Κατηγορία: Πολιτισμός – Επιστήμη – Αθλητισμός

Σαν σήμερα γεννήθηκε και πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης.

18 Ιανουαρίου 1915 και 1984

tsitsanhs_12

Πηγή: e-radio.gr

Ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες της ρεμπέτικης και της λαϊκής μουσικής, που άφησε εποχή με τις συνθέσεις και το μπουζούκι του, γεννήθηκε και πέθανε την ίδια ημερομηνία, στις 18 Ιανουαρίου.

Γεννήθηκε το 1915 στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας. ΟΙ γονείς του είχαν καταγωγή από την Ήπειρο και εκτός από τον Βασίλη, είχαν ακόμα τέσσερα παιδιά. Πολύ αργότερα, στις ρεμπέτικες παρέες του, ο Τσιτσάνης απέκτησε το παρατσούκλι «ο βλάχος», γιατί ήταν ο μόνος με καταγωγή «στεριανή».

Ο πατέρας του έφτιαχνε τσαρούχια. Όταν δεν είχε δουλειά, έπαιζε το μαντολίνο του. Ο Βασίλης άκουγε τον πατέρα του να τραγουδάει και να παίζει κλέφτικα τραγούδια και πήγαινε συχνά στην εκκλησία για να ακούσει τους βυζαντινούς ύμνους.

Για πρώτη φορά έπιασε όργανο στα χέρια του σε ηλικία 11 ετών και αφού πέθανε ο πατέρας του. Ένας οργανοποιός της περιοχής είχε μετατρέψει ένα μαντολίνο σε μπουζούκι. Και ο Τσιτσάνης έμαθε να παίζει κάπως έτσι το όργανο που τον συντρόφευσε σε ολόκληρη την ζωή του. Στο γυμνάσιο έμαθε βιολί και άρχισε να παίζει για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του. Αν και το μπουζούκι ήταν απαγορευμένο όργανο, το 1930, ο Τσιτσάνης άρχισε να γράφει με αυτό τα πρώτα του τραγούδια.

Σε ηλικία 21 ετών πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική. Έπιασε δουλειά σε ένα μαγαζί για να βγάζει τα έξοδά του. Τον επόμενο χρόνο γνωρίζει τον Δημήτρη περδικόπουλο που τον συστήνει στην δισκογραφική εταιρεία «Οντεόν». Εκεί θα ηχογραφήσει τα πρώτα του τραγούδια και θα αρχίσει να γίνεται γνωστός στους κύκλους του ρεμπέτικου. Σε εκείνη την περίοδο ανήκουν τα τραγούδια «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε», «Να γιατί γυρνάω», «Αρχόντισσα», «Ό, τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ» κ.α., που τα τραγούδησαν μεγάλες μορφές, όπως ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στράτος Παγιουμτζής και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Η δικτατορία του Μεταξά θα απαγορέψει τα ρεμπέτικα. Από το 1938, ο Τσιτσάνης βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη για να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία. Θα γνωρίσει εκεί και την μελλοντική σύζυγό του, Ζωή Σαμαρά, που θα αποκτήσει μαζί της δυο παιδιά.

Τα χρόνια της κατοχής θα τον βρουν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί θα ανοίξει το δικό του μαγαζί, το «Ουζερί Τσιτσάνης» και θα γράψει ορισμένα από τα πιο γνωστά του τραγούδια, όπως το «Συννεφιασμένη Κυριακή» και «Μπαξέ τσιφλίκι». Το 1946 θα κατέβει στην Αθήνα, αλλά τα νέα του τραγούδια λογοκρίνονται για άλλη μια φορά. Μερικά θα εκδοθούν και άλλα θα χαθούν για πάντα, αφού δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ.

Την επόμενη περίοδο θα φέρει διάφορες αξέχαστες φωνές στο προσκήνιο, όπως η Καίτη Γκρέυ, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Στέλιος Καζαντζίδης κ.α Έγραψε σπουδαία τραγούδια και αυτή την περίοδο, όπως «Κορίτσι μου όλα για σένα», «Της Γερακίνας γιος», «Δηλητήριο στην φλέβα» κ.α. Τα τελευταία 14 χρόνια της ζωής του εμφανιζόταν στο μαγαζί του στην Αθήνα, στο «Χάραμα». Έφυγε από την ζωή, ανήμερα των γενεθλίων του, στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου, ύστερα από επιπλοκές που είχε από εγχείρηση στους πνεύμονες.

Ο Τσιτσάνης είναι ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες του ρεμπέτικου, στο οποίο εισήγαγε τα λεγόμενα «δυτικά» μελωδικά και το έβγαλε από το περιθώριο. Ακόμα και σήμερα, οι παλιοί και οι νέοι τραγουδούν τα τραγούδια και τους στίχους του, παραμένοντας στις μνήμες όλων των Ελλήνων. Και θα συνεχίσει για πολλά χρόνια ακόμα…

Διαβάστε ακόμη: Συννεφιασμένη Κυριακή: Η ιστορία του αξεπέραστου τραγουδιού του Βασίλη Τσιτσάνη

Advertisements

Νίκολα Τέσλα: Ο εφευρέτης του εναλλασσόμενου ρεύματος και της ασύρματης επικοινωνίας

Ο Νίκολα Τέσλα (10 Ιουλίου 1856 – 7 Ιανουαρίου 1943) ήταν Σέρβος εφευρέτης, μηχανολόγος, ηλεκτρολόγος μηχανικός, και ένας από τους σημαντικότερους φυσικούς στην ιστορία της επιστήμης.

Πηγή: LecturesBureau.gr

Πρώτα χρόνια

Γεννημένος στο Σμίλιαν στην περιοχή Λίκα της σημερινής Κροατίας, το οποίο ανήκε στη Σερβική κοινότητα της Αυστριακής Αυτοκρατορίας. Πατέρας του ήταν ο ορθόδοξος ιερέας του χωριού Σμίλιαν, Μιλούτιν Τέσλα (1819-1879), μητέρα του ήταν η Γκεοργκίνα-Τζούκα Μάντιτς (1822-1892), κόρη ιερέα, ενώ και τα αδέρφια της ήταν μέλη του κλήρου της χώρας. Ο ένας ήταν ο Μητροπολίτης Νίκολα Μάντιτς και ο άλλος ο μοναχός Πέταρ Μάντιτς.

Το όνομα Τέσλα δηλώνει το μικρό τσεκούρι με λεπίδα σε ορθή γωνία προς τη λαβή, ώστόσο, χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει ένα άτομο με προεξέχοντα δόντια, ένα κοινό χαρακτηριστικό των μελών της οικογένειας Τέσλα. Είχε έναν μεγαλύτερο κατά επτά χρόνια αδελφό , τον Ντάνε Τέσλα, ο οποίος έχασε τη ζωή του, όταν ο Νίκολα ήταν επτά ετών, πέφτοντας από το άλογο ενώ έκανε ιππασία. Ο Νίκολα ζούσε στη σκιά του αδελφού του, ο οποίος αντιμετωπιζόταν από τους γονείς του ως ο πλέον ταλαντούχος και προοριζόταν να ακολουθήσει το παράδειγμα του πατέρα του και των θείων του. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Νίκολα Τέσλα υπέφερε ακόμα από εφιάλτες και ψευδαισθήσεις που σχετίζονταν με το θάνατο του αδελφού του, ενώ εικάζεται πως πολυάριθμες φοβίες και εμμονές που χαρακτήριζαν τον Τέσλα ενδεχομένως ήταν απόρροια του αντίκτυπου που είχε κατά την παιδική του ηλικία η απώλεια του Ντάνε και η προβληματική σχέση με τον πατέρα του. Αν και οι λεπτομέρειες του θανάτου του Ντάνε είναι άγνωστες, βέβαιο θεωρείται πως προκάλεσε μεγάλη θλίψη στην οικογένεια και επηρέασε τη σχέση του Νίκολα με τους γονείς του, οι οποίοι συντετριμμένοι από το θάνατο του Ντάνε αδυνατούσαν να εκτιμήσουν τις ικανότητες του Νίκολα.

Όπως περιγράφει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του, το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μεγαλώσει χωρίς αυτοπεποίθηση. Ο Νίκολα από μικρή ηλικία έδειξε πως είχε ζωηρή φαντασία και ενδιαφέρον στις εφευρέσεις ακολουθώντας το παράδειγμα της μητέρας του, έτσι και έμαθε τη γερμανική γλώσσα. Από μικρός ήταν επίσης βιβλιόφιλος καθώς διάβαζε τα περιοδικά που δημοσίευε ποίηση ο πατέρας του και λάτρευε τον Ιούλιο Βερν (1828-1905) και τον Εμίλ Ζολά (1840-1902).

Σπουδές

Το 1863 μετακόμισε με τους γονείς του στο Γκόσπιτς όπου ο Νίκολα έλαβε τη βασική εκπαίδευση και έμαθε τη γερμανική γλώσσα. Το 1870 συνέχισε την εκπαίδευσή του μέχρι το 1873 στο Real Gymnasium στην πόλη Ράκοβατς, κοντά στο Κάρλοβατς (σημερινό Κόρντουν) όπου και έμεινε στο σπίτι της θείας του Στάνκα Μπράνκοβιτς. Εκεί ο καθηγητής του Μάρτιν Σέκουλιτς, μαζί με το συμμαθητή του Ιούλιους Μπαρτόκοβιτς, τον παρότρυναν να ασχοληθεί περισσότερο με τη μελέτη του ηλεκτρομαγνητισμού. Τελικά στις 26 Ιουνίου του έτους 1873 αποφοίτησε με βαθμό «πολύ καλά» και επέστρεψε στη γενέτειρά του όπου προσβλήθηκε από χολέρα.

Χρειάστηκε εννέα μήνες για να αναρρώσει. Την ίδια περίοδο, ανακοίνωσε στον πατέρα του την πρόθεσή του να ακολουθήσει σπουδές μηχανολόγου, παρά την επιθυμία του τελευταίου να γίνει ιερέας. Καθώς ο Τέσλα ήταν σε ηλικία να υπηρετήσει τον Αυστριακό στρατό για τρία χρόνια, ο πατέρας του, από φόβο πως δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στη σκληρή στρατιωτική ζωή, τον παρότρυνε να κρυφτεί στα βουνά του Γκόσπς, όπου έμεινε για εννέα μήνες μέχρι το καλοκαίρι του 1875. Με δεδομένο πως μέλη της οικογένειας του πατέρα του ήταν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, θεωρείται πιθανό πως κατάφεραν με την επιρροή τους να εξασφαλίσουν πως δεν θα υπηρετούσε τη θητεία του.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα βουνά, ο Τέσλα συνέλαβε δύο ευφάνταστες ιδέες οι οποίες, αν αδύνατο να υλοποιηθούν στην πράξη, θεωρούνται ενδεικτικές της οικουμενικότητας των εφευρέσεών του. Η πρώτη αφορούσε ένα υποθαλάσσιο δίκτυο σωλήνων που θα επέτρεπε τη γρήγορη αποστολή αλληλογραφίας και δεμάτων από τη μία ήπειρο στην άλλη, και η δεύτερη ένα στάσιμο δακτύλιο κατά μήκος του ισημερινού που θα επέτρεπε τους χρήστες του να μεταβαίνουν, χωρίς να μετακινούνται, σε διαφορετικά σημεία της Γης καθώς αυτή θα περιστρεφόταν ως προς το δακτύλιο.

Με προσπάθειες του πατέρα του εξασφάλισε υποτροφία από τη Στρατιωτική Περιφέρεια του Κάρλοβιτς για την Ανώτατη Πολυτεχνική Σχολή του Γκρατς. Άλλες τρεις παρόμοιες σχολές βρίσκονταν στη Βιέννη, στο Μπρνο και στην Πράγα. Στη σχολή , ο Τέσλα παρακολούθησε μαθήματα γεωμετρίας, θεωρητικής και πειραματικής φυσικής, ολοκληρωτικού λογισμού, καθώς και αναλυτικής χημείας, βοτανικής, οπτικής, γαλλικών και αγγλικών. Δείχνοντας υπερβολικό ζήλο, εργαζόταν πολλές ώρες την ημέρα έχοντας άριστες επιδόσεις.

Η παρακολούθηση των διαλέξεων του καθηγητή Πεσλ έδωσε το έναυσμα να καταπιαστεί με την πρόκληση της ανάπτυξης ενός κινητήρα με χρήση εναλασσόμενου ρεύματος , η οποία θα απασχολούσε τον Τέσλα τα επόμενα χρόνια. Έχοντας ολοκληρώσει το πρώτο έτος σπουδών του, επισκέφτηκε την οικογένειά του στο Γκόσππς. Ο πατέρας του έδειξε μικρό ενδιαφέρον για τις επιδόσεις του στη σχολή και τον παρότρυνε να παραμείνει στο Γκρόσπς, γεγονός που προκάλεσε ρήξη στις σχέσεις τους. Οι προθέσεις του Μιλοόυτιν Τέσλα ήταν στην πραγματικότητα αγνές, καθώς χωρίς να το γνωρίζει ο Νίκολα Τέσλα, με επιστολή τους προς τον πατέρα του, οι καθηγητές του είχαν εκφράσει φόβους για την υγεία του εξαιτίας της υπέρμετρης αφοσίωσής του στις σπουδές του.

Ο σχεδόν μοναστικός τρόπος ζωής του αποτελούσε αντικείμενο χλευασμού εκ μέρους των συμφοιτητών του και μέχρι το τέλος του δεύτερου έτους σπουδών του ο Τέσλα, αντιδρώντας, στράφηκε στην άσωτη ζωή και τη χαρτοπαιξία. Κατά τη διάρκεια του τρίτου έτους σπουδών του σταμάτησε να παρακολουθεί μαθήματα και όπως μαρτυρούν τα αρχεία της σχολής του, την άνοιξη του 1878 δεν βρισκόταν μεταξύ των εγγεγραμμένων φοιτητών με αποτέλεσμα να διακοπεί η υποτροφία του. Δεν αποφοίτησε ποτέ από την σχολή του Γκρατς. Μετά από μία ανεπιτυχή προσπάθεια να εξασφαλίσει νέα υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Βιέννη ή στο Μπρνο, εγκαταστάθηκε στο Μάρμπουργκ της σημερινής Σλοβενίας όπου εργάστηκε για μικρό χρονικό διάστημα ως μηχανικός. Εκεί τον επισκέφτηκε ο πατέρας του, ο οποίος προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον πείσει να επιστρέψει στην οικογένειά του και να συνεχίσει πιθανώς τις σπουδές του στην Πράγα. Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο Τέσλα συνελήφθη στο Μάριμπορ και οδηγήθηκε πίσω στο Γκόσπς υπό αστυνομική συνοδεία. Ο Μίλουτιν Τέσλα πέθανε τον Απρίλιο του 1879, απογοητευμένος από την τροπή των γεγονότων.

Αποφασισμένος να ακολουθήσει την επιθυμία του πατέρα του, ο Τέσλα γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1880 στο γερμανόφωνο Πανεπιστήμιο του Καρόλου της Πράγας έχοντας αρχικά οικονομική στήριξη από τους θείους του, Πέταρ και Πάλβε Μάντιπς. Ένα χρόνο αργότερα, και ενώ δεν ήταν πλέον δυνατό να τον συντηρεί η οικογένειά του, αποφάσισε να εγκαταλείψει την Πράγα χωρίς να αποκτήσει κάποιο πτυχίο, και εγκαταστάθηκε στη Βουδαπέστη.

Αρχή της σταδιοδρομίας του

Ο Τέσλα επέλεξε τη Βουδαπέστη καθώς εκείνη την περίοδο ο Τιβαντάρ Πούσκας, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, είχε εξασφαλίσει άδεια από τον Τόμας Έντισον για τη δημιουργία ενός τηλεφωνικού κέντρου στη Βουδαπέστη υπό την επίβλεψη του αδελφού του, Φέρεντς Πούσκας. Καθώς η χρηματοδότηση και οι εργασίες για την εγκατάστασή του δεν είχαν ολοκληρωθεί, ο Τέσλα προσελήφθη τελικά ως τεχνικός σχεδιαστής στο Κεντρικό Γραφείο της Ουγγαρίας αποκτώντας πολύτιμη εμπειρία.

Όταν λίγους μήνες μετά εγκαταστάθηκε τελικά το τηλεφωνικό κέντρο της Βουδαπέστης, ο Φέρεντς Πούσκας προσέλαβε τον Τέσλα, ο οποίος κατάφερε να υλοποιήσει αρκετές βελτιώσεις στον εξοπλισμό του κέντρου ενώ όπως ο ίδιος μαρτυρά στην αυτοβιογραφία του τελειοποίησε και έναν τηλεφωνικό ενισχυτή, τον οποίο όμως δεν κατοχύρωσε ως ευρεσιτεχνία. Στην αυτοβιογραφία του, ο Τέσλα καταγράφει πως στη Βουδαπέστη αντιμετώπισε ένα σοβαρό νευρικό κλονισμό, τον οποίο ξεπέρασε με τη βοήθεια του συνεργάτη και στενού φίλου του Anthony Szigeti.

Μετά την πώληση του τηλεφωνικού κέντρου από τον Πούσκας, προσελήφθη στην Ηλεκτρική Εταιρεία Έντισον (societe Electrique Edison) με έδρα το Ιβρύ (σημερινό Ιβρύ-σιρ-Σεν), στα περίχωρα του Παρισιού. Ήδη από το 1881 είχε εγκατασταθεί στη Γαλλία ο στενός συνεργάτης του Έντισον, Τσαρλς Μπάτσελορ, ιδρύοντας τρεις εταιρείες: την Compagnie Continentale Edison (υπεύθυνη για τον έλεγχο των ευρεσιτεχνιών), τη Societe Industrielle & Commerciale (υπεύθυνη για την κατασκευή του εξοπλισμού) και τη Societe Electrique Edison (υπεύθυνη για την εγκατάσταση συστημάτων). Ήταν η πρώτη φορά που ο Τέσλα ήρθε σε άμεση επαφή με το έργο του Έντισον και απέκτησε βαθύτερη γνώση και εμπειρία γύρω από τις γεννήτριες και τους κινητήρες.

Σύντομα ξεχώρισε για τις ικανότητές του, έχοντας μάλιστα ένα πλούσιο θεωρητικό επιστημονικό υπόβαθρο σε αντίθεση με περισσότερους υπαλλήλους του Έντισον, ενώ ανέπτυξε έναν αυτόματο ρυθμιστή για τα δυναμό του Έντισον, προκαλώντας τον ενθουσιασμό του προέδρου της Ηλεκτρικής Εταιρείας, Λουί Ρο. Τον Οκτώβριο του 1883 ανέλαβε να επισκευάσει τον ηλεκτρικό σταθμό του Στρασβούργου στον οποίο σημειώθηκε έκρηξη κατά την επίσκεψη του Γερμανού Κάιζερ Γουλιέλμου Α΄. Εκεί του δόθηκε επίσης η ευκαιρία να πραγματοποιήσει επιτυχημένα πειράματα πάνω στην ιδέα του για έναν κινητήρα εναλλασσόμενου ρεύματος. Οι προσπάθειές του εντούτοις να εξασφαλίσει οικονομική στήριξη για την εφεύρεσή του στέφθηκαν με αποτυχία. Ο Τέσλα επέστρεψε στο Παρίσι το Φεβρουάριο του 1884. Την άνοιξη του ίδιου έτους, ο Μπάτσελορ του πρότεινε να εργαστεί στην επιχείρηση του Έντισον στη Νέα Υόρκη.

Η.Π.Α.

Ο Τέσλα έφτασε στη Νέα Υόρκη τον Ιούνιο του 1884 με το πλοίο Satumia στα 28 του χρόνια. Αμέσως συναντήθηκε με τον Έντισον, ο οποίος του ανέθεσε την πρώτη του δουλειά: να επισκευάσει τη γεννήτρια του ατμοπλοίου «Όρεγκον» (S. S. Oregon). Με μια ομάδα βοηθών και δουλεύοντας κατά τη διάρκεια της νύκτας, ο Τέσλα κατάφερε να θέσει τις γεννήτριες του πλοίου σε λειτουργία εντυπωσιάζοντας τον Έντισον και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του. Δύο ημέρες μετά την άφιξή του, ο Τέσλα ξεκίνησε να εργάζεται στο κατάστημα μηχανικών εργασιών του Έντισον. Οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα θερμές.

Ο Έντισον ήταν άνθρωπος πρακτικός και βασιζόταν περισσότερο στην εργατικότητα και στις εμπειρίες του, σε αντίθεση με τον Τέσλα που ήταν ένας άνθρωος με ιδανικά, διανοούμενος και περισσότερο θεωρητικός. Ακόμα είχαν διαφωνίες στο αντικείμενο της εργασίας τους καθώς ο Έντισον ήταν υποστηρικτής της χρήσης του συνεχούς ρεύματος, κυρίως για πρακτικού λόγους και για ζητήματα ασφαλείας, ενώ ο Τέσλα υποστήριζε τη χρήση του εναλλασσόμενου ρεύματος. Στο διάστημα που εργάστηκε στο εργαστήριό του, ο Τέσλα επανασχεδίασε τις γεννήτριες του Έντισον βελτιώνοντας την απόδοσή τους και είχε σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη ενός συστήματος λαμπτήρων τόξου. Απογοητευμένος από το γεγονός πως το σύστημα που σχεδίασε δεν τέθηκε τελικά σε εφαρμογή, αλλά και επειδή ποτέ δεν ανταμοίφθηκε οικονομικά για τις πολύτιμες συνεισφορές του πέρα από τον μισθό του που έφτανε τα 18 δολάρια την εβδομάδα, παραιτήθηκε περίπου έξι μήνες μετά την έναρξη της συνεργασίας του με τον Έντισον.

Ο Τέσλα μετά από κάποιες αποτυχημένες ενέργειες βρίσκει νέο χρηματοδότη για τα πειράματα του το 1887. Ο νέος χρηματοδότης ήταν ο διευθυντής της τηλεγραφικής εταιρείας Western Union Α. Μπράουν, ο οποίος του έστησε το εργαστήριό του, λίγα τετράγωνα πιο πάνω από το εργαστήριο του Έντισον, στην οδό Liberty στον αριθμό 89. Τον Οκτώβριο του 1887 η πατέντα του με το όνομα Πολυφασικό Σύστημα Τέσλα κατοχυρώθηκε στην Αμερικανική Επιτροπή Ευρεσιτεχνιών. Το 1888 ο Τέσλα έδωσε μια διάλεξη με θέμα «Το Νέο Σύστημα Κινητήρων και Μετατασχηματισμών Εναλλασσόμενου Ρεύματος», στο Αμερικάνικο Ινστιτούτου Ηλεκτρομηχανικής, η οποία έδωσε το έναυσμα στον βιομήχανο Τζώρτζ Γουέστινχάουζ (1846-1914) να συνεργαστεί μαζί του.

Ο Έντισον με τον χρηματοδότη του Μόργκαν άνοιξαν μέτωπο δυσφήμισης εναντίον του Τέσλα και των χρηματοδοτών του Γουέστινχάουζ και Μπράουν και ειδικά ο τελευταίος πούλησε στις φυλακές Σινγκ-Σινγκ το σχέδιο κατασκευής και λειτουργίας της ηλεκτρικής καρέκλας με εναλλασσόμενο ρεύμα του Τέσλα.

Η διοίκηση συμφώνησε και το 1890 έπειτα από πολλές επαναλήψεις εκτέλεσαν τον πρώτο κατάδικο στην ηλεκτρική καρέκλα, τον Γουίλιαμ Κέμλερ. Στη συνέχεια ο Γουέστινχάουζ αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και δεν μπόρεσε να καταβάλει την αμοιβή του Τέσλα, ο οποίος όμως συνέχιζε να δουλεύει αφιλοκερδώς για αυτόν. Την ίδια στιγμή η εταιρεία του Μόργκαν, Thompson Huston άνθιζε και εξαγόρασε την General Electric του Έντισον, η οποία συνεχίζει να υφίσταται μέχρι σήμερα με την ίδια ονομασία.

Η κορύφωση της δόξας και η προσπάθεια χαρακτηρισμού του ως τρελού

Το 1924 ο Τέσλα ισχυρίστηκε ότι εφηύρε την περιβόητη «ακτίνα θανάτου», ένα υπερόπλο ικανό να καταστρέψει μεγάλες εκτάσεις δηλαδή έως και 10.000 αεροπλάνα σε απόσταση 200 μιλίων, ενώ επίσης ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν υπεύθυνο για την έκρηξη στη Τουγκούσκα, φυσικά οι δημοσιογράφοι και ο επιστημονικός κόσμος τον περιγέλασαν ενώ μέχρι σήμερα οι μελετητές εντάσσουν αυτή την εφεύρεση στο τομέα των ανεξήγητων φαινομένων και γεγονότων. Σήμερα η προσπάθεια αποκρυπτογράφησης μέρους των θεωριών και ανακαλύψεων του Τέσλα γίνεται με συστήματα όπως το Haarp.Το 1926, όταν έγινε 70 χρονών, τα πανεπιστήμια Βελιγραδίου και του Ζάγκρεμπ τον εξέλεξαν ως επίτιμο διδάκτορα.

Το τέλος του Τέσλα

Από το 1936 έως το θάνατό του το FBI παρακολουθούσε τις συνομιλίες και τις κινήσεις του Τέσλα φοβούμενοι ότι είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με την σταλινική Σοβιετική Ένωση. Το 1937 ένα αμάξι τον χτύπησε σπάζοντάς του αρκετά πλευρά και κλονίζοντας σοβαρά την υγεία του. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Νίκολα Τέσλα είχε να αρρωστήσει από τα 30 του χρόνια, όπως δήλωνε ο ίδιος, ο οποίος πίστευε ότι για αυτό «φταίνε» τα πειράματά του. Το κράτος της Γιουγκοσλαβίας, μετά το ατύχημά του, του έβγαλε ισόβια σύνταξη.

Το 1941, με την επέκταση του ναζισμού στην Ευρώπη και τον αναβρασμό του παγκοσμίου πολέμου, ο Τέσλα ήθελε να κατασκευάσει ένα «νέο» υπερόπλο για να σώσει την πατρίδα του. Τελικά πέθανε το 1943 στις 7 του Γενάρη αλλά τον βρήκαν νεκρό δύο μέρες μετά γιατί είχε κρεμάσει, όπως έκανε πάντα, στην πόρτα του δωματίου του την επιγραφή «Μην ενοχλείτε, εργάζομαι».

Υστεροφημία

Ο Τέσλα είναι κυρίως γνωστός για τις επαναστατικές του συνεισφορές στους κλάδους του ηλεκτρισμού και του μαγνητισμού στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Οι ανακαλύψεις και η θεωρητική εργασία του αποτέλεσαν τη βάση για την εφαρμογή του σημερινού συστήματος εναλλασσόμενου ρεύματος. Εφευρέσεις όπως τα πολυφασικά συστήματα διανομής ισχύος και ο κινητήρας εναλλασσόμενου ρεύματος συνετέλεσαν στην εκδήλωση της Δεύτερης Βιομηχανικής Επανάστασης. Η μονάδα της έντασης του μαγνητικού πεδίου στο SI, το Τέσλα, ονομάστηκε προς τιμή του στο Γενικό Συνέδριο Μέτρων και Σταθμών του Παρισιού το 1960. Εκτός από τη δουλειά του στον ηλεκτρομαγνητισμό και τα συστήματα ισχύος, ο Τέσλα λέγεται ότι έχει συνεισφορές και στη θεμελίωση της ρομποτικής, του τηλεχειρισμού, στην ανάπτυξη του ραντάρ και της επιστήμης υπολογιστών, όπως και στην επέκταση της βαλλιστικής, της πυρηνικής και θεωρητικής φυσικής. Το 1943 το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών τον αναγνώρισε σαν τον εφευρέτη της ασύρματης επικοινωνίας. Ο Τέσλα ισχυριζόταν, μέσα σε όλες τις άλλες θεωρίες του, ότι το 2035 η μόλυνση του νερού θα είναι πολύ χαμηλή, τα ποσοστά δημητριακών πολύ υψηλά, αναδάσωση όλων των καμένων και άνυδρων περιοχών και εκμετάλλευση των πηγών ενέργειας με τρόπο φιλικό για το περιβάλλον.

Σύγχρονοι μελετητές του έργου του τον έχουν αποκαλέσει «τον άνθρωπο που εφηύρε τον Εικοστό Αιώνα» και «προστάτη άγιο του σύγχρονου ηλεκτρισμού».

Τέχνη και επανάσταση – η ρώσικη εμπειρία του 1917

Ο Γιώργος Σαπουνάς, γράφει για την «συνάντηση» της Τέχνης με την επανάσταση, την έκρηξη της «Ρώσικης Πρωτοπορίας» και ανοίγει τον γενικότερο προβληματισμό για τη «συνάντηση» του μαρξισμού ως θεωρία της επανάστασης με την Τέχνη.
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 9 της σοσιαλιστικής διεθνιστικής επιθεώρησης «ΚΟΚΚΙΝΟ», που κυκλοφορεί.

Του Γιώργου Σαπουνά
Πηγή: rproject.gr

Το θέμα «Τέχνη και Επανάσταση» αφορά στη «συνάντηση» της Τέχνης με την Επανάσταση, με αποκορύφωμα την Ρώσικη Επανάσταση και την πολιτιστική έκρηξη της περίφημης «Ρώσικης Πρωτοπορίας». Αφορά ταυτόχρονα στη «συνάντηση» του μαρξισμού, ως  θεωρία της επανάστασης, με την Τέχνη.

Με το βήμα το πλατύ, βαδίζουν πέρα…
Πίσω, ο πεινασμένος σκύλος…
Μπρος, μ’ αιμάτινη παντιέρα
άφαντος πίσω απ’ το χιόνι…
κι ούτε σφαίρα τον λαβώνει,
πάνω από την καταιγίδα
μ’ ένα βήμα πουπουλένιο
σ’ ένα σπίθισμα νιφάδων μαργαριταρένιο,
με στεφάνι από άσπρα ρόδα…
σιωπηλός…
πάει μπροστά
ο Ιησούς Χριστός!

Αλεξάντερ Μπλοκ, «Οι Δώδεκα»

1

Φέτος γιορτάζουμε τα 100 χρόνια από τον Οκτώβρη του 1917 σε συνθήκες που καθορίζονται από το ιστορικό πλαίσιο της καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης» και του ΤΙΝΑ (There Is No Alternative, Δεν Υπάρχει Εναλλακτική Λύση), καθώς και της μεταμοντέρνας ιδεολογικής και πολιτιστικής ερήμου (το «τέλος της Ιστορίας»), βαθιά στην δίνη της παρακμής και της κρίσης της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής. Μέσα στα αδιέξοδα της καπιταλιστικής κρίσης, που οδηγούν στην περιστολή της δημοκρατίας και αυξάνουν την παρουσία του πολέμου διεθνώς, οι κοινωνίες στενάζουν, ενίοτε εκφράζονται εκρηκτικά και η «ζήτηση» για εναλλακτική λύση, συχνά εντελώς πιο συγκεκριμένα για ριζοσπαστική αριστερή απάντηση, εμφανίζεται σε κάθε ευκαιρία (ΣΥΡΙΖΑ, Κόρμπιν, Μελανσόν, Σάντερς). Εντούτοις, τα στρατηγικά προβλήματα της Αριστεράς στην εποχή μας υπονομεύουν τη νικηφόρα προοπτική και -όπως δυστυχώς βιώνουμε σήμερα στην Ελλάδα- μπορούν να οδηγήσουν σε τραγωδίες. Η τραυματική εμπειρία της μνημονιακής κυβερνητικής κατάληξης μιας διαδικασίας κοινωνικής και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης προς τ’ αριστερά που γεννήθηκε ακριβώς από το ξέσπασμα της κρίσης και την επιβολή της σκληρής ταξικής λιτότητας των μνημονίων, έχει οδηγήσει σε απογοήτευση και υποχώρηση το μαζικό κίνημα και σε αμηχανία, σεχταρισμό και ηττοπάθεια την Αριστερά, όσο κι αν το πολιτικό κενό στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ «βοά». Το ερώτημα της επικαιρότητας του Σοσιαλισμού και μάλιστα του περιεχομένου αυτού του στόχου (τί είναι ο Σοσιαλισμός ή ποιός Σοσιαλισμός), ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση κάθε αναφοράς σε «υπαρκτό» υπόδειγμα (ΕΣΣΔ, Κίνα), βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορικής πρόκλησης. Η «επιστροφή» στις κορυφαίες επαναστατικές εμπειρίες του 20ου αιώνα, το ξανακοίταγμα της Ρώσικης Επανάστασης, απαλλαγμένο από το βάρος και την επιρροή των κρατικοκαπιταλιστικών καθεστώτων στην Αριστερά και στους λαούς, κρύβει πολύτιμα στοιχεία της απάντησης. Σημαντική πτυχή της αποτελεί και το ζήτημα της τέχνης.

Το θέμα «Τέχνη και Επανάσταση» αφορά στη «συνάντηση» της τέχνης με την Επανάσταση, με αποκορύφωμα την Ρώσικη Επανάσταση και την πολιτιστική έκρηξη της περίφημης «Ρώσικης Πρωτοπορίας». Αφορά ταυτόχρονα στη «συνάντηση» του μαρξισμού, ως  θεωρία της επανάστασης, με την τέχνη. Η πυκνή και έντονη συζήτηση που αναπτύχθηκε τον Οκτώβρη, η στάση των καλλιτεχνών, οι τοποθετήσεις και οι επιλογές των ηγετικών στελεχών και διανοούμενων του κόμματος αποτελούν σημαντική συνεισφορά στην οικοδόμηση της μαρξιστικής θεωρίας και κριτικής για την τέχνη, και όχι μόνο. Αναδεικνύει και προβάλλει πολλές άλλες πτυχές που αφορούν στην πολιτική, στο κόμμα και πάνω απ’ όλα στην αντίληψη για τη νέα εξουσία που εγκαθιδρύει η επανάσταση.

(περισσότερα…)

Γιώργος Σεφέρης

Στις 10 Δεκεμβρίου 1963
του απονέμεται από τη Σουηδική Aκαδημία
το Nόμπελ Λογοτεχνίας

21335-seferis

Πηγή: tvxs.gr, Το Βήμα, Ελευθεροτυπία,
Τα Νέα, Wikipedia.org και youtube.com

O Γιώργος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια με έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα. O πατέρας του, Στυλιανός, ήταν νομικός και μετέπειτα καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, ενώ παράλληλα έγραφε ποιήματα, μετέφραζε αρχαίους τραγικούς και είχε εκδώσει μεταφράσεις έργων του Λόρδου Bύρωνα. Η δε μητέρα του, Δέσπω, διακρινόταν για την ιδιαίτερη ευαισθησία και την καλλιέργειά της.

Έγραφε ήδη στίχους στα 14 του χρόνια. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάζει την οικογένειά του να μετακομίσει στην Αθήνα. Το 1918 μεταβαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει Νομική, κάτι που αποτελούσε όνειρο του πατέρα του που στο μεταξύ είχε μετακομίσει κι αυτός στο Παρίσι αναζητώντας καλύτερη μοίρα. «Eίχα μπει τον Iούλιο σ’ ένα Παρίσι ολότελα άδειο, που γέμισε ασφυκτικά τον Nοέμβρη με τα πανηγύρια της ανακωχής. Tο δωμάτιό μου ήταν ο πιο παγερός τόπος που γνώρισα ποτέ μου. Ένας πλανόδιος βιολιτζής ερχότανε κάθε απόγεμα μ’ έναν απελπιστικά περιπαθή σκοπό. Tις νύχτες μια γριά κλαψούριζε πουλώντας μενεξέδες. Διάβαζα Όμηρο και τα πιο παλαβά πρωτοποριακά περιοδικά. Ήμουν αξιοθαύμαστα χαμένος και ονειροπαρμένος» θα σημειώσει αργότερα ο ποιητής για τα φοιτητικά του χρόνια. Σύντομα, στρέφεται όλο και περισσότερο προς την λογοτεχνία: «Έχω μια μεγάλη διάθεση να γράψω κάθε ώρα· καθετί μου φέρνει ένα θέμα, μια τραγικότητα για να εκφράσω. Δυστυχώς, μόνο τις ιδέες μου βάζω απάνω στο χαρτί και τις κοιμίζω τον ύπνο τον αξύπνητο ίσως. Tο συρτάρι μου κατάντησε νεκροταφείο. Kάθε μέρα θάβω και μερικά κορμάκια μωρών που ξεψύχησαν».

Το 1923 γνωρίζει την Γαλλίδα πιανίστα Ζακλίν, μία από τις γυναίκες της ζωής του. Η Ζακλίν θα απασχολήσει το νου του ποιητή για περισσότερο από μία δεκαετία και το μεγαλύτερο μέρος της ερωτικής ποίησης του Σεφέρη απευθύνεται σε αυτήν. «Eίναι μερικά αισθήματα στη ζωή που ποτέ δεν ξεθωριάζουν…» είπε ο ίδιος για τη Ζακλίν. Το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα, διορίζεται στο διπλωματικό σώμα και σύντομα χάνει τη μητέρα του. Ο ποιητής βυθίζεται στη μελαγχολία και τη μοναξιά: «Aνάγκη να μιλήσω. Kανείς. Ίσως εγώ να φταίω. Mα τι γίνεται εδώ μέσα; Σήμερα το απόγευμα είχα την εντύπωση πως η σκέψη μου είχε αδειάσει και στη θέση της βρισκότανε δυο άγνωστοι που συζητούσαν και αποφάσιζαν για την τύχη μου. Aδύνατο να γράψω. Ώσπου να γυρίσω το φύλλο, έχω αλλάξει, έγινα άλλος». Σύντομα όμως, γράφει μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του. Tον Iούλιο του 1928 δημοσιεύεται η μετάφραση του έργου του Bαλερί «Mια βραδυά με τον Kο Tεστ» με την υπογραφή Γ. Σεφεριάδης. Τον Mάιο του 1931 εκδίδεται η συλλογή «Στροφή» με δεκατρία ποιήματα – μεταξύ των οποίων και το εμπνευσμένο από την Zακλίν «Eρωτικός λόγος».

Την ίδια χρονιά διορίζεται στο ελληνικό Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, ως υποπρόξενος. Μέσα στην αγγλική ομίχλη, με τη «στυφή γεύση του θανάτου», ο Σεφέρης οραματίζεται μια Ελλάδα ολοκάθαρη και απογυμνωμένη, ένα όραμα που θα διαποτίσει τα τοπία του «Μυθιστορήματος» του 1935. Ακολουθούν τα «Γυμνοπαιδία» το 1936, το 1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή σχετικά με τον καθορισμό της δημοτικής, το «Tετράδιο γυμνασμάτων» το 1940, τα «Hμερολόγια Kαταστρώματος A’» το 1940 λογοκριμένα όμως από τη Δικτατορία Μεταξά, τα «Hμερολόγια Kαταστρώματος B’» το 1944 και «Kίχλη» όπου μιλάει για το σπαραγμό στη χώρα, το 1947. Την ίδια χρονιά βραβεύεται με το «Έπαθλο Παλαμά». Λίγες ημέρες μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ο Σεφέρης θα παντρευτεί τη Μαρώ και θα φύγουν μαζί με την ελληνική κυβέρνηση για την Αίγυπτο. Χαριτολογώντας, ο ποιητής έλεγε ότι κουμπάρος τους στάθηκε ο Χίτλερ. Σε όλη του τη διπλωματική καριέρα θα ταξιδεύει και θα αλλάζει συνεχώς τόπο διαμονής: Λονδίνο, Kορυτσά, Aλεξάνδρεια, Nότια Aφρική, Άγκυρα, Λίβανος και πάλι Λονδίνο (1957-1962), για να ολοκληρώσει τη σταδιοδρομία του ως πρέσβης, κατά τα χρόνια της δημιουργίας του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Μέχρι το 1963 η φήμη του Γιώργου Σεφέρη έχει απλωθεί σε όλη την υφήλιο.

Στις 10 Δεκεμβρίου του 1963 του απονέμεται από τη Σουηδική Aκαδημία το Bραβείο Nόμπελ Λογοτεχνίας και γίνεται ο πρώτος Έλληνας που λαμβάνει αυτή την τιμητική διάκριση. Το περιοδικό Figaro Litteraire γράφει ήδη για το ταλέντο του Σεφέρη από το 1956 και τον χαρακτηρίζει άξιο για βραβείο Νόμπελ.

Κατά την παραλαβή του Νόμπελ, ο Σεφέρης λέει: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται… Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά. Κανόνας της είναι η δικαιοσύνη… Πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή λιγόστευε; Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται». Το 1964 γίνεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Το 1966 εκδίδει το «Τρία Κρυφά Ποιήματα», ένα έργο γεμάτο βαθιά νοήματα και άψογο στη μορφή. Είχε επίσης τιμηθεί με το βραβείο «Κωστή Παλαμά», με το αγγλικό βραβείο ποίησης «Φόιλ» και κατείχε την θέση του επίτιμου διδάκτορα στο πανεπιστήμιο Cambridge. Αντιμετωπίζει ήδη κάποια προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούν. Το 1967 επιβάλλεται η δικτατορία των συνταγματαρχών στη χώρα. Το 1969 κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό η δήλωσή του κατά της χούντας και ο Σεφέρης παύεται από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύεται και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου.

Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο «Επί ασπαλάθων».

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971, έκλεισε τα μάτια του για πάντα, μετά από εγχείρηση στον δωδεκαδάκτυλο.
H κηδεία του σπουδαίου ποιητή έμελλε να σταθεί έκφραση ελευθεροφροσύνης του λαού, που είχε συγκεντρωθεί κατά χιλιάδες για να τον συνοδεύσει στην τελευταία του κατοικία.

Ο Οδυσσέας Ελύτης είπε για το Γ. Σεφέρη: Κανείς άλλος δεν στάθηκε τόσο ικανός ν’ ανιχνεύσει, να βρει και να κινήσει τα νήματα της ζωντανής ελληνικής παράδοσης όσο αυτός… Καλλιέργησε το αίσθημα της ευθύνης και κράτησε ψηλά τη σημαία της ελεύθερης συνείδησης, που τόσο την έχουν ανάγκη, σήμερα προπάντων, οι νέοι.

Ο Γ. Ρίτσος με τη σειρά του είπε: Αυτή την ώρα, τα λόγια μου φαίνονται μικρά για το ανάστημα του ποιητή, μικρά για τη λύπη και την περηφάνια που μας γεμίζει το έργο του και το ήθος του. Εδώ και πολλά χρόνια, σε κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, ο ποιητής έσμιξε ποίηση και ελευθερία, αισθητική και ηθική, σε μια γνήσια και φυσική ενότητα, αφήνοντας μιαν υψηλή, παραδειγματική κληρονομιά σ’ ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Ακόμα μια φορά «σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα».

Πηγές: Το Βήμα, Τα Νέα, Ελευθεροτυπία, Wikipedia.org

Δείτε ακόμη:

Γ. Σεφέρης, απονομή του Νόμπελ, 1963

Η δήλωσή του κατά της χούντας

Διαβάστε ακόμη:

Γ. Σεφέρη «Ελένη» – ανάλυση

Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ

Σαν σήμερα, το 1791,
πέθανε ο μεγαλύτερος συνθέτης
όλων των εποχών,

ο «αγαπημένος του Θεού».

Με βιογραφικά στοιχεία από διάφορες πηγές
και αρκετές δικές μας προσθήκες.

Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους (σημαίνει «αγαπημένος του Θεού») Μότσαρτ γεννήθηκε στις 8 το πρωί της 27ης Ιανουαρίου 1756 στο Σάλτσμπουργκ. Ήταν γυιός του συνθέτη Λεοπόλδου Μότσαρτ και της Άννας Μαρίας Περτλ.

Ο Μότσαρτ έζησε μόνο 35 χρόνια, πρόλαβε όμως να συνθέσει περίπου 600 έργα, τα οποία θεωρούνται (και είναι) αριστουργήματα. Σε ηλικία τριών χρονών έπαιζε πιάνο, στα πέντε του συνέθετε και στα έξι έδωσε το πρώτο του κοντσέρτο. Μιλάμε για τον ορισμό της ιδιοφυΐας!

Ο Μότσαρτ είχε το χάρισμα να γράφει «απλές» και ευκολομνημόνευτες μελωδίες, μέσα στην πρωτοτυπία και την αρτιότητά τους. Δεν είναι πομπώδεις, δεν είναι επικές, δεν εγείρουν ασίγαστα πάθη. Είναι απλώς αριστουργηματικές!

Κάθε ορχήστρα που θέλει να λέγεται σημαντική, οφείλει να ερμηνεύει έργα του στις συναυλίες της. Κάθε λυρικός καλλιτέχνης που σέβεται τον εαυτό του, έχει τις όπερες του Μότσαρτ στο ρεπερτόριό του.
Μελωδίες του ακούγονται όχι μόνο στις αίθουσες συναυλιών, αλλά και σε αίθουσες χειρουργείων, εμπορικά κέντρα, ασανσέρ και όπου αλλού μπορεί να φανταστεί κανείς.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κομμάτια έργων του έχουν «δανειστεί», διασκευάσει και χρησιμοποιήσει πάμπολλοι συνθέτες, κλασικοί και μη, μεταξύ των οποίων και ο Μπετόβεν!

Η μουσική του έχει «μαγικές» ιδιότητες:

Οι άριες του, οι οποίες είναι αριστουργηματικές, είναι έτσι γραμμένες που επιδρούν σαν βάλσαμο στις φωνητικές χορδές των τραγουδιστών, σε αντίθεση με τα έργα άλλων μεγάλων συνθετών, πχ του Πουτσίνι, που καταπονούν και «κουράζουν» τη φωνή. Πολλοί μεγάλοι λυρικοί καλλιτέχνες περιλαμβάνουν συστηματικά στο απαιτητικό και εξαντλητικό ετήσιο πρόγραμμά τους συναυλίες ή παραστάσεις με έργα του Μότσαρτ και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Ως «αποθεραπεία» φωνής!

Έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά ότι η ακρόαση της μουσικής του βοηθά στην ψυχική ισορροπία και ηρεμία των παιδιών, αλλά και στην ανάπτυξη της νοημοσύνης τους!

Κτηνοτρόφοι παίζουν Μότσαρτ στις αγελάδες για να αυξήσουν την παραγωγή τους σε γάλα!

Μεταξύ σοβαρού και αστείου λέγεται ότι, αν υπήρχε δυνατότητα ο Μότσαρτ να διεκδικήσει τα δικαιώματα για τη χρήση της μουσικής και του ονόματός του, θα μπορούσε να αγοράσει όλη την Αυστρία. Και όμως, ο συνθέτης της «Μικρής Νυχτερινής Μουσικής», του «Ντον Τζιοβάνι», του «Μαγικού Αυλού» και άλλων αριστουργημάτων πάλευε για «να τα φέρει βόλτα» στη σύντομη ζωή του.

Πέθανε στη μία τα ξημερώματα της 5ης Δεκεμβρίου 1791, γράφοντας το «Ρέκβιεμ», μια παραγγελία του κόμη Στούπαχ, το οποίο παρέμεινε ημιτελές.

Ο μεγάλος συνθέτης κηδεύτηκε φτωχικά, με έξοδα του δήμου, σε μαζικό τάφο στο νεκροταφείο του Αγίου Μαρξ(!).

 

Μην παραλείψετε να διαβάσετε ακόμη το άρθρο Ο Μότσαρτ και ο Διαφωτισμός, μία ανάλυση του καθηγητή Πολιτικής Φιλοσοφίας Γιώργου Μανιάτη που αναφέρεται στην κοινωνικοπολιτική στάση του Μότσαρτ μέσα από το έργο του.

 

Η «Μεγάλη Tορίνο»

Η μαγική ομάδα της Ιταλίας
που χάθηκε σε αεροπορική τραγωδία.

Τα ρεκόρ της ακόμη δεν έχουν ξεπεραστεί.

Πηγή: mixanitouxronou.gr

H Τορίνο υπήρξε, ίσως, η κορυφαία ομάδα του πλανήτη τη δεκαετία του ’40. Τα ρεκόρ της, ακόμη και σήμερα, παραμένουν αξεπέραστα. Αγαπήθηκε με πάθος, αλλά έφυγε άδοξα. Πρόλαβε όμως να αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου.

Η Τορίνο ιδρύθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1906.
Το πρώτο της πρωτάθλημα ήρθε την περίοδο 1927-’28. Το 1936 κέρδισε και το πρώτο της κύπελλο Ιταλίας. Το καλοκαίρι του 1939 πρόεδρος της ομάδας ανέλαβε ο Φερούτσιο Νόβο.
Η εφαρμογή του βρετανικού μοντέλου διοίκησης της ομάδας (τοποθέτηση πρώην ποδοσφαιριστών σε διευθυντικές θέσεις), η αγορά σπουδαίων παικτών και η εφαρμογή του πρωτοποριακού συστήματος 3-2-2-3, έμελλε να συντελέσουν στη δημιουργία μιας ασυναγώνιστης ομάδας.
Την περίοδο 1942-’43 και ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν, η Τορίνο, με ηγέτες τους Βαλεντίνο Ματσόλα και Έτζιο Λόικ τερμάτισε πρώτη στο πρωτάθλημα έχοντας μόλις εννέα γκολ παθητικό και 15 εκτός έδρας νίκες σε 16 παιχνίδια! Το επιστέγασμα της επιτυχημένης χρονιάς ήταν η κατάκτηση του νταμπλ.

Η «Grande Torino» κρατάει ακόμη άπιαστα ρεκόρ!
Αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη βοήθεια σπουδαίων μετεγγραφών (Βαλέριο Μπατσιγκαλούπο, Άλντο Μπάλαριν, Βιργίλιο Μαρόζο, Μάριο Ριγκαμόντι, Εουσέμπιο Καστελιάνο) και υπό την τεχνική καθοδήγηση του Λουίτζι Φερέρο, αναδείχθηκε πρωταθλήτρια Ιταλίας την περίοδο 1945-’46, διατηρώντας το αήττητο στην έδρα της.
Στην τελική φάση της διοργάνωσης μάλιστα, πέτυχε την μεγαλύτερη εκτός έδρας νίκη στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, συντρίβοντας τη Ρόμα με 7-0 (τα έξι τέρματα σημειώθηκαν σε διάστημα 18 λεπτών).
Την επόμενη περίοδο η «Μεγάλη Τορίνο» («Grande Torino» ή «Grande Granata») κατέκτησε το πρωτάθλημα αήττητη στην έδρα της και με μόλις τρεις ήττες εκτός. Όμως, τη σεζόν 1947-’48 έσπασε όλα τα κοντέρ.
Με προπονητή τον Μάριο Σπερόνε η ομάδα κατέκτησε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά το πρωτάθλημα – με το συνηθισμένο αήττητο εντός έδρας (19 νίκες και μια ισοπαλία σε 20 αγώνες).
Συγκέντρωσε 65 βαθμούς, ρεκόρ βαθμών για το ιταλικό πρωτάθλημα πριν την εισαγωγή του συστήματος των τριών βαθμών για τη νίκη.
Επίσης, σημείωσε τον αριθμό ρεκόρ των 125 τερμάτων σε μια σεζόν, ενώ δέχθηκε μόλις 33.
Το εντυπωσιακό σκορ 10-0 με το οποίο επιβλήθηκε επί της Αλεσάντρια είναι η μεγαλύτερη νίκη που σημειώθηκε ποτέ στο ιταλικό πρωτάθλημα.

Την περίοδο εκείνη η Τορίνο μπορούσε να νικήσει ακόμη και τον κακό εαυτό της. Σε εκτός έδρας αγώνα εναντίον της Φιορεντίνα οι παίκτες των «ταύρων» αρνούνταν να βγουν στο γήπεδο μαζί με τον αρχηγό τους Βαλεντίνο Ματσόλα, τον οποίο αντιπαθούσαν λόγω του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα του.
Τελικά, οι «γκρανάτα» παρατάχθηκαν στον αγωνιστικό χώρο, αποφασισμένοι όμως να μη δώσουν ούτε μια πάσα στον αρχηγό τους. Η απάντηση του τελευταίου ήταν αποστομωτική. Γύρισε στην άμυνα του, πήρε τη μπάλα μόνος του, πέρασε όποιον βρήκε μπροστά του και σκόραρε στην αντίπαλη εστία. Το σφύριγμα της λήξης τον βρήκε αποθεωμένο στα χέρια των συμπαικτών του.
Είναι σίγουρο πως αν εκείνη την περίοδο είχε ξεκινήσει η διεξαγωγή του κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, η Τορίνο θα ήταν το ακλόνητο φαβορί για την κατάκτησή του.
Οι ποδοσφαιριστές της Τορίνο μονοπωλούσαν τις θέσεις και στην εθνική ομάδα της Ιταλίας. Στις 11 Μαΐου 1947, στον φιλικό αγώνα μεταξύ Ιταλίας και Ουγγαρίας (3-2), οι «ατζούρι» ξεκίνησαν με τον Σεντιμέντι της Γιουβέντους κάτω από τα δοκάρια και… δέκα παίκτες της Τορίνο. Για την ιστορία, ο βασικός τερματοφύλακας της Τορίνο Βαλέριο Μπατσιγκαλούπο βρισκόταν στον πάγκο ως αναπληρωματικός.
Την περίοδο 1948-’49 η μονότονη, αλλά και μαγευτική όσον αφορά στον τρόπο παιχνιδιού, κυριαρχία της Τορίνο συνεχιζόταν υπό την καθοδήγηση του Άγγλου προπονητή Λέσλι Λίβεσλεϊ. Τέσσερις αγωνιστικές όμως, πριν το τέλος του πρωταθλήματος επρόκειτο να συμβεί το μοιραίο.

Το μοιραίο ταξίδι
Την άνοιξη του 1949 ο Πορτογάλος ποδοσφαιριστής Ζοζέ Φερέιρα, που είχε αγωνιστεί παλαιότερα με τα χρώματα της Τζένοα και ήταν προσωπικός φίλος του Ματσόλα, αποφάσισε να κλείσει την καριέρα του με ένα αποχαιρετιστήριο παιχνίδι στη Λισσαβόνα μεταξύ της Μπενφίκα και της Τορίνο.
Παρακάλεσε, λοιπόν, τον Ματσόλα να εξασφαλίσει τη συμμετοχή της «Γκρανάτα». Ο τελευταίος έπεισε τη διοίκηση της ομάδας και αυτή με τη σειρά της ζήτησε και πέτυχε από την Ιταλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τη μετάθεση του αγώνα με την Ίντερ για τις 30 Απριλίου, τρεις μόλις ημέρες πριν από το διεθνές φιλικό.
Παρά το γεγονός ότι πολλοί παίκτες της Τορίνο τραυματίστηκαν σε εκείνο τον αγώνα αποφάσισαν να ταξιδέψουν στην Πορτογαλία. Στις 3 Μαΐου, βρέθηκαν στη Λισσαβόνα για το παιχνίδι με την Μπενφίκα το οποίο τελείωσε με σκορ 4-3 υπέρ των Πορτογάλων.
Την επομένη άρχισε το ταξίδι της επιστροφής στην Ιταλία με ενδιάμεση στάση στη Βαρκελώνη. Στην Πορτογαλία παρέμειναν ο πρόεδρος Φερούτσιο Νόβο και ο τραυματίας παίκτης Σάουρο Τομά.
Πάνω από το Τορίνο το αεροπλάνο της αποστολής, ένα Fiat G.212CP της Avio Linee Italiane, συνάντησε κακές καιρικές συνθήκες. Πετώντας εν μέσω καταιγίδας αναγκάστηκε να κατέβει σε χαμηλό ύψος λόγω περιορισμένης ορατότητας.
Τότε, στις 17.05, προσέκρουσε στους τοίχους της βασιλικής του λόφου της Σουπέργκα (χώρος ενταφιασμού των βασιλέων της Σαρδηνίας). Από τη σύγκρουση σκοτώθηκαν όλοι οι επιβαίνοντες: 18 μέλη της ομάδας, δύο τεχνικοί, τρία μέλη της διοίκησης, ένας μεταφραστής, τρεις δημοσιογράφοι και τα τέσσερα μέλη του πληρώματος. Οι αρχές απέδωσαν το δυστύχημα στο συνδυασμό της περιορισμένης ορατότητας, το προβληματικό σήμα επικοινωνίας με το αεροδρόμιο του Τορίνο και σε λανθασμένο χειρισμό του πιλότου.

Η «Μεγάλη Τορίνο» χάθηκε μέσα σε μια στιγμή. Το σοκ για την φίλαθλη Ιταλία ήταν μεγάλο. Δύο ημέρες αργότερα, κατά τη διάρκεια της κηδείας των παικτών, περισσότερα από 800.000 άτομα πέρασαν μπροστά από τα φέρετρα των άτυχων άσσων.
Το πρωτάθλημα δεν είχε ακόμη τελειώσει. Μια ομάδα από παίκτες ηλικίας 16-18 ετών συγκροτήθηκε για να δώσει το παρών στους υπόλοιπους αγώνες και ονομάστηκε «Συμβολική Τορίνο».
Σε ένδειξη σεβασμού οι Τζένοα, Παλέρμο, Σαμπντόρια και Φιορεντίνα, οι οποίες ήταν οι ομάδες που έπαιξαν κόντρα στη νέα αυτή ομάδα, παρέταξαν ομάδες με νεαρούς παίκτες. Η «Συμβολική Τορίνο» κέρδισε και τα τέσσερα αυτά παιχνίδια.

Ωστόσο, η ομάδα σύμβολο, η «Μεγάλη Τορίνο» δεν υπήρχε πια. Εξακολουθεί να ρίχνει βαριά τη σκιά της σε όλες τις επόμενες ομάδες της Τορίνο, οι οποίες δεν κατάφεραν στο ελάχιστο να προσεγγίσουν την ποιότητά της.