της νεολαίας (ανεργία, ελαστική εργασία, παιδεία, πολιτισμός, αθλητισμός κλπ) και στην ανάγκη πολιτικών και κινηματικών πρωτοβουλιών και δράσεων της θεματικής της νεολαίας της ΛΑ.Ε καθώς και για την ανάγκη ενίσχυσης της αλληλεγγύης με τους πρόσφυγες και μετανάστες και του αντιφασιστικού μετώπου.

Για τις εξελίξεις στο Μακεδονικό και την αναγκαία στάση της αριστεράς

Αριστερή Ανασύνθεση

Πανελλαδικό Γραφείο

1. Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να ανοίξει θέμα «Μακεδονικού» ήρθε ως αποτέλεσμα τόσο των αμερικανικών πιέσεων που θέλουν να πετύχουν την τυπική ένταξη της ΠΓΔΜ στις νατοϊκές δομές (ιδίως μετά την ανάδειξη νέας, πιο φιλοαμερικανικής κυβέρνησης) όσο όμως και εξαιτίας της λογικής της κυβέρνησης ότι στο ακροατήριό της έχει να κερδίσει από το εάν φανεί ως υπεύθυνη δύναμη που πετυχαίνει τον αναγκαίο συμβιβασμό. Στο πλαίσιο του αναπτυσσόμενου ανταγωνισμού ΗΠΑ-Ρωσίας (και ρωσοκινεζικού άξονα ευρύτερα) η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ προχωρά έναν ιμπεριαλιστικό σχεδιασμό περικύκλωσης της πιο φιλικής προς τη Ρωσία χώρας των Βαλκανίων, της Σερβίας. Καμία ειρήνη και καμία φιλία των λαών δεν προωθήθηκε και δεν θα προωθηθεί με λύσεις «εθνικών» ζητημάτων (είτε στην ΠΓΔΜ, είτε στην Κύπρο, είτε στην Παλαιστίνη, είτε στο Κουρδιστάν όπως αποδεικνύεται εσχάτως) με λύσεις που υποβάλλουν το ΝΑΤΟ ή/και η Ε.Ε. ή άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Και ούτε είναι προς το συμφέρον του λαού της ΠΓΔΜ να ενταχθεί στη νατοϊκή και ευρωπαϊκή λυκοσυμμαχία, ούτε φυσικά του ελληνικού λαού να παραμένει σε αυτές. Για εμάς ειδικά, τα πράγματα εξελίσσονται ακόμα πιο επικίνδυνα αφού η πλέον αμερικανόφιλη κυβέρνηση των τελευταίων πολλών χρόνων, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., μας προσδένει στον άξονα Ισραήλ-Κύπρου-Αιγύπτου, που προβάλλει ως τοποτηρητής των αμερικανονατοϊκών συμφερόντων στην περιοχή. Κάτι που προμηνύει θύελλες για το μέλλον.

2. Εγχώρια, ο ΣΥΡΙΖΑ αξιοποιεί αυτόν τον ευρύτερο σχεδιασμό για να δείξει ότι αποτελεί τον πλέον πειθήνιο και αξιόπιστο συνομιλητή των αμερικανονατοϊκών κέντρων. Όπως αντίστοιχα αξιοποιεί την αταλάντευτη και ταχεία εφαρμογή των μνημονίων και της λιτότητας για να προβάλει ως η πλέον αξιόπιστη πολιτική λύση για την εγχώρια αστική τάξη και το ευρωπαϊκό κέντρο των δανειστών. Ταυτόχρονα όμως το αξιοποιεί έντεχνα στην ευρύτερη προσπάθειά του μετά τον Ιούλη του 2015 να επανανοηματοδοτήσει το δίπολο αριστερά-δεξιά αποφορτίζοντάς το όσο γίνεται από οποιαδήποτε σχέση με τα ζητήματα των μνημονίων, της λιτότητας, της ρήξης με τους δανειστές και το ευρωσύστημα. Όπου «αριστερά» θα είναι πλέον μια σοσιαλφιλελεύθερη διαχείριση που καταργεί το «κοινωνικό κράτος» διατηρώντας μόνο ελάχιστες εγγυήσεις σε ακραίες μορφές φτώχειας για να μην υπάρχει εξαθλίωση και δίνει έμφαση σε κάποια τυπικά αστικά ατομικά δικαιώματα έναντι των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Και δεξιά θα είναι ένα μείγμα ακραίου νεοφιλελευθερισμού και σκληρού νεοσυντηρητισμού με εθνικιστικά χαρακτηριστικά. Και φυσικά το κοινωνικό-ταξικό ζήτημα, η επιτροπεία και η ανάγκη ρήξης με τις αστικές πολιτικές και τις διεθνείς ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και ολοκληρώσεις θα παραμένουν στο απυρόβλητο θεωρούμενα ως αναμφισβήτητα στοιχεία του αποδεκτού πλαισίου πολιτικής. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί και η διάσταση απεύθυνσης στο ευρύτερο ακροατήριο της «κεντροαριστεράς» με αυτή την κίνηση, μια κίνηση πίεσης προς τον χώρο του Κινήματος Αλλαγής (ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι) και ταυτόχρονα οικοδόμησης πιθανών μελλοντικών συναινέσεων και συμμαχιών.

3. Η κίνηση αυτή παράγει και αποτελέσματα στον χώρο της δεξιάς. Από τη μεριά της η ΝΔ μπορεί να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το θέμα αλλά είναι και η ίδια «δομικά» δεσμευμένη σε μια γραμμή συμβιβασμού και εξυπηρέτησης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των επιλογών του. Υπάρχουν κινήσεις είτε εσωτερικού διαγκωνισμού μεταξύ «φιλελεύθερης» και «δεξιάς» πτέρυγας είτε πιθανής δημιουργίας «σοβαρού» εθνικιστικού κόμματος στα δεξιά της, όπως φάνηκε και από την «ηγετική» παρουσία και ομιλία του πρώην αρχηγού ΓΕΣ Φράγκου Φραγκούλη στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Είναι σαφές ότι πρέπει να περιμένουμε διάφορες μορφές εκμετάλλευσης του ζητήματος αν και είναι αμφίβολο εάν το θέμα θα αποτελέσει αιτία ευρύτερου πολιτικού ρήγματος. Δεν υποτιμούμε όμως την επίδρασή του στη μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης και στην εγχάραξη συντηρητικών ιδεολογικών αντανακλαστικών, ειδικά στη συνθήκη κοινωνικής και εθνικής «ταπείνωσης» που έχουν βιώσει λαϊκά στρώματα στην περίοδο των μνημονίων. O όλος χειρισμός της κυβέρνησης έχει και στοιχεία πολιτικού τυχοδιωκτισμού καθώς οδηγεί και στην ευδιάκριτη ενεργητική παρουσία ενός ρεύματος ακροδεξιάς που της δίνει τη δυνατότητα μετά από καιρό να βγει στον δρόμο, να διεμβολίσει ιδεολογικά τη δημόσια σφαίρα, να δημιουργήσει πιθανές πολιτικές εκπροσωπήσεις, να ξεπλύνει πολιτικά τόσο τη Χ.Α. όσο και διάφορες φολκλόρ φιγούρες του χώρου αυτού. Και φυσικά, επαναφέρει τις συζητήσεις για έναν νέο πιθανό πολιτικό σχηματισμό στα δεξιά της Ν.Δ., που ναι μεν θα της κόψει ψήφους, βοηθώντας τον ΣΥΡΙΖΑ εκλογικά, αλλά που την ίδια στιγμή θα μετατοπίσει το πολιτικό σκηνικό και τον ιδεολογικό συσχετισμό προς τα δεξιά. Τα συλλαλητήρια δεν έχουν σύγκριση με αυτά του 1992 στη μαζικότητά τους, αλλά παρ’ όλα αυτά στη συγκυρία που διανύουμε συνιστούν κρίσιμη τομή για το πολιτικό σκηνικό και τις δυναμικές που μπορεί να αναπτυχθούν. Ο χώρος τη Χ.Α. και της ακροδεξιάς δείχνει να έχει αντοχή, όπως καταγράφεται σε δημοσκοπήσεις, και σε ορισμένες περιπτώσεις να δοκιμάζει ξανά και την παρουσία στον δρόμο (βλ. κάποιες γειτονιές και κυρίως τις επιθέσεις την ημέρα του συλλαλητηρίου στη Θεσσαλονίκη και την πυρπόληση της κατάληψης Libertatia). Εξελίσσεται δηλαδή σε ένα μόνιμο στοιχείο της συγκυρίας και, λόγω της επιρροής και σε λαϊκά και μικροαστικά στρώματα, παραμένει πρόκληση και για την αριστερά. Η συγκυρία με το Μακεδονικό προσφέρει δυνατότητες στον συγκεκριμένο χώρο και γι’ αυτό το ζήτημα της αντιφασιστικής πάλης δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

4. Η αντιφασιστική πάλη στην Ελλάδα περνάει σε μια νέα φάση. Μετά την παγίωση της Χ.Α. εκλογικά, την κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση και τη δίκη σε εξέλιξη και τώρα με το άνοιγμα της συζήτησης για το Μακεδονικό, η αντιφασιστική πάλη αποκτά αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η αντιφασιστική πρακτική είναι πολυεπίπεδη. Ένας διακηρυκτικός λόγος ή μια δικαιωματική ρητορεία δεν μπορούν αυτοτελώς να καλύψουν το εύρος της αντιφασιστικής πάλης στη συγκυρία. Η αντιφασιστική πρακτική οφείλει να λαμβάνει χώρα στην καθημερινότητα και στους χώρους στους οποίους μπορεί να υπάρχει πεδίο παρέμβασης: τους εργασιακούς χώρους, στις γειτονιές και τις τοπικές συλλογικότητες που παρεμβαίνουν σε αυτές. Οφείλει να ορίζει ως αντιπαράδειγμα μια άλλη λογική συλλογικοποίησης με πρόταγμα την αλληλεγγύη, τις διεκδικήσεις ενός τοπικού κινήματος και ακόμα και τη διατάραξη μιας κανονικότητας που προτάσσει την εξατομίκευση, την ιδιώτευση και καταλήγει στην αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού και οποιασδήποτε προσπάθειας συλλογικών διεκδικήσεων. Σε τελική ανάλυση, η αντιφασιστική πάλη κρίνεται στο αν υπάρχει «οργανωμένος λαός» που πιστεύει στις δυνατότητές του και στο αν τα ταλαντευόμενα μικροαστικά στρώματα έλκονται και οργανώνονται σε τέτοιες συλλογικές δομές και δομές αλληλεγγύης και δεν αναπτύσσουν χαρακτηριστικά κοινωνικού κανιβαλισμού στο έδαφος της φτωχοποίησής τους. Επειδή αυτό είναι το κεντρικό καθήκον τελικά, πρέπει να έχουμε στον νου μας ότι κάθε αντιφασιστική πρακτική και δράση μας στοχεύει τελικά στο να συμβάλει στην κινηματική αναζωογόνηση ολόκληρων γειτονιών και περιοχών, επιχειρεί να γενικευτεί και δεν επιδιώκει απλώς να παραμένει περιθωριακή υπόθεση μειοψηφικών πολιτικών δυναμικών με αναφορά κυρίως σε κομμάτια νεολαίας. Υπό αυτό το πρίσμα συμμετέχουμε και στηρίζουμε πρωτοβουλίες όπως ο Αντιφασιστικός Συντονισμός Αθήνας-Πειραιά και ιεραρχούμε στον βαθμό που τους αναλογεί κινητοποιήσεις όπως αυτές ενάντια στη συγκέντρωση της Χ.Α. για την επέτειο των Ιμίων (3.2), ειδικά και στο τοπίο που διαμορφώνεται με το Μακεδονικό τον τελευταίο καιρό.

5. Η αριστερά σε όλες τις εκδοχές της και ο κόσμος του κοινωνικού κινήματος οφείλει να αναδείξει μια διακριτή τοποθέτηση που, σε ρήξη με κάθε πατριδοκαπηλία, να επιμένει ότι το πρόβλημα δεν είναι το όνομα αλλά η ολοένα και βαθύτερη ένταξη και της ΠΓΔΜ και της Ελλάδας στους νατοϊκούς σχεδιασμούς και τυχοδιωκτισμούς. Ως προς το ίδιο το θέμα του ονόματος η θέση μας είναι ότι εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα και με την υπαρκτή φόρτιση και ιστορικότητα του θέματος, η καλύτερη λύση είναι αυτό που συνηθίσαμε να λέμε «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό», μια που και το δικαίωμα του γειτονικού λαού στον αυτοπροσδιορισμό να γίνεται σεβαστό αλλά εγγυήσεις να δίνονται από όλες τις πλευρές και για το απαραβίαστο των συνόρων και για την αποφυγή αλυτρωτικών διεκδικήσεων. Επιμένουμε ότι η πάλη πρέπει να γίνεται ενάντια σε κάθε εθνικισμό και κάθε αλυτρωτισμό, ενάντια στους σχεδιασμούς του ιμπεριαλισμού που αξιοποιούν και οξύνουν τις υπαρκτές αντιθέσεις τοπικών αστικών τάξεων και εθνικισμών.

6. Στο πλαίσιο αυτό, η εξέλιξη της πρωτοβουλίας με το συλλαλητήριο της Αθήνας είναι κρίσιμη, όπως και η ιδεολογική μάχη απέναντι στον εθνικισμό και τον ρατσισμό. Οι δυνάμεις που έχουν αναφορά στην αριστερά είναι εκ των ων ουκ άνευ να πάρουν αρνητική και καταγγελτική θέση ενάντια σε αυτές τις πρωτοβουλίες. Όσες πολιτικές δυνάμεις και προσωπικότητες στηρίζουν αυτά τα συλλαλητήρια και καλούν τον κόσμο να συμμετέχει σε αυτά παρουσιάζοντάς τα ως συγκεντρώσεις ανάλογες των μεγάλων αντιμνημονιακών όχι μόνο διαπράττουν λαθροχειρία αλλά και διαλέγουν πρακτικές εχθρικές προς την αριστερά και το λαϊκό κίνημα. Δεν χωρά κανένα χάιδεμα ή ακόμα χειρότερα κάλεσμα στα συλλαλητήρια τύπου Θεσσαλονίκης και Αθήνας για τη Μακεδονία ακόμα και αν δεν κατέβηκαν μόνο ακροδεξιοί εκεί. Ο πυρήνας, η ηγεσία, το μεγαλύτερο μέρος του κοινού και σίγουρα ο τόνος, η φυσιογνωμία και οι στόχοι όμως είναι σαφές ότι όχι απλώς χρωματίστηκαν από τον χώρο της ευρύτερης δεξιάς και ακροδεξιάς, αλλά σχεδιάστηκαν και καθορίστηκαν από αυτόν μεθοδικά. Δεν εξέφρασε λοιπόν, γενικά και αφηρημένα, κάτι γενικότερο, μια αντίδραση στα μνημόνια και την επιτροπεία. Στον βαθμό που έκανε και αυτό, το έκανε διοχετεύοντάς τη σε εντελώς αντιδραστική κατεύθυνση, που υπονομεύει τελικά και την αποτελεσματική πάλη ενάντια σε αυτά. Και απέναντι σε αυτό πρέπει να σηκώσουμε κινηματικό, πολιτικό και ιδεολογικό τείχος. Γιατί δεν είναι όλες οι μαζικές κινήσεις ελπιδοφόρες και μπορεί οι λαϊκές μάζες να κινηθούν και αντιδραστικά, όπως άλλωστε έχει γίνει στο έδαφος της ήττας της αριστεράς και παλιότερα. Γιατί πολύ απλά, αυθεντικά λαϊκός πατριωτισμός δεν είναι η στήριξη του ΝΑΙ και των μνημονιακών πολιτικών με κραυγές μόνο για τα «εθνικά» θέματα την ίδια ώρα που χαριεντίζεσαι με όλους όσους καταδυναστεύουν το μέλλον μας (ΣΕΒ, εκκλησιαστική ηγεσία, δανειστές, ΝΑΤΟ, Ε.Ε.). Αυθεντικά λαϊκός πατριωτισμός είναι να παλεύεις για τη λαϊκή κατοικία, για το λαϊκό εισόδημα, για μόνιμη, επαρκώς πληρωμένη δουλειά με αξιοπρεπείς όρους εργασίας, για ελπίδα ώστε να μείνουν και να δημιουργήσουν οι νέοι στον τόπο τους, για έναν άλλον δρόμο για τη λαϊκή πλειονότητα χωρίς κοινωνική εκμετάλλευση και ευρωμνημονιακή επιτροπεία. Αυθεντικά λαϊκός πατριωτισμός είναι τελικά η πάλη για κοινωνικό μετασχηματισμό για να γίνουν οι εργαζόμενοι και ο λαός πραγματικοί αφέντες στον τόπο τους και να οικοδομήσουν σχέσεις διεθνιστικής συνεργασίας και αλληλεγγύης με τους γειτονικούς λαούς.

OXI στα σχέδια του ιμπεριαλισμού, του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. στα Βαλκάνια. Έξω από ΝΑΤΟ-Ε.Ε. Καμία συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς.

ΟΧΙ στην πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. που υλοποιεί πιστά τα μνημόνια της λιτότητας, της φτώχειας και της ευρωεπιτροπείας και εντάσσει τη χώρα στον επικίνδυνο άξονα Ελλάδας-Ισραήλ-Κύπρου-Αιγύπτου.

Διεθνιστική αλληλεγγύη και συνεργασία των λαών των Βαλκανίων και της Μεσογείου κόντρα σε κάθε εθνικισμό και κάθε αλυτρωτισμό.

ΟΧΙ στα συλλαλητήρια πατριδοκαπηλίας και μίσους, η οργή να γίνει αγανάκτηση με αγώνες κόντρα σε μνημόνια, λιτότητα, ανεργία, ευρώ, Ε.Ε. και ΝΑΤΟ.

Καλούμε σε συμμετοχή στην αντιφασιστική συγκέντρωση κόντρα στη φιέστα της Χρυσής Αυγής για τα Ίμια στις 3.2, στις 18.00 στην πλ. Ρηγίλλης.

Καλούμε σε συμμετοχή στις δράσεις αυτοπροστασίας κινηματικών και πολιτικών χώρων στο διήμερο 3-4.2.

ΔΕΑ-Κόκκινο Δίκτυο: Ανακοίνωση για το Μακεδονικό

Σε σχέση με τις τελευταίες εξελίξεις στα Βαλκάνια, το Κόκκινο Δίκτυο και η Διεθνιστική Εργατική Αριστερά υπογραμμίζουν τα εξής:

1. Το υπό­βα­θρο για την κα­τα­νό­η­ση όλων των εξε­λί­ξε­ων είναι οι πρω­το­βου­λί­ες των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ και ΕΕ για την εγκα­τά­στα­ση μιας νέας «στα­θε­ρό­τη­τας» και ελέγ­χου μέσω της άμε­σης σύν­δε­σης όλων των χωρών της πε­ριο­χής με τους με­γά­λους ιμπε­ρια­λι­στι­κούς ορ­γα­νι­σμούς. Η ατζέ­ντα που έχει ήδη ανα­κοι­νω­θεί (Σύ­νο­δος Κο­ρυ­φής της ΕΕ στην Σόφια στα τέλη Μάη και Σύ­νο­δος Κο­ρυ­φής του ΝΑΤΟ στα τέλη Ιούνη του 2018) δεί­χνει ότι πρό­κει­ται για έναν «καλ­πα­σμό», για κι­νή­σεις τα­χύ­τη­τας που απα­ντούν στις δυ­σκο­λί­ες του δυ­τι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού στη Μέση Ανα­το­λή και στη με­τα­τό­πι­ση της Τουρ­κί­ας του Ερ­ντο­γάν προς την ρήξη με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ.

Οι κι­νή­σεις αυτές πε­ρι­λαμ­βά­νουν:

Τη ρύθ­μι­ση των σχέ­σε­ων με­τα­ξύ Ελ­λά­δας και Δη­μο­κρα­τί­ας της Μα­κε­δο­νί­ας, με στόχο να αρθεί το ελ­λη­νι­κό βέτο και να εντα­χθεί άμεσα η Δη­μο­κρα­τία της Μα­κε­δο­νί­ας στο ΝΑΤΟ.

Τη ρύθ­μι­ση των σχέ­σε­ων Ελ­λά­δας – Αλ­βα­νί­ας (άρση του εμπό­λε­μου – οριο­θέ­τη­ση ΑΟΖ) ώστε να γίνει εφι­κτή η στε­νό­τε­ρη στρα­τιω­τι­κή – δι­πλω­μα­τι­κή συ­νερ­γα­σία με­τα­ξύ των δύο χωρών. Την εμπέ­δω­ση κλί­μα­τος στα­θε­ρής στρα­τιω­τι­κής συ­νερ­γα­σί­ας με την Βουλ­γα­ρία ή ακόμα και την έντα­ξη της χώρα αυτής στον «άξονα» Ελ­λά­δας – Κύ­πρου και κρά­τους του Ισ­ρα­ήλ (με προ­φα­νή στόχο την πε­ρι­κύ­κλω­ση της Τουρ­κί­ας).

Την με­γι­στο­ποί­η­ση της πί­ε­σης πάνω στην Σερ­βία με στόχο την έντα­ξή της στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Τα σχέ­δια αυτά πέρα από το στρα­τιω­τι­κό – δι­πλω­μα­τι­κό πεδίο, πε­ρι­λαμ­βά­νουν πρω­το­βου­λί­ες με­γά­λης οι­κο­νο­μι­κής ση­μα­σί­ας, όπως η διέ­λευ­ση των ενερ­γεια­κών αγω­γών αλλά και η πλωτή σύν­δε­ση του λι­μα­νιού της Θεσ­σα­λο­νί­κης με το κέ­ντρο της Ευ­ρώ­πης και τον Ατλα­ντι­κό, μέσω με­γά­λων πο­τα­μών.

Οι σχε­δια­σμοί αυτοί είναι εξαι­ρε­τι­κά επι­κίν­δυ­νοι για την ει­ρή­νη, οδη­γούν σε με­γά­λη αύ­ξη­ση του βά­ρους του μι­λι­τα­ρι­σμού σε κάθε χώρα και συν­δυά­ζο­νται με την προ­ο­πτι­κή ενός ασφυ­κτι­κού ελέγ­χου της πο­λι­τι­κής και κοι­νω­νι­κής ζωής σε όλες τις Βαλ­κα­νι­κές χώρες από τις ιμπε­ρια­λι­στι­κές δυ­νά­μεις της Δύσης.

2. Σ’ αυτόν τον σχε­δια­σμό, η αστι­κή τάξη στην Ελ­λά­δα συμ­με­τέ­χει οι­κιο­θε­λώς και αυ­τό­βου­λα, συν­δέ­ο­ντας τις δικές της ανα­ζη­τή­σεις για έξοδο από την κρίση με την πε­ραι­τέ­ρω διείσ­δυ­ση στην «εν­δο­χώ­ρα» των Βαλ­κα­νί­ων, με την ανά­δει­ξη της ως «το­πι­κού συ­νερ­γά­τη» των δυ­τι­κών Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων, ως «υποϊ­μπε­ρια­λι­στι­κού κέ­ντρου» στην πε­ριο­χή.

Το ελ­λη­νι­κό κρά­τος, οι ένο­πλες δυ­νά­μεις και η δι­πλω­μα­τία του, ανα­λαμ­βά­νουν ση­μα­ντι­κό ρόλο συ­ντο­νι­στή στην πρώτη γραμ­μή αυτού του σχε­δια­σμού.

Οι θε­ω­ρί­ες της «υπο­τέ­λειας» για ακόμη μία φορά δια­ψεύ­δο­νται.

Ο ανα­γκαί­ος αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κός αγώ­νας συν­δέ­ε­ται άρ­ρη­κτα με την πάλη γιατη ανα­τρο­πή των μνη­μο­νί­ων και της λι­τό­τη­τας στο εσω­τε­ρι­κό της χώρας, συν­δέ­ε­ται άρ­ρη­κτα με την ανα­γκαία αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή στρα­τη­γι­κή.

3. Στο πο­λι­τι­κό πεδίο, την κα­τεύ­θυν­ση αυτή έχει ανα­λά­βει να υλο­ποι­ή­σει η κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ – ΑΝΕΛ. Μια κυ­βέρ­νη­ση που χρη­σι­μο­ποιεί την γλώσ­σα και τα σύμ­βο­λα της Αρι­στε­ράς, επι­χει­ρεί να δια­λύ­σει όλες τις αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κές πα­ρα­δό­σεις που δη­μιούρ­γη­σαν το αντι­δι­κτα­το­ρι­κό κί­νη­μα και οι αγώ­νες της Με­τα­πο­λί­τευ­σης, να δια­λύ­σει την σύν­δε­ση με­τα­ξύ αντι­ι­μπε­ρια­λι­σμού  και αντι­κα­πι­τα­λι­σμού που οι­κο­δό­μη­σε το σύγ­χρο­νο κί­νη­μα ενά­ντια στη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη, κα­πι­τα­λι­στι­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση και οι με­γά­λες αντι­πο­λε­μι­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις στις αρχές του 21ου αιώνα.

Η κυ­βέρ­νη­ση Τσί­πρα ανα­ζη­τεί πο­λι­τι­κή σω­τη­ρία, με­τά­την προ­φα­νή βύ­θι­σή της στον βάλτο του μνη­μο­νί­ου 3, ανα­λαμ­βά­νο­ντας τον ρόλο του μπρά­βου για το ΝΑΤΟ στα Βαλ­κά­νια και επι­χει­ρώ­ντας να πεί­σει το σύ­νο­λο της κυ­ρί­αρ­χης τάξης ότι απο­τε­λεί το πιο εν­δε­δειγ­μέ­νο και αδί­στα­κτο πο­λι­τι­κό προ­σω­πι­κό.

Η άμεση αντι­κυ­βερ­νη­τι­κή αιχμή απο­τε­λεί υπο­χρέ­ω­ση της αυ­θε­ντι­κής Ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς στους αγώ­νες και στις πο­λι­τι­κές πρω­το­βου­λί­ες της πε­ριό­δου που έρ­χε­ται.

4. Ει­δι­κά για τις σχέ­σεις με τη γει­το­νι­κή χώρα, την Δη­μο­κρα­τία της Μα­κε­δο­νί­ας, οφεί­λου­με να το­νί­σου­με ότι κάθε ει­λι­κρι­νής πο­λι­τι­κή ει­ρή­νης και φι­λί­ας οφεί­λει να ξε­κι­νά από τον σε­βα­σμό στις απλές δη­μο­κρα­τι­κές αρχές που πε­ρι­λαμ­βά­νουν το δι­καί­ω­μα στον αυ­το­προσ­διο­ρι­σμό.  Το όνομα της γει­το­νι­κής χώρας πρέ­πει να επα­φί­ε­ται στην ανε­μπό­δι­στη και ελεύ­θε­ρη πο­λι­τι­κή από­φα­ση των κα­τοί­κων της. Μέχρι σή­με­ρα το «όνομα» απο­τε­λού­σε το όχημα της πα­ρέμ­βα­σης του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, με πραγ­μα­τι­κό στόχο την οι­κο­νο­μι­κή και πο­λι­τι­κή δο­ρυ­φο­ρο­ποί­η­ση της γει­το­νι­κής χώρας. Η πο­λι­τι­κή αυτή εμπε­ριεί­χε την πο­λε­μι­κή απει­λή (θυ­μί­ζου­με τα πα­λιό­τε­ρα συλ­λα­λη­τή­ρια με το σύν­θη­μα: «η λύση είναι μία – σύ­νο­ρα με την Σερ­βία») ή πε­ριό­δους «εμπάρ­γκο» και πο­λι­τι­κο­δι­πλω­μα­τι­κής απο­μό­νω­σης, που οδή­γη­σαν την γει­το­νι­κή χώρα σε υπαρ­ξια­κή κρίση, ακόμη και κρίση βιω­σι­μό­τη­τας ως ενιαίο κρά­τος. Σή­με­ρα το «όνομα» γί­νε­ται ο πο­λιορ­κη­τι­κός κριός για την υπο­γρα­φή μιας συμ­φω­νί­ας που θα με­τα­τρέ­πει την γει­το­νι­κή χώρα σε ένα δυ­τι­κό «κα­ντό­νι» με την πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή πρω­το­κα­θε­δρία των ελ­λή­νων κα­πι­τα­λι­στών.

Σ’ αυτή τη σύγ­χρο­νη «Με­γά­λη Ιδέα» γί­νε­ται μια κατά κόρο ιδε­ο­λο­γι­κή και πο­λι­τι­κή χρήση της Ιστο­ρί­ας. Θυ­μί­ζου­με ότι αυτό είχε γίνει και στην πρώτη «Με­γά­λη Ιδέα», στην πε­ρί­ο­δο της έκρη­ξης των εθνι­κι­σμών στα Βαλ­κά­νια μετά το 1910 και τότε η ερ­γα­τι­κή τάξη και οι φτω­χές λαϊ­κές μάζες πλή­ρω­σαν βαρύ φόρο αί­μα­τος στους υπερ­δε­κα­ε­τείς πο­λέ­μους που ακο­λού­θη­σαν. Η Αρι­στε­ρά οφεί­λει να αφή­σει τις αμ­φι­λε­γό­με­νες ανα­γνώ­σεις της Ιστο­ρί­ας και τις ακόμη πιο αμ­φι­λε­γό­με­νες θε­ω­ρί­ες περί της κα­τα­γω­γής των εθνών, απο­λύ­τως έξω από τα κρι­τή­ρια δια­μόρ­φω­σης της πο­λι­τι­κής και των προ­τά­σε­ών της. Που πρέ­πει να ξε­κι­νούν από την αδια­πραγ­μά­τευ­τη υπε­ρά­σπι­ση της ει­ρή­νης, από την απόρ­ρι­ψη των διεκ­δι­κή­σε­ων / προ­σαρ­τή­σε­ων, από την ανα­γνώ­ρι­ση του δι­καιώ­μα­τος στον αυ­το­προσ­διο­ρι­σμό και την υπο­στή­ρι­ξη των δι­καιω­μά­των των μειο­νο­τή­των.

5.  Η πο­λι­τι­κή της κυ­βέρ­νη­σης ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑνΕλλ, που αντα­να­κλά τη συ­νο­λι­κή στρα­τη­γι­κή της κυ­ρί­αρ­χης τάξης, ανε­βά­ζο­ντας συ­νε­χώς τις «απαι­τή­σεις» ένα­ντι της γει­το­νι­κής χώρας, δη­μιουρ­γεί το έδα­φος για το ξέ­σπα­σμα των εθνι­κι­στι­κών συλ­λα­λη­τη­ρί­ων.

Στο συλ­λα­λη­τή­ριο της Θεσ­σα­λο­νί­κης εί­δα­με την πρω­το­βου­λία της εθνι­κι­στι­κής ακρο­δε­ξιάς, με ισχυ­ρή πα­ρου­σία των νε­ο­να­ζί της Χρυ­σής Αυγής, να εκ­δη­λώ­νε­ται με τον πιο προ­κλη­τι­κό και επι­κίν­δυ­νο τρόπο.

Στο συλ­λα­λη­τή­ριο της Αθή­νας, η ΝΔ επι­χει­ρεί να εν­σω­μα­τώ­σει την ακρο­δε­ξιά δια­μαρ­τυ­ρία για το «όνομα», ανα­λαμ­βά­νο­ντας ου­σια­στι­κά την ευ­θύ­νη για την διορ­γά­νω­σή του. Η πα­ρου­σία του Μ. Θε­ο­δω­ρά­κη σ’ αυτή την εθνι­κι­στι­κή φιέ­στα είναι ένα ση­μα­ντι­κό δώρο στη Δεξιά, για δεύ­τε­ρη φορά στην ζωή του, μετά την υπο­στή­ρι­ξη στην κυ­βέρ­νη­ση του Κ. Μη­τσο­τά­κη, που εγκαι­νί­α­σε την επί­θε­ση του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού στην Ελ­λά­δα.

Πρό­κει­ται για έναν ση­μα­ντι­κό κίν­δυ­νο.

Η ακρο­δε­ξιά και η πα­ρα­δο­σια­κή Δεξιά επι­χει­ρούν να στρέ­ψουν την οργή και την απελ­πι­σία που προ­κα­λούν τα μνη­μό­νια και η λι­τό­τη­τα προς το εθνι­κι­στι­κό μίσος.

Με την βο­ή­θεια της Εκ­κλη­σί­ας και ση­μα­ντι­κών τμη­μά­των των κρα­τι­κών μη­χα­νι­σμών κα­τορ­θώ­νουν να κι­νη­το­ποιούν με­γά­λους αριθ­μούς αν­θρώ­πων, αν και απέ­χουν πολύ από τους όγκους των συλ­λα­λη­τη­ρί­ων της δε­κα­ε­τί­ας του ’90.

Απέ­να­ντι σ’ αυτήν προ­ο­πτι­κή πρέ­πει να αντι­τα­χθεί απο­φα­σι­στι­κά η Αρι­στε­ρά: απο­κα­λύ­πτο­ντας συ­στη­μα­τι­κά τον επι­κίν­δυ­νο χα­ρα­κτή­ρα αυτών των συλ­λα­λη­τη­ρί­ων, με έμ­φα­ση στις ευ­και­ρί­ες που αυτά δη­μιουρ­γούν για τους νε­ο­να­ζί της Χρυ­σής Αυγής. Δί­νο­ντας μάχη σε όλα τα όρ­γα­να και τους «θε­σμούς» του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος και της λαϊ­κής κοι­νω­νι­κής ορ­γά­νω­σης, μάχη άν­θρω­πο τον άν­θρω­πο, για να μην υπάρ­ξει συμ­με­το­χή στα συλ­λα­λη­τή­ρια, για να απο­μο­νω­θούν οι ορ­γα­νω­τές τους. Κα­ταγ­γέλ­λο­ντας τη ΝΔ και την ορ­γα­νω­μέ­νη ακρο­δε­ξιά, χωρίς την υπο­τί­μη­ση της ευ­θύ­νης της κυ­βέρ­νη­σης ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ που τους ανοί­γει τον δρόμο. Αντι­πα­ρα­θέ­το­ντας μιαν ανε­ξάρ­τη­τη πο­λι­τι­κή της Ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, μια πο­λι­τι­κή ει­ρή­νης, συ­νερ­γα­σί­ας και φι­λί­ας στα Βαλ­κά­νια, μια πο­λι­τι­κή ρήξης με τους ιμπε­ρια­λι­στές που θα επι­μεί­νει στη διεκ­δί­κη­ση της σο­σια­λι­στι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης.

6. Στην πε­ρί­ο­δο που έρ­χε­ται θα χρεια­στεί να αντι­τά­ξου­με τα δικά μας «συλ­λα­λη­τή­ρια»: με την απαί­τη­ση της ανα­τρο­πής των μνη­μο­νί­ων και της λι­τό­τη­τας και τη ρήξη με τους ιμπε­ρια­λι­στι­κούς ορ­γα­νι­σμούς όπως η ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Οι πρω­το­βου­λί­ες προς  την κα­τεύ­θυν­ση αυτή είναι επεί­γου­σες και προ­ϋ­πο­θέ­τουν την ενό­τη­τα στην δράση αλλά και στην πο­λι­τι­κή πάλη, όλων των δυ­νά­με­ων της ρι­ζο­σπα­στι­κής, αντι­μνη­μο­νια­κής, αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς.

– ΟΧΙ στις ΝΑ­ΤΟϊ­κές, ιμπε­ρια­λι­στι­κές «λύ­σεις» στα Βαλ­κά­νια. Έξω τώρα από το ΝΑΤΟ, έξω οι βά­σεις, όχι στους εξο­πλι­σμούς

– Πο­λι­τι­κή ει­ρή­νης και συ­νερ­γα­σί­ας, βα­σι­σμέ­νη στις δη­μο­κρα­τι­κές αρχές, προς όλες τις γει­το­νι­κές χώρες. Οι λαοί των Βαλ­κα­νί­ων είναι αδέλ­φια μας.

– ΟΧΙ στα συλ­λα­λη­τή­ρια του μί­σους. Όχι στον εθνι­κι­σμό, στην ακρο­δε­ξιά και στον ρα­τσι­σμό. Αλ­λη­λεγ­γύη στους πρό­σφυ­γες και με­τα­νά­στες

– ΟΧΙ στην κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή των μνη­μο­νί­ων , της βάρ­βα­ρης λι­τό­τη­τας και της ευ­θυ­γράμ­μι­σης με τον ιμπε­ρια­λι­σμό

– Ενό­τη­τα στη δράση της αντι­μνη­μο­νια­κής, ρι­ζο­σπα­στι­κής, αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής Αρι­στε­ράς