Κατηγορία: Πολιτική

Απόφαση Π.Γ. της ΛΑΕ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Απόφαση  Π.Γ. της ΛΑΕ

 Μετά τις εκλογές το πολιτικό σκηνικό έχει σταθεροποιηθεί, ενώ η κυβέρνηση της ΝΔ προχωρά σε επιθετικά νεοφιλελεύθερα μέτρα. Βασικές πλευρές της στρατηγικής της είναι η προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων και η παραχώρηση πλήρους ασυδοσίας στις ιδιωτικές επενδύσεις με την άρση κάθε ρυθμιστικού προστατευτικού πλαισίου, αλλά και η καθήλωση των εργατικών μισθών μέσα από την περαιτέρω εκθεμελίωση των εργατικών δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, προχωρά σε μέτρα μακροπρόθεσμης σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος και στεγανοποίησής του από την έκφραση των λαϊκών συμφερόντων (εκλογικός νόμος, επιτελικό κράτος, αναδιάρθρωση στην αυτοδιοίκηση κ.λπ.).

Η κυβερνητική πολιτική χαρακτηρίζεται επίσης από την όξυνση του κρατικού αυταρχισμού και της καταστολής. Από τη μία πλευρά, θέλουν να διαμορφώσουν ένα κλίμα τρομοκρατίας απέναντι στην έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας. Από την άλλη, δεδομένου ότι η πολιτική τους δεν εμπεριέχει καμία παραχώρηση στις λαϊκές τάξεις, επιδιώκουν να συσπειρώσουν το κοινωνικό τους μπλοκ γύρω από το ιδεολόγημα του «νόμου, της τάξης και της ασφάλειας».

Σημαντικό στοιχείο είναι οι αναδιαρθρώσεις στην παιδεία και το χτύπημα του νεολαιίστικου και φοιτητικού κινήματος. Τα μέτρα που προωθούνται έχουν κυρίως πειθαρχικό χαρακτήρα και στόχο την αποδυνάμωση του κινήματος της νεολαίας, αφού η αστική τάξη έχει επίγνωση ότι οι αγώνες της νεολαίας έχουν αποτελέσει παράγοντα αποσταθεροποίησης και φθοράς των κυβερνητικών πολιτικών, με ευρύτερη κοινωνική αντανάκλαση.

Η πολιτική στρατηγική της Ν.Δ. υποστηρίζεται από το σύνολο της αστικής τάξης και των μηχανισμών της, που επιδιώκουν να πάρουν μία συνολικότερη ρεβάνς από το λαϊκό κίνημα.

Από την άλλη πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να σταθεροποιείται ως ο δεύτερος, «προοδευτικός πόλος» του πολιτικού σκηνικού. Δεν μπορεί ούτε θέλει να αποτελέσει αντιπολίτευση στην πολιτική της Ν.Δ. Η μνημονιακή πολιτική που άσκησε, η ταύτισή του με τις επιδιώξεις της ΕΕ και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, του στερούν κάθε αξιοπιστία. Όμως, παράλληλα, κατόρθωσε να εγκλωβίσει μεγάλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων στη λογική του μικρότερου κακού. Επομένως, απαιτείται σοβαρή και επίμονη προσπάθεια στην εκλογική του βάση για να οριοθετηθεί η πολιτική του επιρροή.

Η ΛΑΕ ηττήθηκε και στις βουλευτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές. Συμπιέστηκε εκλογικά ασφυκτικά από την κυριαρχία του δικομματικού διλήμματος και από τη στρατηγική του φόβου «Τσίπρας ή Μητσοτάκης», στην οποία επένδυσε εκλογικά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπόρεσε να εμπνεύσει το λαό για ένα άλλο δρόμο ανατροπής και ρήξης, παρά την αξιόλογη αγωνιστική προσπάθειά της επί 4 χρόνια. Αυτό οφείλεται και στο φόβο, που καλλιεργήθηκε από τις κυρίαρχες συστημικές δυνάμεις στα λαϊκά στρώματα, απέναντι σε πολιτικές που προκαλούν συγκρούσεις και ανατροπές.

Υπήρξαν, όμως, και πολλοί υποκειμενικοί παράγοντες, που αφορούν την ίδια τη ΛΑΕ, και την οδήγησαν στην εκλογική ήττα.

Η ΛΑΕ είχε σοβαρά προβλήματα αποσαφήνισης πολιτικής ταυτότητας και φυσιογνωμίας, δημόσιας εικόνας, προσανατολισμού της τακτικής της, συσπείρωσης και συνοχής των δυνάμεών της. Ο δημόσιος λόγος της ήταν μη αποτελεσματικός, συχνά μόνο καταγγελτικός και μονόπλευρος, χωρίς ολοκληρωμένη διατύπωση εναλλακτικών προτάσεών μας.

Ενώ το ακροατήριό μας, από το 2015 και μετά, ήταν βασικά οι δυσαρεστημένοι και αποστασιοποιημένοι από το ΣΥΡΙΖΑ, δεν διευκολύναμε την προσέλκυσή τους σ’ εμάς. Χάσαμε την ικανότητα να ασκούμε μαζική – συσπειρωτική πολιτική. Πολλές φορές κυριάρχησε στο δημόσιο λόγο και στις πρακτικές μας ο σεχταρισμός και κυρίως η ψευδαίσθηση περί επικείμενης κατάρρευσης του ΣΥΡΙΖΑ και του δικομματισμού, που στρέβλωναν την δουλειά μας, η οποία έπρεπε να προσανατολιστεί σε πιο δομημένη και επίμονη πολιτική, οργανωτική και κινηματική παρέμβαση. Στο μέτωπο του αντιιμπεριαλισμού δεν μπορέσαμε να συνδυάσουμε την προβολή των θέσεων μας με την αναγκαία ένταση της αντιπαράθεσης με τον εθνικιστικό χώρο, που δρούσε με στόχο τη συγκρότηση ακροδεξιού πολιτικού ρεύματος.

Η ανυπότακτη Αριστερά στο σύνολό της συμπιέστηκε εκλογικά. Συνολικά εμφανίζεται μια συντηρητική μετατόπιση της εκλογικής συμπεριφοράς των πολιτών. Το ΚΚΕ παραμένει στάσιμο ή και οριακά μειωμένο εκλογικά και περιχαρακωμένο από τις άλλες αριστερές δυνάμεις. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε κι αυτή σοβαρή εκλογική συρρίκνωση και συνεχίζει να αρνείται την ενότητα μέσα στην αριστερά και στο μαζικό κίνημα.

Με την ψευδαίσθηση που δημιούργησε το πολιτικοεκδοτικό κατεστημένο μετά τον Αύγουστο του 2018 ότι η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια και μπροστά στον κίνδυνο να επανέλθει η ΝΔ, το μεγαλύτερο τμήμα των αριστερών πολιτών επέλεξε να επιστρέψει την ψήφο του στον ΣΥΡΙΖΑ ή την ανώδυνη  κριτική του ΜΕΡΑ25, ή να παραμείνει στο άκυρο – λευκό – αποχή  ως μορφή μιας – αδιέξοδης τελικά – διαμαρτυρίας.

Με βάση τα παραπάνω, σε συνδυασμό, κυρίως, με την αγωνιστική άπνοια που υπήρχε στο εργατικό, λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα, το λαϊκό ακροατήριο, που απευθυνόταν η πρόταση της ΛΑΕ και των άλλων δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς περιορίστηκε δραματικά.

Μεγάλη επίδραση είχε στη συνείδηση λαϊκών στρωμάτων η δεκάχρονη λεηλασία τους, η απογοήτευσή τους από την στάση του ΣΥΡΙΖΑ, που οδήγησε σε παθητικότητα και σε προσαρμογή των προσδοκιών τους στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο.

Η ΛΑΕ και οι άλλες αριστερές δυνάμεις πλήρωσαν πολιτικά τις μνημονιακές πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ, που τις προωθούσε στο όνομα μίας δήθεν Αριστερής κυβέρνησης, συκοφαντώντας έτσι το σύνολο της Αριστεράς. Επίσης, πλήρωσαν εκλογικά την πολυδιάσπαση των αριστερών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, που έδινε το άλλοθι σε πολλούς ταλαντευόμενους ψηφοφόρους να αποδεχτούν τα δικομματικά διλήμματα και να ψηφίσουν πιο εύκολα το ΣΥΡΙΖΑ.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, είναι απαραίτητη η συστηματική προσπάθεια για την επανεμφάνιση λαϊκών αντιστάσεων, αλλά και για την συγκρότηση ενός ευρύτερου χώρου της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Μας χρειάζεται μία αριστερά, που δεν θα ακολουθεί βραδυπορώντας ένα παγκόσμιο καπιταλισμό, που παρά τις κρίσεις του εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Μία επαναθεμελιωμένη, με σύγχρονους όρους, Αριστερά, που να γίνει εκ νέου απειλητική για το καπιταλιστικό σύστημα με νέο ανατρεπτικό πολιτικό σχέδιο και πειστική εναλλακτική πρόταση.

Η ΛΑΕ έχει ως στόχο να συμβάλλει με όλες τις δυνάμεις της στην συγκρότηση ενός νέου πολύ ευρύτερου πολιτικού σχήματος – χώρου – μετώπου της αριστεράς, ώστε να καλυφτεί το πολιτικό κενό, που υπάρχει στο χώρο της σύγχρονης, Ριζοσπαστικής, Αριστεράς, ύστερα μάλιστα από την ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ προς τα δεξιά. Αυτό μπορεί να γίνει με τη συσπείρωση, με βάση κοινό μεταβατικό ριζοσπαστικό πρόγραμμα, όλων των δυνάμεων οργανωμένων ή ανένταχτων που έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντάς του κριτική από τα αριστερά, και δεν εκπροσωπούνται σε κοινοβουλευτικά κόμματα, άλλων δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, αγωνιστών από τα κινήματα, την τέχνη τον πολιτισμό και τη διανόηση.

Η δημιουργία ενός μόνιμου χώρου διαλόγου και κοινής δράσης της αριστεράς και ανοιχτές διαδικασίες – συζητήσεις σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο θα συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Η ΛΑΕ θα συμμετέχει και θα συμβάλλει σε πρωτοβουλίες συγκρότησης χώρου διαλόγου της ριζοσπαστικής αριστεράς με τα χαρακτηριστικά αυτά.

Παράλληλα, θα συμβάλλουμε στην ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων για την απόκρουση των εφαρμοζόμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όχι μόνο γιατί έτσι μπορούμε να υπερασπίσουμε αποτελεσματικότερα τα λαϊκά συμφέροντα, αλλά και γιατί μόνο μέσα από αυτούς μπορεί να προκύψει νέα ριζοσπαστικοποίηση με αριστερό, προοδευτικό πρόσημο και νέες ευκαιρίες αναγέννησης της Αριστεράς.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι αναγκαία η ενίσχυση κοινής δράσης με τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στο κίνημα της νεολαίας και στ’ άλλα κοινωνικά κινήματα.

Η ΛΑΕ θα παρέμβει στα βασικά κοινωνικά μέτωπα της περιόδου: ενάντια στον κυβερνητικό αυταρχισμό και στην αστυνομική καταστολή, στη νέα κατεδάφιση εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και του ενεργειακού πλούτου, τη διάλυση των κοινωνικών υποδομών, την ιδιωτικοποίηση διαχείρισης των απορριμμάτων και της ύδρευσης, τις fast track επενδύσεις. Στο μέτωπο της εκπαίδευσης, στηρίζοντας τις κινητοποιήσεις της φοιτητικής και σπουδάζουσας νεολαίας. Για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος, των ελεύθερων δημόσιων χώρων, ενάντια στις εξορύξεις, την εγκληματική διαχείριση των αποβλήτων, τις αντιπεριβαλλοντικές πολιτικές. Για την υπεράσπιση των λαϊκών νοικοκυριών, ενάντια στους πλειστηριασμούς λαϊκής κατοικίας και στις αποκοπές ηλεκτρικού ρεύματος. Για την στήριξη των ανέργων και την αντιμετώπιση της ανεργίας, για αξιοπρεπείς μισθούς και συντάξεις. Για τη συγκρότηση ενός μαζικού και ενωτικού αντιπολεμικού κινήματος με αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ενάντια στον πόλεμο, στο ΝΑΤΟ και τον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό, για την απεμπλοκή της Ελλάδας από τον επιθετικό άξονα συνεργασίας της με Ισραήλ-Αίγυπτο, για την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων από τη χώρα. Για αλληλεγγύη με ταξικά χαρακτηριστικά στους πρόσφυγες και μετανάστες.

Για να μπορέσει η ΛΑΕ να προωθήσει αποτελεσματικά την παρέμβασή της είναι απαραίτητη η ανασυγκρότησή της. Με την επανεκκίνηση των διαδικασιών των ΠΕ. Με την έναρξη βαθιάς ουσιαστικής συζήτησης για τον απολογισμό της πολιτικής της από το 2015 και μετά, αλλά, κυρίως για την επόμενη μέρα της ριζοσπαστικής αριστεράς και του κοινωνικού κινήματος. Με την διεξαγωγή Πανελλαδικής συνάντησης, που θα συγκεφαλαιώσει την πολιτική συζήτηση.

Γραφείο Τύπου Λαϊκής Ενότητας
4/2/2020

ΛΑ.Ε: Αντιδραστική αναθεώρηση του Συντάγματος με σκοπό τη σταθερότητα του συστήματος και την προστασία των αντιλαϊκών πολιτικών από την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αντιδραστική αναθεώρηση του Συντάγματος με σκοπό τη σταθερότητα του συστήματος και την προστασία των αντιλαϊκών πολιτικών από την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα

Εννέα άρθρα του Συντάγματος αναθεωρούνται από την τρέχουσα Αναθεωρητική Βουλή μετά και τη σημερινή ψηφοφορία.

Συνολικά, ο χαρακτήρας της αναθεώρησης είναι αντιδραστικός και φέρει τη σφραγίδα του δυσμενούς συσχετισμού της δύναμης που κατέγραψαν οι τελευταίες εκλογές και της επιθετικής πολιτικής της ΝΔ.

Βασικός σκοπός της αναθεώρησης είναι η μακροπρόθεσμη θωράκιση του πολιτικού συστήματος απέναντι στις λαϊκές αντιδράσεις και ο περιορισμός των δημοκρατικών δικλείδων. Όπως επίσημα ανακοίνωσε η ΝΔ η αναθεωρητική πρότασή της στηρίζεται μεταξύ άλλων στον άξονα της «πολιτικής κανονικότητας και ισορροπίας των θεσμών»!

Κεντρικό χαρακτήρα στην αναθεωρητική διαδικασία έχει η αναθεώρηση του άρθρου 32 παρ. 4 Σ που πέρασε με 158 «ναι» έναντι 139 «όχι». Με την νέα συνταγματική διάταξη αποσυνδέεται η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διαδικασία διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών. Η πρόταση αυτή, παρότι δεν στηρίχτηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ για λόγους «αντιπολιτευτικούς» και επιμέρους διαφορών, αποτελεί ουσιαστικά μια κοινή πρόταση των μνημονιακών πολιτικών δυνάμεων, η δε πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η άμεση εκλογή του ΠτΔ από το εκλογικό σώμα, σε περίπτωση αποτυχίας των κοινοβουλευτικών ψηφοφοριών.

Η αναθεωρημένη διάταξη θωρακίζει τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος και μάλιστα ανεξάρτητα από τους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, όπως διαμορφώνονται σε συγκυρίες ανόδου των λαϊκών αντιστάσεων.

Όπως έμπρακτα φάνηκε το Δεκέμβριο 2014 με την πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά, και ανεξάρτητα της θλιβερής εξέλιξης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και της προδοσίας απ΄αυτήν του λαϊκού ΟΧΙ,  οι λαϊκές κινητοποιήσεις μπορούν να επεμβαίνουν στο πολιτικό σκηνικό, οξύνοντας αντιθέσεις και ανατρέποντας αντιλαϊκές κυβερνήσεις.

Με τις πολιτειακές παρεμβάσεις επιδιώκουν τη συντηρητική σκλήρυνση του πολιτικού συστήματος και την απομάκρυνση του λαϊκού παράγοντα από τις πολιτικές και θεσμικές διαδικασίες. Προετοιμάζουν ακόμη μεγαλύτερες τομές στο μέλλον, με τη διακηρυγμένη βούληση της ΝΔ για την ενίσχυση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ, με σκοπό την αναίρεση πλευρών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Σε αυτό άλλωστε το αποτέλεσμα συντείνει, όπως προκύπτει από άλλα πολιτειακά συστήματα όπως αυτό της Γαλλίας και η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ για την άμεση εκλογή του ΠτΔ, αυξάνοντας τη νομιμοποίηση ενός μονοπρόσωπου και λιγότερο διαπερατού οργάνου.

Επίσης, με περισσό θράσος τα κόμματα των μνημονίων παρουσιάζουν ως σημαντικό έργο την με ευρεία πλειοψηφία αναθεώρηση των άρθρων 86 περί ευθύνης Υπουργών και 62 περί βουλευτικής ασυλίας, συνδεδεμένης με τα αδικήματα που άπτονται των βουλευτικών καθηκόντων. Η αναθεώρηση αυτή, που αποτελεί προσπάθεια ελάχιστης αποκατάστασης του κοινού περί δικαίου αισθήματος ιδιαίτερα, μετά από μια δεκαετία τεράστιων λαϊκών αγώνων, στερείται πραγματικής σημασίας όσο συντηρείται το αντιδραστικό πολιτικό κατεστημένο των ίδιων δυνάμεων.

Πρώτον όπως δείχνει η εμπειρία και η πολύχρονη ατιμωρησία κεντρικών πολιτικών προσώπων για την καταλήστευση του δημοσίου και των λαϊκών στρωμάτων, ουδέποτε θα ενεργοποιηθούν τέτοιες διαδικασίες, ενώ είναι δεδομένες οι προσβάσεις των δυνάμεων αυτών στο δικαστικό μηχανισμό.

Το κυριότερο όμως είναι όμως ότι πίσω από αυτές τις αλλαγές, προσπαθούν να αποκρύψουν ότι η καταλήστευση του λαού είναι δομικό στοιχείο της πολιτικής τους και θα συνεχιστεί εντονότερη, όσο δεν ανατρέπεται από τους λαϊκούς αγώνες.

Επιπλέον, ακόμη πιο κοντά στην καθαρή κομματική επιλογή, έρχεται ο ορισμός των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών, μετά την αναθεώρηση του άρθρου 101Α Σ, δηλαδή με τη μείωση του πλειοψηφικού μέτρου που απαιτείται για τη συγκρότησή τους από τα 4/5 στα 3/5.

Χωρίς καμία ντροπή, η ΝΔ παρουσιάζει την αναθεώρηση του άρθρου 21 παρ. 1 για την καθιέρωση του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος» ως δήθεν πολιτική κοινωνικής προστασίας. Αυτοί που οδήγησαν το λαό στη φτώχεια και την εξαθλίωση, που τσάκισαν κάθε δικαίωμα στο μισθό, την πρόσβαση στην υγεία, που έβγαλαν στο σφυρί τα σπίτια των εργαζομένων, και «συνταγματοποίησαν» τις περικοπές μισθών και συντάξεων στο βωμό της «δημοσιονομικής ανάγκης» για αποπληρωμή του ληστρικού χρέους, παρουσιάζουν τα ψίχουλα ως κοινωνική πολιτική.

Κανένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα αξιοπρεπούς διαβίωσης δε διασφαλίζει αυτή η διάταξη, που αντίθετα νομιμοποιεί τη διάλυση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και θεσμοθετεί τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική της αντικατάστασης των κοινωνικών δικαιωμάτων με την α λα καρτ επιδοματική πολιτική με «ψίχουλα».

Παράλληλα, παρουσιάζουν ως δήθεν «δημοκρατικά αντίβαρα» διατάξεις όπως την αναθεώρηση του άρθρου 73 για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία (τη δυνατότητα εισαγωγής νομοσχεδίων προς ψήφιση με 500.000 υπογραφές πολιτών).

Προσπαθούν έτσι, να αποκρύψουν την αναίρεση των δημοκρατικών κεκτημένων του πολιτειακού συστήματος, ενώ η μακροπρόθεσμη επιδίωξη των δυνάμεων αυτών είναι ο περιορισμός πλευρών της άμεσης δημοκρατίας και ιδίως των δημοψηφισμάτων και η υποκατάστασή τους με τέτοιες διαδικασίες, που μετατρέπουν τους πολίτες από ενεργό παράγοντα ρύθμισης των πολιτικών εξελίξεων σε «ομάδα πίεσης» που θα μπορεί να παρεμβαίνει στο πολιτικό σκηνικό με περιορισμένους και εξαιρετικούς όρους, όπως η συλλογή του απαιτούμενου αριθμού υπογραφών και θεσμικούς περιορισμούς στην εισαγωγή συγκεκριμένων προτάσεων νόμου.

Η εμπειρία του μεγάλου ΟΧΙ του λαού στο Δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 αλλά και μια σειρά δημοψηφίσματα σε όλη την Ευρώπη στα χρόνια της κρίσης, έδειξαν ότι όταν ο λαϊκός παράγοντας καλείται να παρέμβει σε κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα άμεσα έχει τη δύναμη να βάζει εμπόδια στην καταστροφική πολιτική τους.

Συνεπώς, απώτερο στόχο των πολιτειακών μεταβολών θα αποτελέσει για τις κατεστημένες δυνάμεις ο περιορισμός των μορφών ζωντανής και ενεργής έκφρασης των λαϊκών τάξεων.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος εντάσσεται και αυτή στο συνολικότερο πλαίσιο αυταρχικής θωράκισης του κρατικού μηχανισμού που προωθεί επιθετικά η κυβέρνηση της ΝΔ σε όλα τα πεδία, μέσω της πολιτειακής σκλήρυνσης, του νέου ποινικού κώδικα, της όξυνσης, της καταστολής και της περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να κατοχυρώσει προϋποθέσεις για να προωθήσει στη συνέχεια όλες τις όψεις της αντιδραστικής ατζέντας της, που ακόμη συναντά φραγμούς, που έχουν βάλει οι μεγάλοι λαϊκοί αγώνες, όπως η αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων ή ο περιορισμός των πόρων των ΟΤΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί πραγματική αντιπολίτευση σε αυτές τις στοχεύσεις.

Αντίθετα, φέρει τεράστια ευθύνη που άνοιξε την αναθεωρητική διαδικασία κατά την κυβερνητική θητεία του και επέτρεψε στην ΝΔ να υπερψηφίσει τις διατάξεις, που ήθελε με 151 ψήφους.

Η Λαϊκή Ενότητα θα πρωτοστατήσει στους αγώνες για τα κοινωνικά δικαιώματα και την επέκταση των δημοκρατικών ελευθεριών και εγγυήσεων. Μόνη αντιπολίτευση είναι οι λαϊκοί αγώνες, η ενεργοποίηση των εργαζομένων και της νεολαίας και η ενίσχυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς για τη διεκδίκηση των συμφερόντων του λαού και των δημοκρατικών κεκτημένων. Ο λαϊκός παράγοντας και η ριζοσπαστική Αριστερά μπορεί να επέμβει κρίσιμα και να σπάσει τους θεσμικούς και αυταρχικούς αποκλεισμούς που χτίζονται σε βάρος του.

Γραφείο Τύπου Λαϊκής Ενότητας

27/11/2019

Όχι στην πολιτική καταστολή, τον ρατσισμό και στο δόγμα «Νόμος και τάξις»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ, ΣΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΟΓΜΑ «ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΣ»

Το δόγμα «νόμος και τάξις», δηλαδή τη βίαιη καταστολή σε βάρος των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, εφάρμοσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα Εξάρχεια, εκκενώνοντας τέσσερις καταλήψεις , που στην πλειοψηφία τους στέγαζαν πρόσφυγες,  στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και μικρά παιδιά, ακόμα και βρέφη.

Καταδεικνύοντας έτσι το πως αντιλαμβάνεται την «καταπολέμηση της εγκληματικότητας»: όχι ως προστασία των δικαιωμάτων των  πολιτών ή ως καταπολέμηση συμμοριών που διακινούν σκληρά ναρκωτικά, οι οποίες άλλωστε  τελούν υπό  την ανοχή και την κάλυψη της αστυνομίας, αλλά  ως ταξική,  ρατσιστική και πολιτική  βαρβαρότητα που στρέφεται ενάντια στα θύματα των πολέμων, της φτώχειας και όσων αντιδρούν στις καταστροφικές ακραία νεοφιλελεύθερες επιλογές της.

Απαιτούμε από την κυβέρνηση την άμεση απελευθέρωση των προσφύγων που κρατούνται, την μετεγκατάστασή τους σε αξιοπρεπείς δομές φιλοξενίας και όχι σε hot spots ή κέντρα κράτησης, την ματαίωση οποιασδήποτε σχεδιαζόμενης απέλασης  στο πλαίσιο της επονείδιστης συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας και άλλων διμερών συμφωνιών.

Η Λαϊκή Ενότητα στέκεται σταθερά αλληλέγγυα στο πλευρό των προσφύγων και θα στηρίξει τις κινητοποιήσεις  που απαιτούνται  και προγραμματίζονται ενάντια στις πολιτικές καταστολής και τη ρατσιστική βαρβαρότητα.

Επιτροπή Δικαιωμάτων ΛΑ.Ε.
28/8/2019

Ανακοίνωση ΜΕΤΑ για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ΝΔ

Οι πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης της ΝΔ και οι προγραμματικές της δηλώσεις στη Βουλή καταδεικνύουν την πολιτική που σκοπεύει να ακολουθήσει για την επόμενη περίοδο, κάτι βέβαια που γνωρίζαμε έτσι κι αλλιώς.

Θα κινηθεί δηλ. στο ασφυκτικό πλαίσιο που έχει συνδιαμορφωθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια με τους δανειστές και την ΕΕ, μιας δεν υπάρχει καμιά πολιτική βούληση για ρήξη ούτε βεβαίως από την παρούσα κυβέρνηση, ούτε από την απελθούσα. Ο πρωθυπουργός στην ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων τόνισε μάλιστα ότι «…Στον προϋπολογισμό για το 2020 δεν θα διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία ούτε θα αμφισβητηθούν οι στόχοι των πρωτογενών πλεονασμάτων της προηγούμενης κυβέρνησης…».

Το πακέτο των πρώτων μέτρων που εξαγγέλθηκαν ή ανακοινώθηκαν, κατά την συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης στη βουλή, περιλαμβάνουν από φοροελαφρύνσεις και απαλλαγές στις επιχειρήσεις, τους εφοπλιστές και στο μεγάλο κεφάλαιο, ιδιωτικοποιήσεις επιχειρήσεων, οργανισμών και υπηρεσιών – με πρώτο θύμα τη ΔΕΗ. Επίσης, Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) και προώθηση του λεγόμενου επιτελικού κράτους, που σημαίνει, με απλά λόγια, πως οι υπηρεσίες της Υγείας, της Παιδεία, της Πρόνοιας, της Φύλαξης, της Καθαριότητας και Υποστήριξης,  της Συντήρησης και Λειτουργίας των Υποδομών των πόλεων και των υπηρεσιών, δεν έχουν θέση σε ένα επιτελικό κράτος, που η βασική του σύλληψη προϋποθέτει ένα κράτος που θα έχει μόνο υπηρεσίες που ασκούν δημόσια εξουσία.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση θέτει ως πρώτης προτεραιότητας θέματα που σχετίζονται με την ενίσχυση του «νόμου και της τάξης». Γι’ αυτό και στα πρώτα μέτρα είναι η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, η ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους με προσωπικό και μέσα, η εξαγγελία της τροποποίησης διατάξεων του κώδικα ποινικής δικονομίας, με στόχο την ενίσχυση και αυστηροποίηση των αυταρχικών του διατάξεων, τη δημιουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας τύπου Γ’, τον περιορισμό της εισόδου μεταναστών και προσφύγων κ.λπ.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται: η εγκύκλιος Βρούτση  για την κατάργηση χορήγησης ΑΜΚΑ σε αλλοδαπούς, η κατάργηση και η υποβάθμιση των ήδη υποστελεχωμένων ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους που έχουν σχέση με την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας (ΣΕΠΕ) ή της φορολογικής νομοθεσίας (ΣΔΟΕ).

Όσον αφορά στη Δημόσια Κοινωνική Ασφάλιση, η αφωνία του Πρωθυπουργού και οι γενικολογίες του υπουργού Εργασίας, κατά τις προγραμματικές δηλώσεις, αλλά και οι ωμές δηλώσεις κομματικών παραγόντων και βουλευτών της ΝΔ για το συνταξιοδοτικό – ασφαλιστικό σύστημα μας προϊδεάζουν για την πλήρη ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίησή του.

Το σίγουρο είναι ότι το επόμενο διάστημα θα έχουμε επιτάχυνση της εφαρμογής όλων των νεοφιλελεύθερων, αντεργατικών και αντιλαϊκών μέτρων που σχετίζονται με νέα προνόμια και εισφοροαπαλλαγές στο κεφάλαιο, με την περαιτέρω  ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, με τις ιδιωτικοποιήσεις  και την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας κ.λπ.

Ό,τι μέτρα σχετίζονται με ρυθμίσεις υπέρ των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων θα μπουν στη διαδικασίας της έγκρισης ή όχι από τους δανειστές και το μόνο σίγουρο θα είναι η παραπομπή τους στις καλένδες, όπως γίνεται τα δέκα τελευταία χρόνια απ’ όλες τις κυβερνήσεις. Αντίθετα, ως ΜΕΤΑ εκτιμάμε ότι ακόμα και τα μέτρα φοροελάφρυνσης των εργοδοτών θα τα πληρώσουν οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα μέσα από τα ισοδύναμα που θα απατηθούν από τους δανειστές.

Η μοναδική επιλογή που έχουν οι εργαζόμενοι είναι η οργάνωση της πάλης για την απόκρουση αυτών των πολιτικών και η κινητοποίηση τους για τη διεκδίκηση αυξήσεων στους μισθούς, στις συντάξεις και τα επιδόματα, την υπογραφή ΣΣΕ και την υποχρεωτική εφαρμογή τους και την υπεράσπιση και διεύρυνση των εργατικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους.

«Ο νεοφιλελεύθερος κ. Μητσοτάκης νεοφιλελεύθερη πολιτική κάνει»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Σχόλιο του Γραφείου Τύπου για το πρόγραμμα της ΝΔ:

«Ο νεοφιλελεύθερος κ. Μητσοτάκης νεοφιλελεύθερη πολιτική κάνει»

Χθες, ο πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε τους 16 πυλώνες του προγραμματικού σχεδίου της ΝΔ.

Παρά την έντονη προσπάθεια του ίδιου αλλά και του επικοινωνιακού επιτελείου της ΝΔ, ο κ. Μητσοτάκης δεν κατόρθωσε να αποφύγει -για μία ακόμη φορά- αυτό που τελικά μοιάζει αναπόφευκτο: την επανεπιβεβαίωση του καθαρού νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού της ΝΔ συνολικά.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης για τους δύο πραγματικούς άξονες στους οποίους κινείται η ΝΔ:

  • αυτόν της δουλικής εξυπηρέτησης των μεγάλων επιχειρήσεων και της εύρεσης κάθε τρόπου ενίσχυσής τους (μείωση φορολογίας, διευκολύνσεις παντός είδους κ.ά.) και
  • αυτόν της απουσίας οποιουδήποτε μέτρου, ακόμη και ενδιαφέροντος, για τα λαϊκά στρώματα που δοκιμάζονται σκληρά καθ’ όλη τη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου.

Αλλά και οι όποιες αναφορές σε άλλους τομείς, ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την αύξηση της ήδη προκλητικής κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων, των «επενδύσεων» όπως τις ονοματίζει ο κ. Μητσοτάκης.

Καθόλου τυχαίο επίσης δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι από το πρόγραμμα που παρουσιάστηκε από τον πρόεδρο της ΝΔ, έλειπε οποιαδήποτε αναφορά για το ήδη κατεστραμμένο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας, το οποίο η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου κατεδάφισε και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έδωσε τη χαριστική βολή.

Εξάλλου, τι να πει για αυτό όταν το πρόγραμμα της ΝΔ αναφέρει ότι θα εφαρμόσει το ασφαλιστικό σύστημα του δικτάτορα Πινοτσέτ που οδήγησε, στη Χιλή, σε μειώσεις συντάξεων έως 70%;

«Την ειμαρμένην ουδ’ αν είς εκφύγοι». Ο κ. Μητσοτάκης νεοφιλελεύθερος είναι, νεοφιλελεύθερη πολιτική κάνει.

Επομένως, οι πολίτες που θέλουν να τιμωρήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί εφάρμοσε μνημονιακές αντικοινωνικές πολιτικές, εάν ψηφίσουν τη ΝΔ, δεν θα τιμωρήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τον ίδιο τον εαυτό τους, γιατί η ΝΔ θα συνεχίσει και κλιμακώσει τις αντιλαϊκές πολιτικές.

Η πιο αποτελεσματική τιμωρητική ψήφος και προς τον ΣΥΡΙΖΑ και προς τη ΝΔ είναι η ψήφος στη ΛΑΪΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ, για να μείνει αναμμένη η σπίθα της αντίστασης και της ανατροπής αλλά και η ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς, ενάντια στη λιτότητα, τη φτωχοποίηση και την ταπείνωση του λαού και της νεολαίας.

Το Γραφείο Τύπου της Λαϊκής Ενότητας,
22/06/2019

Εκλογές 2019: Με την ΛΑΕ, την ανυπότακτη Αριστερά, να ανατρέψουμε τις προβλέψεις τους

Της Μαριάνας Τσίχλη,
υποψήφιας βουλευτή στον Νότιο Τομέα Αθηνών (Β3 Αθήνας) με την Λαϊκή Ενότητα

Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε…

Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών του Μαΐου διέλυσαν με πάταγο πολλές ψευδαισθήσεις. Στην Ελλάδα, όλες οι εκφάνσεις της αριστεράς, υποχώρησαν, λιγότερο ή περισσότερο, και η επόμενη μέρα δημιουργεί προβληματισμούς στο σύνολο των δυνάμεών της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, η «πρώτη φορά αριστερή» κυβέρνηση, όχι μόνο δεν έσκισε τα μνημόνια, αλλά αποτέλεσε την πιο σταθερή και την μακροβιότερη μνημονιακή κυβέρνηση της τελευταίας δεκαετίας. Έχοντας την στήριξη των ιμπεριαλιστικών κέντρων, αλλά και του εγχώριου κεφαλαίου, επέβαλε σκληρά νεοφιλελεύθερα μέτρα, αλλά και προσέδεσε, σε πρωτόγνωρο βαθμό για τις τελευταίες δεκαετίες, την Ελλάδα στο άρμα του ευρωατλαντισμού. Έσπειρε την ηττοπάθεια και την απογοήτευση, έπαιξε τεράστιο ρόλο στο να σιγήσουν οι αγώνες και τα κινήματαδιέσυρε το όνομα και την τιμή της αριστεράς. Με την πολιτική του, έστρωσε το δρόμο στην αναστήλωση της πιο επιθετικής, νεοφιλελεύθερης, αυταρχικής δεξιάς των τελευταίων δεκαετιών. Η πολιτική του, πέρα από την ήττα στις ευρωεκλογές, οδήγησε στο να παραδοθούν στη δεξιά όλες, πλην μίας, οι περιφέρειες της χώρας, και η πλειοψηφία των δήμων της.

Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε αποτελέσματα που συσσωρεύθηκαν πάνω στα κοινωνικά και οικονομικά ερείπια που έφεραν οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις. Η διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων και η γενίκευση των ελαστικών σχέσεων εργασίας οδήγησε στον τετραπλασιασμό των εργαζόμενων των 250 ευρώ και στον τριπλασιασμό των εργαζόμενων των 500-600 ευρώ. Η συνολική μείωση των εισοδημάτων των λαϊκών νοικοκυριών ξεπέρασε το 30% τα οκτώ τελευταία χρόνια. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν κερδισμένοι από την κρίση. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, που, μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής καταστροφής, επανέφεραν την κερδοφορία τους στα προ κρίσης επίπεδα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ήττα του στις εκλογές είναι δεδομένη ενώ, δεν χωράει καμία αυταπάτη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να παίξει την επόμενη μέρα τον ρόλο κάποιας «αντιπολίτευσης» με συμμετοχή στους αγώνες και τις διεκδικήσεις, ούτε βέβαια έχουν καμία αξία λογικές χαμένης ψήφου και μικρότερου κακού. Αλλωστε η αυτοδυναμία της Ν.Δ. εξαρτάται από το δικό της ποσοστό και από το αν θα υπάρξει επτακομματική, ή οκτακομματική βουλή.

Δεν έχουν έτσι καμία βάση τα αφηγήματα της εξόδου από τα μνημόνια. Αντίθετα, βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο η μνημονιακή πολιτική να αποτελέσει μία νέα «κανονικότητα».

Η πολιτική που εξαγγέλλεται από τη ΝΔ αποτελεί επιθετική συνέχεια και υπέρβαση της πολιτικής που υλοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για μέτρα που ευνοούν εξόφθαλμα το μεγάλο κεφάλαιο (όπως η μείωση της φορολογίας των μερισμάτων, ή τα κίνητρα και οι φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο), εντείνοντας ταυτόχρονα την επίθεση στους εργαζόμενους και τη νεολαία. Ο Μητσοτάκης μας υπόσχεται πλήρη διαλυτοποίηση των εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων (μέχρι του σημείου να προτείνει επταήμερη εργασία), ακόμα πιο σκληρές επιθέσεις στο εργατικό δίκαιο, πλήρη απελευθέρωση των πλειστηριασμών, ασφαλιστικό Πινοσέτ, ενώ κεντρικός άξονας του προγράμματος του είναι η παράδοση του δημόσιου χώρου στους «επενδυτές» σε βάρος του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής της πλειοψηφίας (βλ. εξαγγελίες για το Ελληνικό κλπ), ιδιωτικά πανεπιστήμια, ένταση της καταστολής και του αυταρχισμού.

Η Ν.Δ. αποκαθίσταται ως το βασικό αστικό κόμμα, με μία ιδιαίτερα επιθετική πολιτική για τους εργαζόμενους και τη νεολαία και θα αποτελέσει τον πιο σημαντικό αντίπαλο, την επόμενη περίοδο για το λαϊκό κίνημα και τις εργαζόμενες τάξεις.

Κανένας εργαζόμενος, κανένας νέος, δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιβραβεύσει αυτές τις πολιτικές. Κανένας δεν πρέπει να δώσει νομιμοποίηση, ή λευκή επιταγή, στις πολιτικές κατευθύνσεις που θα φέρουν ακόμα μεγαλύτερα πλήγματα στη ζωή και το μέλλον μας.

Όμως εγώ

Δεν παραδέχτηκα την ήττα.

Από την άλλη μεριά, οι δυνάμεις της αριστεράς πλήρωσαν – δικαίως ή αδίκως – την αδυναμία τους να ανασυγκροτήσουν τους αγώνες, να διαμορφώσουν μία αξιόπιστη, ενωτική, μαζική πολιτική πρόταση.

Το σκηνικό που θα διαμορφωθεί μετά τις εκλογές, διαμορφώνει κινδύνους για την σταθεροποίηση και παγίωση μίας πολιτικής μακροπρόθεσμα καταστροφικής για τα συμφέροντα της πλειοψηφίας. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί έναυσμα για νέους αγώνες.

Η σκληρή, νεοφιλελεύθερη πολιτική που προαναγγέλει η Ν.Δ. του Μητσοτάκη, θα συναντήσει αντιστάσεις. Ταυτόχρονα, η υποτιθέμενη οικονομική σταθεροποίηση και η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, όχι μόνο είναι εντελώς αναιμική και ασταθής αλλά τα δομικά προβλήματά της εξακολουθούν να παραμένουν. Το ασφυκτικό πλαίσιο που επιβάλλει η συμμετοχή στο ευρώ, η αποεπένδυση, η αποβιομηχάνιση, η μείωση του εργατικού δυναμικού με την μετανάστευση, το χρεοκοπημένο ελληνικό τραπεζικό σύστημα,  και, το κυριότερο, οι ιλιγγιώδεις πόροι και τα πλεονάσματα που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των μη βιώσιμων ιδιωτικών χρεών και του δημόσιου χρέους, διαμορφώνουν μία οικονομία στάσιμη και καθιστούν τα ενδεχόμενα επανεμφάνισης μίας νέας οξείας κρίσης πάντοτε υπολογίσιμα. Το ίδιο το πρόγραμμα της Ν.Δ. με την εξαίρεση της έντασης της καταστολής και την παράδοση ελεύθερων χώρων και του περιβάλλοντος στους επενδυτές, στην πραγματικότητα αποτελεί έκθεση ανεφάρμοστων ιδεών. Π.χ. αναφέρει ως στόχους την επόμενη τριετία, αύξηση επενδύσεων 65 δις ευρώ, προερχόμενων από τον ιδιωτικό τομέα, όταν τα τελευταία χρόνια, παρά την αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, συνεχίζεται η αποεπένδυση.

Η σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική, η οικονομική στασιμότητα, ταυτόχρονα με την  δυνατότητα να αποδεσμευθεί ένα δυναμικό που όλη την προηγούμενη περίοδο υποστήριζε τον ΣΥΡΙΖΑ, στη λογική του μικρότερου κακού, διαμορφώνουν  προϋποθέσεις έντασης των κοινωνικών αγώνων την επόμενη περίοδο.

Όμως, για να αναπτυχθούν οι αγώνες και πολύ περισσότερο, για να πετύχουν αποτελέσματα, είναι απολύτως απαραίτητη μία όσο το δυνατόν πιο ισχυρή αριστερά.

Ιδίως μια αριστερά που θα μπορεί να συγκροτήσει αγώνες και κινήματα, να εμπνεύσει τον κόσμο να ξεπεράσει την απογοήτευση, μια αριστερά που θα διαθέτει ανανεωμένο και μαζικό λόγο, δυνάμεις σε εργασιακούς, κοινωνικούς και αυτοδιοικητικούς χώρους.

Μία αριστερά που θα έχει ταυτόχρονα ριζοσπαστική και ενωτική πολιτική και θα μπορεί αύριο να γίνει πόλος συσπείρωσης κοινωνικών δυνάμεων, αλλά και πολιτικών δυνάμεων, με ισότιμους, δημοκρατικούς και ειλικρινείς όρους.

Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί, τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού…

Η Λαϊκή Ενότητα (ΛΑΕ) είναι μία πρωτοπόρα και αξιόπιστη δύναμη της αριστεράς, που δεν συμβιβάστηκε, δεν μετατοπίστηκε από τις θέσεις της, που χαρακτηρίστηκε από συνέπεια και ανιδιοτέλεια.

Σήμερα παρά τα γενικότερα και ειδικότερα αρνητικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών, καλούμε σε υποστήριξη της ΛΑΕ, γιατί πιστεύουμε ότι έχει μία διακριτή θέση μέσα στην πολιτική σκηνή και στην ελληνική αριστερά.  Είναι η μόνη δύναμη που έχει συγκεκριμένο, αναλυτικό και εφικτό πολιτικό πρόγραμμα για τις ρήξεις που είναι απαραίτητες για να καταστεί δυνατός ένας άλλος δρόμος διεξόδου, υπέρ των συμφερόντων της πλειοψηφίας, απέναντι στις πολιτικές των μνημονίων και που υπερασπίζεται ότι αυτή η κατεύθυνση μπορεί να υλοποιηθεί σήμερα και όχι σε ένα απροσδιόριστο σοσιαλιστικό, ή αντικαπιταλιστικό μέλλον.

Το πρόγραμμα αυτό και η πολιτική της πρόταση για την αριστερά, στην πραγματικότητα συμπυκνώνει την αριστερή τάση της κοινωνικής σύγκρουσης της περιόδου του 2010 – 2015, με αποκορύφωμα το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα. Σήμερα επιχειρείται από πολλές πλευρές η ακύρωση αυτής της κοινωνικής διεργασίας και προοπτικής. Η αναστηλωμένη δεξιά και οι δυνάμεις γύρω της (ΚΙΝΑΛ, ακροδεξιά) αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκουν να προβάλλουν μια νέα κανονικότητα, ότι η προοπτική μίας άλλης, εναλλακτικής πολιτικής αποτελεί μία ιστορική ανορθογραφία και ότι υπήρξε λαϊκή παραπλάνηση.

Η ΛΑΕ είναι μία δύναμη, που πολιτικά εκφράζει μία διαφορετική προοπτική και ταυτόχρονα  η οποία, από την πρώτη μέρα της συγκρότησής της, το 2015, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των αγώνων για την υπεράσπιση των λαϊκών κατοικιών, το ασφαλιστικό, τις συντάξεις, τα εργασιακά δικαιώματα, την προστασία του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής των πολιτών, ενάντια σε κάθε είδους «επενδυτικά συμφέροντα».

Είναι ταυτόχρονα, μία δύναμη, η οποία κατανοεί ότι η διάσπαση και ο κατακερματισμός είναι μέρος του προβλήματος και καταδικάζει την αριστερά και το λαϊκό κίνημα σε αδυναμία να παράξει αποτελέσματα. Γι’ αυτό πήρε και παίρνει με διάρκεια και συνέπεια πρωτοβουλίες καλέσματος και συσπείρωσης των αριστερών, ριζοσπαστικών δυνάμεων στο κίνημα και τις πολιτικές μάχες και θα συνεχίσει με ένταση αυτή την προσπάθεια και μετά τις εκλογές.

Είναι η μόνη δύναμη της αριστεράς που μετά τις ευρωεκλογές δεν επιχείρησε την αυτοεπιβεβαίωση και την καλλιέργεια της αντίληψης ότι φταίει κάποιος άλλος, πέρα από εμάς. Έκανε βαθιά και γενναία αυτοκριτική, ξεκίνησε τη συζήτηση για τον προσδιορισμό των λαθών που έκανε τα προηγούμενα χρόνια, επιχειρεί να αλλάξει φυσιογνωμία και ηγετικό προσωπικό, αναίρεσε προβληματικά και θολά σημεία που κόστισαν.

Είναι, ακόμα, μία δύναμη που επιχειρεί μία βαθιά ανανέωση, να βγάλει στην πρώτη γραμμή νέους και νέες, γυναίκες, πραγματικούς εργαζόμενους ανθρώπους του μόχθου. Το απέδειξε στα σχήματα που στήριξε στις αυτοδιοικητικές εκλογές, το απέδειξε μετά τις ευρωεκλογές με την ευρεία ανασύνθεση του δυναμικού της.

Για όλους αυτούς τους λόγους, της αντιστοιχεί να διεκδικήσει την ψήφο των εργαζόμενων και της νεολαίας, με αυτοπεποίθηση, πείσμα και με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη μέρα.

Για άλλη μια φορά, μία από τα ίδια;

Μια σειρά από δυνάμεις που διεκδικούν την ψήφο στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, και – είτε άμεσα, είτε έμμεσα – αναφέρονται στην αριστερά, δυστυχώς φαίνεται ότι λίγα κατανόησαν από την μνημονιακή δεκαετία που πέρασε, τη δεκαετία των μεγάλων πολιτικών ανατροπών, αλλά και της μεγάλης απογοήτευσης και της ήττας.

Το ΚΚΕ εξακολουθεί την ίδια πολιτική που απέχει από τις πραγματικές μάχες και που στις κρίσιμες στιγμές (με κορυφαίο παράδειγμα τη μάχη του δημοψηφίσματος του 2015) κάνει επιλογές σταθεροποίησης του συστήματος. Μάλιστα, επιχειρεί εκ των υστέρων να δικαιώσει μία πολιτική που καταπολέμησε την εναλλακτική προοπτική και διέξοδο, με την επιχειρηματολογία ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη, χωρίς τη «λαϊκή εξουσία» θα οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα. Που αρνείται κάθε συμμαχία, στο κίνημα και στις πολιτικές μάχες. Που εγκλωβίζει στην αναμονή της «λαϊκής εξουσίας», στη λογική της απλής και αδιέξοδης διαμαρτυρίας, χωρίς καμία αντανάκλαση στο σήμερα.

Το ΜΕΡΑ25, προγραμματικά και πολιτικά, έχει μικρή σχέση με την αριστερά. Με ένα προσωποπαγή, μηντιακά κατασκευσμένο μηχανισμό και μία πολιτική πρόταση γεμάτη ιδιομορφίες και παραπλήσια με τις προτάσεις του αρχηγού του την περίοδο 2014 – 2015. Στο δίλημμα, εάν είναι αναγκαία η ρήξη και η σύγκρουση με τους μηχανισμούς των δανειστών και της ευρωζώνης, απαντά με την αδιέξοδη λογική της «σκληρής διαπραγμάτευσης» και της προοδευτικής μεταβολής στην Ευρωζώνη. Αυτή η κατεύθυνση έδειξε τα τραγικά της αποτελέσματα το 2015, με την νεοφιλελεύθερη προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ. Φτάνει δε στο σημείο να προτείνει μέτρα που κινούνται σε σαφώς νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις, προτείνοντας ιδιωτικά πανεπιστήμια, ή ιδιωτικοποιήσεις με ήπιο πρόσημο, αλλά και να εντάσσει στα ψηφοδέλτιά του πρόσωπα που δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με την αριστερά. Άλλωστε, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον αποφασιστικό ρόλο Βαρουφάκη στην αποδοχή του χρέους με την αποδοχή της συμφωνίας της 20ης Φλεβάρη του 2015, την απόδοση των αποθεματικών για την αποπληρωμή του χρέους, την υπερψήφιση του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που στέρησε όσους σήμερα απειλούνται με πλειστηριασμούς από βασικά τους όπλα και ενίσχυσε τις τράπεζες.

Η Πλεύση Ελευθερίας επέλεξε μία στάση που τονίζει με κάθε ευκαιρία ότι, σε συμβολικό επίπεδο, θέλει να απαλλαγεί από το «βαρίδι» της αριστεράς, αλλά και υιοθέτησε μία απαράδεκτη τοποθέτηση ανοιχτής συμμετοχής και στήριξης στα εθνικιστικά συλλαλλητήρια. Την ίδια στιγμή, συγκροτείται απολύτως προσωποκεντρικά, χωρίς καμία γείωση σε χώρους, κοινωνικά κινήματα, στη νεολαία, στις γειτονιές, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να παίξει κανένα ρόλο στους αγώνες της επόμενης μέρας. Ενώ, ταυτόχρονα, αρνείται κάθε συνεργασία.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει επιλέξει μία στάση απομονωτισμού, σε συνδυασμό με μία αντίληψη παραπομπής των δυνατοτήτων πάλης και νίκης του κοινωνικού κινήματος στην «αντικαπιταλιστική ανατροπή».

Δυστυχώς όλες αυτές οι αντιλήψεις είναι μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης.

Βρισκόμαστε πράγματι σε ένα μεταίχμιο. Όσο και αν φαίνεται πιθανότατη η αποτύπωση ενός συσχετισμού πιο δύσκολου για το κίνημα και την αριστερά, οι πολιτικές που θα επιχειρήσουν να επιβάλουν το επόμενο διάστημα θα δημιουργήσουν ρωγμές.

Από αυτή τη σκοπιά, είναι απολύτως απαραίτητη η προετοιμασία για να ανταποκριθούμε στους αυριανούς αγώνες.

Η ενίσχυση της ανυπότακτης αριστεράς, της ΛΑΕ, είναι, από αυτή την άποψη, απαραίτητη για την επόμενη μέρα, για να μην κυριαρχήσουν οι δεξιές μετατοπίσεις μέσα στην αριστερά, για να αποδοκιμασθεί ο κατακερματισμός και η διάσπαση, για να μείνει ζωντανό το όραμα και η προοπτική του άλλου δρόμου, που θα ανοίξει δυνατότητες για ευρύτερες συγκρούσεις και ρήξεις.

Το ΜέΡΑ25 (και DiEM25) μέσα από το καταστατικό και το πρόγραμμά του

Της Ελένης Πορτάλιου *
Πηγή: Iskra.gr

Ύστερα από ένα σύντομο προοίμιο, όπου περιγράφεται η «χρεοδουλοπαροικία» με όρους αποκάλυψης παρά κοινωνικούς και πολιτικούς, ανακοινώνεται η δημιουργία του Μετώπου Ευρωπαϊκής Ανυπακοής – ΜέΡΑ25, που αποτελεί «το ελληνικό πατριωτικό μέτωπο των υπεύθυνα ανυπάκουων ευρωπαϊστών του πρώτου στην ιστορία δι-εθνικού πανευρωπαϊκού κινήματος για τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης και της κάθε χώρας ξεχωριστά – του DiEM25».

Ο συντάκτης του κειμένου είναι φανερό ότι αγνοεί ή αποσιωπά όχι μόνο την ευρωπαϊκή και ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα της Αριστεράς, αλλά και τα σύγχρονα διεθνικά / διευρωπαϊκά κινήματα: αντιπαγκοσμιοποιητικό και πλατείες, που συγκλόνισαν τον κόσμο στο τέλος του 20ού και τις αρχές του 21ου αιώνα. Το ΜέΡΑ είναι κομήτης εξ ουρανού. Η αυτοαναφορικότητα είναι η υπέρ πάντων αρχή όπως και το παρόν, απολύτως αποσυνδεδεμένο από τον ιστορικό χρόνο.

Παρά την πολυλογία, το καταστατικό αφήνει ασαφές το αντικείμενό του: τι ακριβώς ιδρύεται; «ΜέΡΑ25 και DiEM25 σημαίνουν το ίδιο πράγμα (ελληνικά και λατινικά) σηματοδοτώντας τον ευρωπαϊκό διεθνισμό του νέου κόμματος». Αμέσως μετά αναφέρεται ότι «το ΜέΡΑ25 αποτελεί τον ελληνικό εκλογικό βραχίονα του πανευρωπαϊκού “Κινήματος για τη Δημοκρατία στην Ευρώπη”, στόχος του οποίου είναι ο εκδημοκρατισμός της Ευρωπαϊκής Ενωσης γενικότερα και όλων των χωρών ειδικότερα…. Ολες οι αποφάσεις πολιτικών και δράσεων του ΜέΡΑ25 θα λαμβάνονται από τα συλλογικά του όργανα τα οποία λογοδοτούν σε όλα τα μέλη του DiEM πανευρωπαϊκά (!!). Εμβλημα του κόμματος είναι οι λέξεις ΜέΡΑ και DiΕΜ ενωμένες με ένα χελιδόνι και τον αριθμό 25».

Πάντως, ίσως για να μπει τάξη σ’ αυτό το χάος, «για τα μέλη του ΜέΡΑ υπάρχει κώδικας συντροφικής συμπεριφοράς». Κάτι θυμίζει αυτό από τα σχολεία της δεκαετίας ’50 και ’60! Κάθε μέλος του ΜέΡΑ γίνεται αυτομάτως μέλος του DiEM. Τα μέλη του ΜέΡΑ μετέχουν σε μια από τις τοπικές Ομάδες Ανυπακοής (ΟΑ). Εχουν δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κ.λπ. Πολύ ενδιαφέρον είναι πάντως ότι «διατηρούν δικαίωμα λόγου και δικαίωμα να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους ακόμα και αν είναι μειοψηφική (!!)». Πρωτοφανείς ελευθερίες στον δύσκολο 21ο αιώνα!

Οι Ομάδες Ανυπακοής είναι πάντως δεμένες χειροπόδαρα. «Οι ΟΑ υπόκεινται σε περιορισμούς με σημαντικότερο ότι δεν μπορούν να συνεργάζονται με άλλα κόμματα ή κινήσεις χωρίς την πρότερη συνεννόηση με την Πολιτική Γραμματεία ή να προωθούν σκοπούς ή αξίες ασυμβίβαστες με το πνεύμα της διακήρυξης του κόμματος και τις εκάστοτε εκστρατείες του. Για να διασφαλιστεί ότι οι δράσεις των ΟΑ είναι σύμφωνες με τη Διακήρυξη και για να υπάρχει ποιοτικός έλεγχος πάνω στο πώς η κοινή γνώμη θα διάκειται απέναντι στο κόμμα, τα μέλη των ΟΑ δεν μπορούν να δημοσιεύουν κείμενο / εικόνες / βίντεο / δράσεις που προορίζονται για το ευρύ κοινό χωρίς πρότερη έγκριση από την πολιτική ηγεσία».

Επιπλέον, «οι ομάδες βάσης του ΜέΡΑ25 όλων των βαθμίδων δεν επιτρέπεται να δημιουργούν δημόσιες ιστοσελίδες, ομάδες και λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χωρίς την έγκριση της Πολιτικής Γραμματείας». Τι να πει κανείς όταν όλα σχεδόν τα μέλη των κομμάτων, πολύ περισσότερο του ΣΥΡΙΖΑ, έχουν ιστοσελίδες, blogs, facebook κ.λπ. και συνομιλούν ακατάπαυστα, φυσικά αλογόκριτα!

Τελικά, ένας μεταμοντέρνος ζντανοφισμός μπαίνει σφήνα στις «ανεξάντλητες πρωτοβουλίες των μελών της βάσης», όπως λέγαμε παλιά στο ΚΚΕ Εσωτερικού. Οχι ότι θα υπάρξουν μαζικές πρωτοβουλίες των μελών του ΜέΡΑ που θα είναι δυνατόν να ελέγχονται αρμοδίως. Γιατί ένα κόμμα-μη κόμμα με δομή εγγενώς αυταρχική δεν μπορεί να έχει ενεργά μέλη, μόνο οπαδούς που ενοποιεί ο αρχηγός-μεσσίας.

Το πρόγραμμα του ΜέΡΑ είναι εξαντλητικό. Υποθέτει ότι θα κυβερνήσει αυτοδύναμα και είναι πανέτοιμο να μιλήσει επί παντός του επιστητού – από τις 7 θεσμικές τομές (Πρωτογενή πλεονάσματα που καταργούν τη λιτότητα, Αναδιάρθρωση Δημόσιου Χρέους, Δημόσια Εταιρεία Αναδιάρθρωσης Ατομικών Χρεών, Φορολογικοί συντελεστές, Δημόσιο Εξωτραπεζικό Σύστημα Πληρωμών, Μετατροπή ΤΑΙΠΕΔ και Υπερ-Ταμείου σε Αναπτυξιακή Τράπεζα, Σεβασμός σε μισθωτή εργασία και δημιουργική επιχειρηματικότητα) μέχρι το τελευταίο υποπρόβλημα.

Χαρακτηριστικά των δεκάδων παραδειγμάτων είναι: συνεχής καθαρισμός δασικών εκτάσεων, συντήρηση του δικτύου νερού, αντικατάσταση της παθητικής αποστήθισης από μεθόδους ενεργητικής εκμάθησης, γενικά λύκεια που προετοιμάζουν τους μαθητές για πανεπιστημιακές σπουδές, ποσοστώσεις εγχώριου περιεχομένου στα ΜΜΕ κ.λπ.

Μέσα σ’ ένα πνεύμα πολυπραγμοσύνης και επίδειξης γνώσεων προκύπτει η πλήρης σύγχυση ανάμεσα στις κυβερνητικές αρμοδιότητες και αυτές μιας δημοκρατικά συγκροτημένης δημόσιας διοίκησης. Η κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο γιατί θεσμοθετούνται Διαβουλευτικά Συμβούλια Κληρωτών και Εκλεγμένων Πολιτών (ΔΙΑΣΚΕΠ) -που θα χαράσσουν πολιτική για την παιδεία, τον πολιτισμό, τα ΜΜΕ-, όπως επίσης Συμμετοχικά Εθνικά, Περιφερειακά Συμβούλια, άσχετα με τους αυτοδιοικητικούς θεσμούς.

Το κύριο πρόβλημα με το πρόγραμμα δεν είναι πάντως αυτό. Θέλει να αγνοεί επιδεικτικά ότι η σχέση με την Ευρωπαϊκή Ενωση είναι συγκρουσιακή και οι υπαρκτοί βαθμοί ελευθερίας πολύ περιορισμένοι. Αλλωστε, ο επικεφαλής του ΜέΡΑ γνωρίζει, ως υπουργός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ το 2015, ότι η Ε.Ε. δεν υποχωρεί ούτε μπροστά στα ωραία μας προγράμματα ούτε καν μπροστά στο 62% Οχι του ελληνικού λαού.

Οι βαθμοί ελευθερίας εντός Ε.Ε. -εφόσον η επιδίωξη και του ΜέΡΑ δεν είναι η έξοδος- καθορίζονται από ένα σχέδιο σύγκρουσης στα σημεία με ουσιαστικά συμμέτοχη τη λαϊκή πλειοψηφία, τους πολλούς. Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 έγκειται σε αυτό ακριβώς: στην απουσία ενός σχεδίου σύγκρουσης που θα διέθετε και εναλλακτική λύση.

Το ΜέΡΑ ως εκ των ποσοστών του δεν θα βρεθεί μπροστά σε τέτοια διλήμματα. Γι’ αυτό και πορεύεται απολύτως αυτόνομα και διακηρύσσει ό,τι θέλει.

* Η Ελένη Πορτάλιου είναι ομ. καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ

Για την Αριστερά της επόμενης μέρας ή γιατί έχει σημασία η ενίσχυση της ΛΑΕ στις εκλογές της 7ης Ιουλίου

Του Δημήτρη Σαραφιανού,
υποψήφιου βουλευτή Α’ Αθήνας

Στις ευρωεκλογές επιβεβαιώθηκαν τα αποτελέσματα της λογικής του μονόδρομου: αν ακολουθείς δεξιά πολιτική θα έρθουν στην εξουσία οι αυθεντικοί εκφραστές της πολιτικής αυτής για να την εφαρμόσουν.

Όταν μια δύναμη κυβερνά στο όνομα της Αριστεράς και εφαρμόζει νεοφιλελεύθερη πολιτική ακολουθώντας τις επιταγές των «θεσμών», τότε η νεοφιλελεύθερη πολιτική απενοχοποιείται.

Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι γνωστά: λόγω της επέκτασης των ελαστικών εργασιακών σχέσεων έχουν τετραπλασιασθεί στις 250.000 οι εργαζόμενοι των 250 ευρώ και τριπλασιάστηκαν στις 570.000 οι εργαζόμενοι των 500-600 ευρώ. Ετσι ναι μεν καταργήθηκε ο υποκατώτατος μισθός αλλά η κατάργηση αυτή δεν είχε αντίκτυπο στις εργασιακές σχέσεις και η μετανάστευση των νεων συνεχίστηκε.

Οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις,  η εγκαθίδρυση της ΤΙΝΑ ως κυρίαρχου ιδεολογικού ρεύματος, το άγχος για την καθημερινότητα της επιβίωσης και βέβαια ο κίνδυνος της έξωσης επέδρασαν και στη δυνατότητα ανάπτυξης κοινωνικών αντιστάσεων.

Ετσι, εξαιτίας της λιτότητας, της κατεδάφισης εργασιακών σχέσεων και μισθών, αλλά και της έλλειψης κοινωνικών αντιστάσεων ωφελήθηκαν και αύξησαν την κερδοφορία τους οι μεγάλες επιχειρήσεις: μόνο το 2017 τα κέρδη των 1100 μεγαλυτερων επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά 97%, άλλων δε 16.000 κατά 65%. Τα κέρδη αυτά δεν επανεπενδύονται, ούτε οδηγούν σε αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά είτε αποθησαυρίζονται, είτε καταναλώνονται σε εισαγόμενα πολυτελή αγαθά.

Ταυτόχρονα, η νεοφιλελεύθερη πολιτική ακολουθήθηκε κατά γράμμα σε μια σειρά άλλους τομείς: ιδιωτικοποιήσεις, υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους, απελευθέρωση πλειστηριασμών, μείωση συντάξεων ιδίως για τους νέους συνταξιούχους, υπερφορολόγηση λαϊκών στρωμάτων μέσω έμμεσων και άμεσων φόρων κλπ. κλπ.

Η πολιτική που προτείνει η ΝΔ (μείωση της φορολογίας των μερισμάτων, κίνητρα και φοροαπαλλαγές για το κεφάλαιο, πλήρη αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και περαιτέρω υποβάθμιση των ΣΣΕ, fast truck έγκριση επενδύσεων ακόμα και αν είναι καταστροφικές για το περιβάλλον, κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα τύπου Πινοσέτ, παράδοση της δημόσιας υγείας και παιδείας στο κεφάλαιο, ένταση του αυταρχισμού και της καταστολής), αποτελεί συνέχεια και επέκταση προς το χειρότερο της πολιτικής που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ (διατήρηση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και του μνημονιακού καθεστώτος για τις ΣΣΕ, συρρίκνωση της δημόσιας χρηματοδότησης σε υγεία και παιδεία προκειμένου να επιτευχθούν πρωτογενή πλεονάσματα, εισαγωγή κεφαλαιοποιητικού μοντέλου στην κοινωνική ασφάλιση με τον ν. Κατρούγκαλου, περαιτέρω αποδιάρθρωση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, διατήρηση των ειδικών δυνάμεων καταστολής, κατασκευή δικογραφιών ενάντια σε κινητοποιήσεις από το διαβόητο Τμήμα Προστασίας του Κράτους και του Δημοκρατικού Πολιτεύματος), αλλά και της πολιτικής που επιθυμεί να συνεχίσει, όπως φαίνεται από τον διαγωνισμό του με τη ΝΔ στις προτάσεις φοροαπαλλαγών για το μεγάλο κεφάλαιο.

Η δε πολιτική αυτή παραμένει πάντα αντιφατική και αδιέξοδη, ιδίως για τις γενιές που έρχονται. Η επιτροπεία είναι εδώ όπως αποδεικνύεται περίτρανα από τις ώρες διαπραγμάτευσης που καταναλώνονται με τους «θεσμούς» για κάθε νόμο (ακόμα και αν καταργεί την προστασία της πρώτης κατοικίας). Η κυβέρνηση έχει δεσμεύσει και τις επόμενες κυβερνήσεις για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5 % ετησίως μέχρι το 2022 και 2,2% ετησίως μέχρι το 2060, δηλαδή για συνέχιση των πολιτικών λιτότητας. Το δημόσιο χρέος όχι μόνο δεν κουρεύτηκε ούτε ένα ευρώ, αλλά αυξάνεται συνέχεια (το 2018 κατά 30 δις στα 358 δις) και μαζί με το ιδιωτικό χρέος προς τράπεζες, ξένα funds, δημόσιο και ασφαλιστικούς οργανισμούς ξεπερνούν το 322% του ΑΕΠ. Από το 2022 τα τοκοχρεωλύσια που πρέπει να πληρώσει η Ελλάδα αυξάνονται και υπάρχει ο κίνδυνος για νεα μνημονιακά μέτρα.

Ταυτόχρονα απενοχοποιήθηκε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, καθώς η κυβέρνηση ακολούθησε πλήρως τη λογική της προώθησης των συμφερόντων της αστικής τάξης για επέκταση στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο κάτω από τις φτερούγες των ΗΠΑ (εξομάλυνση των σχέσεων με την Βορεια Μακεδονία, άξονας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου). Κατεύθυνση που δεν οδηγεί στη σταθεροποίηση, αλλά στην περαιτέρω δημιουργία εντάσεων στην περιοχή.

Με τον τρόπο μάλιστα που προωθήθηκε η ψήφιση της νατοϊκής συμφωνίας των Πρεσπών και την προσπάθεια να ξεχαστούν τα κοινωνικά ζητήματα με την ανάδειξη άλλων θεμάτων ως κυρίαρχων (εθνικά, σκάνδαλα κλπ), στην κατεύθυνση οικοδόμησης της «προοδευτικής συμμαχίας», αφέθηκε ελεύθερο το πεδίο για την ενίσχυση ακροδεξιών λογικών και πρακτικών (με αποκορύφωμα τις εθνικιστικές καταλήψεις στα σχολεία). Αλλωστε και οι ακροδεξιές λογικές και πρακτικές απενοχοποιήθηκαν αφού η κυβέρνηση ακολούθησε πιστά τις πολιτικές της Ευρώπης-φρούριο (στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκετοποίηση των προσφύγων στα νησιά, παράνομες επαναπροωθήσεις και φράχτες στον Εβρο, καμία διαδικασία νομιμοποίησης μεταναστών κλπ κλπ). Περαιτέρω, οι λογικές αυτές ενισχύθηκαν και με τον ευτελισμό της έννοιας της Αριστεράς: όταν το όραμα για ένα καλύτερο μέλλον σκοτεινιάζει, όταν επιδιώκεται η συρρίκνωση και η καταστολή των κοινωνικών αντιστάσεων, όταν μια κυβέρνηση που επικαλείται την Αριστερά δεν βασίζεται στην κινητοποίηση των μαζών, αλλά στην εικόνα του ηγέτη, τότε ο ανορθολογισμός, ο σκοταδισμός, ο αρχηγισμός βρίσκουν ελεύθερο πεδίο να εξαπλωθούν στην κοινωνία. Αποτέλεσμα: 16% τα ακροδεξιά, ανορθολογικά, συνωμοσιολογικά ψηφοδέλτια στις ευρωεκλογές, χώρια η αναπαραγωγή αυτών των αντιλήψεων στο εσωτερικό της ΝΔ

Ας μην απορούν λοιπόν για την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ακόμα και όσες/όσοι τον στήριξαν ή ετοιμάζονται να τον ξαναστηρίξουν με τη λογική του μικρότερου κακού, (παρά το ότι είναι προφανές ότι η αυτοδυναμία της ΝΔ δεν εξαρτάται στο παραμικρό από τη διαφορά των δυο κομμάτων και δεν αποτρέπεται παρά μόνο αν το ποσοστό της πέσει κάτω από 35% ή προκύψει οκτακομματική Βουλή). Αν αντί για την κινητοποίηση των μαζών σε μια αριστερή κατεύθυνση, στηρίζεσαι στη διαχείριση ενός κρατικού μηχανισμού για να προωθήσεις δεξιές πολιτικές είναι φυσικό να παραδίδεις όλον αυτό το μηχανισμό (κράτος, περιφέρειες, δήμους) στη δεξιά. Αυτό το οποίο όντως διακυβεύεται στις επόμενες εκλογές είναι το πόσο ακόμα κακό στην υπόθεση της υπεράσπισης των συμφερόντων των λαϊκών στρωμάτων θα κάνει η λογική του ενδομνημονιακού ψευδοδιπολισμού.

Μόνο οι εργαζόμενοι, τα λαϊκά στρώματα, η νεολαία με τον αγώνα τους μπορούν να βάλουν φρένο στην πορεία καταλήστευσης του λαϊκού μόχθου και υποθήκευσης της δημόσιας περιουσίας.

Στις βουλευτικές εκλογές της 7/7 το πραγματικό διακύβευμα είναι να βγει ενισχυμένη η Αριστερά, προκειμένου να παίξει το ρόλο της στην οργάνωση κοινωνικών αγώνων, και παράλληλα να αποτελέσει φορέα προβολής και προώθησης μεταβατικού φιλολαϊκού προγράμματος διεξόδου από την κρίση, για να μεταβληθεί ο κοινωνικός και πολιτικός συσχετισμός και να ανοίξει ο δρόμος στους αναγκαίους παραγωγικούς, οικολογικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς, που θα μετατρέπουν τη σοσιαλιστική προοπτική, από ουτοπικό όραμα σε ρεαλιστική κατεύθυνση

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο ούτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, γιατί η πολιτική του αξιοπιστία είναι αντικειμενικά μειωμένη εξ’ αιτίας της μνημονιακής πολιτικής που εφάρμοσε, αλλά και εξαιτίας του προσανατολισμού του προς μια κεντροαριστερή «προοδευτική» συμμαχία με σοσιαλφιλελεύθερα χαρακτηριστικά

Το ΚΚΕ έδειξε την περίοδο 2010-2015 ότι έχει επιλέξει μια πρακτική απόσυρσης από τις μεγάλες πολιτικές μάχες (κίνημα πλατειών, δημοψήφισμα κ.α.), εξακολουθεί να αρνείται συνεργασίες στα κοινωνικά κινήματα, συκοφαντεί τις προτάσεις άμεσης σύγκρουσης με τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς (ΟΝΕ, ΕΕ) και παραπέμπει την πολιτική διαπάλη στο απώτερο μέλλον της λαϊκής εξουσίας

Το ΜΕΡΑ25 προτείνει ένα φιλοΕΕ πρόγραμμα που αρνείται πεισματικά να απαντήσει στο ερώτημα που τέθηκε ανάγλυφα τον Ιούνιο του 2015: τι θα γίνει στην περίπτωση που οι θεσμοί αρνηθούν να συναινέσουν σε τέτοιες προτάσεις και ιδίως όσον αφορά τον τρόπο πληρωμής του χρέους. O τρόπος μάλιστα που προτείνει το ΜΕΡΑ 25 (αναγνωρίζουμε το χρέος, αλλά το πληρώνουμε ανάλογα με την αύξηση του ΑΕΠ) οδηγεί απευθείας σε άρνηση των δανειστών (ας φαντασθούμε τι θα γινόταν, αν κάποιος πήγαινε στην τράπεζα και έλεγε αναγνωρίζω το δάνειο μου, αλλά θα πληρώνω ανάλογα με τα εισοδήματά μου). Η εμπειρία της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι αν δεν είσαι προετοιμασμένος για αυτή τη σύγκρουση, η μόνη λύση είναι η κωλοτούμπα και τα νέα μνημόνια. Περαιτέρω μετά τις ευρωεκλογές εμφανίζει πιο έντονα μια αρχηγοκεντρική, αλλά και αλαζονική συμπεριφορά (καμία συνεργασία -όποιος θέλει ας προσχωρήσει κατά μόνας), ενώ την ίδια στιγμή προβάλλει πολιτικές όπως ήπιες ιδιωτικοποιήσεις και ιδιωτικά πανεπιστήμια αλλά και συνεργασίες με πρόσωπα τα οποία βρίσκονται στον αντίποδα της αριστερής πολιτικής. Η επαμφοτερίζουσα αυτή λογική ήταν που οδήγησε και στις αντιφάσεις της πολιτικής Βαρουφάκη το πρώτο εξάμηνο του 2015: επέκταση δανειακής σύμβασης, ξύσιμο του πάτου των αποθεματικών για την αποπληρωμή του χρέους, αποδοχή μνημονιακών μέτρων την 20η Φλεβάρη, υπερψήφιση μετά το δημοψήφισμα 2ου πακέτου προαπαιτουμένων, μεταξύ των οποίων και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που κατέστησε τις τράπεζες κύριους προτιμησιούχους δανειστές από το εκπλειστηρίασμα (σε βάρος των εργαζομένων και του Δημοσίου) και κατήργησε το βασικό εργαλείο του οφειλέτη (αίτηση αναστολής) κατά των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης που παίρνουν οι τράπεζες.

Η Πλεύση Ελευθερίας επέλεξε να εγκαταλείψει το δίλημμα αριστερά/δεξιά και  ακολουθεί και αυτή ένα δρόμο αρχηγοκεντρικό και ενάντια στις συνεργασίες, βέβαια έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαδραματίσει κανένα ρόλο στην οργάνωση κοινωνικών αντιστάσεων

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και άλλες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς ακολουθούν ένα μοναχικό δρόμο αυτοεπιβεβαίωσης, που δεν έχει καμία σχέση με τις ανάγκες του σήμερα, η κύρια δε δύναμη της ως προμετωπίδα της έχει την κατασυκοφάντηση όλων των υπολοίπων (ακόμα και συμμαχικών της δυνάμεων) στα πλαίσια της γνωστής τακτικής «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα και βλέπουμε»

Η ΛΑΕ όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα έκανε σοβαρά λάθη, τα οποία πλήρωσε με την ήττα της στις ευρωεκλογές, όπως η εκλογικίστικη προσμονή γρήγορων πολιτικών ανακατατάξεων, ο υπέρμετρα κατά στιγμές καταγγελτικός λόγος, ή η απεύθυνση σε ένα διαταξικό ακροατήριο στη βάση της προσβεβλημένης εθνικής υπερηφάνειας και η ανάδειξη εθνικών κινδύνων από γειτονικές χώρες ή η καθ’υπερβολή κινδύνων για τη δημοκρατία, που εκφραζόταν κυρίαρχα στο δημόσιο λόγο της ΛΑΕ από ηγετικά της στελέχη (χωρίς αυτή η κατεύθυνση να έχει επικυρωθεί από κάποια συλλογικό όργανο) και θόλωνε το πολιτικό στίγμα και την κοινωνική απεύθυνση της ΛΑΕ. Αυτή η απεύθυνση ήταν απολύτως αδιέξοδη, αφού έκλεινε την πόρτα σε ένα κόσμο της Αριστεράς που απογοητευόταν από την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο κόσμος που κινητοποιήθηκε ενεργητικά με μια τέτοια ατζέντα δεν θα μπορούσε να εκφρασθεί από ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Η απόφαση του Πολιτικού Συμβουλίου της 9/6 έβαλε τέλος σε αυτές τις    λογικές.

Παρά όμως τα λάθη της, από τα οποία διδάχθηκε, η ΛΑΕ αποτελεί  πρωτοπόρα αριστερή, αντιμνημονιακή δύναμη με ενιαομετωπική λογική, συνέπεια,  ειλικρίνεια, ανιδιοτέλεια και αγωνιστικότητα και δικαιούται να ζητά την πολιτική και εκλογική στήριξη.

Η ΛΑΕ έφερε στο δημόσιο βίο πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει άλλο παράδειγμα υπουργών και βουλευτών που να εγκατέλειψαν θώκους και καρέκλες για να μην προδώσουν τις ιδέες τους και την στράτευσή τους για την υπεράσπιση λαϊκών συμφερόντων. Δεν υπάρχει άλλο παράδειγμα ηγετικών στελεχών που να είναι μπροστάρηδες στις κινητοποιήσεις και να σωρεύουν στην πλάτη τους τη μια δικογραφία μετά την άλλη.

Η ΛΑΕ είναι η δύναμη που έχει επεξεργασθεί και καταθέσει την πιο πλήρη προσπάθεια προγραμματικής απάντησης στο ερώτημα τι χρειάζεται να γίνει εφόσον χρειαστεί (που θα χρειαστεί) να έρθουμε σε ρήξη με τους δανειστές και τους ευρωατλαντικούς θεσμούς για να ακολουθήσουμε ένα δρόμο προς όφελος των εργαζομένων, του λαού, της νεολαίας.

Η ΛΑΕ συμμετείχε σταθερά στην πρώτη γραμμή στους λαϊκούς αγώνες ενάντια στην αρπαγή της λαϊκής κατοικίας και στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, για τους μισθούς, συντάξεις, εργασιακά, κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα, για το περιβάλλον για τα δικαιώματα της νεολαίας στην εργασία και στις σπουδές.

Η ΛΑΕ προσπάθησε και προσπαθεί με επιμονή για την ενότητα των δυνάμεων στην Αριστερά και στο κίνημα.

Δεν επιδιώκουμε καμία αυτοεπιβεβαίωση. Θέλουμε με τις δυνάμεις μας να συμβάλλουμε στην οργάνωση των κοινωνικών αγώνων, θέλουμε να συμβάλλουμε στη συγκρότηση της Αριστεράς που έχουν ανάγκη οι καιροί. Δεν απευθυνόμαστε μόνο σε όσους έχουν πεισθεί για την εναλλακτική μας πρόταση, αλλά και σε όσους/ες αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να ακολουθηθεί άμεσα ένας άλλος δρόμος ενάντια στη διαρκή ποδηγέτηση των εργαζομένων, της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων από τη χρεοκρατία, το νεοφιλελευθερισμό και τα μνημόνια διαρκείας. Δεν χαιρόμαστε με τα αποτελέσματα που έχει η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ για την Αριστερά, αλλά και για τον ίδιο τον κόσμο που τον στήριξε και τον στηρίζει. ‘Οσα λέμε, τα λέμε γιατί αυτή η πολιτική είναι αδιέξοδη και καταστροφική και πρέπει όσοι και όσες διατηρούν αριστερά αντανακλαστικά, αν δεν θέλουν να εκπασοκισθούν, αν δεν θέλουν να καταλήξουν άβουλοι και λοβοτομημένοι στον καναπέ, πρέπει να ακολουθήσουν και να ακολουθήσουμε μαζί έναν άλλο δρόμο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, όσοι επικαλούμαστε ένα καλύτερο μέλλον, αλλά και τις θυσίες και τους αγώνες της Αριστεράς που αντιπάλεψαν την απόλυτη κυριαρχία του κεφαλαίου, ότι οι ήρωες που παλέψανε δεν είναι εικόνες για να κοσμούν τους τοίχους των υπουργείων. Είναι δίπλα μας, ζούνε μέσα από τους αγώνες μας και πεθαίνουν όταν εμείς το βάζουμε κάτω.

Ενίσχυση της ΛΑΕ στην κοινωνία, στα κινήματα, στο πολιτικό προσκήνιο, είναι η καλύτερη εγγύηση για ενωτικό μέτωπο της ριζοσπαστικής αριστεράς, για δυναμική αντιπολίτευση, για ανατροπή και για να μείνει ζωντανή η ελπίδα για εναλλακτική λύση.

Απόφαση του Πολιτικού Συμβουλίου της Λαϊκής Ενότητας (9 Ιουνίου)

1. Σε όλες τις χώρες τις ΕΕ, στον ένα ή άλλο βαθμό, παρατηρείται τάση «δεξιάς μετατόπισης» (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Αγγλία, Ουγγαρία, Ελλάδα, κά), με διάφορες αποχρώσεις και νέες «εκπροσωπήσεις», ενώ ταυτόχρονα υπάρχει τάση μείωσης των δυνάμεων της Αριστεράς στις διάφορες εκφράσεις της. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που σταθερά προωθούν η ΕΕ και οι κυρίαρχες τάξεις σε κάθε χώρα, εντείνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, την οποίαν οι δεξιές-ακροδεξιές δυνάμεις επιχειρούν να καπηλευτούν, μετατοπίζοντας το πεδίο αντιπαράθεσης από τη νεοφιλελεύθερη «ατζέντα» και τις αντιδημοκρατικές δομές της ΕΕ-Ευρωζώνης, στο μεταναστευτικό, στο εθνικιστικό, κά.  Το αντιδραστικό ακροδεξιό ρεύμα, το οποίο εμφανίζεται ως «ευρωσκεπτικιστικό», στην πραγματικότητα αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου με τα ίδια νεοφιλελεύθερα μέσα και πολύ πιο αυταρχικές μεθόδους. Από την άλλη η μετατόπιση δυνάμεων της ευρωπαϊκής Αριστεράς σε λογικές «διαχείρισης», εντείνουν τη σύγχυση στρατηγικής και τακτικής, μειώνουν την αξιοπιστία της και ενισχύουν τον κατακερματισμό της, μια κατάσταση που αντανακλάται και στο εργατικό κίνημα.!

2. Στην Ελλάδα τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, σε συνδυασμό με αυτά των αυτοδιοικητικών εκλογών, αποτυπώνουν επίσης μία συντηρητική πολιτική, η οποία εν μέρει ήταν ορατή τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Στις ευρωεκλογές καταγράφεται σαφής άνοδος συνολικά της δεξιάς, καθώς και η αναστήλωση της Ν.Δ. ως βασικού αστικού κόμματος εξουσίας. Οι διάφοροι συνδυασμοί με δεξιό συντηρητικό πρόσημο, λαμβάνουν 52%, ένα ποσοστό από τα υψηλότερα που έχουν λάβει μεταπολιτευτικά. Αντίστοιχα, η επικράτηση της Ν.Δ. στην πλειοψηφία των περιφερειών και των δήμων, ενισχύει ακόμα περισσότερο την παρουσία της στην πολιτική σκηνή, λαμβάνοντας ειδικά υπόψη ότι οι περιφέρειες έχουν αναλάβει σημαντικό τμήμα των κρατικών λειτουργιών, αναφορικά με τον αναπτυξιακό προγραμματισμό, τις δημόσιες υποδομές και τις κοινωνικές υπηρεσίες.

3. Tο αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, αποτυπώνει την καθαρή ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Παραμένει βέβαια ο δεύτερος πόλος του νέου διπολισμού. Χρεώθηκε την εφαρμογή σημαντικών μνημονιακών μέτρων, τον κυνισμό της ακραίας πολιτικής του μεταστροφής, τις αντιδράσεις μερίδας του κόσμου  απέναντι στη γλοιώδη ταύτιση με τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, την νατοϊκή συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και τα πλήγματα στο λεγόμενο «ηθικό πλεονέκτημα», όπως αυτά εμφανίστηκαν στην προεκλογική περίοδο. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως,  παρότι  είχε σημαντικές απώλειες,  διατήρησε τον κύριο όγκο των δυνάμεών του, σε επίπεδα ωστόσο  χαμηλότερα από τα αναμενόμενα. Προκηρύσσοντας βουλευτικές εκλογές για τις 7 Ιουλίου και μη έχοντας περιθώρια παραμονής στην κυβερνητική εξουσία μετά την ήττα των ευρωεκλογών, θα επιχειρήσει να αντλήσει από κάποιες εφεδρείες στα αριστερά και το κέντρο, για να ενισχυθεί εκλογικά. Υπό την απειλή της επιθετικής πολιτικής της Ν.Δ., επιχειρεί να διαμορφώσει ένα εκλογικό μπλοκ που θα του επιτρέψει να διατηρήσει μία σταθερή θέση στην πολιτική σκηνή, ως «προοδευτικός» πόλος του διπολικού σκηνικού.

Ωστόσο, το γεγονός ότι στη συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ έπαιξε κυρίως ρόλο η διαχείριση του κρατικού μηχανισμού, ενώ ποτέ δεν κατάφερε να αναπτύξει σταθερές σχέσεις με τμήματα των λαϊκών στρωμάτων, στο συνδικαλισμό, στη νεολαία και στην τοπική αυτοδιοίκηση, διαμορφώνει ερωτηματικά για την μακροπρόθεσμη σταθερότητα του πολιτικού μπλοκ του. Σε κάθε περίπτωση η πολιτική του αξιοπιστία ως αντιπολίτευσης, θα είναι αντικειμενικά μειωμένη εξ’ αιτίας της μνημονιακής πολιτικής που εφάρμοσε, αλλά και εξαιτίας του προσανατολισμού προς μια κεντροαριστερή «προοδευτική» συμμαχία με σοσιαλφιλελεύθερα χαρακτηριστικά.   Αποτελεί κρίσιμο ερώτημα για το λαϊκό κίνημα, ποια στάση θα κρατήσει ο κόσμος που υποστήριξε εκλογικά το ΣΥΡΙΖΑ μετά από τη διαφαινόμενη εκλογική του ήττα στις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Εάν θα μπορέσει να επικοινωνήσει με τις αριστερές ριζοσπαστικές τάσεις και το κυριότερο εάν θα στηρίξει με μαζικούς όρους τις κινηματικές αντιστάσεις, που θα αναπτυχθούν απέναντι στην ιδιαίτερα επιθετική πολιτική που θα ακολουθήσει η Ν.Δ. στο ενδεχόμενο ανάληψης της κυβέρνησης.

4. Το ΚΙΝ.ΑΛ. έχει πτώση από το αποτέλεσμα του 2014, αλλά δείχνει αντοχή σε σχέση με την  πιο δυσμενή κατάστασή του πριν από δύο χρόνια, αποκομίζοντας δυνάμεις από τη φθορά και την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, ο εσωτερικός διχασμός, όπως αποτυπώνεται από την αποπομπή Βενιζέλου, μεταξύ ενός σχετικά αυτόνομου πολιτικού πόλου, ή ενός συμπληρωματικού ρόλου προς τη Ν.Δ., ενδεχόμενα ανακόπτει την όποια δυναμική. Ως προς τα άλλα ενδιάμεσα κόμματα (Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων, ΑΝΕΛ, ΛΑΟΣ κ.λπ.) που λειτούργησαν σαν αναχώματα την περίοδο της κρίσης του παραδοσιακού δικομματισμού, ο ρόλος τους φαίνεται ότι εξαντλήθηκε.

5. Την ίδια στιγμή, είναι σημαντική η παρουσία της ακροδεξιάς, η οποία χαρακτηρίζεται από εσωτερική ανακατάταξη δυνάμεων. Σοβαρή πτώση για τη «Χρυσή Αυγή», άνοδος «Ελληνικής Λύσης» του Βελόπουλου, συντριβή των ΑΝ.ΕΛ. και μοριοποίηση του ΛΑΟΣ. Παραμένει εξαιρετικά ανησυχητικό το γεγονός ότι οι συνδυασμοί που έχουν φασιστικό, ακραίο δεξιό, εθνικιστικό ή και ανορθολογικό πολιτικό πλαίσιο, αθροίζουν ένα ποσοστό που φτάνει το 16 %. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που οφείλεται στην απονομιμοποίηση της αριστεράς, στην οποία οδήγησε η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και στην αδυναμία των άλλων τάσεων της αριστεράς, να διαμορφώσουν μία ενωτική παρέμβαση η οποία να έχει αποτελέσματα ιδεολογικής ριζοσπαστικοποίησης. Σχετίζεται επίσης με βαθύτερες κοινωνικές και ιδεολογικές διεργασίες, την κυριαρχία του ατομισμού, την ανάδυση ενός καινούργιου ανορθολογισμού, την πτώση της επιρροής των συλλογικών μορφών εκπροσώπησης, συνδικάτων, κομμάτων κ.λπ.

6. Στον χώρο, ο οποίος έχει αντιμνημονιακές αναφορές, σημαντική για τα δεδομένα του, ήταν η επίδοση του ΜέΡΑ25, με ένα πρόγραμμα, που θεωρεί δεδομένη την  παραμονή στην «ευρωζώνη», στη βάση των αντιλήψεων του Βαρουφάκη του 2015, που καταλήγουν τελικά σε πλήρη αποδοχή των αξιώσεων των δανειστών και των ευρωπαϊκών θεσμών. Οι αντιλήψεις του αυτές είχαν οδηγήσει  στην συμφωνία του eurogroup στις 20 Φλεβάρη του 2015, που ουσιαστικά άνοιξε το δρόμο στο τρίτο μνημόνιο που υπέγραψε η κυβέρνηση Τσίπρα. Ενόψει των επικείμενων βουλευτικών εκλογών, είναι ερώτημα αν θα αντέξει την πολιτική πίεση της πόλωσης. Υπολογίσιμη καταγραφή είχε και η «Πλεύση Ελευθερίας», η οποία επέλεξε να θέσει ως βασική κατεύθυνση την υπέρβαση του διπόλου «αριστερα-δεξιά» και η οποία επίσης θα πιεστεί στο κλίμα των επικείμενων εκλογών. Η εκλογική επίδοση του ΜΕΡΑ 25 και της «Πλεύσης Ελευθερίας» αντανακλά από τη μία πλευρά ότι υπάρχει ένα δυναμικό, το οποίο επιθυμούσε να εκφράσει αντιμνημονιακή διαμαρτυρία σε σχέση με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως αυτή η διαμαρτυρία, σε μεγάλο βαθμό προσανατολίστηκε σε προσωποπαγή σχήματα με όρους μηντιακής αναγνώρισης. Η επίδοση αυτών των δύο δυνάμεων αποτυπώνει τη μετατόπιση της συνείδησης και των επιλογών του κόσμου που αναζητά ακόμα μία αντιμνημονιακή πολιτική επιλογή σε σαφώς δεξιότερη κατεύθυνση, στο έδαφος αφενός της κοινωνικής και πολιτικής ήττας και υποχώρησης μετά το 2015 και αφετέρου της αδυναμίας της ριζοσπαστικής αριστεράς να συγκροτήσει έναν αξιόπιστο και μαχητικό πολιτικό πόλο.

7. Η αριστερά συνολικά υπέστη σημαντική ήττα σε αυτές τις εκλογές. Παρά την εφαρμογή των μνημονίων και την κοινωνική πόλωση, η αντι-ΕΕ ή η αντιμνημονιακή αριστερά στις ευρωεκλογές, έλαβε ένα ποσοστό της τάξης του 8%. Τα αποτελέσματα του ΚΚΕ αναδεικνύουν υποχώρηση της επιρροής του σε σχέση με τις ευρωεκλογές του 2014, και πολύ περισσότερο σε σχέση με τις ευρωεκλογές του 2010, ενώ σε σχέση με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, εμφανίζεται στα ίδια επίπεδα ψήφων και ποσοστού. Παρά δε τις πολύ μεγάλες απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ και της ΛΑΕ, δεν διεύρυνε την επιρροή του. Αντίστοιχα μεγάλη ήταν η συρρίκνωση της επιρροής του στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές σε σχέση με αυτές του 2014. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ από την πλευρά της κατέγραψε επίσης μείωση των δυνάμεών της,  παρά την διαρροή 800.000 ψηφοφόρων από ΣΥΡΙΖΑ και ΛΑΕ, υποχωρώντας συγκριτικά ακόμα και με τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, ενώ πολύ σημαντική ήταν η υποχώρηση της επιρροής των κινήσεων που υποστήριξε στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές. Η αποδυνάμωση και ο κατακερματισμός των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, θέτουν επιτακτικά το καθήκον της αναζήτησης κατάλληλων μορφών συντονισμού των λαϊκών αντιστάσεων, απέναντι στη νέα επέλαση που ετοιμάζουν οι κυρίαρχες ελίτ, κατά των δικαιωμάτων και επιπέδου ζωής εργαζόμενων και λαϊκών στρωμάτων.

8. Η ΛΑΕ υπέστη μία βαριά πολιτική ήττα. Αυτή η πολιτική ήττα εγείρει στρατηγικά ερωτήματα και την ανάγκη επαναθεμελίωσης συνολικά της Αριστεράς: με ποιους τρόπους είναι εφικτό στο σύγχρονο καπιταλισμό, να υπάρξει μία μαζική πολιτική παρέμβαση που να έχει πλειοψηφική αναφορά στις λαϊκές τάξεις και ταυτόχρονα να διατηρεί ένα ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα που είτε από την μια  πλευρά να μην χαιδεύει αυτιά και να οδηγείται σε σοσιαλφιλελεύθερες στροφές όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, και από την άλλη να μην παραπέμπει τις λύσεις των προβλημάτων σε ένα απροσδιόριστο μέλλον της «λαϊκής εξουσίας». Οι γενικότερες επιδόσεις πανευρωπαϊκά της ριζοσπαστικής αριστεράς (στην Ισπανία των Podemos, και στην Γαλλία της «Ανυπότακτης Γαλλίας», αλλά ειδικότερα στην Ελλάδα η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ και της ΛΑΕ), δείχνουν ότι το ερώτημα αυτό, έχει ορισμένα αντικειμενικά όρια. Ωστόσο το εκλογικό αποτέλεσμα της ΛΑΕ, μόνο κατά ένα  μέρος οφείλεται στα αντικειμενικά δεδομένα του συσχετισμού δυνάμεων. Θα μπορούσε να προκύψει ένα καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα, αν δεν υπήρχαν όλη την περίοδο μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, πολιτικά λάθη, λανθασμένες εκτιμήσεις,  μεγάλα οργανωτικά ελλείμματα και δημόσια παρουσία με σοβαρά προβλήματα.

9. Σημαντικό λάθος ήταν η πεποίθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως ένα κόμμα προερχόμενο από την Αριστερά, που διαχειριζόταν την κυβερνητική εξουσία υιοθετώντας και εφαρμόζοντας νεοφιλελεύθερες και μνημονιακές πολιτικές, θα αποσταθεροποιούνταν γρήγορα εξαιτίας των αντιφάσεών του και θα αντιμετώπιζε άμεσα ανοιχτή πολιτική κρίση η οποία θα οδηγούσε σε εκλογές. Παρά το γεγονός, ότι η κυβέρνηση απολάμβανε την στήριξη των ιμπεριαλιστικών κέντρων, και συνάντησε στην πορεία μικρότερες κοινωνικές αντιστάσεις από τις εκτιμώμενες. Έτσι η επαναλαμβανόμενη εκτίμηση για το επικείμενο πολιτικών εξελίξεων, δημιούργησε εγκλωβισμό, σε μια εκλογικίστικη στρατηγική.

10. Ταυτόχρονα υποβαθμίστηκε και περιορίστηκε σε λίγες περιπτώσεις η κατεύθυνση, της σε βάθος ανασυγκρότησης του πολιτικού και οργανωτικού μηχανισμού και παρέμβασης των δυνάμεών μας, στους επιμέρους συνδικαλιστικούς, νεολαιίστικους και τοπικούς χώρους, δραστηριότητα, που θα εξασφάλιζε τη διατήρηση μεσοπρόθεσμα, μίας αγωνιστικής πρακτικής και ίσως κινητοποιήσεων, αλλά και τη σύνδεσή μας με τα πιο πληττόμενα κοινωνικά στρώματα. Ωστόσο δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τις παρεμβάσεις που έγιναν σε διάφορα μέτωπα, όπως στο ασφαλιστικό, εργασιακά ζητήματα, ιδιωτικοποιήσεις, ζητήματα περιβαλλοντικά (υπεράσπιση ελεύθερων χώρων, ενάντια στις εξορύξεις κ.α.) και ιδιαίτερα στο ζήτημα των πλειστηριασμών, όπου οι αντιδράσεις της κυβέρνησης και των τραπεζών έφθασαν στην άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος μελών της ΛΑΕ και πρώτα απ’ όλα του Π.Λαφαζάνη κά.

Συνολικά όμως αποτύχαμε να διαμορφώσουμε ένα συνεκτικό ενιαίο δημόσιο λόγο και μια ενιαία οργανωμένη παρουσία, με στόχο να συσπειρώσουμε το βασικό κοινωνικό ακροατήριο που θα μπορούσε να στηρίξει το εγχείρημα της ΛΑΕ: τον κόσμο που απέσυρε την εμπιστοσύνη και τις ελπίδες του από τον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα. Η ΛΑΕ απέτυχε να προσελκύσει ή και να διατηρήσει στις γραμμές της ένα πολιτικό δυναμικό, το οποίο, απομακρύνθηκε από το ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015.

Όλη την προηγούμενη περίοδο υπήρξε πρόβλημα προσανατολισμού της τακτικής μας, εμπλουτισμού και παρουσίασης του πολιτικού προγράμματος, εκπομπής πειστικού μηνύματος ιδίως προς τη νέα γενιά, πρόβλημα συσπείρωσης των δυνάμεών μας, καθώς και πρόβλημα συγκεντρωτισμού και σοβαρών ελλειμμάτων εσωκομματικής δημοκρατίας. Ο δημόσιος λόγος ήταν πολλές φορές μη αποτελεσματικός, ορισμένες φορές καταγγελτικός με ελλείμματα στην ολοκληρωμένη διατύπωση των δικών μας προτάσεων. Αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι το εκλογικό μας κοινό, από το 2015 και μετά, ήταν βασικά οι δυσαρεστημένοι και αποστασιοποιημένοι από το ΣΥΡΙΖΑ, εμείς με την στάση μας δεν διευκολύναμε όσο έπρεπε την προσέλκυση αυτού του τμήματος των πολιτών. Επίσης δεν αξιοποιήσαμε παρά ελάχιστα νέους και νέες συντρόφους στην δημόσια εκφορά του πολιτικού μας λόγου, προκειμένου και να αποκτήσουμε μεγαλύτερη διεισδυτικότητα στα κοινωνικά στρώματα που θέλαμε να απευθυνθούμε και να ενισχύσουμε την ανανέωση του στελεχιακού μας δυναμικού.

11. Ένα άλλο λάθος ήταν, ότι η γραμμή της ΛΑΕ που είχε επεξεργαστεί η Συνδιάσκεψη και οι αποφάσεις του Πολιτικού Συμβουλίου, θολωνόταν μερικές φορές από τις αντιφατικές τοποθετήσεις σε ορισμένα θέματα, όπως η ΝΑΤΟΙΚΗ συμφωνία των Πρεσπών, στην οποία η ΛΑΕ ήταν αντίθετη, ενώ ορισμένες φορές αυτό το θέμα παρουσιαζόταν ως κυρίαρχο σε βάρος της ανάγκης να προβάλλουμε το κοινωνικό πρόβλημα και να απευθυνθούμε  με τις θέσεις και διεκδικήσεις μας σε φτωχοποιούμενα τμήματα του λαού και τη νεολαίας. Μπροστά στο σχέδιο της ΝΔ και της ακροδεξιάς, που ξεδιπλώθηκε με τα συλλαλητήρια, στα οποία τον τόνο έδωσαν εθνικιστικές δυνάμεις, αποσκοπώντας να επιταχύνουν την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ από καθεστωτική σκοπιά, αποτύχαμε να συνδυάσουμε την αναγκαία αντινατοϊκή και αντιΕΕ αιχμή και τη θεώρηση από τη σκοπιά του λαϊκού αντιιμπεριαλιστικού πατριωτισμού με την επίσης αναγκαία αντιπαράθεση με τον εθνικιστικό χώρο, που έπαιρνε τις πρωτοβουλίες του με στόχο τη συγκρότηση  ακροδεξιού πολιτικού ρεύματος. Στα εκλογικά αποτελέσματα, αποτυπώθηκε ότι η όποια αποδοκιμασία από πολίτες που θεώρησαν τη συμφωνία ως προδοσία, κατευθύνθηκε στα αυθεντικά κόμματα της δεξιάς, και δεν μπόρεσε να εκφραστεί μέσα από ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Νέα περίοδος, νέα καθήκοντα, νέοι αγώνες !

1. Τα εκλογικά αποτελέσματα, σηματοδοτούν την ολοκλήρωση ενός πολιτικού κύκλου που άνοιξε με την οξύτατη κρίση και τα συνακόλουθα Μνημόνια που εφάρμοσαν τα κόμματα ΝΔ, ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, ΣΥΡΙΖΑ κά. Η Ν.Δ. επανέρχεται σταθεροποιημένη στην πολιτική σκηνή, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να υποκαταστήσει το ΠΑΣΟΚ, η άκρα δεξιά εμφανίζει άνοδο, ενώ συνολικά οι δυνάμεις της αριστεράς βρίσκονται σε θέσεις υποχώρησης, σε σύγκριση με το διάστημα πριν από την έναρξη αυτού του πολιτικού κύκλου. Ωστόσο αυτό δεν συνεπάγεται μη αντιστρέψιμη πορεία. Ο ελληνικός λαός με την αγώνα του μπορεί να βάλει φρένο στα σχέδια των δεξιών και αντιδραστικών δυνάμεων και να ακυρώσει τις διαφαινόμενες τάσεις. Κάτι ανάλογο μπορεί να γίνει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Για μια τέτοια εξέλιξη κρίσιμος είναι ο ρόλος της Αριστεράς.

Ειδικότερα το ερώτημα που προκύπτει είναι, πώς θα μπορέσει την επόμενη μέρα των εκλογών να παρέμβει αποφασιστικά η Αριστερά, και να οργανώσει κινηματικές αντιστάσεις προβάλλοντας ταυτόχρονα ένα μεταβατικό πρόγραμμα φιλολαϊκής εξόδου, ώστε να μην οδηγηθούμε σε μια ιταλοποίηση της πολιτικής σκηνής.

2. Το ερώτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί μετεκλογικά, παρά τον αρνητικό συσχετισμό δύναμης, ανοίγονται νέα πεδία παρέμβασης και νέες προκλήσεις για την ανάταση των κοινωνικών αγώνων, που για να πετύχουν αποτελέσματα και να αντιμετωπίσουν την κατασταλτική διαχείριση του ανερχόμενου νέου κυβερνητικού κέντρου, πρέπει να υποστηριχθούν από την οργανωμένη αριστερά.

3. Η ΛΑΕ, παρά την κρίση που κατέγραψαν οι εκλογές,  διαθέτει ένα αξιόλογο σε μέγεθος και ποιότητα δυναμικό αγωνιστών και αγωνιστριών, με πείρα στους αγώνες, εκπροσωπήσεις σε συνδικαλιστικό και τοπικό επίπεδο και χρόνια ένταξης στην πολιτική αριστερά. Οι περίπου 90.000 ψήφοι που έλαβαν τα περιφερειακά σχήματα που στήριξε η ΛΑΕ, καθώς και οι σύντροφοι/σες που εξελέγησαν στα περιφερειακά και δημοτικά συμβούλια στις τελευταίες εκλογές, αποτελούν ένα σημαντικό πόλο αναφοράς και συσπείρωσης για την επόμενη μέρα.  Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αρκετές περιοχές έγινε εφικτή η συνάντηση ευρύτερων δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, με θετικά αποτελέσματα. Οι αυτοδιοικητικές κινήσεις που στήριξε η ΛΑΕ μόνη της ή μαζί και με άλλες δυνάμεις, μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν χώρο οργανωμένης δράσης και ανάληψης πρωτοβουλιών αντίστασης.  Για να είναι όμως εφικτή μια ανασυγκρότηση της ΛΑΕ, και στο μέτρο του δυνατού επιτυχής,  απαιτείται δημόσια και έμπρακτη αυτοκριτική, αναγνώριση των πολιτικών σφαλμάτων, υπέρβαση των αιτίων που την οδήγησαν στο σημερινό σημείο.

Με αυτή τη λογική, το Πολιτικό Συμβούλιο αποφασίζει και αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για:

Α) Την αποσαφήνιση  του δημόσιου  πολιτικού στίγματος της ΛΑΕ. Με κέντρο μία  ριζοσπαστική αριστερή φυσιογνωμία και την εκφορά ενός ριζοσπαστικού, αριστερού, αντιιμπεριαλιστικού λόγου, χωρίς αντιφάσεις και ταλαντεύσεις. Ο πολιτικός λόγος και το κάλεσμα της ΛΑΕ, όπως και το πρόγραμμά της, πρέπει να απευθύνεται στους πληττόμενους από τις αντιλαϊκές νεοφιλελεύθερες πολιτικές, στους εργαζόμενους, στα πλατιά λαϊκά στρώματα και στη νεολαία, στη βάση των κοινωνικών τους συμφερόντων.

Β) Η ΛΑΕ με βάση τις αποφάσεις της ιδρυτικής της συνδιάσκεψης και την πρόσφατη απόφαση του ΠΣ της για την προετοιμασία της για τις βουλευτικές εκλογές επεδίωξε με σταθερότητα και συνέπεια και πρότεινε εκλογική συνεργασία με δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς και με δημοκρατικές αντιμνημονιακές δυνάμεις (Πλεύση Ελευθερίας), η οποία δεν προχώρησε, χωρίς δική μας ευθύνη, παρά τις συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που πήραμε. Στη συγκυρία που διαμορφώθηκε, επαναφέραμε την πρόταση της ΛΑΕ για εκλογική συνεργασία με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες μάχιμες δυνάμεις της Αριστεράς, που συμπορευτήκαμε στους κοινωνικούς αγώνες και στην τοπική αυτοδιοίκηση, στην οποία δεν είχαμε ανταπόκριση.

Γ) Εν όψει των βουλευτικών εκλογών, επιδιώκουμε να κάνουμε μια νέα αρχή και αυτό πρέπει να φαίνεται στην ηγετική μας ομάδα, στο δημόσιο και προγραμματικό μας λόγο, στην δημόσια έκκληση για επανα-συσπείρωση δυνάμεων, στον πολιτικό και κοινωνικο-ταξικό μας προσδιορισμό όσον αφορά αυτούς που απευθυνόμαστε.

Δ) Προχωράμε σε πρωτοβουλίες για την ανανέωση και βελτίωση της δημόσιας φυσιογνωμίας της ΛΑΕ, καθώς και του τρόπου λειτουργίας των ηγετικών οργάνων με περισσότερο συλλογικό τρόπο, με νεώτερα ηλικιακά στελέχη και μεγαλύτερο πλουραλισμό των ρευμάτων που αναγνωρίζονται στη Λαϊκή Ενότητα.

Ε) Θα συμβάλλουμε ώστε η ΛΑΕ να ξεπεράσει τις μεγάλες της αδυναμίες να αποκτήσει μεγαλύτερη συλλογικότητα στην λειτουργία και δράση της και κυρίως να επιτευχθεί η κατάκτηση συνευθύνης και κοινής προσφοράς για το εγχείρημά μας. Οι θέσεις που έχουμε διαμορφώσει στη διακήρυξη για τις ευρωεκλογές και στις αποφάσεις του Π.Σ. αποτελούν ένα ικανοποιητικό πλαίσιο στόχων για την επερχόμενη εκλογική μάχη.

Ωστόσο είναι ανάγκη να προβληθούν περισσότερο ζητήματα που έχουν σχέση με την βαθειά διαγραφή του χρέους, την αναστολή πληρωμών, τον λογιστικό έλεγχο και αλλαγή των όρων αποπληρωμής του υπόλοιπου, με κατάργηση των δεσμεύσεων του πρωτογενούς πλεονάσματος και αντίστοιχων μέτρων λιτότητας, ώστε να ανασάνει ο λαός και η χώρα. Ταυτόχρονα βασικός μας στόχος παραμένει η κατάκτηση της δημοσιονομικής και νομισματικής κυριαρχίας, καθώς και η θέση για εθνικοποίηση – κοινωνικοποίηση των τραπεζών, η μη εκποίηση του δημόσιου πλούτου και ακύρωση των ΦΕΚ που μεταφέρει στο Υπερταμείου ακίνητα  του δημοσίου, το σταμάτημα πλειστηριασμών και η γενναία επαναρρύθμιση των κόκκινων δανείων, με την εκδίωξη των κερδοσκοπικών funds και τη διαγραφή των δανείων των λαϊκών στρωμάτων («σεισάχθεια»), που αδυνατούν αντικειμενικά να αποπληρώσουν.

Κεντρική μας επιδίωξη παραμένει, η λήψη άμεσων μέτρων για την αξιοπρεπή διαβίωση του λαού μας όπως: κατώτερος μισθός στα 751ευρω, επαναφορά 13ης και 14ης σύνταξης και μισθού, αύξηση του επιδόματος ανεργίας, σταθερή 35ωρη εργασία με κατάργηση όλων των μορφών της ελαστικής, ενοικιαζόμενης και εκ περιτροπής εργασίας. Δικαιότερο φορολογικό σύστημα, μηδενικό ΦΠΑ για είδη άμεσης ανάγκης και μείωση όλων των συντελεστών ΦΠΑ. Κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και αντικατάστασή του με φόρο μεγάλης περιουσίας. Αναβάθμιση του αιτήματος της διεκδίκησης των γερμανικών επανορθώσεων.

Δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ουσιαστική μείωση της ανεργίας με θεαματική αύξηση των δημοσίων επενδύσεων που δεν πρέπει να υπολογίζονται στο έλλειμμα. Κατάργηση κάθε διάταξης που ποινικοποιεί τη πολιτική και συνδικαλιστική δράση, πλήρης επαναφορά του θεσμού των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, καθιέρωση θεσμών εργατικού και κοινωνικού ελέγχου.

Κατάκτηση λαϊκής κυριαρχίας και εθνικής ανεξαρτησίας. Αποδέσμευση από τον ευρωατλαντισμό και τους ιμπεριαλιστικούς, πολιτικούς οικονομικούς και στρατιωτικούς οργανισμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, καθώς και από τον εναγκαλισμό, σε στρατιωτικό και αμυντικό επίπεδο, με το Ισραήλ. Άσκηση πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, κά.

Φυσικά απευθυνόμαστε και σε όσους/όσες δεν συμφωνούν πλήρως με το πρόγραμμά μας, αλλά αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να ακολουθηθεί άμεσα ένας άλλος δρόμος ενάντια στη διαρκή ποδηγέτηση των εργαζομένων, της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων από τη χρεοκρατία, το νεοφιλελευθερισμό και τα μνημόνια διαρκείας.

Ε) Για να υπερβούμε τις χρόνιες αδυναμίες και παθογένειες, σχεδιάζουμε σύγκληση τακτικής Συνδιάσκεψης το φθινόπωρο και πολιτική δουλειά για την εμπλοκή του μεγαλύτερου δυνατού δυναμικού στις διαδικασίες εν όψει αυτής. Ορίζοντάς μας είναι η αναθεώρηση των λαθών, η οικοδόμηση μιας σύγχρονης στρατηγικής για τη ριζοσπαστική αριστερά και την πορεία της ΛΑΕ, η ανανέωση των οργάνων και η βελτίωση του συνολικού τρόπου λειτουργίας της ΛΑΕ, ώστε να διασφαλιστεί η πλατύτερη δημοκρατική και αποτελεσματική λειτουργία, στην προοπτική της ευρύτερης ενότητας και με άλλες δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το βλέμμα μας είναι προς την επόμενη μέρα της επαναθεμελίωσης της Αριστεράς, για να μπορέσει να παίξει το ρόλο της ως οργανωτής κοινωνικών αντιστάσεων και αγώνων, ως φορέας προβολής και προώθησης μεταβατικού εναλλακτικού στη λιτότητα φιλολαϊκού προγράμματος, για να μεταβληθεί ο κοινωνικός και πολιτικός συσχετισμός και να ανοίξει ο δρόμος στους αναγκαίους παραγωγικούς, οικολογικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς, που θα μετατρέπουν τη σοσιαλιστική προοπτική, από ουτοπικό όραμα σε ρεαλιστική κατεύθυνση. !

Το ΠΣ θεωρεί την παραίτηση του Γραμματέα του ΠΣ της ΛΑΕ, σ.Παναγιώτη Λαφαζάνη, ως πράξη πολιτικής ευθύνης. Υπογραμμίζει ότι δεν θεωρεί τον επιμερισμό ευθυνών για το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών ατομική υπόθεση, αλλά συλλογική, που αφορά σε διαφορετικά επίπεδα διαβάθμισης, το σύνολο των στελεχών της ΠΓ. Το όργανο αυτό διευρυμένο με τον πρώην ευρωβουλευτή Ν.Χουντή, παραμένει εν λειτουργία για να οδηγήσει τη ΛΑΕ σε συντεταγμένη Συνδιάσκεψη και να αντιμετωπίσει τις πιέσεις της άμεσης πολιτικής συγκυρίας και τις ανάγκες της εκλογικής μάχης των βουλευτικών εκλογών, με κατανομή ρόλων μεταξύ των μελών της. Η έγκριση αυτής της αυτοκριτικής, και οι αναγκαίες προσαρμογές στην πολιτική της ΛΑΕ, από το ΠΣ, προσανατολίζουν και τη στάση της ΛΑΕ στις ερχόμενες εκλογές.

Η ΠΓ θα συγκροτήσει Εκλογική Επιτροπή για την οργάνωση της εκλογικής μάχης, με χαρακτηριστικά ανανέωσης, πλουραλιστικής εκπροσώπησης και κοινωνικής αντιπροσωπευτικότητας.

Αποφασίζουμε, παρά τις ασφυκτικές χρονικές πιέσεις και τις πολιτικές και οργανωτικές δυσκολίες, τη συμμετοχή της ΛΑΕ στην εκλογική αναμέτρηση, είτε με συμμαχίες εάν προκύψουν, είτε μόνη της, με ψηφοδέλτια ανοιχτά στους αγωνιστές της Αριστεράς, των κοινωνικών αγώνων και του δημοκρατικού και προοδευτικού αντιμνημονιακού κινήματος. Να δείξουμε ότι είμαστε όρθιοι και συνεχίζουμε για να αναδείξουμε, ότι ναι, είναι απαραίτητη μια Αριστερά, ριζοσπαστική και ενωτική, που να οργανώνει την κοινή δράση στα κινήματα και τις αντιστάσεις και να προβάλλει έναν άλλο δρόμο ενάντια στα μνημόνια και τον ευρωμονόδρομο.

Σε κάθε περίπτωση η εκλογική ήττα στις ευρωεκλογές, δεν πρέπει να κλονίσει την πεποίθηση μας στα διαχρονικά οράματα και αξίες της Αριστεράς, ούτε να δημιουργήσει ψυχολογία «παραίτησης», αλλά με οδηγό την «ιστορική αισιοδοξία» και με «απόθεμα ψυχής», να υπερασπιστούμε τα ζωτικά συμφέροντα του λαού μας και της νέας γενιάς, τιμώντας ταυτόχρονα τους αγώνες και θυσίες των αγωνιστών της Αριστεράς!

Αθήνα, 9/6/2019