Κατηγορία: Πολιτισμός – Επιστήμη – Αθλητισμός

Σαν σήμερα, το 1936, εκτελέστηκε ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

«Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης»

Federico_Garcia_Lorca
Γεννήθηκε το 1898 στην Ανδαλουσία. Γιoς αγρότη και δασκάλας πιάνου, ποιητής, συγγραφέας και μουσικός. Εγκατέλειψε τις σπουδές του στη νομική για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική.

Το 1919, εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Κατοικία του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που τότε λειτουργούσε ως ανοιχτό πανεπιστήμιο, πολιτιστικό κέντρο, της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί συνάντησε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι και τον Χιμένεθ. Την ίδια περίοδο συνέθεσε τα πρώτα του ποιήματα που κυκλοφόρησαν το 1921, με τίτλο Βιβλίο Ποιημάτων. Λίγο νωρίτερα, το 1918, είχε δημοσιεύσει το έργο Εντυπώσεις & Τοπία περιδιαβαίνοντας την Καστίλη.

Το 1922, συνεργάστηκε με τον συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια στο Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής, στη Γρανάδα. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής, πίστευε πως βρίσκει τη βάση των ποιητικών και πνευματικών του ενορμήσεων. Δημιούργημα του, εκείνη την εποχή, ήταν το Ποίημα Του Κάντε Χόντο, λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας, που τραγουδιέται από τσιγγάνους με συνοδεία κιθάρας και λίγο αργότερα, το 1924, ξεκίνησε να γράφει το Ρομανθέρο Χιτάνο, έργο που ολοκλήρωσε τελικά το 1927, σύνθεση 18 ποιημάτων με σταθερή στιχουργική μορφή, έκφραση μιας από τις αρχαιότερες μορφές ισπανικής ποίησης. Την ίδια περίοδο συνέθεσε και την Ωδή Στον Σαλβαντόρ Νταλί ενώ παράλληλα έγραψε το θεατρικό έργο Μαριάνα Πινέδα, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βαρκελώνη, την ίδια χρονιά, σε σκηνογραφία Νταλί, σημειώνοντας επιτυχία.

Τα έτη 1929-1930, αναζήτησε νέες πηγές έμπνευσης και ταξίδεψε στις ΗΠΑ και στην Κούβα. Οι εμπειρίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιήθηκαν στο ποίημα Ένας Ποιητής Στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ισπανία το 1931 και συνέθεσε το Ντιβάνι Της Ταμαρίτ, ενώ παράλληλα δούλεψε και πάνω σε έργα για το κουκλοθέατρο. Εκεί έδειξε ξεκάθαρα πως επέλεγε ως κύρια ενασχόλησή του, τη συγγραφή θεατρικών και τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε τις κορυφαίες του δημιουργίες: Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα, Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Θρήνος Για Τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο.

Με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, οργάνωσε μία θεατρική ομάδα υπό την ονομασία La Barroca, η οποία με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε παραστάσεις κλασσικών έργων σε χώρους εργατών κι αγροτικές περιοχές. Το 1936 υποδέχθηκε τον Αλμπέρτι, καθώς επέστρεψε από τη Μόσχα. Συνέταξε μια διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού κι ξεκίνησε να γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης, ωστόσο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.

Τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου του 1936, ήρθε το τέλος για τον κορυφαίο ποιητή, ζωγράφο, δραματουργό και θεατρικό σκηνοθέτη, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτελέστηκε στο Βίθναρ της Ισπανίας από παραστρατιωτικούς οπαδούς του Φράνκο που έθαψαν τη σορό του, μαζί με άλλα τρία άτομα που εκτέλεσαν εκείνη την αυγή, σε ομαδικό τάφο.

Νίκος Καββαδίας – Federico Garcia Lorca

O Λόρκα απαγγέλλει το ποίημα του «Το τραγούδι του καβαλάρη»- Κόρδοβα

Advertisements

Kikujiro Fukushima: «Ήθελα πάντα να φτάνω όσο πιο βαθιά μπορούσα»

Ο φωτογράφος που υποσχέθηκε
σε έναν ψαρά να εκδικηθεί
τον όλεθρο της Χιροσίμα
(6 Αυγούστου 1945)

χιροσιμα6-1050x700

Πηγή: toperiodiko.gr
Μετάφραση*: Δημήτρης Χατζημαρινάκης, φωτογράφος – Εικαστικά + Άλλα, Πορτρέτα – 05/08/2016

Ίσως να μην καταλαβαίναμε τίποτε από το τι σήμαινε η ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα αν δεν την βλέπαμε αποτυπωμένη σε φωτογραφίες. Ο Kikujiro Fukushima ήταν ένας φωτογράφος που θέλησε να αποτυπώσει την σκληρότητα της επίθεσης πάνω στο ανθρώπινο σώμα και να καταδείξει έτσι την επίθεση των Αμερικανών και την ανυπαρξία στήριξης των θυμάτων από την ιαπωνική κυβέρνηση. Συνέχισε μέχρι το τέλος της 95χρονης ζωής του, το 2015, να φωτογραφίζει την αδικία και τα κινήματα αμφισβήτησης αρνούμενος οποιαδήποτε έστω και τυπική στήριξη από το ιαπωνικό κράτος που τον καταδίωξε. Το παρακάτω άρθρο γράφτηκε από τον δημοσιεύτηκε στους New York Times στις 2 Ιανουαρίου 2014. Την μετάφραση έκανε ο Δημήτρης Χατζημαρινάκης, φωτογράφος.

Η ζωή του Kikujiro Fukushima απογειώθηκε, όταν υποσχέθηκε στον 43χρονο, τότε, Sugimatsu Nakamura — έναν ψαρά που ήταν σοβαρά άρρωστος από τις επιπτώσεις της ατομικής βόμβας — να εκδικηθεί το βομβαρδισμό της Χιροσίμα.

Ο Kikujiro Fukushima ήταν ωρολογοποιός, εθελοντής κοινωνικός λειτουργός και φωτογράφος. Οι δυο άνδρες συναντήθηκαν το 1952. Τα δύο πρώτα χρόνια ο Fukushima ενώ ήθελε να φωτογραφίσει τον Nakamura, ήταν επιφυλακτικός, ώσπου μια μέρα ο Nakamura, γονατιστός και με δάκρυα στα μάτια άρχισε να τον παρακαλεί για να πάρει εκδίκηση για την ατομική βόμβα. «Ναι, αλλά πως;» τον ρώτησε ο Fukushima. «Πάρτε φωτογραφίες τον πόνο μου και δώστε την ευκαιρία στον κόσμο να γνωρίσει πόσο φοβερό ήταν αυτό που έκαναν.».

Ο Nakamura ήταν θυμωμένος όχι μόνο για τη βομβιστική επίθεση των Αμερικανών, αλλά και για την αναλγησία της ιαπωνικής κυβέρνησης, η οποία αρνήθηκε να παράσχει την κατάλληλη φροντίδα στα θύματά της. Ο Fukushima αυτόν τον θυμό τον καταλάβαινε πολύ καλά. Είχε υπηρετήσει στον ιαπωνικό στρατό, που στάθμευε στη Χιροσίμα μέχρι και μία εβδομάδα πριν από τους βομβαρδισμούς, όταν μετατέθηκε για να προετοιμαστεί για μια αποστολή αυτοκτονίας. Οι περισσότεροι από τους συντρόφους του, που έμειναν πίσω, σκοτώθηκαν.

χιροσιμα1

Ο Nakamura πέθανε το 1967, αλλά ο όρκος του Fukushima στον άρρωστο ψαρά καθοδηγεί την μετέπειτα σταδιοδρομία του, όπου πλέον φωτογραφίζει άτομα που αγωνίζονται κατά της κοινωνικής αδικίας. Αποθανατίζει τις κοινωνικές αναταραχές της δεκαετίας του 1960 και του 1970, φωτογραφίζοντας φοιτητές και φεμινιστικά κινήματα, αντιπολεμικές διαδηλώσεις και τη βιομηχανική ρύπανση. Μάλιστα καταφέρνει να διεισδύσει στις Δυνάμεις Αυτοάμυνας της Ιαπωνίας, υποσχόμενος στον επικεφαλής των δημοσίων υποθέσεων, ότι ευχαρίστως θα δώσει δωρεάν εικόνες, αν του δοθεί πρόσβαση.

Ο ίδιος έλεγε: «Αν η κυβέρνηση και οι εταιρείες εν γνώσει τους εξαπατούν το λαό με το να παραβλέπουν ή να καταργούν τους νόμους, τότε και οι φωτογράφοι μπορούν να τους παραβαίνουν, προκειμένου να αποκαλύψουν την αλήθεια που κρύβεται.».

χιροσιμα5

Για τρία χρόνια, φωτογραφίζει το Πολεμικό Ναυτικό, το Στρατό και τη Στρατιωτική Ακαδημία, δίνοντάς τους φωτογραφίες που χρησιμοποιούσαν για δημόσιες σχέσεις. Όλο αυτό το διάστημα βέβαια, φωτογράφιζε στρατιωτικά μυστικά, και κάποια στιγμή χωρίς άδεια, δημοσιεύει στο περιοδικό «Exposé», το «Αποχαιρετισμός στα όπλα». Λίγο μετά τη δημοσίευση, ξυλοκοπείται βάναυσα από έναν άγνωστο που τον περιμένει κρυμμένος έξω από το σπίτι του στο Τόκιο. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ένας άλλος άγνωστος του χαράζει με αιχμηρό αντικείμενο το πρόσωπο. Ένας εμπρηστής καίει το σπίτι του, ενώ εκείνος απουσιάζει, αλλά ευτυχώς η κόρη του Noriko μεταφέρει έγκαιρα τα αρνητικά του σε ασφαλές μέρος.

Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που η φωτογραφία του Fukushima γινόταν γι’ αυτόν μια προσωπική υπόθεση. Η δεκαετία που περνάει από τη φωτογράφηση του Nakamura τον συγκλονίζει τόσο που τον οδηγεί σε ένα άσυλο για τρεις μήνες με νευρικό κλονισμό. Το 1960, χωρίζει τη σύζυγό του και μετακομίζει στο Τόκιο για να γίνει επαγγελματίας φωτορεπόρτερ.

χιροσιμα3

Εργάζεται ως επί το πλείστον πάνω σε δικά του προσωπικά, φωτογραφικά σχέδια, και ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του καλό φωτογράφο. «Ο καλός επαγγελματίας φωτογράφος πάει στα δημοφιλή γεγονότα, βγάζει όμορφες φωτογραφίες και δημοσιεύει ωραία spreads στα περιοδικά για να εξελιχτεί και να προχωρήσει. Εγώ ήμουν πολύ αργός και ντροπαλός, αλλά όταν αφιερωνόμουν σε κάτι, κανείς δεν μπορούσε να με αποσπάσει απ’ αυτό, ήθελα πάντα να φτάνω όσο πιο βαθιά μπορούσα, αυτός είναι κι ο λόγος που έχω καταλήξει σήμερα μ’ αυτές τις φωτογραφίες που κανείς άλλος δεν έχει.».

Όταν η ιαπωνική οικονομία άκμασε το 1980 και οι άνθρωποι θέλησαν να ξεχάσουν τις δύσκολες στιγμές του πολέμου και των μεταπολεμικών χρόνων, οι πολιτικά φορτισμένες φωτογραφίες του Fukushima δεν ήταν πια στη μόδα. Έτσι άρχισε να σχεδιάζει κοσμήματα για να πληρώνει τους λογαριασμούς του. Αυτό ήταν κάτι που το είχε ξανακάνει. Αμέσως μετά τον πόλεμο — παντρεμένος τότε, με τρία παιδιά — για να συντηρεί την οικογένειά του εργαζόταν ως ωρολογοποιός. Αυτός ήταν και ο λόγος που κατέληξε στη Χιροσίμα, την οποία επισκέπτονταν αρκετές φορές το μήνα για να αγοράζει ανταλλακτικά.

Το 1946, με αφορμή άρθρο κάποιας εφημερίδας για το πώς το χορτάρι είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στο σημείο όπου η βόμβα είχε πέσει, πηγαίνει και φωτογραφίζει τα πρώτα ερείπια της πόλης, ενώ παράλληλα εργάζεται ως εθελοντής κοινωνικός λειτουργός. Φωτογραφίζει τα ορφανά, τις χήρες και τους ηλικιωμένους οι οποίοι έμειναν μόνοι μετά τη βομβιστική επίθεση, δίνοντας τις φωτογραφίες του στις τοπικές αρχές, ώστε να μπορούν να συγκεντρώνουν χρήματα και να τους βοηθούν.

χιροσιμα2

Δεκαετίες αργότερα, το 1982, ως ένας υπό δυσμένεια φωτορεπόρτερ, εγκαταλείπει τη φωτογραφία και το Τόκιο. Απογοητευμένος από τον περίσσιο υλισμό της πρωτεύουσας, μετακομίζει στο Katashima, ένα έρημο νησί στη Γιαμαγκούτσι.

«Δεν είχα χρήματα, γι’ αυτό και αποφάσισα να πάω σ’ ένα μέρος που δεν θα τα χρειαζόμουν. Έζησα εκεί για τρία χρόνια και στη συνέχεια μεταφέρθηκα σε ένα κοντινό νησί, όπου έζησα άλλα δεκαπέντε.».

Το 1987, η προσωπική του μοίρα και πάλι διασταυρώνεται με εκείνη του έθνους, όταν μαθαίνει πως έχει καρκίνο του στομάχου και, ενώ αυτός αναρρώνει, η επιδείνωση της υγείας του αυτοκράτορα Χιροχίτο κυριαρχεί σαν είδηση στα ΜΜΕ.

Ο Fukushima ως παραπλανημένος νέος από την πλύση εγκεφάλου, είχε υποστηρίξει την αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο ίδιος και οι συμμαθητές του είχαν οδηγηθεί να πιστεύουν ότι σκοτώνοντας πολλούς εχθρούς και παθαίνοντας για τον αυτοκράτορα ήταν η υψηλότερη τιμή. Τώρα, πιστεύει πως πολλοί από τους συμμαθητές του αναγκάστηκαν να πεθάνουν για τον αυτοκράτορα, ο οποίος δεν λογοδότησε ποτέ για τις φρικαλεότητες του πολέμου. Έτσι αποφάσισε να κάνει μια αναδρομική έκθεση με τίτλο «Ευθύνη του Αυτοκράτορα», που ήταν ιδιαίτερα επικριτική για το ρόλο του Χιροχίτο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η έκθεση ήταν επιτυχής, αλλά ο ίδιος έλαβε απειλές κατά της ζωής του. Έτσι, ως πράξη αμφισβήτησης και περιφρόνησης όλων αυτών, έκανε το φέρετρό του από φθηνό κόντρα πλακέ, και το έβαλε έξω απ’ το σπίτι του.

Τώρα στα 92 χρόνια, ο Fukushima ζει μόνος σε ένα διαμέρισμα στο Yanai με το σκύλο του Roku. Κάνει μόνος τα ψώνια του και μαγειρεύει τρία γεύματα την ημέρα. Αρνείται να λάβει εθνική σύνταξη, λέγοντας ότι δεν μπορεί να δεχτεί χρήματα από τον εχθρό του που τόσα χρόνια έχει αγωνιστεί εναντίων του. Επίσης δεν δέχεται χρήματα από τα παιδιά του. Έτσι βγάζει τα προς το ζην γράφοντας για περιοδικά.

Kikujiro-Fukushima

Νιώθοντας ότι η επίσημη ιστορία της μεταπολεμικής Ιαπωνίας έχει περάσει πλέον από την κολυμπήθρα του Σιλωάμ, κατέθεσε τη δική του εκδοχή. Ο τρίτος τόμος της αυτοβιογραφίας του, «Η μεταπολεμική Ιαπωνία που κανείς δεν φωτογράφησε», δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές του 2013.

Συνεχίζει να φωτογραφίζει τους κατοίκους της Iwaishima, σ’ ένα μικρό ψαροχώρι στη Γιαμαγκούτσι, οι οποίοι διαμαρτύρονται για το προτεινόμενο πυρηνικό εργοστάσιο εδώ και τρεις δεκαετίες. Ταξίδεψε στη Φουκουσίμα τον Σεπτέμβριο του 2011 για να φωτογραφίσει την πυρηνική κρίση, έξι μήνες μετά το σεισμό και το τσουνάμι που προκάλεσαν βιβλική καταστροφή.

fukusima

Έχοντας βαθιά επίγνωση του γεγονότος, ότι δηλαδή αυτός είναι ίσως ο μόνος δημοσιογράφος που έχει γνωρίσει τόσο την επαύριον της Χιροσίμα όσο και της Φουκουσίμα, γράφει ένα βιβλίο με τίτλο «Από τη Χιροσίμα στη Φουκουσίμα».

«Και οι δύο ήταν πυρηνικές κρίσεις, αν και διαφορετικές», θα πει. «Η κρίση της Χιροσίμα προκλήθηκε από τη βόμβα που έριξε ο εχθρός κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η κρίση της Φουκουσίμα, αν και αρχικά προκλήθηκε από το σεισμό και το τσουνάμι, δεν ήταν πραγματικά φυσική καταστροφή. Προκλήθηκε από την πυρηνική βιομηχανία της Ιαπωνίας της οποίας τα συμφέροντα βρίσκονται περισσότερο στο οικονομικό κέρδος και όχι στην ασφάλεια του Ιαπωνικού λαού. Στη Χιροσίμα, έχω φωτογραφήσει ανθρώπους που πέθαιναν. Στη Φουκουσίμα, φαινόταν όλα φυσιολογικό, αλλά κανείς δεν ξέρει σε βάθος χρόνου τι θα προκύψει.».

Ρωτήθηκε ποιο θα ήταν το επόμενο θέμα που θα ήθελε να φωτογραφήσει και εκείνος απάντησε: «Ζητάτε από έναν παππού 92 χρόνων να συνεχίσει να αγωνίζεται; Αυτό είναι αδύνατον, πώς μπορώ να φωτογραφίσω με ένα τόσο αδύναμο σώμα;» Και ξαφνικά: «Με την ευκαιρία να σας ρωτήσω, μήπως τυχαίνει να γνωρίζεται μια καλή μικροσκοπική κάμερα point and shoot;»…

Kikujiro-Fukushima2

* Πηγή: http://lens.blogs.nytimes.com

Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ

29 Ιουνίου 1900 – 31 Ιουλίου 1944

Mε αφορμή την επέτειο τού θανάτου τού Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ (το αεροπλάνο του καταρρίφθηκε από γερμανικό καταδιωκτικό, στη διάρκεια αναγνωριστικής πτήσης πάνω από τη Μεσόγειο, στις 31 Ιουλίου 1944), ένα απόσπασμα από τον Μικρό Πρίγκιπα.

Η αλεπού κοίταξε το μικρό πρίγκιπα, για πολλή ώρα.

-Σε παρακαλώ, εξημέρωσέ με! είπε.

-Το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο.
Έχω να ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.

-Γνωρίζουμε μονάχα τα πράγματα που εξημερώνουμε, είπε η αλεπού.
Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίζουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα απ’ τους εμπόρους.
Επειδή όμως δεν υπάρχουν έμποροι που να πουλάν φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους.
Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσέ με.

-Τι πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

-Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού.
Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι.
Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δεν θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων.
Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά.

Την επόμενη μέρα ο μικρός πρίγκιπας ξαναήρθε.

-Θα ήταν καλύτερα αν ερχόσουν την ίδια πάντα ώρα, είπε η αλεπού.
Αν έρχεσαι, για παράδειγμα, στις τέσσερις τ’ απόγευμα από τις τρεις θ’ αρχίζω να είμαι ευτυχισμένη.
Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο ευτυχισμένη θα νιώθω.
Στις τέσσερις πια θα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα και θ’ ανησυχώ. Θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας.
Αν έρχεσαι όμως όποτε λάχει, δεν θα ξέρω ποτέ τι ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα γιορτινά της.
Χρειάζεται κάποια τελετή.

-Τι πάει να πει τελετή; είπε ο μικρός πρίγκιπας.

-Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό, είπε η αλεπού.
Είναι αυτό που κάνει μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, μια ώρα με τις άλλες ώρες.
Υπάρχει, για παράδειγμα, μια τελετή στους κυνηγούς. Χορεύουν την Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού.
Η Πέμπτη λοιπόν είναι υπέροχη μέρα. Πάω και κάνω βόλτα ίσαμε τ’ αμπέλι.
Αν οι κυνηγοί χόρευαν οποτεδήποτε, οι μέρες θα έμοιαζαν όλες ίδιες, κι εγώ δεν θα είχα ποτέ διακοπές.

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού.

Κι όταν πλησίασε η ώρα του αποχωρισμού:

-Αχ, είπε η αλεπού, θα κλάψω.

-Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ θέλησες να σε εξημερώσω.

-Σωστά, είπε η αλεπού.

-Όμως θα κλάψεις, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

-Σωστά, είπε η αλεπού.

-Τι κέρδισες λοιπόν;

-Κέρδισα, είπε η αλεπού, το χρώμα του σταριού.

Έπειτα πρόσθεσε:

-Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Θα ξανάρθεις να με αποχαιρετήσεις και θα σου χαρίσω ένα μυστικό.

Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.

-Δεν μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, δεν είστε τίποτα ακόμα, τους είπε.
Κανείς δεν σας έχει εξημερώσει και δεν έχετε εξημερώσει κανέναν.
Είστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού ίδια μ’ άλλες εκατό χιλιάδες.
Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.

Και τα τριαντάφυλλα στέκονταν θιγμένα.

-Είστε όμορφα, όμως είστε άδεια, τους είπε ακόμα. Δεν πεθαίνει κανείς για σας.
Βέβαια, το δικό μου τριαντάφυλλο ένας απλός περαστικός θα έλεγε πως σας μοιάζει.
Όμως εκείνο μόνο του έχει περισσότερη σημασία απ’ όλα εσάς, αφού εκείνο είναι που πότισα.
Αφού εκείνο έβαλα κάτω απ’ τη γυάλα. Αφού εκείνο προστάτεψα με το παραβάν.
Αφού σ’ εκείνο σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δυο-τρεις για να γίνουν πεταλούδες).
Αφού εκείνο άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή κάποιες φορές ακόμα να σωπαίνει.
Αφού είναι το τριαντάφυλλό μου.

Και ξαναγύρισε στην αλεπού:

-Αντίο, είπε.

-Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου.
Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν.

-Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.

-Είναι ο χρόνος που ξόδεψες για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει τόσο σημαντικό.

-Είναι ο χρόνος που ξόδεψα για το τριαντάφυλλό μου, είπε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.

-Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού. Μα εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις.
Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος για ό,τι έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου.

-Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου, ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.

 

Η Τζόαν Μπαέζ αποχαιρέτησε την 59χρονη καριέρα της με την τελευταία της συναυλία στη Μαδρίτη

Πηγή: AΠΕ-ΜΠΕ, EFE, El Pais, El Publico
Αναδημοσίευση από left.gr

«Αυτή είναι η τελευταία συναυλία της τελευταίας μου περιοδείας», ανακοίνωσε χθες βράδυ η «σημαιοφόρος» του τραγουδιού διαμαρτυρίας των χρόνων του ’60, Τζόαν Μπαέζ, μπροστά στους 1.750 τυχερούς θεατές που παρακολούθησαν την κύκνεια συναυλία της στο Τεάτρο Ρεάλ της Μαδρίτης.

Η ανακοίνωση αυτή δεν είχε το παραμικρό ίχνος δράματος και έγινε με απόλυτη φυσικότητα, λίγο προτού βγάλει τα σανδάλια της και περπατήσει με γυμνά πόδια στο πάλκο, την τελευταία σκηνή από τις πάνω από 5.000 που έχει πατήσει στην 59χρονη σταδιοδρομία της. Όπως παρατηρούν οι γνώστες, το να αποδεχθείς την αυλαία δεν είναι το πιο γλυκό ποτήρι που κάποιος μπορεί να γευθεί, όμως η εσωτερικότητα και η πραγματική γνώση του εαυτού μας βοηθά να εγκολπωθούμε με πιο ελαφριά διάθεση το τέλος των κύκλων της ζωής.

Άλλωστε και το Τεάτρο Ρεάλ δεν είναι και ένα άσχημο μέρος για να πει κάποιος αντίο, με την λεπτεπίλεπτη και κομψή διακόσμησή του, το μικρό μέγεθός του και την άψογη ακουστική του. Η ίδια η μορφή της Μπαέζ ταίριαζε στον χώρο: λεπτή και στυλάτη, λαμπερή παρά τα 78 καλοκαίρια της, με φωνή κρυστάλλινη και αταλάντευτη στον στίβο των κοινωνικών και πολιτικών διεκδικήσεων και στρατευμένη στους δίκαιους σκοπούς όπως πάντα. Η απόφαση της Μπαέζ δεν οφείλεται σε κάποιους εξωτερικούς λόγους, ούτε κανείς μπορεί να της προσάψει ότι πλέον πρέπει να φύγει γιατί είναι παρωχημένη. Απλώς φεύγει, και η απόφαση όπως υπαινίχθηκε και το εναρκτήριο τραγούδι (δημιουργία του μεγάλου φίλου και παλαιού συντρόφου της Μπομπ Ντύλαν) «Don’t think twice, it’s allright (Μην το σκεφθείς δύο φορές, είναι εντάξει), είναι αμετάκλητη. Από το ρεπερτόριο του Ντύλαν, του οποίου ήταν η μούσα στο ξεκίνημα της καριέρας του, λίγο αργότερα θα ακολουθήσουν άλλα δύο τραγούδια, το It Ain’t Me Babe, και το συναρπαστικό Forever Young. Σε αυτόν τον κατάλογο θα μπορούσε να προστεθεί και το σχεδόν παντοτινά παρόν στις συναυλίες της Diamonds & Rust, σαν επιτομή στον κατάλογο από τις κυμαινόμενες σχέσεις μεταξύ της Μπαέζ και του μεγάλου βάρδου, αλλά και μία καλή ευκαιρία να συγκρίνει κανείς τη δική της ερμηνεία με τη φωνή της Γκρέις Στάμπεργκ, μίας από τις πάμπολλες τραγουδίστριες που παίρνουν τη σκυτάλη της μεγάλης ερμηνεύτριας.

Στα τελευταία 87 λεπτά της επί σκηνής, η Νεοϋορκέζα τραγουδίστρια θέλησε να αποτίσει φόρο τιμής σε ορισμένους από τους άνδρες που καθόρισαν όχι τη μουσική κληρονομιά της, αλλά και την οπτική της στα πράγματα του κόσμου. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο Λέοναρντ Κόεν (Suzanne), ο Ντόνοβαν (Catch the Wind), ο Κρις Κριστόφερσον (Me and Bobby McGee) , ο Τζον Λένον (Imagine), ή ο Πολ Σάιμον (The Boxer), αλλά και λιγότερο γνωστοί όπως ο Ερλ Ρόμπινσον, του οποίου το Joe Hill έγινε επιτυχία στο στόμα των μαχητών της ταξιαρχίας εθελοντών «Αβραάμ Λίνκολν» στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου.

Αυτό το τραγούδι, όπως αποκάλυψε η ίδια, είναι το αγαπημένο της: «το τραγούδησα στο Γούντστοκ. Το τραγούδησα σε όλα τα μέρη του κόσμου, με αριστερές κυβερνήσεις, ή με δεξιές, και το τραγουδάω και στο μπάνιο μου», τόνισε. Ένα δείγμα πως όλα τα κομμάτια που επιλέγει η Μπαέζ να ερμηνεύσει αναπέμπουν ένα στέρεο μήνυμα -όπως το Deportees του Γούντι Γκάθρι, που κάποιος θα μπορούσε κάλλιστα να συσχετίσει με την πολιτική των απελάσεων του Ντόναλντ Τραμπ, ή άλλων. «Δεν είναι καιρός για να οικοδομούμε τείχη, αλλά για να ταΐσουμε τον πεινώντα, και να ντύσουμε τον γυμνό», πρόσθεσε εμφατικά.

Μεγαλόψυχα, η Μπαέζ τραγούδησε σε άψογα γαλικιανά το Adios Rios, Adios Fontes του Αμάνθιο Πράδα, σε στίχους της μεγάλης γαλιέγας ποιήτριας Ροσαλία ντε Κάστρο. Συγκινητική επίσης ήταν η στιγμή της ερμηνείας του The Boxer, που κατέληξε σε μία προσωπική παρακαταθήκη: «εγώ φεύγω, όμως ο αγώνας παραμένει», χωρίς όμως ψευτοσυναισθηματισμούς. Σε αυτήν την αξιοπρεπή της στάση θα πρέπει να συνυπολογισθεί πως ούτε μία στιγμή δεν θέλησε να κάνει αναφορά στο γεγονός ότι ο γιος της Γκάμπριελ Χάρις, που έπαιζε κρουστά, περιλαμβανόταν στο τρίο που τη συνόδευε επί σκηνής. Άλλη στιγμή που ξεσήκωσε, το κλασσικό κομμάτι, που η ίδια θεοποίησε από σκηνής: Gracias a la Vida, της Βιολέτα Πάρα, σαν ακροτελεύτιο κομμάτι πριν από τα «ανκόρ».

Ακολούθησαν το No nos moveran, το Donna, donna, το Dink’s Song, προτού αποχαιρετίσει τους θεατές στα ισπανικά, με ένα ηχηρό Adios, mis amigos, adios (Αντίο φίλοι μου, αντίο). Από τη στιγμή εκείνη, στους μεγάλους αποφασιστικούς αγώνες, που τόσο χρειάζονται τα σύμβολα, δεν θα πρέπει να βασιζόμαστε στα «θούρια» και τη φωνή της Τζοάν Μπαέζ.

«Το μεγάλο μας τσίρκο», μια παράσταση σταθμός

Του Ηρακλή Κακαβάνη
Πηγή: atexnos.gr

«Το Μεγάλο μας Τσίρκο » του Ιάκωβου Καμπανέλλη έγραψε ιστορία όταν ανέβηκε μέσα στη δικτατορία από τον θίασο Καρέζη – Καζάκου.  Αμέσως αγαπήθηκε από το κοινό και έγινε σύμβολο του αγώνα κατά της χούντας. Αλληγορικά γραμμένο, κατάφερε να περάσει τη λογοκρισία, κρύβοντας δεκάδες μηνύματα κατά της δικτατορίας.

Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,

μην έχεις πια την πείνα για καμάρι.

Οι αγώνες πούχεις κάνει δεν φελάνε

το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε.

Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,

η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή,

του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί.

Το έργο διατρέχει, με σατιρικό αλλά και δραματικό τρόπο, τη νεότερη ελληνική Ιστορία από την Τουρκοκρατία και τα χρόνια του Οθωνα έως τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη γερμανική Κατοχή.

Η ιδέα για το ανέβασμα του έργου ανήκε στο θιασαρχικό ζεύγος Καζάκος – Καρέζη, που για πρώτη φορά την άνοιξη του 1972 σκέφτηκαν ν’ ανεβάσουν ένα έργο, που σύμφωνα με την Τζένη Καρέζη έπρεπε «να είναι κάτι σαν λαϊκό πανηγύρι, να κλείνει μέσα του πολλή ρωμιοσύνη… και μέσα από τη σάτιρα, τον αυτοσαρκασμό, το γέλιο και το δάκρυ, να μιλήσουμε για τους καημούς και τα όνειρα της φυλής μας, για προδομένους αγώνες, για προδομένες ελπίδες… και πάνω απ’ όλα για ομορφιά. Για την ομορφιά αυτού του λαού, που δεν παύει ποτέ να αγωνίζεται, να προδίδεται, να πιστεύει και να συνεχίζει τον αγώνα του, διατηρώντας τις ρίζες του αναλλοίωτες αιώνες τώρα».

«Όλα αυτά όμως θά ’πρεπε να ειπωθούν ρωμέικα, ζεστά. Καθόλου φιλολογικά. Καθόλου εγκεφαλικά. Θα ’πρεπε, δηλαδή, να γραφτεί ένα έργο που να έχει μέσα του τους σπόρους της λαϊκής μας τέχνης. Εγχείρημα δύσκολο, άπιαστο σχεδόν», συνεχίζει την αφήγησή της η Τζένη Καρέζη.

Απευθύνθηκαν στον Ιάκωβο Καμπανέλλη, επειδή είχε «ταλέντο, πείρα, γνώση» και στο έργο του «χτυπάει πάντα πυρετικά, σπαρακτικά και γνήσια ο σφυγμός της ράτσας». Ο Καμπανέλλης δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρότασή τους κι έτσι προέκυψε το θεατρικό «Το Μεγάλο μας Τσίρκο».

Ανέβηκε το καλοκαίρι του 1973 στο θέατρο «Αθήναιον».  Τη μουσική και τα τραγούδια της παράστασης έγραψε ο Σταύρος Ξαρχάκος. Επί σκηνής, υπέροχος ερμηνευτής των τραγουδιών ο Νίκος Ξυλούρης. Τα κοστούμια έφτιαξε ο Φαίδων Πατρικαλάκης και ο Ευγένιος Σπαθάρης επιμελήθηκε τα σκηνικά

Πρωταγωνιστούσαν οι: Τζένη Καρέζη, Κώστας Καζάκος , Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Χρήστος Καλαβρούζος και Τίμος Περλέγκας. Και πλάι τους πολλοί νέοι ηθοποιοί.

Η τεράστια επιτυχία της παράστασης συνεχίστηκε και το χειμώνα 1973 – 1974, στο «Ακροπόλ». Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η παράσταση για μικρό διάστημα διακόπηκε λόγω της σύλληψης των Τζ. Καρέζη – Κ. Καζάκου, αλλά μετά την απελευθέρωσή τους συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα Μάη και μετά την πτώση της δικτατορίας το έργο ξαναπαίχθηκε με την προσθήκη των λογοκριμένων σκηνών κι ενός τραγουδιού («Το Πρόσκύνημα») στο φινάλε της παράστασης για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

Πάνω από 400.000 θεατές σε Αθήνα και επαρχία παρακολουθούν το έργο.

Ολυμπιακοί 1936 – Eurovision 2019: η Ιστορία και η φάρσα

Του Άρη Χατζηστεφάνου
Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών – 26/4/2019
Αναδημοσίευση από info-war.gr

«Σκοπός της τέχνης είναι να ενώνει τον κόσμο, όχι να τον διχάζει» απάντησε* η Κατερίνα Ντούσκα στην έκκληση 100 Παλαιστίνιων καλλιτεχνών και του Roger Waters να μη συμμετάσχει στον διαγωνισμό της Eurovision στο Ισραήλ. Μερικά ιστορικά παραδείγματα όμως μας θυμίζουν ότι η τέχνη, όπως και ο αθλητισμός, εκτός από το να ενώνουν την ανθρωπότητα, μπορούν ενίοτε να ξεπλένουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Την 1η Αυγούστου του 1936 ο Σπύρος Λούης έσφιξε το χέρι του Αδόλφου Χίτλερ, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων που διεξάγονταν στη ναζιστική Γερμανία. Έκτοτε, όσοι δεν αποκρύπτουν το συγκεκριμένο περιστατικό, προσπαθούν συνήθως να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις με επιχειρήματα τα οποία κάποιες φορές προσβάλλουν τον Έλληνα ολυμπιονίκη και κάποιες άλλες φορές τη λογική μας και την ιστορική μνήμη.

«Τι να γνώριζε ένας φτωχός νεροκουβαλητής από το Μαρούσι για τις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις και τα μετέπειτα εγκλήματα του Χίτλερ;» αναρωτιούνται ορισμένοι. «Πώς θα μπορούσε να μην παραστεί σε μια διεθνή αθλητική διοργάνωση, στην οποία συμμετείχαν αποστολές από ολόκληρη την Ευρώπη;» συμπληρώνουν κάποιοι άλλοι.

Το 1936 μάλιστα ακουγόταν ακόμα ένα επιχείρημα, το οποίο κατέρρευσε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα: «Ο αθλητισμός δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με την πολιτική». Για την ιστορία αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια του Άβερι Μπρούνταζ, μετέπειτα προέδρου της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, ο οποίος υποστήριζε ότι το μποϊκοτάζ των Αγώνων του 1936 αποτελούσε μια «εβραιο-κομμουνιστική συνωμοσία» εναντίον της Γερμανίας, η οποία κατά την άποψή του… σεβόταν απόλυτα τα δικαιώματα των Εβραίων.

Στην πραγματικότητα κανένα από τα επιχειρήματα υπέρ των αθλητών που έσφιξαν το χέρι του Χίτλερ, δεν μπορεί να σταθεί στο τεστ της Ιστορίας. Κατ’ αρχήν ακόμα και κατά τη διάρκεια των Αγώνων δύο αθλήτριες από την Τουρκία, η Χαλέτ Τσαμπέλ (η πρώτη μουσουλμάνα γυναίκα που συμμετείχε σε Ολυμπιακούς Αγώνες) και η Φετγκερί Ασάνι, αρνήθηκαν να συναντήσουν τον Χίτλερ λόγω της στάσης του απέναντι στους Εβραίους.

Άλλοι αθλητές, όπως ο ξιφομάχος Άλμπερτ Γουλφ, αποχώρησαν με μεγάλο προσωπικό κόστος από τις εθνικές ομάδες τις οποίες εκπροσωπούσαν. «Δεν μπορώ να συμμετάσχω σε κάτι που χορηγείται από τον Αδόλφο Χίτλερ, ακόμη και αν πρέπει να το κάνω για τη Γαλλία» είχε δηλώσει ο Γουλφ, ο οποίος στα χρόνια που ακολούθησαν πολέμησε τους ναζί από τις τάξεις του γαλλικού στρατού, συνελήφθη και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο εξόντωσης για Εβραίους από όπου δραπέτευσε και κατετάγη στον αμερικανικό στρατό για να ξαναπολεμήσει τον φασισμό.

Χιλιάδες άλλοι επαγγελματίες και ερασιτέχνες αθλητές αποδέχτηκαν το αίτημα εβραϊκών οργανώσεων να μποϊκοτάρουν τη διοργάνωση του Χίτλερ και αντί για το Βερολίνο ταξίδεψαν μέχρι τη Βαρκελώνη, όπου οι δημοκρατικές δυνάμεις διοργάνωναν του δικούς τους αντι-ολυμπιακούς αγώνες.

Η λεγόμενη Λαϊκή Ολυμπιάδα θα διεξαγόταν μία εβδομάδα πριν από τους Αγώνες του Βερολίνου και πέραν των επίσημων αθλημάτων θα περιελάμβανε αγώνες μουσικής, θεάτρου αλλά και τουρνουά σκακιού. Τελικά η τελετή έναρξης συνέπεσε με τις πρώτες συγκρούσεις του ισπανικού εμφυλίου και οι αθλητές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα (αν και ορισμένοι έμειναν να πολεμήσουν τις φασιστικές δυνάμεις του Φράνκο, του Χίτλερ και του Μουσολίνι).

Την ίδια περίοδο, ως απάντηση στους Αγώνες των ναζί, διεξάγονταν και η Εργατική Ολυμπιάδα, την οποία διοργάνωνε η Β’ Διεθνής, αλλά και οι Σπαρτακιάδες της Γ’ Διεθνούς. Παρ’ όλα αυτά οι δυτικές δυνάμεις προτίμησαν να τιμήσουν με την παρουσία τους τους αγώνες του Χίτλερ –μια πρόγευση της προδοτικής Συμφωνίας του Μονάχου του 1938 με την οποία έδωσαν στη ναζιστική Γερμανία το πράσινο φως για να καταλάβει την Τσεχοσλοβακία και να θέσει τις βάσεις για την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Το αθλητικό μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών Αγώνων του 1936 μπορεί να μην απέδωσε καρπούς, αλλά αποτέλεσε έμπνευση για αρκετά ακόμα καλλιτεχνικά, αθλητικά και εμπορικά μποϊκοτάζ στον 20ό αιώνα. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν φυσικά η διεθνής εκστρατεία κυρώσεων και αποκλεισμού του ρατσιστικού καθεστώτος του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική – μια χώρα στην οποία, κατά παράξενη ειρωνεία της τύχης, είχαν βρει καταφύγιο αρκετοί φυγόδικοι αξιωματούχοι της ναζιστικής Γερμανίας.

Προφανώς η σύγκριση της Γερμανίας του 1936 με το μποϊκοτάζ εναντίον της Eurovision, που φέτος διεξάγεται στο Ισραήλ, είναι ιστορικά επικίνδυνη και ανήθικη (ακόμη και όταν ο Νετανιάχου επιχειρεί να ξεπλύνει τα εγκλήματα των ναζί λέγοντας ότι «ο Χίτλερ δεν ήθελε να εξοντώσει τους Εβραίους», αλλά τον έπεισαν… οι Παλαιστίνιοι!). Όμως, όπως ένα υλικό δοκιμάζεται από τους επιστήμονες σε ακραίες συνθήκες, πριν δοθεί στους μηχανικούς για να το χρησιμοποιήσουν σε καθημερινές εργασίες, έτσι και ένα επιχείρημα πρέπει να δοκιμάζεται στις πιο ακραίες συνθήκες για να διαπιστωθεί η αντοχή του στο πέρασμα τού χρόνου.

Οι αθλητές του 1936, που μποϊκοτάρισαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες ή αρνήθηκαν να σφίξουν το χέρι του Χίτλερ, έβαλαν την αξιοπρέπεια και τον ανθρωπισμό τους πάνω από την καριέρα τους και τις εντολές που λάμβαναν από τις εθνικές αποστολές και τις κυβερνήσεις των χωρών τους.

Είναι λοιπόν η τέχνη (ή ο αθλητισμός) ένα στοιχείο που κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ενώνει τον κόσμο, όπως ισχυρίζεται η Κατερίνα Ντούσκα;

Ίσως θα ήταν καλύτερο να θυμηθούμε τον ορισμό που έδωσε ο Πάμπλο Πικάσο, σχολιάζοντας την «Γκερνίκα» και τους ναζιστικούς βομβαρδισμούς στην Ισπανία ένα χρόνο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936: «Η τέχνη είναι ένα όπλο για να επιτίθεσαι και να αμύνεσαι απέναντι στον εχθρό».

Φέτος δεν πάμε Eurovision, στηρίζουμε Παλαιστίνη

Την Κυριακή 5 Μαΐου το BDS Greece, η ελληνική πρωτοβουλία για το μποϊκοτάζ, την απόσυρση επενδύσεων και τις κυρώσεις εναντίον του κράτους του Ισραήλ διοργανώνει μεγάλη συναυλία στο Gagarin καλώντας την Κατερίνα Ντούσκα να μην ταξιδέψει στο Τελ Αβίβ.
Συμμετέχουν: Γραμμένος, Ζαραλίκος, Μπιλίρης & Πλαν Μπι, Πιλαλί Τσολιάς εν δε Τσόλια μπάντ (Ελληνοφρένεια), Lost bodies, Beggars, Mc Yinka, DJset St. Bangerz (Cinuk Muerto + Humano). Μάθε περισσότερα στο bdsgreece.net

 

* Με μήνυμά της στο Facebook το απόγευμα της Δευτέρας 29 Απριλίου η Κατερίνα Ντούσκα ανέφερε ότι η φράση της “Σκοπός της τέχνης είναι να ενώνει τον κόσμο, όχι να τον διχάζει” δεν αποτελούσε απάντηση προς τον Ρότζερ Γουότερς αλλά απόσπασμα από συνέντευξή της το οποίο μεταφέρθηκε αποσπασματικά και ως εκ τούτου παραποιήθηκε.
Υπενθυμίζουμε ότι το μήνυμα του Ρότζερ Γουότερς κυκλοφόρησε δημόσια στις 18 Απριλίου και είχε σταλεί στην ίδια αρκετές εβδομάδες νωρίτερα. Το μήνυμα των 100 Παλαιστίνιων Καλλιτεχνών προς όλους τους υποψήφιους της eurovision είχε δημοσιευθεί για πρώτη φορά στην εφημερίδα Irish Times στις 25 Μαρτίου.