Κατηγορία: Πολιτική

Απόφαση Π.Γ. της ΛΑΕ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Απόφαση  Π.Γ. της ΛΑΕ

 Μετά τις εκλογές το πολιτικό σκηνικό έχει σταθεροποιηθεί, ενώ η κυβέρνηση της ΝΔ προχωρά σε επιθετικά νεοφιλελεύθερα μέτρα. Βασικές πλευρές της στρατηγικής της είναι η προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων και η παραχώρηση πλήρους ασυδοσίας στις ιδιωτικές επενδύσεις με την άρση κάθε ρυθμιστικού προστατευτικού πλαισίου, αλλά και η καθήλωση των εργατικών μισθών μέσα από την περαιτέρω εκθεμελίωση των εργατικών δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, προχωρά σε μέτρα μακροπρόθεσμης σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος και στεγανοποίησής του από την έκφραση των λαϊκών συμφερόντων (εκλογικός νόμος, επιτελικό κράτος, αναδιάρθρωση στην αυτοδιοίκηση κ.λπ.).

Η κυβερνητική πολιτική χαρακτηρίζεται επίσης από την όξυνση του κρατικού αυταρχισμού και της καταστολής. Από τη μία πλευρά, θέλουν να διαμορφώσουν ένα κλίμα τρομοκρατίας απέναντι στην έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας. Από την άλλη, δεδομένου ότι η πολιτική τους δεν εμπεριέχει καμία παραχώρηση στις λαϊκές τάξεις, επιδιώκουν να συσπειρώσουν το κοινωνικό τους μπλοκ γύρω από το ιδεολόγημα του «νόμου, της τάξης και της ασφάλειας».

Σημαντικό στοιχείο είναι οι αναδιαρθρώσεις στην παιδεία και το χτύπημα του νεολαιίστικου και φοιτητικού κινήματος. Τα μέτρα που προωθούνται έχουν κυρίως πειθαρχικό χαρακτήρα και στόχο την αποδυνάμωση του κινήματος της νεολαίας, αφού η αστική τάξη έχει επίγνωση ότι οι αγώνες της νεολαίας έχουν αποτελέσει παράγοντα αποσταθεροποίησης και φθοράς των κυβερνητικών πολιτικών, με ευρύτερη κοινωνική αντανάκλαση.

Η πολιτική στρατηγική της Ν.Δ. υποστηρίζεται από το σύνολο της αστικής τάξης και των μηχανισμών της, που επιδιώκουν να πάρουν μία συνολικότερη ρεβάνς από το λαϊκό κίνημα.

Από την άλλη πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να σταθεροποιείται ως ο δεύτερος, «προοδευτικός πόλος» του πολιτικού σκηνικού. Δεν μπορεί ούτε θέλει να αποτελέσει αντιπολίτευση στην πολιτική της Ν.Δ. Η μνημονιακή πολιτική που άσκησε, η ταύτισή του με τις επιδιώξεις της ΕΕ και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, του στερούν κάθε αξιοπιστία. Όμως, παράλληλα, κατόρθωσε να εγκλωβίσει μεγάλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων στη λογική του μικρότερου κακού. Επομένως, απαιτείται σοβαρή και επίμονη προσπάθεια στην εκλογική του βάση για να οριοθετηθεί η πολιτική του επιρροή.

Η ΛΑΕ ηττήθηκε και στις βουλευτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές. Συμπιέστηκε εκλογικά ασφυκτικά από την κυριαρχία του δικομματικού διλήμματος και από τη στρατηγική του φόβου «Τσίπρας ή Μητσοτάκης», στην οποία επένδυσε εκλογικά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπόρεσε να εμπνεύσει το λαό για ένα άλλο δρόμο ανατροπής και ρήξης, παρά την αξιόλογη αγωνιστική προσπάθειά της επί 4 χρόνια. Αυτό οφείλεται και στο φόβο, που καλλιεργήθηκε από τις κυρίαρχες συστημικές δυνάμεις στα λαϊκά στρώματα, απέναντι σε πολιτικές που προκαλούν συγκρούσεις και ανατροπές.

Υπήρξαν, όμως, και πολλοί υποκειμενικοί παράγοντες, που αφορούν την ίδια τη ΛΑΕ, και την οδήγησαν στην εκλογική ήττα.

Η ΛΑΕ είχε σοβαρά προβλήματα αποσαφήνισης πολιτικής ταυτότητας και φυσιογνωμίας, δημόσιας εικόνας, προσανατολισμού της τακτικής της, συσπείρωσης και συνοχής των δυνάμεών της. Ο δημόσιος λόγος της ήταν μη αποτελεσματικός, συχνά μόνο καταγγελτικός και μονόπλευρος, χωρίς ολοκληρωμένη διατύπωση εναλλακτικών προτάσεών μας.

Ενώ το ακροατήριό μας, από το 2015 και μετά, ήταν βασικά οι δυσαρεστημένοι και αποστασιοποιημένοι από το ΣΥΡΙΖΑ, δεν διευκολύναμε την προσέλκυσή τους σ’ εμάς. Χάσαμε την ικανότητα να ασκούμε μαζική – συσπειρωτική πολιτική. Πολλές φορές κυριάρχησε στο δημόσιο λόγο και στις πρακτικές μας ο σεχταρισμός και κυρίως η ψευδαίσθηση περί επικείμενης κατάρρευσης του ΣΥΡΙΖΑ και του δικομματισμού, που στρέβλωναν την δουλειά μας, η οποία έπρεπε να προσανατολιστεί σε πιο δομημένη και επίμονη πολιτική, οργανωτική και κινηματική παρέμβαση. Στο μέτωπο του αντιιμπεριαλισμού δεν μπορέσαμε να συνδυάσουμε την προβολή των θέσεων μας με την αναγκαία ένταση της αντιπαράθεσης με τον εθνικιστικό χώρο, που δρούσε με στόχο τη συγκρότηση ακροδεξιού πολιτικού ρεύματος.

Η ανυπότακτη Αριστερά στο σύνολό της συμπιέστηκε εκλογικά. Συνολικά εμφανίζεται μια συντηρητική μετατόπιση της εκλογικής συμπεριφοράς των πολιτών. Το ΚΚΕ παραμένει στάσιμο ή και οριακά μειωμένο εκλογικά και περιχαρακωμένο από τις άλλες αριστερές δυνάμεις. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε κι αυτή σοβαρή εκλογική συρρίκνωση και συνεχίζει να αρνείται την ενότητα μέσα στην αριστερά και στο μαζικό κίνημα.

Με την ψευδαίσθηση που δημιούργησε το πολιτικοεκδοτικό κατεστημένο μετά τον Αύγουστο του 2018 ότι η Ελλάδα βγήκε από τα μνημόνια και μπροστά στον κίνδυνο να επανέλθει η ΝΔ, το μεγαλύτερο τμήμα των αριστερών πολιτών επέλεξε να επιστρέψει την ψήφο του στον ΣΥΡΙΖΑ ή την ανώδυνη  κριτική του ΜΕΡΑ25, ή να παραμείνει στο άκυρο – λευκό – αποχή  ως μορφή μιας – αδιέξοδης τελικά – διαμαρτυρίας.

Με βάση τα παραπάνω, σε συνδυασμό, κυρίως, με την αγωνιστική άπνοια που υπήρχε στο εργατικό, λαϊκό και νεολαιίστικο κίνημα, το λαϊκό ακροατήριο, που απευθυνόταν η πρόταση της ΛΑΕ και των άλλων δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς περιορίστηκε δραματικά.

Μεγάλη επίδραση είχε στη συνείδηση λαϊκών στρωμάτων η δεκάχρονη λεηλασία τους, η απογοήτευσή τους από την στάση του ΣΥΡΙΖΑ, που οδήγησε σε παθητικότητα και σε προσαρμογή των προσδοκιών τους στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο.

Η ΛΑΕ και οι άλλες αριστερές δυνάμεις πλήρωσαν πολιτικά τις μνημονιακές πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ, που τις προωθούσε στο όνομα μίας δήθεν Αριστερής κυβέρνησης, συκοφαντώντας έτσι το σύνολο της Αριστεράς. Επίσης, πλήρωσαν εκλογικά την πολυδιάσπαση των αριστερών και αντιμνημονιακών δυνάμεων, που έδινε το άλλοθι σε πολλούς ταλαντευόμενους ψηφοφόρους να αποδεχτούν τα δικομματικά διλήμματα και να ψηφίσουν πιο εύκολα το ΣΥΡΙΖΑ.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, είναι απαραίτητη η συστηματική προσπάθεια για την επανεμφάνιση λαϊκών αντιστάσεων, αλλά και για την συγκρότηση ενός ευρύτερου χώρου της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Μας χρειάζεται μία αριστερά, που δεν θα ακολουθεί βραδυπορώντας ένα παγκόσμιο καπιταλισμό, που παρά τις κρίσεις του εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Μία επαναθεμελιωμένη, με σύγχρονους όρους, Αριστερά, που να γίνει εκ νέου απειλητική για το καπιταλιστικό σύστημα με νέο ανατρεπτικό πολιτικό σχέδιο και πειστική εναλλακτική πρόταση.

Η ΛΑΕ έχει ως στόχο να συμβάλλει με όλες τις δυνάμεις της στην συγκρότηση ενός νέου πολύ ευρύτερου πολιτικού σχήματος – χώρου – μετώπου της αριστεράς, ώστε να καλυφτεί το πολιτικό κενό, που υπάρχει στο χώρο της σύγχρονης, Ριζοσπαστικής, Αριστεράς, ύστερα μάλιστα από την ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ προς τα δεξιά. Αυτό μπορεί να γίνει με τη συσπείρωση, με βάση κοινό μεταβατικό ριζοσπαστικό πρόγραμμα, όλων των δυνάμεων οργανωμένων ή ανένταχτων που έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντάς του κριτική από τα αριστερά, και δεν εκπροσωπούνται σε κοινοβουλευτικά κόμματα, άλλων δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, αγωνιστών από τα κινήματα, την τέχνη τον πολιτισμό και τη διανόηση.

Η δημιουργία ενός μόνιμου χώρου διαλόγου και κοινής δράσης της αριστεράς και ανοιχτές διαδικασίες – συζητήσεις σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο θα συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Η ΛΑΕ θα συμμετέχει και θα συμβάλλει σε πρωτοβουλίες συγκρότησης χώρου διαλόγου της ριζοσπαστικής αριστεράς με τα χαρακτηριστικά αυτά.

Παράλληλα, θα συμβάλλουμε στην ανάπτυξη των κοινωνικών αγώνων για την απόκρουση των εφαρμοζόμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όχι μόνο γιατί έτσι μπορούμε να υπερασπίσουμε αποτελεσματικότερα τα λαϊκά συμφέροντα, αλλά και γιατί μόνο μέσα από αυτούς μπορεί να προκύψει νέα ριζοσπαστικοποίηση με αριστερό, προοδευτικό πρόσημο και νέες ευκαιρίες αναγέννησης της Αριστεράς.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι αναγκαία η ενίσχυση κοινής δράσης με τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στο κίνημα της νεολαίας και στ’ άλλα κοινωνικά κινήματα.

Η ΛΑΕ θα παρέμβει στα βασικά κοινωνικά μέτωπα της περιόδου: ενάντια στον κυβερνητικό αυταρχισμό και στην αστυνομική καταστολή, στη νέα κατεδάφιση εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και του ενεργειακού πλούτου, τη διάλυση των κοινωνικών υποδομών, την ιδιωτικοποίηση διαχείρισης των απορριμμάτων και της ύδρευσης, τις fast track επενδύσεις. Στο μέτωπο της εκπαίδευσης, στηρίζοντας τις κινητοποιήσεις της φοιτητικής και σπουδάζουσας νεολαίας. Για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος, των ελεύθερων δημόσιων χώρων, ενάντια στις εξορύξεις, την εγκληματική διαχείριση των αποβλήτων, τις αντιπεριβαλλοντικές πολιτικές. Για την υπεράσπιση των λαϊκών νοικοκυριών, ενάντια στους πλειστηριασμούς λαϊκής κατοικίας και στις αποκοπές ηλεκτρικού ρεύματος. Για την στήριξη των ανέργων και την αντιμετώπιση της ανεργίας, για αξιοπρεπείς μισθούς και συντάξεις. Για τη συγκρότηση ενός μαζικού και ενωτικού αντιπολεμικού κινήματος με αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, ενάντια στον πόλεμο, στο ΝΑΤΟ και τον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό, για την απεμπλοκή της Ελλάδας από τον επιθετικό άξονα συνεργασίας της με Ισραήλ-Αίγυπτο, για την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων από τη χώρα. Για αλληλεγγύη με ταξικά χαρακτηριστικά στους πρόσφυγες και μετανάστες.

Για να μπορέσει η ΛΑΕ να προωθήσει αποτελεσματικά την παρέμβασή της είναι απαραίτητη η ανασυγκρότησή της. Με την επανεκκίνηση των διαδικασιών των ΠΕ. Με την έναρξη βαθιάς ουσιαστικής συζήτησης για τον απολογισμό της πολιτικής της από το 2015 και μετά, αλλά, κυρίως για την επόμενη μέρα της ριζοσπαστικής αριστεράς και του κοινωνικού κινήματος. Με την διεξαγωγή Πανελλαδικής συνάντησης, που θα συγκεφαλαιώσει την πολιτική συζήτηση.

Γραφείο Τύπου Λαϊκής Ενότητας
4/2/2020

ΛΑ.Ε: Αντιδραστική αναθεώρηση του Συντάγματος με σκοπό τη σταθερότητα του συστήματος και την προστασία των αντιλαϊκών πολιτικών από την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Αντιδραστική αναθεώρηση του Συντάγματος με σκοπό τη σταθερότητα του συστήματος και την προστασία των αντιλαϊκών πολιτικών από την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα

Εννέα άρθρα του Συντάγματος αναθεωρούνται από την τρέχουσα Αναθεωρητική Βουλή μετά και τη σημερινή ψηφοφορία.

Συνολικά, ο χαρακτήρας της αναθεώρησης είναι αντιδραστικός και φέρει τη σφραγίδα του δυσμενούς συσχετισμού της δύναμης που κατέγραψαν οι τελευταίες εκλογές και της επιθετικής πολιτικής της ΝΔ.

Βασικός σκοπός της αναθεώρησης είναι η μακροπρόθεσμη θωράκιση του πολιτικού συστήματος απέναντι στις λαϊκές αντιδράσεις και ο περιορισμός των δημοκρατικών δικλείδων. Όπως επίσημα ανακοίνωσε η ΝΔ η αναθεωρητική πρότασή της στηρίζεται μεταξύ άλλων στον άξονα της «πολιτικής κανονικότητας και ισορροπίας των θεσμών»!

Κεντρικό χαρακτήρα στην αναθεωρητική διαδικασία έχει η αναθεώρηση του άρθρου 32 παρ. 4 Σ που πέρασε με 158 «ναι» έναντι 139 «όχι». Με την νέα συνταγματική διάταξη αποσυνδέεται η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διαδικασία διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών. Η πρόταση αυτή, παρότι δεν στηρίχτηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ για λόγους «αντιπολιτευτικούς» και επιμέρους διαφορών, αποτελεί ουσιαστικά μια κοινή πρόταση των μνημονιακών πολιτικών δυνάμεων, η δε πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η άμεση εκλογή του ΠτΔ από το εκλογικό σώμα, σε περίπτωση αποτυχίας των κοινοβουλευτικών ψηφοφοριών.

Η αναθεωρημένη διάταξη θωρακίζει τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος και μάλιστα ανεξάρτητα από τους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, όπως διαμορφώνονται σε συγκυρίες ανόδου των λαϊκών αντιστάσεων.

Όπως έμπρακτα φάνηκε το Δεκέμβριο 2014 με την πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά, και ανεξάρτητα της θλιβερής εξέλιξης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και της προδοσίας απ΄αυτήν του λαϊκού ΟΧΙ,  οι λαϊκές κινητοποιήσεις μπορούν να επεμβαίνουν στο πολιτικό σκηνικό, οξύνοντας αντιθέσεις και ανατρέποντας αντιλαϊκές κυβερνήσεις.

Με τις πολιτειακές παρεμβάσεις επιδιώκουν τη συντηρητική σκλήρυνση του πολιτικού συστήματος και την απομάκρυνση του λαϊκού παράγοντα από τις πολιτικές και θεσμικές διαδικασίες. Προετοιμάζουν ακόμη μεγαλύτερες τομές στο μέλλον, με τη διακηρυγμένη βούληση της ΝΔ για την ενίσχυση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ, με σκοπό την αναίρεση πλευρών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Σε αυτό άλλωστε το αποτέλεσμα συντείνει, όπως προκύπτει από άλλα πολιτειακά συστήματα όπως αυτό της Γαλλίας και η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ για την άμεση εκλογή του ΠτΔ, αυξάνοντας τη νομιμοποίηση ενός μονοπρόσωπου και λιγότερο διαπερατού οργάνου.

Επίσης, με περισσό θράσος τα κόμματα των μνημονίων παρουσιάζουν ως σημαντικό έργο την με ευρεία πλειοψηφία αναθεώρηση των άρθρων 86 περί ευθύνης Υπουργών και 62 περί βουλευτικής ασυλίας, συνδεδεμένης με τα αδικήματα που άπτονται των βουλευτικών καθηκόντων. Η αναθεώρηση αυτή, που αποτελεί προσπάθεια ελάχιστης αποκατάστασης του κοινού περί δικαίου αισθήματος ιδιαίτερα, μετά από μια δεκαετία τεράστιων λαϊκών αγώνων, στερείται πραγματικής σημασίας όσο συντηρείται το αντιδραστικό πολιτικό κατεστημένο των ίδιων δυνάμεων.

Πρώτον όπως δείχνει η εμπειρία και η πολύχρονη ατιμωρησία κεντρικών πολιτικών προσώπων για την καταλήστευση του δημοσίου και των λαϊκών στρωμάτων, ουδέποτε θα ενεργοποιηθούν τέτοιες διαδικασίες, ενώ είναι δεδομένες οι προσβάσεις των δυνάμεων αυτών στο δικαστικό μηχανισμό.

Το κυριότερο όμως είναι όμως ότι πίσω από αυτές τις αλλαγές, προσπαθούν να αποκρύψουν ότι η καταλήστευση του λαού είναι δομικό στοιχείο της πολιτικής τους και θα συνεχιστεί εντονότερη, όσο δεν ανατρέπεται από τους λαϊκούς αγώνες.

Επιπλέον, ακόμη πιο κοντά στην καθαρή κομματική επιλογή, έρχεται ο ορισμός των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών, μετά την αναθεώρηση του άρθρου 101Α Σ, δηλαδή με τη μείωση του πλειοψηφικού μέτρου που απαιτείται για τη συγκρότησή τους από τα 4/5 στα 3/5.

Χωρίς καμία ντροπή, η ΝΔ παρουσιάζει την αναθεώρηση του άρθρου 21 παρ. 1 για την καθιέρωση του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος» ως δήθεν πολιτική κοινωνικής προστασίας. Αυτοί που οδήγησαν το λαό στη φτώχεια και την εξαθλίωση, που τσάκισαν κάθε δικαίωμα στο μισθό, την πρόσβαση στην υγεία, που έβγαλαν στο σφυρί τα σπίτια των εργαζομένων, και «συνταγματοποίησαν» τις περικοπές μισθών και συντάξεων στο βωμό της «δημοσιονομικής ανάγκης» για αποπληρωμή του ληστρικού χρέους, παρουσιάζουν τα ψίχουλα ως κοινωνική πολιτική.

Κανένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα αξιοπρεπούς διαβίωσης δε διασφαλίζει αυτή η διάταξη, που αντίθετα νομιμοποιεί τη διάλυση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και θεσμοθετεί τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική της αντικατάστασης των κοινωνικών δικαιωμάτων με την α λα καρτ επιδοματική πολιτική με «ψίχουλα».

Παράλληλα, παρουσιάζουν ως δήθεν «δημοκρατικά αντίβαρα» διατάξεις όπως την αναθεώρηση του άρθρου 73 για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία (τη δυνατότητα εισαγωγής νομοσχεδίων προς ψήφιση με 500.000 υπογραφές πολιτών).

Προσπαθούν έτσι, να αποκρύψουν την αναίρεση των δημοκρατικών κεκτημένων του πολιτειακού συστήματος, ενώ η μακροπρόθεσμη επιδίωξη των δυνάμεων αυτών είναι ο περιορισμός πλευρών της άμεσης δημοκρατίας και ιδίως των δημοψηφισμάτων και η υποκατάστασή τους με τέτοιες διαδικασίες, που μετατρέπουν τους πολίτες από ενεργό παράγοντα ρύθμισης των πολιτικών εξελίξεων σε «ομάδα πίεσης» που θα μπορεί να παρεμβαίνει στο πολιτικό σκηνικό με περιορισμένους και εξαιρετικούς όρους, όπως η συλλογή του απαιτούμενου αριθμού υπογραφών και θεσμικούς περιορισμούς στην εισαγωγή συγκεκριμένων προτάσεων νόμου.

Η εμπειρία του μεγάλου ΟΧΙ του λαού στο Δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 αλλά και μια σειρά δημοψηφίσματα σε όλη την Ευρώπη στα χρόνια της κρίσης, έδειξαν ότι όταν ο λαϊκός παράγοντας καλείται να παρέμβει σε κρίσιμα πολιτικά ερωτήματα άμεσα έχει τη δύναμη να βάζει εμπόδια στην καταστροφική πολιτική τους.

Συνεπώς, απώτερο στόχο των πολιτειακών μεταβολών θα αποτελέσει για τις κατεστημένες δυνάμεις ο περιορισμός των μορφών ζωντανής και ενεργής έκφρασης των λαϊκών τάξεων.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος εντάσσεται και αυτή στο συνολικότερο πλαίσιο αυταρχικής θωράκισης του κρατικού μηχανισμού που προωθεί επιθετικά η κυβέρνηση της ΝΔ σε όλα τα πεδία, μέσω της πολιτειακής σκλήρυνσης, του νέου ποινικού κώδικα, της όξυνσης, της καταστολής και της περιστολής των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να κατοχυρώσει προϋποθέσεις για να προωθήσει στη συνέχεια όλες τις όψεις της αντιδραστικής ατζέντας της, που ακόμη συναντά φραγμούς, που έχουν βάλει οι μεγάλοι λαϊκοί αγώνες, όπως η αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων ή ο περιορισμός των πόρων των ΟΤΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί πραγματική αντιπολίτευση σε αυτές τις στοχεύσεις.

Αντίθετα, φέρει τεράστια ευθύνη που άνοιξε την αναθεωρητική διαδικασία κατά την κυβερνητική θητεία του και επέτρεψε στην ΝΔ να υπερψηφίσει τις διατάξεις, που ήθελε με 151 ψήφους.

Η Λαϊκή Ενότητα θα πρωτοστατήσει στους αγώνες για τα κοινωνικά δικαιώματα και την επέκταση των δημοκρατικών ελευθεριών και εγγυήσεων. Μόνη αντιπολίτευση είναι οι λαϊκοί αγώνες, η ενεργοποίηση των εργαζομένων και της νεολαίας και η ενίσχυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς για τη διεκδίκηση των συμφερόντων του λαού και των δημοκρατικών κεκτημένων. Ο λαϊκός παράγοντας και η ριζοσπαστική Αριστερά μπορεί να επέμβει κρίσιμα και να σπάσει τους θεσμικούς και αυταρχικούς αποκλεισμούς που χτίζονται σε βάρος του.

Γραφείο Τύπου Λαϊκής Ενότητας

27/11/2019

Όχι στην πολιτική καταστολή, τον ρατσισμό και στο δόγμα «Νόμος και τάξις»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ, ΣΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΟΓΜΑ «ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΣ»

Το δόγμα «νόμος και τάξις», δηλαδή τη βίαιη καταστολή σε βάρος των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, εφάρμοσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα Εξάρχεια, εκκενώνοντας τέσσερις καταλήψεις , που στην πλειοψηφία τους στέγαζαν πρόσφυγες,  στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και μικρά παιδιά, ακόμα και βρέφη.

Καταδεικνύοντας έτσι το πως αντιλαμβάνεται την «καταπολέμηση της εγκληματικότητας»: όχι ως προστασία των δικαιωμάτων των  πολιτών ή ως καταπολέμηση συμμοριών που διακινούν σκληρά ναρκωτικά, οι οποίες άλλωστε  τελούν υπό  την ανοχή και την κάλυψη της αστυνομίας, αλλά  ως ταξική,  ρατσιστική και πολιτική  βαρβαρότητα που στρέφεται ενάντια στα θύματα των πολέμων, της φτώχειας και όσων αντιδρούν στις καταστροφικές ακραία νεοφιλελεύθερες επιλογές της.

Απαιτούμε από την κυβέρνηση την άμεση απελευθέρωση των προσφύγων που κρατούνται, την μετεγκατάστασή τους σε αξιοπρεπείς δομές φιλοξενίας και όχι σε hot spots ή κέντρα κράτησης, την ματαίωση οποιασδήποτε σχεδιαζόμενης απέλασης  στο πλαίσιο της επονείδιστης συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας και άλλων διμερών συμφωνιών.

Η Λαϊκή Ενότητα στέκεται σταθερά αλληλέγγυα στο πλευρό των προσφύγων και θα στηρίξει τις κινητοποιήσεις  που απαιτούνται  και προγραμματίζονται ενάντια στις πολιτικές καταστολής και τη ρατσιστική βαρβαρότητα.

Επιτροπή Δικαιωμάτων ΛΑ.Ε.
28/8/2019

Ανακοίνωση ΜΕΤΑ για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ΝΔ

Οι πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης της ΝΔ και οι προγραμματικές της δηλώσεις στη Βουλή καταδεικνύουν την πολιτική που σκοπεύει να ακολουθήσει για την επόμενη περίοδο, κάτι βέβαια που γνωρίζαμε έτσι κι αλλιώς.

Θα κινηθεί δηλ. στο ασφυκτικό πλαίσιο που έχει συνδιαμορφωθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια με τους δανειστές και την ΕΕ, μιας δεν υπάρχει καμιά πολιτική βούληση για ρήξη ούτε βεβαίως από την παρούσα κυβέρνηση, ούτε από την απελθούσα. Ο πρωθυπουργός στην ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων τόνισε μάλιστα ότι «…Στον προϋπολογισμό για το 2020 δεν θα διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία ούτε θα αμφισβητηθούν οι στόχοι των πρωτογενών πλεονασμάτων της προηγούμενης κυβέρνησης…».

Το πακέτο των πρώτων μέτρων που εξαγγέλθηκαν ή ανακοινώθηκαν, κατά την συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης στη βουλή, περιλαμβάνουν από φοροελαφρύνσεις και απαλλαγές στις επιχειρήσεις, τους εφοπλιστές και στο μεγάλο κεφάλαιο, ιδιωτικοποιήσεις επιχειρήσεων, οργανισμών και υπηρεσιών – με πρώτο θύμα τη ΔΕΗ. Επίσης, Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) και προώθηση του λεγόμενου επιτελικού κράτους, που σημαίνει, με απλά λόγια, πως οι υπηρεσίες της Υγείας, της Παιδεία, της Πρόνοιας, της Φύλαξης, της Καθαριότητας και Υποστήριξης,  της Συντήρησης και Λειτουργίας των Υποδομών των πόλεων και των υπηρεσιών, δεν έχουν θέση σε ένα επιτελικό κράτος, που η βασική του σύλληψη προϋποθέτει ένα κράτος που θα έχει μόνο υπηρεσίες που ασκούν δημόσια εξουσία.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση θέτει ως πρώτης προτεραιότητας θέματα που σχετίζονται με την ενίσχυση του «νόμου και της τάξης». Γι’ αυτό και στα πρώτα μέτρα είναι η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, η ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους με προσωπικό και μέσα, η εξαγγελία της τροποποίησης διατάξεων του κώδικα ποινικής δικονομίας, με στόχο την ενίσχυση και αυστηροποίηση των αυταρχικών του διατάξεων, τη δημιουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας τύπου Γ’, τον περιορισμό της εισόδου μεταναστών και προσφύγων κ.λπ.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται: η εγκύκλιος Βρούτση  για την κατάργηση χορήγησης ΑΜΚΑ σε αλλοδαπούς, η κατάργηση και η υποβάθμιση των ήδη υποστελεχωμένων ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους που έχουν σχέση με την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας (ΣΕΠΕ) ή της φορολογικής νομοθεσίας (ΣΔΟΕ).

Όσον αφορά στη Δημόσια Κοινωνική Ασφάλιση, η αφωνία του Πρωθυπουργού και οι γενικολογίες του υπουργού Εργασίας, κατά τις προγραμματικές δηλώσεις, αλλά και οι ωμές δηλώσεις κομματικών παραγόντων και βουλευτών της ΝΔ για το συνταξιοδοτικό – ασφαλιστικό σύστημα μας προϊδεάζουν για την πλήρη ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίησή του.

Το σίγουρο είναι ότι το επόμενο διάστημα θα έχουμε επιτάχυνση της εφαρμογής όλων των νεοφιλελεύθερων, αντεργατικών και αντιλαϊκών μέτρων που σχετίζονται με νέα προνόμια και εισφοροαπαλλαγές στο κεφάλαιο, με την περαιτέρω  ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, με τις ιδιωτικοποιήσεις  και την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας κ.λπ.

Ό,τι μέτρα σχετίζονται με ρυθμίσεις υπέρ των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων θα μπουν στη διαδικασίας της έγκρισης ή όχι από τους δανειστές και το μόνο σίγουρο θα είναι η παραπομπή τους στις καλένδες, όπως γίνεται τα δέκα τελευταία χρόνια απ’ όλες τις κυβερνήσεις. Αντίθετα, ως ΜΕΤΑ εκτιμάμε ότι ακόμα και τα μέτρα φοροελάφρυνσης των εργοδοτών θα τα πληρώσουν οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα μέσα από τα ισοδύναμα που θα απατηθούν από τους δανειστές.

Η μοναδική επιλογή που έχουν οι εργαζόμενοι είναι η οργάνωση της πάλης για την απόκρουση αυτών των πολιτικών και η κινητοποίηση τους για τη διεκδίκηση αυξήσεων στους μισθούς, στις συντάξεις και τα επιδόματα, την υπογραφή ΣΣΕ και την υποχρεωτική εφαρμογή τους και την υπεράσπιση και διεύρυνση των εργατικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους.

«Ο νεοφιλελεύθερος κ. Μητσοτάκης νεοφιλελεύθερη πολιτική κάνει»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Σχόλιο του Γραφείου Τύπου για το πρόγραμμα της ΝΔ:

«Ο νεοφιλελεύθερος κ. Μητσοτάκης νεοφιλελεύθερη πολιτική κάνει»

Χθες, ο πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε τους 16 πυλώνες του προγραμματικού σχεδίου της ΝΔ.

Παρά την έντονη προσπάθεια του ίδιου αλλά και του επικοινωνιακού επιτελείου της ΝΔ, ο κ. Μητσοτάκης δεν κατόρθωσε να αποφύγει -για μία ακόμη φορά- αυτό που τελικά μοιάζει αναπόφευκτο: την επανεπιβεβαίωση του καθαρού νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού της ΝΔ συνολικά.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης για τους δύο πραγματικούς άξονες στους οποίους κινείται η ΝΔ:

  • αυτόν της δουλικής εξυπηρέτησης των μεγάλων επιχειρήσεων και της εύρεσης κάθε τρόπου ενίσχυσής τους (μείωση φορολογίας, διευκολύνσεις παντός είδους κ.ά.) και
  • αυτόν της απουσίας οποιουδήποτε μέτρου, ακόμη και ενδιαφέροντος, για τα λαϊκά στρώματα που δοκιμάζονται σκληρά καθ’ όλη τη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου.

Αλλά και οι όποιες αναφορές σε άλλους τομείς, ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την αύξηση της ήδη προκλητικής κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων, των «επενδύσεων» όπως τις ονοματίζει ο κ. Μητσοτάκης.

Καθόλου τυχαίο επίσης δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι από το πρόγραμμα που παρουσιάστηκε από τον πρόεδρο της ΝΔ, έλειπε οποιαδήποτε αναφορά για το ήδη κατεστραμμένο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας, το οποίο η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου κατεδάφισε και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έδωσε τη χαριστική βολή.

Εξάλλου, τι να πει για αυτό όταν το πρόγραμμα της ΝΔ αναφέρει ότι θα εφαρμόσει το ασφαλιστικό σύστημα του δικτάτορα Πινοτσέτ που οδήγησε, στη Χιλή, σε μειώσεις συντάξεων έως 70%;

«Την ειμαρμένην ουδ’ αν είς εκφύγοι». Ο κ. Μητσοτάκης νεοφιλελεύθερος είναι, νεοφιλελεύθερη πολιτική κάνει.

Επομένως, οι πολίτες που θέλουν να τιμωρήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί εφάρμοσε μνημονιακές αντικοινωνικές πολιτικές, εάν ψηφίσουν τη ΝΔ, δεν θα τιμωρήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τον ίδιο τον εαυτό τους, γιατί η ΝΔ θα συνεχίσει και κλιμακώσει τις αντιλαϊκές πολιτικές.

Η πιο αποτελεσματική τιμωρητική ψήφος και προς τον ΣΥΡΙΖΑ και προς τη ΝΔ είναι η ψήφος στη ΛΑΪΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ, για να μείνει αναμμένη η σπίθα της αντίστασης και της ανατροπής αλλά και η ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς, ενάντια στη λιτότητα, τη φτωχοποίηση και την ταπείνωση του λαού και της νεολαίας.

Το Γραφείο Τύπου της Λαϊκής Ενότητας,
22/06/2019

Εκλογές 2019: Με την ΛΑΕ, την ανυπότακτη Αριστερά, να ανατρέψουμε τις προβλέψεις τους

Της Μαριάνας Τσίχλη,
υποψήφιας βουλευτή στον Νότιο Τομέα Αθηνών (Β3 Αθήνας) με την Λαϊκή Ενότητα

Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε…

Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών του Μαΐου διέλυσαν με πάταγο πολλές ψευδαισθήσεις. Στην Ελλάδα, όλες οι εκφάνσεις της αριστεράς, υποχώρησαν, λιγότερο ή περισσότερο, και η επόμενη μέρα δημιουργεί προβληματισμούς στο σύνολο των δυνάμεών της.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, η «πρώτη φορά αριστερή» κυβέρνηση, όχι μόνο δεν έσκισε τα μνημόνια, αλλά αποτέλεσε την πιο σταθερή και την μακροβιότερη μνημονιακή κυβέρνηση της τελευταίας δεκαετίας. Έχοντας την στήριξη των ιμπεριαλιστικών κέντρων, αλλά και του εγχώριου κεφαλαίου, επέβαλε σκληρά νεοφιλελεύθερα μέτρα, αλλά και προσέδεσε, σε πρωτόγνωρο βαθμό για τις τελευταίες δεκαετίες, την Ελλάδα στο άρμα του ευρωατλαντισμού. Έσπειρε την ηττοπάθεια και την απογοήτευση, έπαιξε τεράστιο ρόλο στο να σιγήσουν οι αγώνες και τα κινήματαδιέσυρε το όνομα και την τιμή της αριστεράς. Με την πολιτική του, έστρωσε το δρόμο στην αναστήλωση της πιο επιθετικής, νεοφιλελεύθερης, αυταρχικής δεξιάς των τελευταίων δεκαετιών. Η πολιτική του, πέρα από την ήττα στις ευρωεκλογές, οδήγησε στο να παραδοθούν στη δεξιά όλες, πλην μίας, οι περιφέρειες της χώρας, και η πλειοψηφία των δήμων της.

Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε αποτελέσματα που συσσωρεύθηκαν πάνω στα κοινωνικά και οικονομικά ερείπια που έφεραν οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις. Η διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων και η γενίκευση των ελαστικών σχέσεων εργασίας οδήγησε στον τετραπλασιασμό των εργαζόμενων των 250 ευρώ και στον τριπλασιασμό των εργαζόμενων των 500-600 ευρώ. Η συνολική μείωση των εισοδημάτων των λαϊκών νοικοκυριών ξεπέρασε το 30% τα οκτώ τελευταία χρόνια. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν κερδισμένοι από την κρίση. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, που, μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής καταστροφής, επανέφεραν την κερδοφορία τους στα προ κρίσης επίπεδα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ήττα του στις εκλογές είναι δεδομένη ενώ, δεν χωράει καμία αυταπάτη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να παίξει την επόμενη μέρα τον ρόλο κάποιας «αντιπολίτευσης» με συμμετοχή στους αγώνες και τις διεκδικήσεις, ούτε βέβαια έχουν καμία αξία λογικές χαμένης ψήφου και μικρότερου κακού. Αλλωστε η αυτοδυναμία της Ν.Δ. εξαρτάται από το δικό της ποσοστό και από το αν θα υπάρξει επτακομματική, ή οκτακομματική βουλή.

Δεν έχουν έτσι καμία βάση τα αφηγήματα της εξόδου από τα μνημόνια. Αντίθετα, βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο η μνημονιακή πολιτική να αποτελέσει μία νέα «κανονικότητα».

Η πολιτική που εξαγγέλλεται από τη ΝΔ αποτελεί επιθετική συνέχεια και υπέρβαση της πολιτικής που υλοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για μέτρα που ευνοούν εξόφθαλμα το μεγάλο κεφάλαιο (όπως η μείωση της φορολογίας των μερισμάτων, ή τα κίνητρα και οι φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο), εντείνοντας ταυτόχρονα την επίθεση στους εργαζόμενους και τη νεολαία. Ο Μητσοτάκης μας υπόσχεται πλήρη διαλυτοποίηση των εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων (μέχρι του σημείου να προτείνει επταήμερη εργασία), ακόμα πιο σκληρές επιθέσεις στο εργατικό δίκαιο, πλήρη απελευθέρωση των πλειστηριασμών, ασφαλιστικό Πινοσέτ, ενώ κεντρικός άξονας του προγράμματος του είναι η παράδοση του δημόσιου χώρου στους «επενδυτές» σε βάρος του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής της πλειοψηφίας (βλ. εξαγγελίες για το Ελληνικό κλπ), ιδιωτικά πανεπιστήμια, ένταση της καταστολής και του αυταρχισμού.

Η Ν.Δ. αποκαθίσταται ως το βασικό αστικό κόμμα, με μία ιδιαίτερα επιθετική πολιτική για τους εργαζόμενους και τη νεολαία και θα αποτελέσει τον πιο σημαντικό αντίπαλο, την επόμενη περίοδο για το λαϊκό κίνημα και τις εργαζόμενες τάξεις.

Κανένας εργαζόμενος, κανένας νέος, δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιβραβεύσει αυτές τις πολιτικές. Κανένας δεν πρέπει να δώσει νομιμοποίηση, ή λευκή επιταγή, στις πολιτικές κατευθύνσεις που θα φέρουν ακόμα μεγαλύτερα πλήγματα στη ζωή και το μέλλον μας.

Όμως εγώ

Δεν παραδέχτηκα την ήττα.

Από την άλλη μεριά, οι δυνάμεις της αριστεράς πλήρωσαν – δικαίως ή αδίκως – την αδυναμία τους να ανασυγκροτήσουν τους αγώνες, να διαμορφώσουν μία αξιόπιστη, ενωτική, μαζική πολιτική πρόταση.

Το σκηνικό που θα διαμορφωθεί μετά τις εκλογές, διαμορφώνει κινδύνους για την σταθεροποίηση και παγίωση μίας πολιτικής μακροπρόθεσμα καταστροφικής για τα συμφέροντα της πλειοψηφίας. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί έναυσμα για νέους αγώνες.

Η σκληρή, νεοφιλελεύθερη πολιτική που προαναγγέλει η Ν.Δ. του Μητσοτάκη, θα συναντήσει αντιστάσεις. Ταυτόχρονα, η υποτιθέμενη οικονομική σταθεροποίηση και η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, όχι μόνο είναι εντελώς αναιμική και ασταθής αλλά τα δομικά προβλήματά της εξακολουθούν να παραμένουν. Το ασφυκτικό πλαίσιο που επιβάλλει η συμμετοχή στο ευρώ, η αποεπένδυση, η αποβιομηχάνιση, η μείωση του εργατικού δυναμικού με την μετανάστευση, το χρεοκοπημένο ελληνικό τραπεζικό σύστημα,  και, το κυριότερο, οι ιλιγγιώδεις πόροι και τα πλεονάσματα που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των μη βιώσιμων ιδιωτικών χρεών και του δημόσιου χρέους, διαμορφώνουν μία οικονομία στάσιμη και καθιστούν τα ενδεχόμενα επανεμφάνισης μίας νέας οξείας κρίσης πάντοτε υπολογίσιμα. Το ίδιο το πρόγραμμα της Ν.Δ. με την εξαίρεση της έντασης της καταστολής και την παράδοση ελεύθερων χώρων και του περιβάλλοντος στους επενδυτές, στην πραγματικότητα αποτελεί έκθεση ανεφάρμοστων ιδεών. Π.χ. αναφέρει ως στόχους την επόμενη τριετία, αύξηση επενδύσεων 65 δις ευρώ, προερχόμενων από τον ιδιωτικό τομέα, όταν τα τελευταία χρόνια, παρά την αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, συνεχίζεται η αποεπένδυση.

Η σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική, η οικονομική στασιμότητα, ταυτόχρονα με την  δυνατότητα να αποδεσμευθεί ένα δυναμικό που όλη την προηγούμενη περίοδο υποστήριζε τον ΣΥΡΙΖΑ, στη λογική του μικρότερου κακού, διαμορφώνουν  προϋποθέσεις έντασης των κοινωνικών αγώνων την επόμενη περίοδο.

Όμως, για να αναπτυχθούν οι αγώνες και πολύ περισσότερο, για να πετύχουν αποτελέσματα, είναι απολύτως απαραίτητη μία όσο το δυνατόν πιο ισχυρή αριστερά.

Ιδίως μια αριστερά που θα μπορεί να συγκροτήσει αγώνες και κινήματα, να εμπνεύσει τον κόσμο να ξεπεράσει την απογοήτευση, μια αριστερά που θα διαθέτει ανανεωμένο και μαζικό λόγο, δυνάμεις σε εργασιακούς, κοινωνικούς και αυτοδιοικητικούς χώρους.

Μία αριστερά που θα έχει ταυτόχρονα ριζοσπαστική και ενωτική πολιτική και θα μπορεί αύριο να γίνει πόλος συσπείρωσης κοινωνικών δυνάμεων, αλλά και πολιτικών δυνάμεων, με ισότιμους, δημοκρατικούς και ειλικρινείς όρους.

Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί, τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού…

Η Λαϊκή Ενότητα (ΛΑΕ) είναι μία πρωτοπόρα και αξιόπιστη δύναμη της αριστεράς, που δεν συμβιβάστηκε, δεν μετατοπίστηκε από τις θέσεις της, που χαρακτηρίστηκε από συνέπεια και ανιδιοτέλεια.

Σήμερα παρά τα γενικότερα και ειδικότερα αρνητικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών, καλούμε σε υποστήριξη της ΛΑΕ, γιατί πιστεύουμε ότι έχει μία διακριτή θέση μέσα στην πολιτική σκηνή και στην ελληνική αριστερά.  Είναι η μόνη δύναμη που έχει συγκεκριμένο, αναλυτικό και εφικτό πολιτικό πρόγραμμα για τις ρήξεις που είναι απαραίτητες για να καταστεί δυνατός ένας άλλος δρόμος διεξόδου, υπέρ των συμφερόντων της πλειοψηφίας, απέναντι στις πολιτικές των μνημονίων και που υπερασπίζεται ότι αυτή η κατεύθυνση μπορεί να υλοποιηθεί σήμερα και όχι σε ένα απροσδιόριστο σοσιαλιστικό, ή αντικαπιταλιστικό μέλλον.

Το πρόγραμμα αυτό και η πολιτική της πρόταση για την αριστερά, στην πραγματικότητα συμπυκνώνει την αριστερή τάση της κοινωνικής σύγκρουσης της περιόδου του 2010 – 2015, με αποκορύφωμα το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα. Σήμερα επιχειρείται από πολλές πλευρές η ακύρωση αυτής της κοινωνικής διεργασίας και προοπτικής. Η αναστηλωμένη δεξιά και οι δυνάμεις γύρω της (ΚΙΝΑΛ, ακροδεξιά) αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκουν να προβάλλουν μια νέα κανονικότητα, ότι η προοπτική μίας άλλης, εναλλακτικής πολιτικής αποτελεί μία ιστορική ανορθογραφία και ότι υπήρξε λαϊκή παραπλάνηση.

Η ΛΑΕ είναι μία δύναμη, που πολιτικά εκφράζει μία διαφορετική προοπτική και ταυτόχρονα  η οποία, από την πρώτη μέρα της συγκρότησής της, το 2015, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των αγώνων για την υπεράσπιση των λαϊκών κατοικιών, το ασφαλιστικό, τις συντάξεις, τα εργασιακά δικαιώματα, την προστασία του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής των πολιτών, ενάντια σε κάθε είδους «επενδυτικά συμφέροντα».

Είναι ταυτόχρονα, μία δύναμη, η οποία κατανοεί ότι η διάσπαση και ο κατακερματισμός είναι μέρος του προβλήματος και καταδικάζει την αριστερά και το λαϊκό κίνημα σε αδυναμία να παράξει αποτελέσματα. Γι’ αυτό πήρε και παίρνει με διάρκεια και συνέπεια πρωτοβουλίες καλέσματος και συσπείρωσης των αριστερών, ριζοσπαστικών δυνάμεων στο κίνημα και τις πολιτικές μάχες και θα συνεχίσει με ένταση αυτή την προσπάθεια και μετά τις εκλογές.

Είναι η μόνη δύναμη της αριστεράς που μετά τις ευρωεκλογές δεν επιχείρησε την αυτοεπιβεβαίωση και την καλλιέργεια της αντίληψης ότι φταίει κάποιος άλλος, πέρα από εμάς. Έκανε βαθιά και γενναία αυτοκριτική, ξεκίνησε τη συζήτηση για τον προσδιορισμό των λαθών που έκανε τα προηγούμενα χρόνια, επιχειρεί να αλλάξει φυσιογνωμία και ηγετικό προσωπικό, αναίρεσε προβληματικά και θολά σημεία που κόστισαν.

Είναι, ακόμα, μία δύναμη που επιχειρεί μία βαθιά ανανέωση, να βγάλει στην πρώτη γραμμή νέους και νέες, γυναίκες, πραγματικούς εργαζόμενους ανθρώπους του μόχθου. Το απέδειξε στα σχήματα που στήριξε στις αυτοδιοικητικές εκλογές, το απέδειξε μετά τις ευρωεκλογές με την ευρεία ανασύνθεση του δυναμικού της.

Για όλους αυτούς τους λόγους, της αντιστοιχεί να διεκδικήσει την ψήφο των εργαζόμενων και της νεολαίας, με αυτοπεποίθηση, πείσμα και με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη μέρα.

Για άλλη μια φορά, μία από τα ίδια;

Μια σειρά από δυνάμεις που διεκδικούν την ψήφο στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, και – είτε άμεσα, είτε έμμεσα – αναφέρονται στην αριστερά, δυστυχώς φαίνεται ότι λίγα κατανόησαν από την μνημονιακή δεκαετία που πέρασε, τη δεκαετία των μεγάλων πολιτικών ανατροπών, αλλά και της μεγάλης απογοήτευσης και της ήττας.

Το ΚΚΕ εξακολουθεί την ίδια πολιτική που απέχει από τις πραγματικές μάχες και που στις κρίσιμες στιγμές (με κορυφαίο παράδειγμα τη μάχη του δημοψηφίσματος του 2015) κάνει επιλογές σταθεροποίησης του συστήματος. Μάλιστα, επιχειρεί εκ των υστέρων να δικαιώσει μία πολιτική που καταπολέμησε την εναλλακτική προοπτική και διέξοδο, με την επιχειρηματολογία ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη, χωρίς τη «λαϊκή εξουσία» θα οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα. Που αρνείται κάθε συμμαχία, στο κίνημα και στις πολιτικές μάχες. Που εγκλωβίζει στην αναμονή της «λαϊκής εξουσίας», στη λογική της απλής και αδιέξοδης διαμαρτυρίας, χωρίς καμία αντανάκλαση στο σήμερα.

Το ΜΕΡΑ25, προγραμματικά και πολιτικά, έχει μικρή σχέση με την αριστερά. Με ένα προσωποπαγή, μηντιακά κατασκευσμένο μηχανισμό και μία πολιτική πρόταση γεμάτη ιδιομορφίες και παραπλήσια με τις προτάσεις του αρχηγού του την περίοδο 2014 – 2015. Στο δίλημμα, εάν είναι αναγκαία η ρήξη και η σύγκρουση με τους μηχανισμούς των δανειστών και της ευρωζώνης, απαντά με την αδιέξοδη λογική της «σκληρής διαπραγμάτευσης» και της προοδευτικής μεταβολής στην Ευρωζώνη. Αυτή η κατεύθυνση έδειξε τα τραγικά της αποτελέσματα το 2015, με την νεοφιλελεύθερη προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ. Φτάνει δε στο σημείο να προτείνει μέτρα που κινούνται σε σαφώς νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις, προτείνοντας ιδιωτικά πανεπιστήμια, ή ιδιωτικοποιήσεις με ήπιο πρόσημο, αλλά και να εντάσσει στα ψηφοδέλτιά του πρόσωπα που δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με την αριστερά. Άλλωστε, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον αποφασιστικό ρόλο Βαρουφάκη στην αποδοχή του χρέους με την αποδοχή της συμφωνίας της 20ης Φλεβάρη του 2015, την απόδοση των αποθεματικών για την αποπληρωμή του χρέους, την υπερψήφιση του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που στέρησε όσους σήμερα απειλούνται με πλειστηριασμούς από βασικά τους όπλα και ενίσχυσε τις τράπεζες.

Η Πλεύση Ελευθερίας επέλεξε μία στάση που τονίζει με κάθε ευκαιρία ότι, σε συμβολικό επίπεδο, θέλει να απαλλαγεί από το «βαρίδι» της αριστεράς, αλλά και υιοθέτησε μία απαράδεκτη τοποθέτηση ανοιχτής συμμετοχής και στήριξης στα εθνικιστικά συλλαλλητήρια. Την ίδια στιγμή, συγκροτείται απολύτως προσωποκεντρικά, χωρίς καμία γείωση σε χώρους, κοινωνικά κινήματα, στη νεολαία, στις γειτονιές, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να παίξει κανένα ρόλο στους αγώνες της επόμενης μέρας. Ενώ, ταυτόχρονα, αρνείται κάθε συνεργασία.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει επιλέξει μία στάση απομονωτισμού, σε συνδυασμό με μία αντίληψη παραπομπής των δυνατοτήτων πάλης και νίκης του κοινωνικού κινήματος στην «αντικαπιταλιστική ανατροπή».

Δυστυχώς όλες αυτές οι αντιλήψεις είναι μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης.

Βρισκόμαστε πράγματι σε ένα μεταίχμιο. Όσο και αν φαίνεται πιθανότατη η αποτύπωση ενός συσχετισμού πιο δύσκολου για το κίνημα και την αριστερά, οι πολιτικές που θα επιχειρήσουν να επιβάλουν το επόμενο διάστημα θα δημιουργήσουν ρωγμές.

Από αυτή τη σκοπιά, είναι απολύτως απαραίτητη η προετοιμασία για να ανταποκριθούμε στους αυριανούς αγώνες.

Η ενίσχυση της ανυπότακτης αριστεράς, της ΛΑΕ, είναι, από αυτή την άποψη, απαραίτητη για την επόμενη μέρα, για να μην κυριαρχήσουν οι δεξιές μετατοπίσεις μέσα στην αριστερά, για να αποδοκιμασθεί ο κατακερματισμός και η διάσπαση, για να μείνει ζωντανό το όραμα και η προοπτική του άλλου δρόμου, που θα ανοίξει δυνατότητες για ευρύτερες συγκρούσεις και ρήξεις.