Κατηγορία: Πολιτική

Οι επιλογές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι συνέπειές τους

Του Αντώνη Νταβανέλου
Πηγή: laiki-enotita.gr

Η απόφαση του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου (ΠΣΟ) της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε αντίθεση με την αντίστοιχη του περασμένου Ιούνη, εμφανίζει τώρα μια πολιτική ενοποίηση των δυνάμεων που συμμετέχουν σε αυτόν τον μετωπικό σχηματισμό της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Ο σ. Άγγελος Χάγιος –σε συνέντευξή του στην «Εργατική Αλληλεγγύη», την εφημερίδα του ΣΕΚ– ερμήνευσε τη «δυστοκία» του Ιούνη με βάση τις δυσκολίες και τις «υπαρκτές διαφορές» και μέσα στις γραμμές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα ζητήματα «…της πολιτικής κατάστασης… των διεθνών εξελίξεων… και την πολιτική των συμμαχιών». Είναι μια σωστή εκτίμηση. Όλοι οι σχηματισμοί στην Αριστερά δοκιμάζονται από τη δυσκολία να δοθούν απαντήσεις σε υπαρκτά διλήμματα που θέτουν οι πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό και διεθνώς, αλλά επίσης τα διλήμματα που σχετίζονται με την οργάνωση των απαντήσεων τόσο μέσα στο κίνημα όσο και στο πολιτικό πεδίο, δηλαδή στα ζητήματα «της πολιτικής των συμμαχιών».

Όμως η με μεγάλη πλειοψηφία ενιαία πλέον απόφαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ΠΣΟ του Σεπτέμβρη, οδηγεί σε μια κατεύθυνση που είναι πίσω από τις ανάγκες της συγκυρίας, πίσω από τις ανάγκες της περιόδου. Κάνει ακόμα πιο δύσκολη την απάντηση τόσο στο επίπεδο των αγώνων από τα κάτω (όπου οι ανάγκες σοβαρού, σχεδιασμένου και μακροπρόθεσμου συντονισμού είναι ολοφάνερες), όσο –και ίσως ακόμα περισσότερο– την απάντηση στο πολιτικό πεδίο, όπου οι επείγουσες επιλογές για τη συγκρότηση μιας ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής αριστερής απάντησης στο δίπολο Τσίπρας-Μητσοτάκης, αναστέλλονται για ένα απώτερο μέλλον.

Απόδειξη αυτής της επιλογής είναι η «απογείωση» της κριτικής κυρίως απέναντι στη ΛΑΕ, όπου ξεπερνιούνται τα όρια της αυθαιρεσίας και φτάνουμε στα σύνορα της συκοφαντίας: «Η ΛΑΕ αποκρυσταλλώνει όλο και πιο καθαρά μια διαχειριστική λογική… μέσα από την ενίσχυση της “ανταγωνιστικότητας της οικονομίας”, την “επενδυτική έκρηξη”, την “παραγωγική ανασυγκρότηση”, μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων και της ΕΕ. Με ένα μετριοπαθές κοινωνικό πρόγραμμα… τείνει περισσότερο σε μια λογική ενός “νέου κοινωνικού συμβολαίου” με τμήματα του κεφαλαίου, παρά με αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, την ΕΕ και τους μηχανισμούς τους…».

Αυτή η κριτική –που θα μπορούσε να απευθύνεται στους 53 στον ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμα και στον Φ. Κουβέλη– δύσκολα περιγράφει, ας πούμε, τη στάση του Π. Λαφαζάνη και των στελεχών του Αριστερού Ρεύματος, ή τη συστηματική παρουσία της ΛΑΕ σε κάθε κινητοποίηση ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, στους πλειστηριασμούς, στις διαδηλώσεις ενάντια στον Μακόν και την ΕΕ κ.λπ. Δύσκολα περιγράφει τη συγκρότηση και την πορεία ενός μετωπικού σχηματισμού που συνενώνει στις γραμμές του μερικές χιλιάδες αγωνιστών-στριών της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ενός σχηματισμού που ως ιδρυτικό γεγονός έχει τη ρήξη με τη «διαχειριστική λογική» και τη ρήξη με τη «λογική του κοινωνικού συμβολαίου με τμήματα του κεφαλαίου». Αξίζει, ίσως, να υπενθυμίσουμε ότι αυτή η ρήξη έγινε στην πράξη και όχι στα λόγια.

Είναι γνωστό ότι μέσα στη ΛΑΕ –όπως και μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ– υπάρχει ζωηρή ιδεολογικοπολιτική συζήτηση και διαπάλη απόψεων. Εμείς ποτέ δεν κρύψαμε τις απόψεις μας και τις διαφορές π.χ. στη σύνδεση ανάμεσα στους μεσοπρόθεσμους στόχους του κινήματος (ανατροπή της λιτότητας και των μνημονίων) με τη στρατηγική της διεκδίκησης του σοσιαλισμού, μια σύνδεση που οφείλει να παραμένει ισχυρή και αδιαίρετη, πέρα από την παραδοσιακή αντίληψη των «σταδίων». Όμως θεωρούμε ζήτημα εντιμότητας και ωριμότητας το να κρατάμε αυτή τη συζήτηση και αυτές τις διαφορές μέσα στα όρια που δημιουργούν οι κοινοί αγώνες και να αποφεύγουμε την σε «τελευταία ανάλυση» κατηγοριοποίηση οργανώσεων, ρευμάτων και αγωνιστών-στριών. Άλλωστε είναι γνωστό ότι η μέθοδος της «σε τελευταία ανάλυση» κατηγοριοποίησης μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλους ενάντια σε όλους οδηγώντας σε έναν πολιτικοϊδεολογικό κανιβαλισμό.

Το ζήτημα του συντονισμού των προσπαθειών στο κίνημα από τα κάτω είναι εξαιρετικά σοβαρό και επείγον. Όλοι μιλάμε για επιμέρους «κέντρα αγώνα» και την προοπτική ενός πιο μόνιμου και συστηματικού «κέντρου αγώνα». Υπάρχει περίπτωση να φτάσουμε σε αυτό, αν ο καθένας οικοδομεί τα δικά του, μικρούτσικα και καθαρούτσικα «κέντρα» και στη συνέχεια απλώς καλεί τους υπόλοιπους να συμμετέχουν στην υλοποίηση των δικών του σχεδίων και αποδεχόμενοι το δικό του «πρόγραμμα»; Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική και δυστυχώς αυτό είναι που συμβαίνει. Υπάρχει περίπτωση να φτάσουμε σε ένα συστηματικό συντονισμό των δυνάμεων, αν κάποιος επιλέγει να μιζάρει πάνω σε λάθη των δυνάμεων των άλλων, αν «χτίζει» συστηματικά πάνω σε αυτά, αν επιχειρεί οργανωμένα να ορθώσει τείχη και διαχωριστικές γραμμές; Αυτή η συνήθεια, που επίσης αναπτύσσεται μονομερώς, δεν έχει τίποτα εποικοδομητικό, δεν είναι η αναγκαία λειτουργία της κριτικής-αυτοκριτικής στην Αριστερά. Είναι αντίθετα ένδειξη μιας τάσης για σεχταριστική περιχαράκωση που, παρεμπιπτόντως, «νομιμοποιεί» και «εκλογικεύει» μερικές πιο «δυναμικές» (και πιο απολίτικες) μορφές αντιπαράθεσης που –δυστυχώς– επανεμφανίζονται στο τελευταίο διάστημα.

Στο ζήτημα της πολιτικής συνεργασίας οι επιλογές είναι εξίσου καθαρές. Με δεδομένη τη στάση του ΚΚΕ, μια συνεργασία μεταξύ των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΛΑΕ και άλλων συλλογικοτήτων που αποσπάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «κορμός» για τη συγκέντρωση ενός ευρύτερου δυναμικού, να θέσει τις βάσεις για μια αντιμνημονιακή ριζοσπαστικά αριστερή απάντηση στις πιέσεις που θα αναπτύξει στις γραμμές του κόσμου μας το εκβιαστικό δίπολο: Τσίπρας ή Μητσοτάκης; Το κρίσιμο μέγεθος σε όλη την περίοδο που διανύουμε (αλλά και στις επόμενες εκλογές, όποτε αυτές γίνουν) είναι το αν θα υπάρξει μια πολιτική πρωτοβουλία –πέρα από τις γραμμές του ΚΚΕ– που θα διεκδικεί να εκφράσει την απογοήτευση και την απομάκρυνση από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε αριστερή κατεύθυνση άρνησης της απογοήτευσης, του κατακερματισμού και της ιδιώτευσης. Οι σ. της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναπτύσσουν διάφορες κριτικές προς την ΛΑΕ –άλλες σχετικά βάσιμες και άλλες πάλι συκοφαντικές– αλλά παραλείπουν να μας πουν αν και τι έχουν οι ίδιοι προτείνει ως απάντηση σε αυτό το κεντρικό ερώτημα. Αυτό είναι κρίσιμο γιατί οι προτάσεις ενίοτε γίνονται αποδεκτές. Σε ό,τι μας αφορά, έχουμε διαμηνύσει προς όλες τις πλευρές ότι θεωρούσαμε και θεωρούμε μια πολιτική συμμαχία μεταξύ ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως ένα «βήμα» που θα άλλαζε το τοπίο και θα έβαζε σε δεύτερη μοίρα κάθε άλλη σκέψη.

Όμως (παρά κάποιες εμφανείς διαφορές) η «συνισταμένη» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέφυγε αυτές τις ευθύνες, επιλέγοντας την κλιμάκωση της επίθεσης προς τη ΛΑΕ, θεωρώντας ίσως ότι έτσι θα μπορέσει να συσπειρώσει «ηγεμονικά» κάποιες μικρότερες ή διάσπαρτες δυνάμεις. Θα θέλαμε να θυμίσουμε ότι η καταστροφική αντιμετώπιση των υποχρεώσεων στην παρούσα πολιτική δοκιμασία, ποτέ δεν δημιουργεί «ευκαιρίες» για την επόμενη πολιτική δοκιμασία. Αν κάποιοι πιστεύουν ότι αν διαλύσουν τις δυνατότητες του σήμερα, θα έχουν πιο αυτόνομες δυνατότητες αύριο, ας σκεφτούν καλύτερα τις προηγούμενες ανάλογες «στροφές».

Η απόφαση του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δίνει λαθεμένες απαντήσεις σε κεντρικά ερωτήματα της συγκυρίας. Είναι υπόθεση της ΛΑΕ να μη δεχθεί αυτό το λάθος ως τετελεσμένο γεγονός και να εργαστεί πιο συστηματικά, πιο καθαρά για να γίνει πράξη η ενότητα στη δράση της αντιμνημονιακής, ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Advertisements

Η νεοφιλελεύθερη ΕΕ σε πολλαπλή αστάθεια

Το editorial της «Εργατικής Αριστεράς»
που κυκλοφορεί από 27/9

Η στροφή προς τα δεξιά του Αλ. Τσίπρα που παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη (με το μοντέλο Gr-Invest και την αποθέωση του Εμ. Μακρόν) θα επιταχυνθεί μέσω των πιέσεων που θα προκύψουν κατά την 3η αξιολόγηση.

Μπρο­στά στις απαι­τή­σεις του ΔΝΤ και την απα­σφα­λι­σμέ­νη χει­ρο­βομ­βί­δα μιας νέας ανα­κε­φα­λαί­ω­σης των τρα­πε­ζών, μια νέα δέσμη αντερ­γα­τι­κών-αντι­κοι­νω­νι­κών μέ­τρων είναι πι­θα­νό­τα­τη. Αν μά­λι­στα χαθεί ο έλεγ­χος πάνω στον έτσι κι αλ­λιώς εύ­θραυ­στο κυ­βερ­νη­τι­κό προ­γραμ­μα­τι­σμό, τότε ο Αλ. Τσί­πρας μπο­ρεί να βρε­θεί πια­σμέ­νος στην πα­γί­δα που ο ίδιος έστη­σε για την επό­με­νη κυ­βέρ­νη­ση, με την «έξυ­πνη» κα­τα­νο­μή των μέ­τρων του Μνη­μο­νί­ου 3 μέσα στο χρόνο: η κα­τάρ­γη­ση του αφο­ρο­λο­γή­του και η πε­ρι­κο­πή στις κα­τα­βαλ­λό­με­νες συ­ντά­ξεις μπο­ρεί να κα­τα­στούν ανα­πό­φευ­κτες ακόμα και μέσα στο 2018.

Την ίδια στιγ­μή ο Κυρ. Μη­τσο­τά­κης εξαγ­γέλ­λει την πο­λι­τι­κή πάνω στην οποία βα­σί­ζει τις ελ­πί­δες του για επά­νο­δο της Δε­ξιάς στην κυ­βερ­νη­τι­κή εξου­σία και μά­λι­στα με ηγε­μο­νι­κό τρόπο. Πρό­κει­ται, ασφα­λώς, για την πλήρη απο­δο­χή του μνη­μο­νί­ου 3, την υπό­σχε­ση για με­γα­λύ­τε­ρη επι­τά­χυν­ση των νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων αντι­με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων και το αί­τη­μα προς τους δα­νει­στές να απο­δε­χθούν μια ακόμα ευ­νοϊ­κό­τε­ρη ενί­σχυ­ση του ντό­πιου επι­χει­ρη­μα­τι­κού κό­σμου, ως τη βα­σι­κό­τε­ρη προ­ϋ­πό­θε­ση για να επι­στρέ­ψει η Ελ­λά­δα σε μια κά­ποια (κα­πι­τα­λι­στι­κή) ανά­πτυ­ξη.

Η γραμ­μή και των δύο «αντα­γω­νι­στών» έχει σκλη­ρό­τα­τες συ­νέ­πειες –κυ­ριο­λε­κτι­κά αι­μα­τη­ρές– για τα συμ­φέ­ρο­ντα της κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας. Αν τα πράγ­μα­τα πάνε έτσι, στο τέλος αυτής της ιστο­ρι­κής πε­ριό­δου δεν θα έχει μεί­νει όρθιο τί­πο­τα απ’ όσα γνω­ρί­σα­με ως κοι­νω­νι­κά δι­καιώ­μα­τα συν­δε­δε­μέ­να με την ερ­γα­σία.

Ομως η γραμ­μή και των δύο «αντα­γω­νι­στών» έχει ως προ­ϋ­πό­θε­ση για να λει­τουρ­γή­σει το να μη συ­να­ντή­σει στο δρόμο της τη μα­ζι­κή αντί­στα­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων και των λαϊ­κών τά­ξε­ων.

Παρά τη ζημιά που έχει προ­κα­λέ­σει η απο­γο­ή­τευ­ση από τη σο­σιαλ­φι­λε­λεύ­θε­ρη με­τάλ­λα­ξη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, η ιστο­ρία της τα­ξι­κής πάλης στην Ελ­λά­δα δεί­χνει ότι αυτή η προ­ϋ­πό­θε­ση είναι εξαι­ρε­τι­κά απί­θα­νο να εκ­πλη­ρω­θεί. Ο Αν­δρέ­ας Πα­παν­δρέ­ου το 1985-87, ο Ση­μί­της στη δε­κα­ε­τία του ’90, ο Κα­ρα­μαν­λή στη δε­κα­ε­τία του 2000, ο Γιώρ­γος Πα­παν­δρέ­ου, ο Πα­πα­δή­μος και ο Σα­μα­ράς μετά το 2010, είδαν τα οι­κο­νο­μι­κά-πο­λι­τι­κά σχέ­διά τους να ανα­τρέ­πο­νται ή να τρο­πο­ποιού­νται ρι­ζι­κά μέσα από την πα­ρέμ­βα­ση του «πε­ζο­δρο­μί­ου».

Συσ­σω­ρεύ­ο­νται ήδη οι εν­δεί­ξεις ότι μια τέ­τοια πα­ρέμ­βα­ση θα είναι ξανά εφι­κτή. Στο τε­λευ­ταίο διά­στη­μα οι «μι­κροί» αγώ­νες στους ερ­γα­τι­κούς χώ­ρους πυ­κνώ­νουν και γί­νο­νται πιο απο­φα­σι­στι­κοί. Στα νο­σο­κο­μεία ξε­δι­πλώ­νο­νται ση­μα­ντι­κοί απερ­για­κοί σχε­δια­σμοί, ενώ η δια­βό­η­τη αξιο­λό­γη­ση πα­ρα­μέ­νει ανοι­χτή μάχη σε όλο το χώρο του Δη­μο­σί­ου. Η ση­μα­ντι­κή επι­τυ­χία των φε­τι­νών αντι­ρα­τσι­στι­κών φε­στι­βάλ και η μα­ζι­κό­τη­τα στις δια­μαρ­τυ­ρί­ες για την Ηριά­να, δεί­χνουν ότι ένα ευ­ρύ­τε­ρος κό­σμος μπαί­νει ξανά στην αντι­πα­ρά­θε­ση, πέρα από τους χώ­ρους της «κλα­σι­κής» ερ­γα­τι­κής-συν­δι­κα­λι­στι­κής αντί­στα­σης.

Οι προει­δο­ποι­ή­σεις αυτές είναι για όλους μας ση­μα­ντι­κές. Δια­νύ­ου­με το διά­στη­μα του ξε­πα­γώ­μα­τος, το διά­στη­μα τα εξό­δου από την απο­γο­ή­τευ­ση και της πρώ­της διε­ρεύ­νη­σης των με­τώ­πων, των με­θό­δων, των συμ­μα­χιών στή­ρι­ξης που σχε­τί­ζο­νται με την προ­ο­πτι­κή μιας μα­ζι­κής επα­νό­δου των αγώ­νων από τα κάτω στο πο­λι­τι­κό προ­σκή­νιο. Στον πα­ρά­γο­ντα αυτό οφεί­λουν να συ­γκε­ντρώ­σουν την προ­σο­χή όλες οι δυ­νά­μεις της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς. Η επα­νεμ­φά­νι­ση αυτής της δύ­να­μης είναι η ανα­ντι­κα­τά­στα­τη προ­ϋ­πό­θε­ση για τη δική μας πλευ­ρά, προ­κει­μέ­νου να απα­ντη­θούν απο­τε­λε­σμα­τι­κά οι σχε­δια­σμοί τόσο του Τσί­πρα όσο και του Μη­τσο­τά­κη.

Η πείρα των αγώ­νων στην Ελ­λά­δα απο­δει­κνύ­ει επί­σης ότι υπάρ­χει επι­κοι­νω­νία ανά­με­σα στο «πο­λι­τι­κό» και στο «κοι­νω­νι­κό». Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο εμπό­διο για τους κοι­νω­νι­κούς αγω­νι­στές –ιδιαί­τε­ρα τους νέους– είναι η έλ­λει­ψη μιας ορα­τής πο­λι­τι­κής εναλ­λα­κτι­κής λύσης. Οι πο­λι­τι­κοί, ακόμα και οι εκλο­γι­κοί, εκ­βια­σμοί των δύο «μο­νο­μά­χων» έχουν μια κά­ποια απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα. Γι’ αυτό επι­μέ­νου­με στην ανά­γκη της ενό­τη­τας στη δράση με­τα­ξύ των δυ­νά­με­ων της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, αλλά και στην ευ­ρύ­τε­ρη πο­λι­τι­κή συ­νερ­γα­σία τους. Η κά­λυ­ψη του κενού που έχει δη­μιουρ­γή­σει η μνη­μο­νια­κή με­τάλ­λα­ξη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, η εμ­φά­νι­ση ενός πόλου αντι­πα­ρά­θε­σης στους Τσί­πρα-Μη­τσο­τά­κη από τη σκο­πιά των ερ­γα­τι­κών και λαϊ­κών συμ­φε­ρό­ντων είναι ένα κρί­σι­μο κι επεί­γον κα­θή­κον.

Η νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη ΕΕ σε πολ­λα­πλή αστά­θεια

Ζούμε ημέ­ρες με ση­μα­ντι­κές πο­λι­τι­κές ει­δή­σεις. Το δύ­σκο­λο είναι να δούμε το ενο­ποι­η­τι­κό στοι­χείο όλων αυτών των ση­μα­ντι­κών εξε­λί­ξε­ων, που είναι το κύμα αστά­θειας, στρα­τη­γι­κών δι­χα­σμών και πο­λι­τι­κών δυ­σκο­λιών που συ­γκλο­νί­ζουν το οι­κο­δό­μη­μα της ΕΕ.

Στη Βρε­τα­νία το πο­λι­τι­κό προ­σω­πι­κό της κυ­ρί­αρ­χης τάξης έχει σχε­δόν πα­ρα­λύ­σει μέσα από τη συ­ζή­τη­ση σχε­τι­κά με το πόσο «σκλη­ρό» ή πόσο «ήπιο» πρέ­πει να είναι το Brexit που αντέ­χουν. Και μέσα στην ανα­μπου­μπού­λα εμ­φα­νί­ζο­νται οίκοι αξιο­λό­γη­σης που υπο­βαθ­μί­ζουν (!) το… Σίτι του Λον­δί­νου, την κά­πο­τε «Μέκκα» του διε­θνούς νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου κα­πι­τα­λι­σμού, που άλ­λο­τε αυτή «αξιο­λο­γού­σε» τους πά­ντες και τα πάντα.

Στην Ισπα­νία, στην 4η σε μέ­γε­θος οι­κο­νο­μία της ευ­ρω­ζώ­νης, η προ­ο­πτι­κή ανε­ξαρ­τη­το­ποί­η­σης της Κα­τα­λο­νί­ας προ­κα­λεί υπαρ­ξια­κή κρίση. Η απαί­τη­ση των Κα­τα­λα­νών να απο­φα­σί­σουν οι ίδιοι για το μέλ­λον τους, θα φέρει τα­χύ­τα­τα στην επι­φά­νεια πολλά άλλα ανά­λο­γα θέ­μα­τα που μέχρι σή­με­ρα κρύ­βο­νταν κάτω από το ευ­ρω­παϊ­κό χαλί (Σκο­τία, Φλάν­δρα, Χώρα των Βά­σκων κ.ά.), αλλά κυ­ρί­ως φέρ­νει στην επι­φά­νεια το τε­ρά­στιο έλ­λειμ­μα δη­μο­κρα­τί­ας στο σύγ­χρο­νο κα­πι­τα­λι­σμό: η απο­δο­χή του αι­τή­μα­τος των Κα­τα­λα­νών, η απο­δο­χή του (τάχα αυ­το­νό­η­του) δι­καιώ­μα­τος αυ­το­προσ­διο­ρι­σμού και αυ­το­διά­θε­σης οδη­γεί σε μια απί­στευ­τη κρίση του Κρά­τους της Ισπα­νί­ας, ενώ η απόρ­ρι­ψή του θέτει πλέον ζή­τη­μα κα­τα­στο­λής με­γά­λης κλί­μα­κας. Είναι δυ­να­τόν στην Ευ­ρώ­πη του 21ου αιώνα να ανα­βιώ­σουν οι μέ­θο­δοι κυ­ριαρ­χί­ας της επο­χής του φραν­κι­σμού;

Στις γερ­μα­νι­κές εκλο­γές, τα φώτα της δη­μό­σιας συ­ζή­τη­σης πέ­φτουν πάνω στη θε­α­μα­τι­κή αύ­ξη­ση των ακρο­δε­ξιών, που θα φέρει στο κοι­νο­βού­λιο νε­ο­να­ζί για πρώτη φορά από το 1945. Όμως η αύ­ξη­ση αυτή είχε ου­σια­στι­κά προ­α­ναγ­γελ­θεί δη­μο­σκο­πι­κά, ενώ είχε στην πράξη συ­ντε­λε­στεί κατά το προη­γού­με­νο διά­στη­μα. Χωρίς καμιά πρό­θε­ση να υπο­βαθ­μί­σου­με την ανά­γκη της πάλης κατά της ακρο­δε­ξιάς και των νε­ο­να­ζί (το αντί­θε­το μά­λι­στα), θε­ω­ρού­με ότι το πιο «φρέ­σκο» στοι­χείο στην εξέ­λι­ξη είναι η απο­δυ­νά­μω­ση της Μέρ­κελ.

Οι γερ­μα­νι­κές εκλο­γές ήταν, υπο­τί­θε­ται, η τε­λευ­ταία «λε­πτο­μέ­ρεια» που οι κυ­ρί­αρ­χοι στην ευ­ρω­ζώ­νη έπρε­πε να λύ­σουν για να πά­ρουν στη συ­νέ­χεια της «με­γά­λες» πρω­το­βου­λί­ες ανα­συ­γκρό­τη­σης της ΕΕ. Πρω­το­βου­λί­ες που ο Μα­κρόν, με την πα­ρα­δο­σια­κή γαλ­λι­κή με­γα­λο­στο­μία, είχε φρο­ντί­σει να προ­α­ναγ­γεί­λει, φορ­τί­ζο­ντάς τες μά­λι­στα με σχε­δόν ιστο­ρι­κό βάρος… Σή­με­ρα τα σχέ­δια αυτά μπαί­νουν υπο­χρε­ω­τι­κά στην ανα­μο­νή, αφού η Μέρ­κελ, ο πραγ­μα­τι­κός «κι­νη­τή­ρας» της πο­λι­τι­κής στην ευ­ρω­ζώ­νη, έχει πλέον άλλες προ­τε­ραιό­τη­τες που αφο­ρούν κυ­ρί­ως το εσω­τε­ρι­κό της Γερ­μα­νί­ας, όπως τη δια­μόρ­φω­ση μιας νέας στοι­χειω­δώς αξιό­πι­στης κυ­βερ­νη­τι­κής συμ­μα­χί­ας, πι­θα­νό­τα­τα χωρίς τους σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες που ει­σέ­πρα­ξαν μια λαϊκή απο­δο­κι­μα­σία ιστο­ρι­κών δια­στά­σε­ων (να και ένα μή­νυ­μα για πολ­λούς ντό­πιους απο­δέ­κτες…).

Όμως η αστά­θεια δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στα στενά σύ­νο­ρα της ΕΕ. Αφή­νο­ντας για την ώρα στο πλάι τις «και­νο­το­μί­ες» της Αμε­ρι­κής επί Τραμπ και την κρίση στην Άπω Ανα­το­λή, ας μεί­νου­με στην κο­ντι­νή «γει­το­νιά» της Ευ­ρώ­πης.

Στη Μ. Ανα­το­λή, το εν­δε­χό­με­νο δη­μιουρ­γί­ας ανε­ξάρ­τη­του κουρ­δι­κού κρά­τος με την υπο­στή­ρι­ξη της Δύσης, αλ­λά­ζει τα πάντα, κά­νο­ντας πι­θα­νές συμ­μα­χί­ες δυ­νά­με­ων που μέχρι χθες θα ακού­γο­νταν ως αδια­νό­η­τες (όπως η στρο­φή του Ερ­ντο­γάν προς τη Ρωσία, είτε η συμ­μα­χία της Τουρ­κί­ας με το Ιράν…). Η ανά­πτυ­ξη ρω­σι­κών πυ­ραύ­λων τε­λευ­ταί­ας γε­νιάς στο τουρ­κι­κό έδα­φος, εγκαι­νιά­ζει ένα νέο κύκλο με­γά­λων εξο­πλι­σμών στην πε­ριο­χή και προ­φα­νών κιν­δύ­νων για ανε­ξέ­λεγ­κτα πο­λε­μι­κά επει­σό­δια.

Επί­σης, το προ­σφυ­γι­κό έχει μπει σε έναν νέο κύκλο πρω­το­φα­νούς αγριό­τη­τας. Η συμ­φω­νία ΕΕ-Τουρ­κί­ας-Ελ­λά­δας και η ανά­πτυ­ξη της αρ­μά­δας του ΝΑΤΟ στο Αι­γαίο, έχει «σπρώ­ξει» τους πρό­σφυ­γες πιο δυ­τι­κά, στην ανοι­χτή θά­λασ­σα της Με­σο­γεί­ου με ση­μεία «απο­χώ­ρη­σης» κυ­ρί­ως στη Λιβύη – στη δια­λυ­μέ­νη χώρα όπου τα στρα­τό­πε­δα προ­σφύ­γων είναι γνω­στά ως σκλα­βο­πά­ζα­ρα, όπου η αν­θρώ­πι­νη ζωή έχει ελά­χι­στη αξία. Ως πότε θα γί­νε­ται ανε­κτή αυτή η απρο­κά­λυ­πτα ρα­τσι­στι­κή πο­λι­τι­κή;

Η ευ­ρω­ζώ­νη και η ΕΕ λει­τουρ­γούν πλέον στα όρια της αντο­χής και της ανο­χής. Οι κυ­ρί­αρ­χες δυ­νά­μεις έχουν απο­θέ­μα­τα ισχύ­ος για να επε­ξερ­γα­στούν, αργά ή γρή­γο­ρα, εναλ­λα­κτι­κές λύ­σεις. Για τους ερ­γα­ζό­με­νους και τις λαϊ­κές δυ­νά­μεις, όμως, γί­νε­ται σαφές ότι η πάλη για τα τα­ξι­κά ζη­τή­μα­τα –η πάλη για την ανα­τρο­πή του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού– αλλά και η πάλη για τα δη­μο­κρα­τι­κά δι­καιώ­μα­τα –όπως το δι­καί­ω­μα της αυ­το­διά­θε­σης– είναι πλέον άρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη με τη δια­μόρ­φω­ση της δικής μας εναλ­λα­κτι­κής λύσης, σε ρήξη με αυτό το «φρού­ριο» του κε­φα­λαί­ου, του αυ­ταρ­χι­σμού και του ρα­τσι­σμού.

Ούτε ΣΥΡΙΖΑ – Ούτε ΝΔ

Ο θατσερισμός του Κυριάκου Μητσοτάκη

Του Αντώνη Νταβανέλου
Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά
Το σκίτσο είναι του Πέτρου Ζερβού από την «Εφ.Συν.»

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ είχε φέτος μια σχετικά εύκολη δουλειά. Την πραγματικότητα, μετά την υπογραφή του μνημονίου 3 και έπειτα από δύο χρόνια εξουσίας των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, την χρεώνεται πλέον κυρίως ο Τσίπρας και το κόμμα του. Και η πραγματικότητα είναι καταδικαστική: σ’ αυτά τα δύο χρόνια ακολουθήθηκε απαρέγκλιτα η πολιτική όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων που κάνει τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους, ενώ προσθέτως εγκαταστάθηκε το καθεστώς «επιτήρησης» της ακριβούς εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων έως το… 2060.

Στο έδαφος των μνημονίων δεν υπάρχει χώρος για ελπίδα. Ενσωματωμένος πλέον απόλυτα σε αυτό το «γήπεδο» ο Αλ. Τσίπρας, προηγουμένως στη ΔΕΘ, είχε κάνει δύο σημαντικά «δώρα» στον Κυρ. Μητσοτάκη: αφενός ομολόγησε το τέλος του νεανικού «ριζοσπαστισμού» του, το τέλος των πειραματισμών με την όποιας απόχρωσης αριστερή πολιτική («το κόμμα που αντιπολιτεύεστε, ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχει πια», είπε αφοπλιστικά). Αφετέρου, επέλεξε ως έδαφος της μελλοντικής αναμέτρησης με τη Δεξιά το έδαφος όπου υπερέχουν εξ ορισμού τα «καθαρόαιμα» αστικά κόμματα: αν οι άνθρωποι κληθούν να επιλέξουν με κριτήριο την προσέλκυση των επενδύσεων και τη συμφιλίωση με την επιχειρηματικότητα (γιατί αυτό θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-GrInvest), τότε είναι πολύ πιθανότερο να επιλέξουν κάτι μεταξύ ΝΔ και παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας.

Σε αυτό το στρωμένο από τον Τσίπρα χαλί, είχε να βαδίσει σχετικά άνετα ο Μητσοτάκης. Σύμφωνα με τους επιτελείς της ΝΔ ήταν «εσκεμμένη επιλογή» να μη γίνουν συγκεκριμένοι σε θέματα όπως το χρέος, το ασφαλιστικό, η υγεία κ.ο.κ. Σε αυτά οι «εκπλήξεις» που περιμένουν τον κόσμο της εργασίας αφήνονται για μετά τις εκλογές. Αυτή η ελλειπτικότητα επιτρέπει στον Μητσοτάκη να συνεχίσει να επιτίθεται στον Τσίπρα (π.χ. με την αναφορά στην αύξηση των έμμεσων φόρων, ως των πιο άδικων και αντικοινωνικών) χωρίς, όμως να λέει τι θα κάνει ο ίδιος με τον ΦΠΑ.

Προσπαθώντας όμως να συγκροτήσει το δικό του στρατόπεδο, έστω και σε επίπεδο γενικών ιδεών, ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν έκρυψε τη στρατηγική του, έναν άκρατο και ιδεολογικά συνεκτικό νεοφιλελευθερισμό: «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα». Αν βγάλουμε τα φραστικά φτιασίδια, προκύπτουν ατόφιες δύο βασικές ιδέες της Θάτσερ: α) οι κοινωνικές ανισότητες είναι όχι μόνο φυσιολογικές, αλλά σωτήριες και «απελευθερωτικές» (γιατί, τάχα, μόνο αυτές ταιριάζουν με την ανθρώπινη φύση) και β) η διεκδίκηση της ισότητας συγκρούεται με τη βιωσιμότητα των δημοκρατικών δικαιωμάτων, ο εξισωτισμός τείνει στον ολοκληρωτισμό…

Για να μη μείνει μόνο σε επίπεδο έκθεσης ιδεών ο Κυρ. Μητσοτάκης επανέλαβε τις πάγιες θέσεις του για μια «στροφή» («άλλο δημοσιονομικό μίγμα») προς μια κάποια «αναπτυξιακή πολιτική». Υπογραμμίζοντας ότι κάθε βήμα του θα γίνει σε συμφωνία με τους δανειστές (δηλαδή στα όρια του μνημονίου 3), προτείνει μια «επαναδιαπραγμάτευση» που θα δίνει στην τρόικα «μια ελληνικής ιδιοκτησίας μεταρρυθμιστική ατζέντα» (δηλαδή μια ταχύτερη επιβολή των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων, από ανθρώπους που θα πιστεύουν σε αυτές). Και θα διεκδικεί μια συμφωνημένη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 2% και μια μείωση των φόρων. Προσοχή: ο Κυρ. Μητσοτάκης μιλά για μείωση των φόρων των επιχειρήσεων και όχι των λαϊκών νοικοκυριών και επίσης δηλώνει ότι ο «χώρος» που θα προκύπτει από τη μείωση των πλεονασμάτων, θα πρέπει να αξιοποιηθεί για την ενίσχυση του κόσμου του επιχειρείν.

Πρόκειται για μια πολιτική που λέει: Ναι, να συνεχιστούν τα μνημόνια. Ναι, να ενισχυθεί η νεοφιλελεύθερη επιθετικότητα ενάντια στην εργατική τάξη και τις λαϊκές δυνάμεις. Σε αντάλλαγμα, αφήστε μας να ενισχύσουμε περισσότερο τους ντόπιους βιομήχανους και τους τραπεζίτες για να προσεγγίσουμε ξανά μια (καπιταλιστική) ανάπτυξη στην Ελλάδα.

Τι απομένει ως υπόσχεση για τους απλούς ανθρώπους; Κυρίως η φιλολογία για τις «ίσες ευκαιρίες» που, τάχα, δημιουργεί ο νεοφιλελευθερισμός και τις οποίες μπορούν να εκμεταλλευτούν «οι πιο αδύναμοι». Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι θα έχουν την «ευκαιρία» να γίνουν εργοστασιάρχες (αν μπορέσουν να ανταγωνιστούν π.χ. τον Μυτιληναίο) ή εφοπλιστές (αν μπορούν να τα βάλουν με τον Μαρινάκη ή τον Μελισσανίδη). Όμως πέρα από αυτήν την «ισότητα στην ευκαιρία» δεν θα έχουν να περιμένουν καμιά άλλη βοήθεια…

Το μόνο συγκεκριμένο παράδειγμα αυτής της «ισότητας στις ευκαιρίες» αφορούσε την εκπαίδευση, όπου ο Μητσοτάκης προειδοποίησε ότι είναι έτοιμος «να φτάσει στα άκρα». Μιλώντας για ιδιωτικά πανεπιστήμια, για δίδακτρα και για «αυτόνομα» σχολεία, κατόρθωσε να εξαγριώσει ακόμα και τους συνδικαλιστές της ΔΑΚΕ.

Ο Μητσοτάκης φρόντισε να στείλει στους δανειστές ένα μήνυμα «πολιτικής αυτοσυγκράτησης», αποσύροντας το αίτημα για πτώση της κυβέρνησης τώρα (προβλέποντας, πάντως, ως «ορόσημο» τον Ιούλη του 2018) και αφήνοντας τον Τσίπρα «ελεύθερο» να πιει μέχρι τέλους το πικρό μνημονιακό ποτήρι που στρώνει το δρόμο στη ΝΔ.

Δήλωσε στην ίδια κατεύθυνση έτοιμος για κυβερνητικές συνεργασίες, κυρίως με το «χώρο» της κεντροαριστεράς («θα συνομιλήσω θεσμικά με όποιον εκλεγεί»). Η τελευταία είναι μια κρίσιμη παράμετρος. Ανεξάρτητα από το πόσο το γνωρίζει ο Κυρ. Μητσοτάκης, η πολιτική που πρεσβεύει συνήθως προκαλεί θύελλες αντιδράσεων. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η κυβέρνηση του πατέρα του, που έπεσε μετά από μια μεγάλη κλιμάκωση των εργατικών και λαϊκών αγώνων. Αντίστροφα, η μακροβιότητα σήμερα της Μέρκελ είναι αξιοσημείωτη, αλλά κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι η πολιτική της είναι η συνέχεια της Ατζέντας του σοσιαλδημοκράτη Σρέντερ και ότι στο μεγαλύτερο διάστημα της θητείας της συγκυβέρνησε με το SPD. Το «άνοιγμα» του Μητσοτάκη στους σοσιαλφιλελεύθερους είναι φυσιολογικό και θα συνεχιστεί, σε έντονο ανταγωνισμό με τον Τσίπρα που επιδιώκει πλέον ακριβώς τις ίδιες συμμαχίες.
Έχουμε μπει ανοιχτά στη σύγκρουση για το ποιος θα διαχειριστεί πολιτικά το κοινωνικό τοπίο που διαμορφώνει το μνημόνιο 3 και που από του χρόνου θα παρουσιάζεται από όλες τις πλευρές σαν μια κάποια «επιστροφή στην κανονικότητα».

Είναι μια σύγκρουση κατά την οποία ο Τσίπρας θα αποδέχεται πλέον την «ιδιοκτησία» του μνημονίου και θα υπογραμμίζει τη δυνατότητα της κυβέρνησής του να ελέγξει τις εργατικές αντιδράσεις. Είναι μια σύγκρουση στην οποία ο Μητσοτάκης θα διεκδικεί να ανατεθεί η διαχείριση στους «αυθεντικούς» -με λιγότερες αντιφάσεις και αναστολές- οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού. Ανάμεσα σε αυτήν τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη πρέπει να χαραχθεί άλλος δρόμος από τη ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά. Που απαραίτητα αρχίζει με την κάθετη απόρριψη και των δύο πόλων της μνημονιακής νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Η ανάδειξη ενός μάχιμου και ορατού (δηλαδή με κάποια μαζικότητα και κοινωνική αντιπροσωπευτικότητα) πόλου της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που θα παλεύει ενάντια τόσο στον Τσίπρα όσο και στον Μητσοτάκη, είναι το πιο κρίσιμο ζήτημα των πολιτικών εξελίξεων, από τη σκοπιά του κόσμου της εργασίας.

Η ανάγκη ενωτικής ριζοσπαστικής πολιτικής στην Αριστερά

Πώς θα καλυφθεί το κενό που δημιουργεί ο ΣΥΡΙΖΑ-Grinvest;

Της Μαρίας Μπόλαρη
Αναδημοσίευση από «Εργατική Αριστερά»
φ.391 (13/9/17)

Η ταχύτατη μετατόπιση του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ προς τα δεξιά –που αναδείχθηκε με τη θερμή υποδοχή του «ποταμίσιου» Μακρόν και την ανάδειξη του Gr-Invest ως θεμέλιου της στρατηγικής Τσίπρα– φέρνει με αναμφισβήτητο τρόπο στην επιφάνεια την ύπαρξη ενός σημαντικού κενού: του κενού στην πολιτική εκπροσώπηση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων.

Το κενό αυτό δεν επιτρέπεται να υποτιμηθεί από κανέναν μέσα στη ριζοσπαστική Αριστερά. Εκ πείρας γνωρίζουμε ότι στην πολιτική δράση δεν ισχύουν οι «αυτοματισμοί» της ιδεολογικής επιβεβαίωσης: Πρόσφατα, μετά το καλοκαίρι του 2015, η ταχύτατη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ (είτε την ονομάσει κανείς «κωλοτούμπα» είτε την πει «προδοσία») δεν άρκεσε για την ουσιαστική ενίσχυση όσων την αντιπολιτεύτηκαν (είτε των δυνάμεων που αντέδρασαν ξεκινώντας μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ είτε του ΚΚΕ, ή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Παλιότερα, η κατάρρευση των καθεστώτων στην ΕΣΣΔ και την ανατολική Ευρώπη δεν αποδείχθηκε από μόνη της ικανή για την ενίσχυση των δυνάμεων της αντισταλινικής Αριστεράς –αντίθετα, στις συνθήκες μιας διεθνούς υποχώρησης του κινήματος λειτούργησε ως το «σύνθημα» για μια γενικότερη διαλυτική κρίση.

Το ΚΚΕ

Το κενό που δημιουργεί η μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να απαντηθεί μέσα από ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, μια συγκεκριμένη πολιτική και οργανωτική προσπάθεια. Αλλιώς, θα δίνει ευκαιρίες αξιοποίησής του από δεξιότερες του ΣΥΡΙΖΑ δυνάμεις, ενώ ταυτόχρονα η επίκληση αυτού του κινδύνου θα δίνει στην ομάδα Τσίπρα κάποιες ευκαιρίες συγκράτησης δυνάμεων και ανασύνταξης μέσα από την κεντροαριστερή-σοσιαλφιλελεύθερη στροφή.

Σε αυτήν την εικόνα ξεχωρίζουν οι δυνάμεις του ΚΚΕ, που διατηρεί μαζική επιρροή, αν και, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, χωρίς μια ιδιαίτερη δυναμική. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ασφαλώς κάποιος «εγκλωβισμός» του ΚΚΕ σε ποσοστά της τάξης του 7% (άλλωστε ο καλπασμός του Τσίπρα προς την εξουσία ξεκίνησε από χαμηλότερη αφετηρία). Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική του ΚΚΕ δηλώνει ότι δεν θεωρεί εφικτή την εδώ και τώρα ανατροπή των μνημονίων και της λιτότητας, ότι αναστέλλει αυτούς τους μεγάλους στόχους προς ένα αόριστο μέλλον ωρίμασης μιας επαναστατικής κατάστασης, ενώ στο σημερινό παρόν οι στόχοι του περιορίζονται στα καθήκοντα ενίσχυσης του κόμματος. Το ΚΚΕ απέχει από τη διαμόρφωση ενός γενικότερου σχεδίου ανατροπής της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων. Αυτή η διαπίστωση κάνει βαρύτερα τα καθήκοντα του υπόλοιπου χώρου της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Όσοι παρακολουθούμε συστηματικά τη βασανιστική πορεία ανασύνταξης της ριζοσπαστικής Αριστεράς διεθνώς (από την Αμερική του Τραμπ, έως τη Γαλλία του Μακρόν, την Ισπανία, την Πορτογαλία κ.λπ.) γνωρίζουμε ότι δύο είναι οι βασικές συντεταγμένες κάθε απόπειρας που επιχειρεί πραγματικά και στην πράξη να βγει από την παθητικότητα του βερμπαλισμού: η ριζοσπαστική πολιτική και η ενότητα στη δράση διαφορετικών δυνάμεων. Αυτά, ισχυριζόμαστε, πρέπει να είναι τα θεμέλια και του δικού μας «σχεδίου» εδώ και σήμερα.

Θεμέλια

-Η ριζοσπαστική πολιτική, οφείλει ασφαλώς να είναι ριζοσπαστική: να βάζει μπροστά στόχους που θα επιφέρουν ουσιαστικές, σαφείς και ορατές βελτιώσεις της κατάστασης του κόσμου μας, στόχους που θα ανατρέπουν τους συσχετισμούς στη δουλειά, στη συνοικία, στις σχολές και στα σχολεία. Θα πρέπει όμως να είναι και πολιτική: να συνδέεται με γενικότερες πολιτικές επιδιώξεις (όπως η ρήξη με την ευρωζώνη και την ΕΕ), να διατηρεί και να αναπαράγει την αναγκαιότητα και την επικαιρότητα της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης, να συγκρούεται με το ρατσισμό, τον εθνικισμό, τον πόλεμο κ.ο.κ. Σήμερα σχεδόν όλοι μιλάνε για «μεταβατική πολιτική». Όμως πολλοί, απλώς μεταμφιέζουν το δικό τους κομματικό ιδεολογικό πλαίσιο σε «μεταβατικό πρόγραμμα», δηλώνοντας έτοιμοι για «ενότητα», αλλά με την προϋπόθεση της υποταγής όλων στο δικό τους μάξιμουμ «πλαίσιο». Αυτή η συνήθεια οδηγεί σε μια διαλυτική αναβλητικότητα κάθε σοβαρή πρωτοβουλία. Ένα πρόγραμμα είναι «μεταβατικό» όταν διαθέτει εκ προοιμίου τη συναίνεση ευρύτερων δυνάμεων, που αντανακλά τη συναίνεση ενός υπολογίσιμου τμήματος των μαζών που θα μπορούσαν να τεθούν σε κίνηση μπρος τα μπροστά ξεκινώντας όμως από το υπαρκτό επίπεδο εμπειριών και προθέσεων.

– Η ενότητα στη δράση, οι πρωτοβουλίες «μετωπικού» χαρακτήρα, είναι πλέον η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε κάθε σοβαρή προσπάθεια παρέμβασης και στη συνέχεια της βερμπαλιστικής παθητικότητας.

Πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες δηλώνουν έτοιμοι για «μέτωπα» από τα κάτω, ενώ αντιδρούν και αποδοκιμάζουν κάποιες γενικότερες συμφωνίες μακρότερης περιόδου. Πρόκειται για απλούστευση. Οι δράσεις «από τα κάτω» σήμερα προϋποθέτουν συστηματική προσπάθεια που όχι μόνο δεν είναι σε αντίφαση αλλά υποβοηθείται από συμφωνίες «από τα πάνω», αν και όπου αυτές είναι εφικτές. Οι πλειστηριασμοί, τα εργατικά, το αντιρατσιστικό-αντιφασιστικό κ.ο.κ. είναι τομείς όπου αυτές οι συμφωνίες επείγει να υπάρξουν.

Ευρύτητα

Στη συγκυρία όπου ζούμε είναι σαφές ότι τα όρια της δράσης από τα κάτω περιορίζονται από την έλλειψη ελπίδας και άλλης πολιτικής προοπτικής. Αυτός είναι, ίσως, ο σημαντικότερος παράγοντας που δικαιολογεί την επιμονή για ένα γενικότερο πολιτικό (ακόμα και εκλογικό) μέτωπο της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Που ξεκινώντας από έναν «κορμό» που θα διασφαλίζει τον εργατικο-σοσιαλιστικό προσανατολισμό του εγχειρήματος, δεν θα πρέπει να φοβηθεί την ευρύτητα προκειμένου να παρουσιάσει εναλλακτική λύση απέναντι στους Τσίπρα-Μητσοτάκη.

Αυτοί είναι οι λόγοι που εμείς μένουμε σταθεροί στην επιλογή της συμμετοχής στη ΛΑΕ (παρά τις γνωστές και δημόσια εκφρασμένες διαφοροποιήσεις μας σε σημεία της πολιτικής της), ενώ ταυτόχρονα επιμένουμε πάντα στην απεύθυνση για μετωπική συνεργασία προς όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Οι μικρομεγαλισμοί και οι απόπειρες να φτιάξει ο καθένας «καθαρούτσικα» μέτωπα γύρω από τον εαυτό του, είναι χαρακτηριστικά αναντίστοιχα με τις πιέσεις που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας.

Όχι μόνο για λόγους μεγέθους, αλλά κυρίως για λόγους πολιτικής και κοινωνικής αντιπροσωπευτικότητας, ένα μέτωπο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αν δεν περιλαμβάνει τις δυνάμεις της ΛΑΕ, δεν είναι εφικτό μέσα στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία.

Ο σοσιαλφιλελεύθερος ΣΥΡΙΖΑ είναι εδώ

Από το αντι-µνηµόνιο στο Gr-invest

Του Αντώνη Νταβανέλου
Πηγή: rproject.gr

Με τη συνέντευξή του στη ΔΕΘ, ο Αλέξης Τσίπρας όχι µόνο δεν επιχείρησε να κρύψει τη σοσιαλφιλελεύθερη µετάλλαξη του κόµµατός του, αλλά αντίθετα επέλεξε να τη θέσει στο κέντρο της δηµόσιας προσοχής.

Η κίνηση έχει τη σηµασία της: προειδοποιεί για το «χρώµα» που θα έχουν οι ενδοσυστηµικές πολιτικές αντιπαραθέσεις στο επόµενο διάστηµα και µέχρι τις εκλογές, ενώ ταυτόχρονα περιγράφει το πεδίο πάνω στο οποίο η ηγετική οµάδα του ΣΥΡΙΖΑ θα επιχειρήσει τις διευρύνσεις των συµµαχιών της, αλλά και τις ανατροπές ισχύος στο εσωτερικό του «παλιού» ΣΥΡΙΖΑ, όπου ακόµα και κάποιοι βαρόνοι της παραδοσιακής ανανεωτικής Αριστεράς δεν θα έχουν για πολύ καιρό λόγους να κοιµούνται ήσυχοι.

Ο Αλ. Τσίπρας εκτοξεύτηκε από την αφάνεια πατώντας πάνω σε ένα ευρύ λαϊκό κύµα ριζοσπαστικοποίησης και αγώνων, αυτό που συµπύκνωνε η υπόσχεση της ανατροπής των µνηµονίων και της λιτότητας. Χρησιµοποίησε το πρόσχηµα «να αποφύγουµε πάση θυσία το Grexit» για να ακυρώσει αυτήν την υπόσχεση (όπως και το αποτέλεσµα του δηµοψηφίσµατος…). Όµως σε αυτό το «µεταβατικό» διάστηµα η οµάδα Τσίπρα είχε ακόµα ανάγκη «φύλλων συκής»: ισχυριζόταν ότι υποχρεώθηκε µεν να υπογράψει το Μνηµόνιο 3 αλλά «δεν αναλάµβανε την πατρότητά του», ισχυριζόταν ότι θα επιβάλει µεν τα νεοφιλελεύθερα µέτρα της συµφωνίας µε τους δανειστές αλλά δεν συµφωνεί µε αυτά και δεσµευόταν να αναζητήσει τα διαβόητα «αντίµετρα». Ήταν η εποχή που ο Αλ. Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ χάραζαν µια νεοφιλελεύθερη πολιτική, αλλά –τάχα– «µε ανθρώπινο πρόσωπο». Αυτή η φάση ανήκει στο παρελθόν.

Στη ΔΕΘ ο Τσίπρας περιέγραψε τον ΣΥΡΙΖΑ του Gr-invest. Το κόµµα που θα αντιµετωπίσει, λέει, την κρίση οργανώνοντας ένα µαζικό κύµα (ξένων κυρίως) επενδύσεων, αλλά και τη συµφιλίωση των λαϊκών δυνάµεων µε την (υγιή βεβαίως βεβαίως) «επιχειρηµατικότητα». Τη στροφή αυτή υπογράµµισε η υπερπροβολή της επίσκεψης Μακρόν, η ταύτιση του Τσίπρα µε έναν πρώην σοσιαλδηµοκράτη που είναι πιο νεοφιλελεύθερος από πολλούς του παλιού ντόπιου µνηµονιακού χώρου, τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ του Gr-invest αναλαµβάνει πλήρως την ιδιοκτησία του Μνηµονίου 3 και επιπλέον ισχυρίζεται ότι αυτό υπήρξε σωτήριο: αυτό θα µας βγάλει (κάποτε…) από την κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ του Gr-invest αναλαµβάνει πλήρως την πατρότητα των ιδιωτικοποιήσεων και επιπλέον ισχυρίζεται ότι αυτές είναι σωτήριες: µόνο έτσι θα αντιµετωπιστεί, λέει, η ανεργία. Ο Τσίπρας του Gr-invest εξακολουθεί να αναφέρεται αρνητικά στη «σκληρή επιτροπεία» που –τάχα– θα τελειώσει το 2019-20, αλλά θεωρεί αναγκαία, ίσως και σωτήρια, την «ήπια επιτροπεία» µέχρι το… 2060, γιατί δεν προτίθεται, λέει, να δεχθεί χαλάρωση της προσπάθειας για «µεταρρυθµίσεις», δεν πρόκειται να επιτρέψει (!) την επιστροφή στις εργατικές και λαϊκές συνήθειες που οδήγησαν στην κρίση του 2009…

Με τη στροφή αυτή ο Αλ. Τσίπρας κάνει ένα ακόµα «ποντάρισµα», µε κυρίαρχο κριτήριο την παραµονή του στην εξουσία. Γνωρίζοντας ότι η πραγµατική πολιτική είναι γραµµένη στο Μνηµόνιο 3, γνωρίζοντας ότι η «επιτροπεία» των δανειστών θα είναι αρκούντως σκληρή για να µην επιτρέπει φιλολαϊκές παρακάµψεις, αποφασίζει να βάλει τέλος στους δισταγµούς, στις τύψεις, στις αντιφάσεις που προκαλούν οι αναµνήσεις της αντιµνηµονιακής εποχής. Στην επόµενη πολιτική µάχη ο Τσίπρας θα πάει µε κέντρο τον ισχυρισµό ότι υπήρξε ο αποτελεσµατικότερος µνηµονιακός πολιτικός από το ξέσπασµα της κρίσης και µετά.

– Η εξέλιξη αυτή προκαλεί πονοκεφάλους στην ηγεσία της ΝΔ. Την εποµένη της ΔΕΘ το επιτελείο του Μητσοτάκη κατηγόρησε τον Τσίπρα για «ιµιτασιόν φιλελευθερισµό», αναγνωρίζοντας έµµεσα τον κίνδυνο µιας εκλογικής εισβολής του Τσίπρα στα µεσοστρώµατα που µέχρι σήµερα θεωρούσε εξασφαλισµένη εκλογική πελατεία της Δεξιάς. Η κατηγορία είναι βάσιµη: η στροφή του Τσίπρα στις θατσερικές ιδέες είναι βιαστική, άτεχνη και αντιφατική. Όµως αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα να είναι αποτελεσµατική: Ο Τσίπρας είναι στην κυβερνητική εξουσία, έχει δυνατότητα να παίρνει µέτρα και να αναπτύσσει πρωτοβουλίες που ισοφαρίζουν την προφανή ιστορική και ιδεολογική αντίφαση. Τα ανοίγµατα της παρέας του Μαξίµου στους start-ups και στους λοιπούς νέους λύκους της επιχειρηµατικότητας δείχνουν µια τάση που θα έχει συνέχεια.

– Η εξέλιξη αυτή δείχνει την πολιτική περί των συµµαχιών που έχει στο µυαλό της η ηγεσία του Μαξίµου. Η αρθρογραφία του Τσίπρα για τον «ιστορικό ρόλο του Α. Παπανδρέου» φωτίζεται πλέον διαφορετικά. Σε αντίθεση µε τον Α. Παπανδρέου –που έκανε το «άνοιγµα» του ΠΑΣΟΚ σε µια περίοδο ριζοσπαστισµού, ενσωµατώνοντας συνθήµατα και αιτήµατα αυθεντικά εργατολαϊκών δυνάµεων– ο Τσίπρας ανοίγει τον ΣΥΡΙΖΑ προς τη σοσιαλδηµοκρατία, σε µια περίοδο σκληρής µνηµονιακής λιτότητας, σε σύγκρουση µε τις εργατολαϊκές ελπίδες και προσδοκίες. Ανεξάρτητα από το τι λέει και τι γράφει ο Αλ. Τσίπρας, το «µοντέλο» προς το οποίο κινείται είναι αυτό του Κ. Σηµίτη και όχι αυτό του 1981. Είναι το µοντέλο της σοσιαλδηµοκρατίας στην περίοδο της ιστορικής, της τελικής νεοφιλελεύθερης µετάλλαξής της. Και γι’ αυτό τα «ψάρια» που θα πιάσει το δίχτυ του Τσίπρα θα είναι περιορισµένης ποσότητας και ποιότητας: η προσχώρηση κάποιων ακόµα παραγόντων και πολιτευτών του πρώην ΠΑΣΟΚ δεν µπορεί να συγκριθεί µε το δυναµισµό που έδινε στο κόµµα του Α. Παπανδρέου η µαζική προσχώρηση των «εαµογενών» το 1981.

– Η εξέλιξη αυτή, τέλος, τροποποιεί οριστικά τους συσχετισµούς στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Όσοι εξακολουθούν να έχουν αυταπάτες ότι µε κάποιον περίπλοκο τρόπο παραµένουν συνδεδεµένοι µε το Κ (όπως κοµουνισµός, όπως κόµµα και όχι παρέα φίλων του αρχηγού), καλούνται από τον Τσίπρα να δηλώσουν επιλογή. Ο Ν. Φίλης έγραψε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν µπορεί, δεν θέλει και δεν πρέπει να γίνει ΠΑΣΟΚ, αλλά µέσα στο κόµµα του η επιχείρηση µετατροπής σε µακρονικού τύπου σοσιαλδηµοκρατία είναι σε πλήρη καλπασµό. Η αµεσότητα της δεξιάς µετατόπισης του Τσίπρα στη ΔΕΘ δεν αφήνει πλέον σε κανέναν άλλοθι για καθυστερήσεις.

Ποιες προοπτικές έχει αυτή η στροφή; Λίγες, επισφαλείς και αβέβαιες. Η ελπίδα του Τσίπρα να σωθεί παρουσιάζοντας «θετικά οικονοµικά αποτελέσµατα» µπορεί να αποδειχθεί τραγική αυταπάτη, την ώρα που οι διεθνείς γκουρού του νεοφιλελευθερισµού πουλάνε µαζικά τις µετοχές τους προβλέποντας νέα «βουτιά» του καπιταλισµού στην κρίση. Η επικοινωνιακή υπεροχή, οι δηµαγωγίες και οι τακτικισµοί του Μαξίµου δεν αρκούν για να καλύψουν την πραγµατικότητα: που λέει ότι στα εφτά χρόνια της µνηµονιακής εποχής, τα λαϊκά νοικοκυριά έχασαν το 33% του εισοδήµατός τους.

Η ολοκλήρωση της µνηµονιακής νεοφιλελεύθερης στροφής του Τσίπρα φέρνει αναµφισβήτητα στην επιφάνεια ένα τεράστιο κενό: το κενό της πολιτικής έκφρασης των εργατικών και λαϊκών δυνάµεων, το κενό που παλιότερα προσωρινά κάλυψε ο ΣΥΡΙΖΑ στην ανοδική πορεία του µετά το 2010…

*Αναδημοσίευση από την «Εργατική Αριστερά» φ.391 (13/9/17)

Ο μαφιόζικος καπιταλισμός ως φυσική συνέχεια των μνημονίων

Του Θέμη Τζήμα
Πηγή: huffingtonpost.gr

Στην αφετηρία της μνημονιακής περιόδου της χώρας ήταν λίγοι αυτοί που διέβλεπαν ή τολμούσαν να πουν ότι η εξέλιξη των μνημονίων θα ήταν η «ανατολικο-ευρωπαιοποίηση» της Ελλάδας, δηλαδή ένας συνδυασμός νεο-αποικιακής εξάρτησης, φτωχοποίησης και επιβολής μαφιόζικου καπιταλισμού μέσα, σε αγαστή σύμπνοια με τους «έξω». Ότι ο «εκσυγχρονισμός» του ελληνικού καπιταλισμού δεν επιφύλασσε τίποτα διαφορετικό από τη συντονισμένη λεηλασία, τον παρασιτισμό και τη διαφθορά που βίωσαν στη μετά-σοβιετική περίοδο μια σειρά κρατών.

Οι τελευταίες εξελίξεις στο χώρο των ελληνικών ΜΜΕ, σε συνδυασμό μάλιστα με εκείνες που προηγήθηκαν σε σειρά στρατηγικών τομέων της ελληνικής οικονομίας, επιβεβαιώνουν αυτήν ακριβώς την πρόβλεψη. Οι νέοι και παλαιοί ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, μέσα από το σύμπλεγμα «ποδοσφαιρική ομάδα και χρήσιμοι ηλίθιοι – εξαγορασμένοι βουλευτές ή και ολόκληρα κόμματα – προνομιακές επαφές με ξένους παράγοντες – άμεση άσκηση εξουσίας, σε πρώτη φάση δια της αυτοδιοίκησης» χτίζουν ένα ολιγαρχικό, μαφιόζικο μοντέλο καπιταλισμού που αναβαθμίζει τη διαπλοκή των ’90s, σε άμεση και κυνική άσκηση της εξουσίας από τον πολύ μεγάλο πλούτο και τα λούμπεν στοιχεία που συσπειρώνει.

Με αυτήν τη στρατηγικού χαρακτήρα εξέλιξη, ούτε η κυβέρνηση, ούτε και η αντιπολίτευση – η μείζων και στο μεγαλύτερο μέρος της, η ελάσσων – συγκρούονται ούτε επί της αρχής, ούτε και συνολικά. Έχοντας ομονοήσει επί του νεοφιλελεύθερου και μνημονιακού μονοδρόμου που έστρωσε το δρόμο για το εν λόγω μοντέλο, διαφωνούν μόνο επί των προσώπων. Η πολιτική ζωή της χώρας καθορίζεται από τη στοίχιση των μεγαλυτέρων πολιτικών δυνάμεων πίσω από διαφορετικούς, επίδοξους ολιγάρχες, όπως χαρακτηριστικά, οι διαφοροποιήσεις μεταξύ Μαρινάκη, Αλαφούζου, Μελισσανίδη, Σαββίδη κλπ. αποδεικνύουν.

Η οικοδόμηση αυτού του μοντέλου καπιταλισμού δεν είναι παρά η συμπύκνωση και το αποτέλεσμα της παρακμής που επέρχεται όταν η κυριαρχία ενός κράτους, ως δημοκρατικό πεδίο σύγκρουσης επί της στρατηγικής της χώρας, χάνεται ενώ ο εφαρμοσμένος νεοφιλελευθερισμός και η εξάρτηση παγιώνονται. Η έκλειψη κάθε ουσιαστικού δημοκρατικού ελέγχου επί του πολύ μεγάλου κεφαλαίου, οι εξόφθαλμα χαριστικές ρυθμίσεις υπέρ του δεν είναι μόνο ελληνικό αλλά παγκόσμιο φαινόμενο και αποτέλεσμα της ασυδοσίας και παρασιτισμού του καπιταλισμού. Σε χώρες απλά σαν τη δική μας, η κατάργηση κάθε ελεγκτικού μηχανισμού αναδεικνύει το φαινόμενο σε όλο του το μέγεθος και την προφάνεια.

Από την άλλη, αποδεικνύει πώς δένονται το αίτημα για την αποκατάσταση της κυριαρχίας και της δημοκρατίας, με την ανάγκη ενός ώριμου και ουσιαστικού αντί- ή μετά-καπιταλισμού. Η διείσδυση και επέκταση του πολύ μεγάλου κεφαλαίου στο σύνολο των τομέων της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής πρέπει να ανακοπεί, γεγονός που αναγκαστικά οδηγεί σε σκληρές αντιπαραθέσεις ως προς τη φύση του οικονομικού και πολιτειακού μοντέλου της χώρας.

Τα ΜΜΕ για παράδειγμα δεν μπορεί να αποτελούν πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας όταν είναι πια καταφανές ότι λειτουργούν ως προπαγανδιστικά εργαλεία. Πρέπει να αποδοθούν στην οργανωμένη κοινωνία. Το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να είναι χώρος στρατολόγησης για επιχειρηματικά συμφέροντα. Οι στρατηγικοί τομείς της οικονομίας δεν μπορούν να εκχωρούνται σε μονοπώλια και ολιγοπώλια αλλά πρέπει να μένουν στα χέρια του δημοσίου.

Όλα αυτά – κάποτε ουδόλως ριζοσπαστικά αλλά πλέον απολύτως συγκρουσιακά, λόγω της νεοφιλελεύθερης επέλασης και συντηρητικοποίησης διεθνώς – έρχονται σε αντίθεση τόσο με παγιωμένα συμφέροντα στο εσωτερικό, όσο και με τις πολιτικές της ΕΕ σε όλους τους παραπάνω χώρους. Το κατεστημένο της χώρας αντιλαμβάνεται το διακύβευμα. Ο «ανανεωμένος» αντικομμουνισμός, ο ευρωπαϊσμός και άλλα ιδεολογήματα της σειράς, στον πυρήνα τους δεν είναι παρά προσπάθειες να περιβληθεί ιδεολογικό μανδύα η οικοδόμηση του μαφιόζικου καπιταλισμού.

Ο Moscovici ομολογεί την κατάλυση της δημοκρατίας στη χώρα μας.

Ποιοι και πότε θα καθίσουν στο σκαμνί τους πραξικοπηματίες και τους καταστροφείς του λαού μας που συνεχίζουν να μας κυβερνούν σε ΕΕ και Ελλάδα;

Πηγή: Iskra.gr

«Σκάνδαλο για τις δημοκρατικές διαδικασίες» χαρακτηρίζει ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της Ε.Ε. το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής της Ελλάδας.

«Είναι ένα σκάνδαλο σε ό,τι αφορά τις δημοκρατικές διαδικασίες, όχι διότι οι αποφάσεις ήταν σκανδαλώδεις, αλλά διότι αποφασίζεις με αυτό τον τρόπο την μοίρα ενός λαού, επιβάλεις λεπτομερειακά αποφάσεις για τις συντάξεις, την αγορά εργασίας…» δηλώνει ο κ. Μοσκοβισί στην εφημερίδα Corriere della Sera, από το διεθνές οικονομικό φόρουμ του Κόμο.

«Μιλώ για τις βασικές λεπτομέρειες της ζωής μιας χώρας που αποφασίστηκαν σε έναν οργανισμό, κεκλεισμένων των θυρών, οι εργασίες του οποίου ετοιμάζονται από τεχνοκράτες, χωρίς τον ελάχιστο έλεγχο ενός κοινοβουλίου. Χωρίς τα μέσα ενημέρωσης να γνωρίζουν πραγματικά τι λέγεται, χωρίς σταθερά κριτήρια ή μια κοινή κατευθυντήρια γραμμή» πρόσθεσε.